Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
αλκοόλη
  1. Τάξη οργανικών ενώσεων που είναι υδροξυλιωμένα παράγωγα των υδατανθράκων.
  2. Η αιθυλική αλκοόλη (C2H5OH), ένα άχρωμο, πτητικό, εύφλεκτο υγρό. Το μοριακό της βάρος είναι 46,07. Το σημείο βρασμού της είναι οι 78,5°C. Υπάρχει σε εκ ζυμώσεως ή αποστάξεως ποτά και αποκτάται, στην καθαρή μορφή της, από σταφύλια με ίζύμωση και κλασματική απόσταξη.

ΔΡΑΣΗ / ΧΡΗΣΕΙΣ: Όταν καταναλωθεί σε μεγάλες ποσότητες, η αλκοόλη δρα ως κατασταλτικό του νευρικού συστήματος. Επειδή σταματά την ανάπτυξη βακτηριδίων χρησιμοποιείται για τη διατήρηση βιολογικών δειγμάτων και σε κάποιες μορφές ιατρικής. επίσης, χρησιμοποιείται για την παρασκευή αρωμάτων, βαμμάτων στην παρασκευή αιθέρα, αιθυλενίου και άλλων βιομηχανικών προϊόντων. Χρησιμοποιείται ως υλικό εντριβών και ως αντισηπτικό σε διάλυμα 70%.

Aliases (separate with |): alcohol|Αλκοόλη
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL