Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
αλδοστερόνη

Η βιολογικά δραστικότερη αλατοκορτικοειδής ορμόνη που εκκρίνεται από τον φλοιό των επινεφριδίων. Η αλδοστερόνη αυξάνει την επαναπορρόφηση του νατρίου από τους νεφρούς, και με αυτόν τον τρόπο έμμεσα ελέγχει τα επίπεδα του καλίου, του χλωρίου και των διττανθρακικών στο αίμα, όπως επίσης και το pH, τον όγκο του αίματος και την αρτηριακή πίεση.

Aliases (separate with |): aldosterone|Αλδοστερόνη
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL