Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
αιμοφόρο τριχοειδές

Οποιοδήποτε από τα μικροσκοπικά αιμοφόρα αγγεία, τα οποία μεταφέρουν αίμα από τα αρτηρίδια στα φλεβίδια και σχηματίζουν αναστωμούμενο δίκτυο το οποίο φέρνει το αίμα σε στενή σχέση με τα κύτταρα του ιστού. Το τοίχωμά του αποτελείται από μονόστιβο επιθήλιο με πλακώδη κύτταρα (ενδοθήλιο) μέσω του οποίου διαχέεται οξυγόνο στον ιστό και προϊόντα της μεταβολικής δραστηριότητας στο αίμα. Τα τριχοειδή αιμοφόρα έχουν μέση διάμετρο περίπου 8 μm.

Aliases (separate with |): blood\capillary|Αιμοφόρο|τριχοειδές
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL