Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
αγγειοπλαστική

Οποιαδήποτε ενδοαγγειακή επέμβαση με την οποία διανοίγεται εκ νέου ένα στενωμένο αγγείο και αποκαθίσταται η αιματική ροή μέσα από αυτό. Συνήθως, οι αγγειοπλαστικές επεμβάσεις πραγματοποιούνται σε στεφανιαίες, καρωτίδες ή σε περιφερικές αρτηρίες οι οποίες έχουν αποφραχθεί λόγω αθηροσκλήρωσης. Κάποιες από τις πιο συνηθισμένες τεχνικές αγγειοπλαστικής είναι οι ακόλουθες: η αθηρεκτομή, με την οποία διανοίγεται κάποιο αποφραγμένο, ουλοποιημένο ή ασβεστοποιημένο αγγείο με την αφαίρεση των αθηροσκληρωτικών πλακών με αθηροτόμους ταχείας περιστροφής· η αγγειοπλαστική με μπαλονάκι, η οποία πραγματοποιείται με την διάταση του υψηλής πίεσης μπαλονιού μέσα στην αποφραγμένη αρτηρία προκειμένου να ανοίξει· η αγγειοπλαστική με τη χρήση laser και ραδιοσυχνότητας, με την οποία εξαφανίζονται ή αφαιρούνται οι αθηροσκληρωτικές πλάκες· τα ενδοαγγειακά stents, τα οποία συγκρατούν τα αγγεία ανοικτά με την εισαγωγή εκτεινόμενων πλεγμάτων κατά μήκος του στενωμένου τμήματος της αρτηρίας.

Aliases (separate with |): angioplasty|coronary|laser|Αγγειοπλαστική
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL