Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Η ηρωική ιστορία των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία (βίντεο)

 

 

Τους τελευταίους μήνες, η Γερμανία έχει ήδη ανακοινώσει ότι θα υποδεχτεί Σύρους πρόσφυγες αναγκαίους για τη συμπλήρωση του εργατικού δυναμικού της. Η υπόθεση μας πάει πίσω στο 1960, καθώς φέτος συμπληρώθηκαν 55 χρόνια από την υπογραφή της συμφωνίας για τη μεταφορά Ελλήνων εργατών στη Γερμανία. Η σχετική επέτειος στα 50χρονα γιορτάστηκε με διάφορες φιέστες. Φέτος δεν έγιναν, καθώς για την ελληνική κοινωνία ο όρος μετανάστευση κατοχυρώνεται ήδη σαν αιμορραγία: Σύμφωνα με έναν υπολογισμό, στα χρόνια της οικονομικής κρίσης 250.000 νέοι άνθρωποι έχουν φύγει έξω για σπουδές ή για δουλειά, όχι γιατί αυξήθηκαν έξω οι ευκαιρίες, αλλά γιατί έγινε δεδομένο το αδιέξοδο μέσα.

 

Η μετανάστευση ποτέ δεν ήταν ευκαιρία, ήταν πάντα κατάρα για τον τόπο. Διευκόλυνε την ντόπια κυβέρνηση να εμφανίσει μείωση της ανεργίας και τις βιομηναχίες του εξωτερικού να έχουν ακόμα πιο φτηνό εργατικό δυναμικό,μια κατάσταση που περιόριζε το εκεί ντόπιο και τις όποιες διεκδικήσεις του.

 

Για την Ελλάδα, η μετανάστευση δεν είναι κάτι καινούργιο. Ούτε το 1960 ήταν. Είχαν προηγηθεί κύματα από την αρχή του αιώνα.Η Ελλάδα έκανε εξαγωγή εργατών ολόκληρο τον 20ό αιώνα. Στην περίοδο 1900-1930 σπρώχτηκαν στη μετανάστευση 402.538 Ελληνες (384.000 προς Βόρεια Αμερική, οι υπόλοιποι Καναδά και Αυστραλία). Ανέκαθεν, οι κυβερνήσεις της Ελλάδας υποστήριζαν τη μετανάστευση, ως «μέτρο οικονομικής βοήθειας» από αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες στις φτωχές, υπανάπτυκτες. 
 
Στις δεκαετίες 1950-1960 υπερσυγκεντρώθηκε πληθυσμός στα μεγάλα αστικά κέντρα. Στην Αθήνα 2.530.207, σε συνολικό πληθυσμό 8.736.367. Οι βασικές αιτίες της εσωτερικής μετανάστευσης ήταν οικονομικοπολιτικές. Η αστική τάξη χρειαζόταν συγκεντρωμένη, φτηνή εργατική δύναμη, μικρό μεταφορικό κόστος κ.λπ. Συνέβαλε το μετεμφυλιακό πολιτικό κλίμα, η μεγάλη ανεργία και υποαπασχόληση της αγροτιάς.
 
Υπολογίζεται ότι το 1961 οι άνεργοι στην Ελλάδα ήταν 238.900 ή 6,5% του συνολικού αριθμού των απασχολούμενων (2,8 εκατ.). Μαζί με τους υποαπασχολούμενους, κυρίως στη γεωργία, έφταναν τις 863.600 ή το 26,6% του συνολικού αριθμού των απασχολούμενων.
 
Η μετανάστευση διαχρονικά εξυπηρέτησε τις κυβερνήσεις της χώρας, διότι μπόρεσαν έτσι να απαλλαγούν από ένα σημαντικό ποσοστό ανεργίας, εξάγοντάς το στις αναπτυγμένες βιομηχανικά και οικονομικά χώρες. Μαζί με την ανεργία απαλλάχθηκαν και από τις κοινωνικές εντάσεις. Εξασφάλισαν εισαγωγή ξένου συναλλάγματος, που ελάττωνε πιέσεις στο ισοζύγιο πληρωμών κ.λπ.
 
Χαρακτηριστική η δήλωση ειδικού συμβούλου του ελληνικού υπουργείου Εργασίας το 1965: «Οι μετακινηθέντες προς Γερμανίαν απλώς ανεκούφισαν την αγοράν εργασίας εκ των πιεστικών επιπτώσεων ας θα υφιστάμεθα μοιραίως με όλας τας εντεύθεν δυσμενείς οικονομικάς και ιδία κοινωνικάς συνεπείας»».
 
Στοιχεία της ΕΣΥΕ και άλλα δείχνουν ότι στην πενταετία 1956-1960 μετανάστευσαν 162.000 Ελληνες (το 52% στις υπερπόντιες χώρες). Το 1961-1965 466.000 (25% στις υπερπόντιες χώρες). Το 1966-1970 365.000 (38% στις υπερπόντιες χώρες). Το 1971-1975 177.000 (36% στις υπερπόντιες χώρες). Το 1976-1977 37.000 (38% στις υπερπόντιες χώρες). Στα αντίστοιχα διαστήματα, το ποσοστό μεταναστών ανδρών στις ηλικίες 20-44 ετών ήταν 72% του συνόλου των αποδημούντων, 79%, 73%, 65% και 66%.
Στη δεκαετία 1961-1971 έφυγαν 892.175 άτομα σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης (βασικά στη λεγόμενη Δυτική Γερμανία), κυρίως άνδρες αλλά και γυναίκες, ηλικίας 18-35 χρόνων. Το 90% προερχόταν από την ελληνική επαρχία, άκληροι, μικροαγρότες, δίχως πείρα βιομηχανικού εργάτη. Συνυπολογίζοντας ναυτεργάτες και όσους καταχωρήθηκαν ως «προσωρινώς μεταναστεύσαντες», ο συνολικός αριθμός ξεπερνούσε το ένα εκατομμύριο εργαζόμενους Ελληνες.
 
Το μεταναστευτικό κύμα κατευθύνθηκε κυρίως προς τη Δυτική Ευρώπη, σε αντίθεση με τις προηγούμενες περιόδους που κατευθυνόταν προς ΗΠΑ, Αυστραλία, Καναδά. Για τη δεκαετία 1957-1966 υπολογίζονται 679.000 μετανάστες, κατανεμημένοι σε 185.000 την πρώτη πενταετία 1957-1961 και 494.000 τη δεύτερη 1962-1966. Οι μόνιμα μεταναστεύσαντες στην περίοδο 1961-1965 αποτελούσαν το 2,9% του πληθυσμού στην Ελλάδα το 1961.
 
Μελέτη δίνει για την περίοδο 1946-1977 1.282.502 μόνιμα μεταναστεύσαντα άτομα (εκ των οποίων τα 237.767 άτομα στην περίοδο 1946-1960 και τα 1.044.735 άτομα στην περίοδο 1961-1977). Αλλη μελέτη υπολογίζει ότι από το 1950 ως το 1971, ο αριθμός των μεταναστών ξεπέρασε τις 60.000 το χρόνο και ότι από την Ελλάδα, στην περίοδο 1901-1919, μετανάστευαν κάθε χρόνο κατά μέσο όρο γύρω στα 19.000 άτομα. Στα 1920-1940 ο αριθμός αυτός έφτασε τις 28.000.
 

Η συμφωνία του 1960

Το 1960 υπογράφηκε η διαβόητη «Ελληνογερμανική συμφωνία», που, όπως προπαγανδίστηκε δεόντως από τις δύο κυβερνήσεις, θα «έλυνε» τα μεγάλα προβλήματα των Ελλήνων μεταναστών. Στη Γερμανία ονομάστηκε και «διπλή συνθήκη», καθώς υπογράφτηκε μεταξύ Δ. Γερμανίας και Ισπανίας στις 29/3/1960 και ακολούθησε η υπογραφή με την Ελλάδα στις 30/3/1960 της «Σύμβασης Περί Επιλογής και Τοποθετήσεως Ελλήνων εργατών εις γερμανικάς επιχειρήσεις». Αντίστοιχες διακρατικές συμφωνίες της Δ. Γερμανίας: το 1955 με Ιταλία (για εισαγωγή Ιταλών εργατών), το 1961 με Τουρκία, το 1963 με Μαρόκο, το 1964 με Πορτογαλία, το 1965 με Τυνησία και το 1968 με Γιουγκοσλαβία. Ετσι οι Γερμανοί μεγαλοβιομήχανοι εξασφάλιζαν φτηνό εργατικό δυναμικό για τη ραγδαία αναπτυσσόμενη βιομηχανία τους. Παράλληλα, η Δ. Γερμανία αποκαταστούσε σχέσεις εξωτερικής πολιτικής και με χώρες που είχαν υποφέρει από τη ναζιστική κατοχή.
 

Η επιλογή

Οι Γερμανοί βιομήχανοι και μεγαλοεπιχειρηματίες ζητούσαν «τεμάχια» (έτσι τους αποκαλούσαν), νέους, υγιείς ανθρώπους, για να εργαστούν στη βαριά βιομηχανία και τα ορυχεία. Με την υπογραφή της σύμβασης, άνοιξαν στην Αθήνα (επί της οδού Βίκτωρος Ουγκώ) και το 1962 στη Θεσσαλονίκη (επί της οδού Δωδεκανήσου) οι εν Ελλάδι Γερμανικές Επιτροπές, που ενέκριναν την πρόσληψη Ελλήνων εργατών.
 
Σχηματίζονταν ατέλειωτες ουρές, υπερπροσφορά νέων δυνατών ανθρώπων, πρόθυμων να εργαστούν σκληρά. Σύμφωνα με το γερμανικό κέντρο τεκμηρίωσης για τη μετανάστευση στη Γερμανία «DOMID», μόνο μέσα στις δύο πρώτες βδομάδες λειτουργίας του γραφείου στην Αθήνα, υπέβαλλαν αίτηση 4.500 Ελληνες. Η κοσμοσυρροή αυτή οδήγησε να ανοίξει γραφείο και στη Θεσσαλονίκη.
 
Οι Επιτροπές εξέταζαν εξονυχιστικά την υγεία των υποψηφίων (μετρήσεις μυών, ακτινογραφίες θώρακος, οδοντιατρικές εξετάσεις) και τι «ειδικές» γνώσεις τυχόν είχαν, οργάνωναν και το ταξίδι τους. Ανθρωποι με δύο δόντια χαλασμένα, από το υστέρημά τους πλήρωναν οδοντίατρο να τα σφραγίσει, για να καταφέρουν να φύγουν. Βουλευτές της ΕΡΕ και της Ενωσης Κέντρου έταζαν ως ρουσφέτι μια θέση στις λίστες υποψήφιων προς μετανάστευση. Διερμηνείς, λαμόγια της εποχής, παράγοντες με τάχα επιρροή στις Επιτροπές, ζητούσαν μπαξίσι για να μεσολαβήσουν.
 

Δυο κονσέρβες, μια κουκέτα

Οι επιλεγέντες έπαιρναν «πράσινη κάρτα» εργασίας. Αρχικά το ταξίδι ξεκινούσε από τον Πειραιά με το φέρι μποτ «Κολοκοτρώνης». Εφταναν στο Μπρίντεζι της Ιταλίας και από ΄κει με τρένο στη Γερμανία. Από το 1964, μια φορά τη βδομάδα ταξίδευαν από Αθήνα και Θεσσαλονίκη προς Μόναχο με ειδικές αμαξοστοιχίες, υπερπλήρεις, που συνήθως μετέφεραν πάνω από 1.000 άτομα. Τα ταξίδια αυτά η γερμανική διοίκηση μέχρι το 1972 τα χαρακτήριζε «μεταφορές». Την αποβάθρα (υπ΄ αριθμ. 11) όπου τερμάτιζαν τα τρένα αυτά στην πρωτεύουσα της Βαυαρίας, οι μετανάστες την έλεγαν «αποβάθρα» ή «γραμμή της ελπίδας». 
 
Για το ταξίδι με το τρένο «φιλεύσπλαχνοι» Γερμανοί μεγαλοκεφαλαιούχοι προμήθευαν τα «τεμάχια» με ένα σακούλι εφοδίων: δυο κονσέρβες (μια με σαρδέλες, μια με κορν-μπιφ), ένα καρβέλι ψωμί, λίγες ελιές κι ένα κομμάτι τυρί. Από Θεσσαλονίκη προς Μόναχο πολλοί κάθονταν πάνω στη βαλίτσα τους στη διάρκεια όλου του ταξιδιού, που κρατούσε δυόμιση μέρες.
 
Η στέγαση των μεταναστών εργατών γινόταν σε υποτυπώδεις συνθήκες, σε παραπήγματα που προέρχονταν κυρίως από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου,όπως αναφέρεται στα αρχεία του Κέντρου Τεκμηρίωσης και του Μουσείου DOMiD, της Κολωνίας. Κάθε εργάτης είχε στη διάθεσή του ένα κρεβάτι σε κουκέτα, ένα ντουλάπι που κλείδωνε, μια θέση στο τραπέζι του φαγητού και μια καρέκλα ανά άτομο. Οι εστίες, χωρισμένες ανά φύλο (αν υπήρχαν αντρόγυνα έπρεπε να χωρίσουν), συχνά αποτελούσαν τμήμα των εργοστασιακών εγκαταστάσεων.
Πενήντα πέντε χρόνια μετά, οι συνθήκες της μετανάστευσης μοιάζουν διαφορετικές. Η αιτία και το αποτέλεσμα παραμένουν ίδια. Αλλάζουν οι εθνικότητες στα κύματα των μεταναστών, παραμένει η άγρια εκμετάλλευσή τους, ντυμένη μάλιστα και με αρκετές δόσεις φιλανθρωπίας.
 
Οι επιπτώσεις της κρίσης φαίνονται και στη γενικότερη μεταναστευτική κίνηση όχι μόνο προς τη Γερμανία αλλά και προς άλλες χώρες. Από την έκθεση προκύπτει ότι το 2008 έφυγαν από την Ελλάδα 51.489 για μετανάστευση προς διάφορους προορισμούς. Το 2011 ο αριθμός αυτών που εγκατέλειψε τη χώρα για μετανάστευση υπερδιπλασιάστηκε φτάνοντας τα 125.984 άτομα.
 
Οι Ελληνες αποτελούν την τέταρτη σε μέγεθος εθνική ομάδα μεταναστών που ζουν στη Γερμανία. Η έκθεση του υπουργείου Εσωτερικών τούς υπολογίζει στις 300.000, ποσοστό 4,1%. Πρώτοι είναι οι Τούρκοι 21,8% και ακολουθούν οι Πολωνοί 7,4% και οι Ιταλοί 7,3%. Το 42,8% των Ελλήνων ζει στη Γερμανία πάνω από 30 χρόνια, το 19,5% από 20 έως 30 χρόνια, το 18,4% από 10 μέχρι 20 χρόνια και το 16,3% κάτω από 10 χρόνια. Στην κατηγορία αυτή δεν περιλαμβάνονται όσοι έχουν πολιτογραφηθεί Γερμανοί.
 
«Έπρεπε να επιλέξουμε καλό ανθρώπινο υλικό, αυτή ήταν η εντολή. Από Γερμανία μας λέγανε ‘στείλτε μας τόσα τεμάχια’, και αυτό πιστέψτε με, με πονούσε πολύ, καθώς αντίκριζα καθημερινά νέους ανθρώπους να ψάχνουν για ελπίδα, ένα καλύτερο αύριο», δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, από τη Στουτγκάρδη, ο 67χρονος σήμερα Χανς Γιόργκ Έκχαρντ.
 
Και συνεχίζει: «Οι εργοδότες ήθελαν να προσλάβουν μόνο νέους, υγιείς ανθρώπους, με γερά χέρια και πόδια, για να εργαστούν στη βιομηχανία. Η Ελλάδα ήταν και η πρώτη χώρα που έστειλε στη Γερμανία γυναίκες χωρίς τους συζύγους. Μπορείτε να φανταστείτε το δράμα αυτών των γυναικών, που πήγαιναν σε έναν ξένο τόπο, αφήνοντας συζύγους, παιδιά, χωρίς να ξέρουν ούτε μία λέξη γερμανική. Οι γυναίκες προτιμούνταν από τις φάμπρικές της κλωστοϋφαντουργίας, αλλά και στη βιομηχανία ηλεκτρικών ειδών, καθώς τα χέρια τους ήταν πιο λεπτά και επιδέξια, απ΄ αυτά των ανδρών. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τις εικόνες στο σταθμό του τρένου, στη Θεσσαλονίκη, με τους άνδρες να αποχαιρετούν με δάκρυα στα μάτια τις συζύγους τους, κρατώντας μωρά παιδιά στην αγκαλιά τους. Και εκείνες, με απόγνωση, να προσπαθούν να τούς δώσουν κουράγιο».
 
 
Το πρώτο συμβόλαιο, όπως αναφέρει ο κ. Έκχαρντ είχε συνήθως διάρκεια ενός έτους, και δεν ήταν καλά πληρωμένο. Αν όλα πήγαιναν καλά, οι γυναίκες είχαν, μετά, το δικαίωμα να αλλάξουν δουλειά, πόλη και να κάνουν πρόσκληση, με συναίνεση του εργοδότη, στον σύντροφο τους. Αν, όμως, δεν ανταποκρίνονταν στις απατήσεις του εργοδότη, έχαναν το δικαίωμα να εργαστούν στη Γερμανία.
 
Ο κ. Έκχαρντ, που έρχεται συχνά στην Ελλάδα, και δη στη βόρεια- «ο ωραιότερος προορισμός», όπως λέει- μιλάει με σεβασμό για τους Έλληνες της Γερμανίας, που κατάφεραν να ενσωματωθούν καλύτερα από όλους τους αλλοδαπούς. Φρόντισαν τη μόρφωση των παιδιών τους, τα οποία σήμερα έχουν καταλάβει καίριες θέσεις στη Γερμανία σε πολλούς τομείς, ενώ κρατούν την παράδοση και τον πολιτισμό τους.
 
 
Ο Παναγιώτης Διγκόλης, από το Παλαιόκαστρο Κοζάνης, που δούλεψε στα ορυχεία της Ρηνανίας-Βεστφαλίας, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, θυμάται: «Δεν είχα κλείσει ακόμα τα 25 μου χρόνια, όταν πήρα την απόφαση να φύγω για τη Γερμανία. Έκανα πρώτα την αίτηση στην Κοζάνη και από εκεί με ειδοποίησαν να πάω στη Θεσσαλονίκη, όπου οι Γερμανοί μας πέρασαν από ιατρικές εξετάσεις, από την κορυφή ως τα νύχια. Μου βρήκαν πως έχω δύο δόντια χαλασμένα, που αν δεν τα σφράγιζα, δεν θα με πέρναγαν. Άντε λεφτά και για οδοντίατρο, αλλά τι να έκανα; Έπρεπε να φύγω, αλλιώς χανόμασταν».
 
Τελικά, έφυγε από τον Πειραιά στις 25 Αυγούστου 1963, με τον «Κολοκοτρώνη», για να πάει στην Ιταλία και από εκεί στο Μόναχο, με τρένο. Κατέληξε στο Έσσεν, της Ρηνανίας-Βεστφαλίας, όπου έπρεπε να περάσει ξανά από ιατρικές εξετάσεις. Η πρώτη κατοικία του ήταν στις ειδικά διαμορφωμένες, για τους μετανάστες, παράγκες, στο Όμπερχάουζ, όπου οι συνθήκες διαβίωσης ήταν υποτυπώδεις.
 
«Το πρώτο που μας είπαν-μας εξιστορεί ο Παναγιώτης Διγκόλης- ήταν να έχουμε πάντα την κάρτα μαζί μας. Ένα νούμερο ήμουν και εγώ, όπως όλοι μας. Ποιος ήξερε το όνομά μου; Στη σειρά μου ήμασταν 27 άτομα, όλοι νέοι. Ανάσα δεν πήραμε. Το βράδυ φτάσαμε, το ξημερώματα μας πήγαν για δουλειά. Ένα μήνα, περίπου, μας εκπαίδευαν για το πώς θα εργαστούμε στα ανθρακωρυχεία. Μας έδωσαν και 100 μάρκα προκαταβολή.
 
Δεν θα ξεχάσω την πρώτη φορά που κατεβήκαμε με το σιδερένιο κλουβί στη βάθη της γης. Φόβος δεν υπήρχε στο μυαλό μου. Εννιακόσια μέτρα βάθος και εγώ δεν σκεφτόμουν τίποτα άλλο, παρά μόνο ότι έπρεπε να μείνω σε αυτή τη δουλειά, διαφορετικά θα με γυρνούσαν πίσω. Μόνο αυτό σκεφτόμουν. Όταν βγήκαμε ξανά στη γη δεν μπορούσαμε να γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον από τη μουτζούρα του κάρβουνου. Γελούσαμε με την ψυχή μας, σαν μικρά παιδιά και χαιρόμασταν τον ήλιο».
 
Δύο χρόνια άντεξε σε αυτή τη δουλειά, ο κ. Παναγιώτης, ώσπου κάποιοι συμπατριώτες του βρήκαν δουλειά σε χαρτοποιείο, στο Μπεργκισκλάμπαχ, απ΄ όπου πήρε και τη σύνταξή του. Εν τω μεταξύ είχε φροντίσει να πάει στο χωριό του, όπου παντρεύτηκε την Περιστέρα του, με την οποία έχει αποκτήσει τέσσερις κόρες.
 
334
 

Τα παιδιά που έμεναν πίσω

Τραγική πτυχή στην υπόθεση της μετανάστευσης των Ελλήνων στη Γερμανία αποτέλεσαν τα παιδιά τους, που ήταν αναγκασμένοι να αφήσουν πίσω, με τους παππούδες και τις γιαγιάδες ή σε κάποια θεία, ακόμα και σε μακρινό συγγενή. Τραύματα ανεξίτηλα άφησε η ιστορία αυτή και στα παιδιά και στους γονείς. Τα παιδιά, που κάποια από αυτά καλά- καλά δεν θυμόνταν τους γονείς, πάσχιζαν να είναι υπόδειγμα. Οι δε γονείς, που τα έβλεπαν να μεγαλώνουν μέσα από τις φωτογραφίες, «ξεγελούσαν» τον εαυτό τους, με την παρηγοριά πως ό,τι έκαναν ήταν για το δικό τους καλό.
 
Συγκινητικές είναι και οι ιστορίες των γυναικών, που έμεναν, συνήθως πολλές μαζί, σε ένα δωμάτιο, όπου κάθε βράδυ, μετά τη δουλειά, έκλαιγαν απαρηγόρητες, τα πρώτα χρόνια. Έπρεπε, όμως, να αντέξουν.
 

«Οσμιζόμασταν τα ρούχα της μητέρας, όταν την νοσταλγούσαμε»

Μία από τις τρεις κόρες της οικογένειας Ζαχαράκη, η Ιωάννα από τη Χρυσομηλιά Καλαμπάκας, γεύτηκε από μικρή την πίκρα που ένιωσαν τα παιδιά των μεταναστών που έμειναν πίσω.
 
«Ήμουν μόλις οκτώ ετών, όταν η μητέρα μας, Σοφία Ζαχαράκη, έφυγε για τη Γερμανία, για να εργαστεί σε εργοστάσιο σοκολάτας στο Άαχεν, μαζί με τη θεία μου. Θυμάμαι ακόμα και σήμερα ότι παρακαλάγαμε να πάνε όλα καλά εκεί στη Γερμανία, ώστε να μπορέσει η μητέρα μας να γυρίσει στο σπίτι. Κάθε φορά που τη νοσταλγούσαμε πηγαίναμε στην ντουλάπα για να οσμιστούμε τη μυρωδιά των ρούχων της», αφηγείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Ιωάννα Ζαχαράκη, που σήμερα ζει στο Σόλινγκεν της Γερμανίας.
 
Και συνεχίζει, με δάκρυα στα μάτια: «Η μόνη μας παρηγοριά, τα γράμματα και οι φωτογραφίες που παίρναμε. Και εμείς στέλναμε τις δικές μας, όλο χαμόγελα, για να μην καταλάβουν τη στεναχώρια μας. Στο πίσω μέρος των φωτογραφιών ιχνηλατούσαμε τα χεράκια μας για να δει η μητέρα πόσο μεγαλώσαμε».
 
Τις δουλειές του σπιτιού τις είχαν αναλάβει- εξ’ ολοκλήρου- οι τρεις αδελφές, παιδούλες ακόμη. Ζύμωναν, κουβάλαγαν ξύλα, φρόντιζαν και τον παππού, που ήταν άρρωστος. Από 14 ετών, η Ιωάννα αναγκάστηκε να ζήσει μόνη της στην Καλαμπάκα, όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές της. Τον Οκτώβριο του 1981, ταξίδεψε μόνη της με το τραίνο «Ακρόπολη», για να πάει στους γονείς της, στη Γερμανία.
 
Το πάθος της να ανταμείψει τους κόπους και τις θυσίες που έγιναν γι΄ αυτήν, την οδήγησε στο να σπουδάσει γερμανική φιλολογία και κοινωνιολογία. Σήμερα, διδάσκει στα πανεπιστήμια του Μπόχουμ και του Ντίσελντορφ, έχοντας εξειδικευτεί σε θέματα μετανάστευσης και διαπολιτισμικότητας.
 

 

 

 

 

 

 
Κάντε Like στη σελίδα μας στο Facebook ''Θεσσαλονίκη-Ιστορικό Αρχείο''
για να ενημερώνεστε καθημερινά για ιστορικά θέματα της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας
 

 

Read 1263 times
Bookmark and Share

Translate this article:

Giatroi Xwris Synora Banner 01

Giatroi Xwris Synora Banner 02

Thessaloniki Poli twn Balkaniwn banner

Republic Radio 100.3 02

Bibliopwleio