Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Η Μεγάλη Πλατεία» του Νίκου Μπακόλα. Μνήμες από τη Θεσσαλονίκη σε ένα υπέροχο μυθιστόρημα

mpakolas megali plateia

" H Θεσσαλονίκη, λίγο πολύ, με κατέχει.
Δεν μπορώ να της ξεφύγω εύκολα. 
Ούτε ως κάτοικος, γιατί δεν έχω φύγει από δω,
αλλά ούτε και ως συγγραφέας 
μπορώ να της ξεφύγω."
Νίκος Μπακόλας, 1997

 

Μια δεκαπενταετία μετά τον θάνατο του Νίκου Μπακόλα κυκλοφορεί σε καινούργια έκδοση από τον Κέδρο το σημαντικότερο μυθιστόρημά του: η «Μεγάλη πλατεία», που δημοσιεύτηκε το 1987, είχε εξαιρετική απήχηση στο αναγνωστικό κοινό και συζητήθηκε επανειλημμένα από συγγραφείς και κριτικούς. Όπως κι αν κοιτάξουμε την πεζογραφία του Μπακόλα, όχι μόνο τη «Μεγάλη πλατεία», αλλά και τα βιβλία που δημοσιεύτηκαν πριν και μετά από αυτήν, θα διαπιστώσουμε το ίδιο πράγμα: ο συγγραφέας βουτάει με το κεφάλι στα νερά της Ιστορίας, καλύπτοντας τουλάχιστον ογδόντα χρόνια του 20ου αιώνα, σ’ ένα γεωγραφικό τοπίο το οποίο έχει ως προνομιακά σημεία αναφοράς την πόλη της Θεσσαλονίκης και την περιφέρεια της Μακεδονίας, χωρίς να πρέπει ως εκ τούτου να αποκλειστεί από την επικράτειά του η υπόλοιπη Βόρεια Ελλάδα ή και, περιστασιακά, η Αθήνα.
 
Η Ιστορία είναι ο αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής της «Μεγάλης πλατείας». Στη σκηνή θα ανέβουν καταρχάς τα μείζονα γεγονότα: οι μνήμες του ελληνικού μικρασιατικού κόσμου, ο Μάης του 1936, ο Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος, η Κατοχή, οι διώξεις του εβραϊκού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης, αλλά και ο Εμφύλιος. Ισότιμη, όμως, θέση στο βιβλίο θα διεκδικήσουν και τα μικρά, αφανή συμβάντα, με τους μυθοπλαστικούς της ήρωες, τον Φώτη, τον Χρίστο, την Αγγέλα, τον Γιάννη, τον Χριστόφορο, τον Άγγελο και την Αντιγόνη, να τρέχουν πίσω από τις συνεχείς αναστατώσεις.
 
Και να πώς ξέρει να δουλεύει με τα υλικά της τέχνης του ο καλός μυθιστοριογράφος: τα γεγονότα μπορεί να δείχνουν σπουδαία, αλλά τα πρόσωπα της «Μεγάλης πλατείας» είναι σαν να μετέχουν τελείως από σπόντα στον καιρό τους. Όσα διαδραματίζονται στην πόλη και στον τόπο τους, δεν τα αφορούν παρά μόνο κατά το μέτρο της στιγμιαίας εμπλοκής τους στα δρώμενα. Ο Μπακόλας θα αποτυπώσει την εποχή και το κλίμα της σε συνειδήσεις που κατανοούν την Ιστορία μόνο μέσα από το καθημερινό τους βίωμα. Οι ήρωες δεν θα ζωντανέψουν ιδεολογίες και δεν θα επωμιστούν ορατά κοινωνικά βάρη. Το συλλογικό θα εισβάλει στη ζωή τους λιγότερο σαν μια κοντινή, χειροπιαστή κατάσταση και περισσότερο σαν ένας μακρινός (ενδεχομένως και παραμορφωμένος) θόρυβος.
 
Παρόλα αυτά, έστω έκκεντρα, έστω υπό γωνίαν, η πολιτική και η Ιστορία δεν θα αποχωρήσουν από τον στίβο της «Μεγάλης πλατείας». Όλες οι συλλογικότητες, μαζί με τις γενιές τους, είναι εδώ: οι μάνες της Μικρασιατικής Καταστροφής, οι νεαροί του Μεσοπολέμου και οι έφηβοι της Κατοχής και του Εμφυλίου (ανάμεσά τους κι ο Μπακόλας). Όσο για τις ταξικές ιδιαιτερότητες και τις ομαδικές νοοτροπίες, θα αποδοθούν κάπως αχνά, χωρίς ιδιαίτερη έμφαση, αρκεί ο συγγραφέας να έχει εξασφαλίσει ένα ρεαλιστικό πλαίσιο για την ανάπτυξη του μύθου του. Ο Μπακόλας θα έχει με αυτή την ευκαιρία τη δυνατότητα να ξεδιπλώσει στη «Μεγάλη πλατεία» και την ιδιοφυή τεχνική του: τον πρωθύστερο, μακροπερίοδο και σκοπίμως ανολοκλήρωτο λόγο του, που θα συστεγάσει στις εικόνες του τις πιο διαφορετικές πραγματικότητες, παραχωρώντας εκ παραλλήλου απεριόριστη ελευθερία στη λειτουργία της πρόσφατης ή της απώτατης μνήμης.
 
Η «Μεγάλη πλατεία» είναι ένα μυθιστόρημα χωρίς αρχή, μέση και τέλος: ένα μυθιστόρημα κυκλικό, προσανατολισμένο με πάθος στα πάθη της πόλης του – μια πόλη που μοιάζει με τεράστια, περιστρεφόμενη σκηνή στο θέατρο του κόσμου. Γράφοντας, εκτός των άλλων, και ένα μυθιστόρημα πόλης, ο Μπακόλας θα επιτρέψει στη μυθοποιημένη πόλη της Θεσσαλονίκης να δεξιωθεί και το μεσαιωνικό παρελθόν της. Η πορεία προς τα πίσω θα φτάσει μέχρι την επανάσταση των Ζηλωτών κατά τον 14ο αιώνα. Και η βυζαντινή ιστορία των Ζηλωτών θα τρέξει παράλληλα με την προπολεμική και τη μεταπολεμική ιστορία της Θεσσαλονίκης σε ένα χρονικό τόξο όπου οι άνθρωποι θα πρέπει να πολεμήσουν πεισματικά και χωρίς εκ των προτέρων εγγυήσεις με τη δύσκολη μοίρα τους.
 
mpakolaspic
 
Ο Νίκος Μπακόλας (26 Ιουλίου 1927 - 13 Νοεμβρίου 1999),Έλληνας συγγραφέας.
 
Γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου 1927 στη Θεσσαλονίκη, όπου πέρασε όλη σχεδόν τη ζωή του (κατοικώντας στην περιοχή των παλαιών «Εξοχών», που αποτελεί και τον κεντρικό χώρο των περισσότερων έργων του). Ήταν το μόνο παιδί του Χριστόφορου Μπακόλα (που καταγόταν από τη Δυτική Μακεδονία ή την Ήπειρο, είχε γεννηθεί κι αυτός στη Θεσσαλονίκη, και εργαζόταν ως υπάλληλος της Ηλεκτρικής Εταιρείας της πόλης) και της Δέσποινας Κασάπη ή Ευαγγέλου (που είχε γεννηθεί στη Μυτιλήνη). Αφού έκανε τη στρατιωτική του θητεία στην αεροπορία (1947-50), τελείωσε τις σπουδές του στο Μαθηματικό Τμήμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής Θεσσαλονίκης το 1956. Παράλληλα με τις σπουδές του άρχισε την απασχόλησή του με τη δημοσιογραφία, που αποτέλεσε αργότερα την κύρια επαγγελματική του ασχολία.
 
Ως πεζογράφος πρωτοεμφανίστηκε το 1952 κερδίζοντας με το πεζογράφημα του «Παραλλαγή στο πένθιμο εμβατήριο» τον β΄ έπαινο του διαγωνισμού νουβέλας του περιοδικού Μορφές[1]. Δημοσίευσε όμως πεζά του για πρώτη φορά το 1955 στο περιοδικό Τα Φοιτητικά Γράμματα – στο οποίο υπήρξε τακτικός συνεργάτης και μέλος της συντακτικής επιτροπής – και στην εφημερίδα Παμφοιτητική. Το 1958 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, το «Μην κλαις αγαπημένη», το οποίο είχε λάβει έπαινο σε λογοτεχνικό διαγωνισμό του Δήμου Θεσσαλονίκης. Ακολούθησαν: «Ο κήπος των πριγκίπων» (1966), σταθμός στην εξέλιξή του ως πεζογράφου, και τα: «Εμβατήρια» (1972), «Ύπνος θάνατος» (1974), «Μυθολογία» (1977). Με το τελευταίο κέρδισε την καθολική κατάφαση της κριτικής, ενώ τιμήθηκε και με το βραβείο του περιοδικού Τομές. Το 1987 εκδόθηκε το μυθιστόρημά του «Η μεγάλη πλατεία» που του χάρισε το πρώτο κρατικό βραβείο μυθιστορήματος. Το 1990 εξέδωσε το μυθιστόρημα «Καταπάτηση» (με το οποίο ολοκλήρωσε την τετραλογία που είχε αρχίσει με τον Κήπο των πριγκίπων) και το 1994 το πεζογράφημα «Η κεφαλή». Το 1997 του απονεμήθηκε, για δεύτερη φορά, το πρώτο κρατικό βραβείο μυθιστορήματος για το βιβλίο του «Η ατέλειωτη γραφή του αίματος». Το βιβλίο αυτό υπήρξε εξάλλου η ελληνική υποψηφιότητα για το Ευρωπαϊκό λογοτεχνικό βραβείο της ίδιας χρονιάς.
Έλαβε ακόμη, για το τελευταίο μυθιστόρημά του «Μπέσα για μπέσα» ή «Ο άλλος Φώτης» (1998), το βραβείο Balkanica, η ανακοίνωση του οποίου έγινε λίγες εβδομάδες μετά τον αιφνίδιο θάνατό του στις 13 Νοεμβρίου 1999. Μεταθανάτια εκδόθηκαν δύο συλλογές διηγημάτων του, που είχε ωστόσο ετοιμάσει για έκδοση ο ίδιος, το «Χρονιές άγιες και άγριες» (1999) και «Το ταξίδι που πληγώνει και άλλα διηγήματα» (2000).
 

 

 

 

 
Read 1534 times
Bookmark and Share

Translate this article:

Giatroi Xwris Synora Banner 01

Giatroi Xwris Synora Banner 02

Thessaloniki Poli twn Balkaniwn banner

Republic Radio 100.3 02

Bibliopwleio