Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Ηπατίτιδα C. Πως μεταδίδεται και ποιες θεραπείες υπάρχουν;

 
 
H ηπατίτιδα C, αποτελεί ένα από τα συχνότερα αίτια ηπατικής νόσου παγκοσμίως, με τουλάχιστον 180.000.000 ανθρώπους να έχουν μολυνθεί από τον ιό σε παγκόσμιο επίπεδο, όπως υπολογίζεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Η συχνότητα με την οποίαν η νόσος εμφανίζεται σε διάφορα μέρη του πλανήτη είναι διαφορετική, με την Αίγυπτο να έχει το μεγαλύτερο αριθμό κρουσμάτων παγκοσμίως, αναλογικά προς τον πληθυσμό της (20%).

Στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι περίπου 2.5% του γενικού πληθυσμού, δηλαδή 250.000 άνθρωποι, πάσχουν από χρόνια ηπατίτιδα C.

 

Πως μεταδίδεται η Ηπατίτιδα C

Ο ιός της ηπατίτιδας C μεταδίδεται κυρίως μέσω μολυσμένου αίματος ή παραγώγων αίματος. Οι κυριότεροι τρόποι μετάδοσης του ιού της ηπατίτιδας C είναι:
 
1. Χρήση ενδοφλεβίων ναρκωτικών ουσιών.
2. Αιμοκάθαρση (τεχνητός νεφρός).
3. Τατουάζ, τρύπημα με μολυσμένη βελόνα ή μολυσμένο εργαλείο.
4. Μεταμόσχευση μολυσμένου οργάνου στο παρελθόν. (Οι μεταμοσχεύσεις οργάνων θεωρούνται σήμερα απόλυτα ασφαλείς).
5. Σεξουαλική επαφή.
6. Κατά τη διάρκεια της κύησης και του τοκετού.
 

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του ιου Ηπατίτιδας C

Ο ιός της ηπατίτιδας C, είναι ένας RNA ιός, που πολλαπλασιάζεται ¨διαιρούμενος¨ με τη βοήθεια ενός ενζύμου πολυμεράσης, το οποίο δεν έχει την ικανότητα να παράγει ακριβή αντίγραφα του γονιδιώματος του ιού, κάτι που ίσως μπορεί να εξηγήσει την ποικιλομορφία του και την αδυναμία παραγωγής εμβολίου.
 
Έξι κατεξοχήν γονότυποι HCV και πολλές υποκατηγορίες αυτών έχουν εντοπιστεί έως σήμερα. Οι μοριακές διαφορές μεταξύ των γονοτύπων είναι σχετικά μεγάλες, με μια διαφορά τουλάχιστον 30% σε επίπεδο νουκλεοτιδίων. Ο συχνότερος γονότυπος HCV παγκοσμίως είναι ο 1, ο οποίος αντιπροσωπεύει το 40-80% του συνόλου των στελεχών. Οι γονότυποι 2 και 3 βρίσκονται επίσης σε παγκόσμιο επίπεδο και αντιπροσωπεύουν μια σημαντική μειονότητα των λοιμώξεων HCV. Οι γονότυποι 1, ιδιαίτερα 1β, δεν ανταποκρίνονται στη θεραπεία. Επίσης ο γονότυπος 1 μπορεί να σχετίζεται με πιο σοβαρή ηπατική νόσο και με υψηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης ηπατοκυτταρικού καρκίνου (ΗΚΚ). Περισσότερες πιθανότητες για ανταπόκριση στη θεραπεία έχουν οι γονότυποι 2 και 3.
 
Ο χρόνος επώασης της οξείας ηπατίτιδας C είναι 50 – 70 ημέρες. Η πλειοψηφία των ασθενών με οξεία ηπατίτιδα C δεν εκδηλώνουν ποτέ συμπτώματα και οι περισσότεροι ασθενείς (80%) δεν θα καταφέρουν να απομακρύνουν τον ιό από το αίμα τους, με αποτέλεσμα να αναπτύξουν χρόνια ηπατίτιδα C.
 
Οι ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C επίσης, δεν έχουν συνήθως κανένα σύμπτωμα κατά τη διάρκεια της νόσου τους, αλλά όταν το 15-20% από αυτούς αναπτύξουν κίρρωση του ήπατος μετά 20ετίας, θα εκδηλώσουν συμπτώματα σχετικά με  την ηπατική δυσλειτουργία η οποία εγκαθίσταται.
 

Πως γίνεται η διάγνωση της Ηπατίτιδας C

Η διάγνωση της ηπατίτιδας C, στηρίζεται αρχικά στην απλή ανίχνευση στο αίμα ειδικών αντισωμάτων εναντίον του ιού της ηπατίτιδας C (anti-HCV), εκτός από την αρχική περίοδο της οξείας λοίμωξης, οπότε δεν έχουν ακόμη αναπτυχθεί αντισώματα (συνήθως τους 3 πρώτους μήνες). Επίσης οι ανοσοκατασταλμένοι ή αιμοκαθαιρόμενοι ασθενείς συχνά δεν αναπτύσσουν ποτέ αντισώματα. Επειδή η μέθοδος ανίχνευσης των αντισωμάτων της ηπατίτιδας C στο αίμα είναι με χαμηλή “ειδική ευαισθησία”, είναι δυνατόν να υπάρξουν ψευδώς θετικά αποτελέσματα του HCV Ab test κι έτσι η παρουσία τους δεν θα πρέπει να σημαίνει πάντοτε απόδειξη ηπατίτιδας C.
 
Η επιβεβαίωση της παρουσίας ηπατίτιδας C σε άτομα με θετικά αντισώματα γίνεται με ανίχνευση του ίδιου του ιού στο αίμα, με τη μέθοδο (PCR) και μάλιστα μετά από επανεξέταση ύστερα από μερικούς μήνες.
 
Όλοι οι ασθενείς με αύξηση των τρανσαμινασών στο αίμα θα πρέπει να ελέγχονται για παρουσία χρόνιας ηπατίτιδας C, Α και Β. Οι ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C και Β πρέ¬πει να ελέγχονται για παρουσία λοίμωξης με τον ιό του AIDS.
 
Σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C και αυξημένες τρανσαμινάσες, που είναι υποψήφιοι για θεραπεία, πρέπει να γίνεται προσδιορισμός του γονότυπου του ιού της ηπατίτιδας C και της ποσότητας του ιού στο αίμα και να υποβάλλονται σε βιοψία ήπατος.
 
Με βάση τα στοιχεία που συλλέγονται από αυτές τις εξετάσεις, το φύλο και την ηλικία του ασθενούς, καθορίζονται οι δόσεις των φαρμάκων και η διάρκεια της θεραπείας.

Ποιες θεραπείες εφαρμόζονται σήμερα

Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας για την ηπατίτιδα C έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και επιτυγχάνεται σε περισσότερους από 80% των ασθενών με γονότυπο 2 ή 3 και περίπου σε 50% των ασθενών με γονότυπο 1 ή 4.
 
Η θεραπεία βασίζεται στη συνδυασμένη χορήγηση ενέσεων ιντερφερόνης-άλφα (συνήθως μία ένεση την εβδομάδα) και δισκίων ριμπαβιρίνης. Τα φάρμακα χορηγούνται για 6 ή 12 μήνες ανάλογα με το γονότυπο του κάθε ασθενούς.

Οι στόχοι της θεραπείας της χρόνιας λοίμωξης HCV είναι η επίτευξη μιας βιώσιμης εκρίζωσης του HCV (π.χ. σταθερή ιολογική ανταπόκριση [SVR]), που ορίζεται ως η συνεχιζόμενη απουσία του HCV RNA στον ορό για τουλάχιστον 6 μήνες ή περισσότερο, μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας και η αποφυγή της εξέλιξης της νόσου σε κίρρωση και ηπατοκυτταρικό καρκίνο (HKK).

Κατά την 12η  εβδομάδα της θεραπείας, ο ασθενής θα πρέπει να αξιολογείται για την πρώιμη ιολογική ανταπόκριση, με την επανάληψη των ποσοτικών HCV RNA και να ελέγχεται για πιθανές παρενέργειες από τη θεραπεία με ιντερφερόνη, όπως δυσλειτουργία του θυρεοειδούς.
 
Εάν το HCV RNA επίπεδο είναι μη ανιχνεύσιμο, η θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί, γιατί οι ασθενείς με ανταπόκριση στις πρώτες 12 εβδομάδες, έχουν 65% πιθανότητα για ίαση από τον ιό της ηπατίτιδας C (SVR).
 
Αντιθέτως, στην περίπτωση μη πρόωρης ιολογικής ανταπόκρισης, η θεραπεία θα πρέπει να σταματήσει γιατί οι ασθενείς αυτοί έχουν λιγότερο από 3% πιθανότητα για ίαση μετά το τέλος της θεραπείας.
 
Το HCV RNA επίπεδο θα πρέπει να επανελέγχεται 6 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας και, εάν ανιχνευθεί ξανά, τότε η νόσος του ασθενούς έχει υποτροπιάσει και θα πρέπει να αρχίσει μια εναλλακτική θεραπεία. Αν το HCV RNA είναι μη ανιχνεύσιμο και τα εργαστηριακά αποτελέσματα παραμένουν αρνητικά, ο ασθενής έχει αναπτύξει ένα SVR (Sustained Viral Response).
 
 
 
Η θεραπεία για τη χρόνια ηπατίτιδα C, συνιστάται σε ασθενείς μεγαλύτερους των 18 ετών με αυξημένα επίπεδα ALT στον ορό, που έχουν θετικά αποτελέσματα για αντισώματα HCV και HCV RNA > 50 IU/ml στον ορό του αίματος, βιοψία ήπατος σύμφωνη με τη διάγνωση της χρόνιας ηπατίτιδας και δεν έχουν αντενδείξεις για τη θεραπεία, όπως κίρρωση του ήπατος, κατάθλιψη, υποθυρεοειδισμό, επιληψία, αυτοάνοσα νοσήματα, εγκυμοσύνη για τις γυναίκες ασθενείς, σοβαρές καρδιαγγειακές και οφθαλμολογικές παθήσεις.
 
Οι χρήστες ενδοφλεβίων ναρκωτικών ουσιών, θα πρέπει αρχικά να περνάνε από προγράμματα απεξάρτησης και να έχουν πρόσβαση σε θεραπεία με μεθαδόνη. Θεραπεία για την ηπατίτιδα C συνήθως χορηγείται μετά από επιτυχή απεξάρτηση από ναρκωτικά.
 

Φάρμακα κατά της Ηπατίτιδας C:

Ιντερφερόνη Α
 
Η σύντομης χρονικής διάρκειας μονοθεραπεία με απλή ιντερφερόνη α, για πρώτη φορά στη δεκαετία του 1980 οδήγησε σε βελτίωση της ηπατικής νόσου και στην απώλεια του ιού σε λιγότερο από το 10% των ασθενών.
 
Μια σημαντική εξέλιξη στη θεραπεία της χρόνιας ηπατίτιδας C, ήταν η προσθήκη της ριμπαβιρίνης, ενός νουκλεοσιδικού αναλόγου, σε συνδυασμό με την ιντερφερόνη. Η θεραπεία με IFN άλφα-2b και ριμπαβιρίνη σε συνδυασμό, για 6-12 μήνες, οδήγησε σε ¨διατηρήσιμους¨ ρυθμούς εξάλειψης του ιού σε ποσοστό 30-40% των ασθενών. Ωστόσο, οι ασθενείς με γονότυπο HCV 1 και οι οποίοι έλαβαν θεραπεία για 12 μήνες, είχαν πολύ λιγότερο ευνοϊκή απάντηση στη θεραπεία με ιντερφερόνη και ριμπαβιρίνη, σε σύγκριση με ασθενείς που είχαν λοίμωξη με γονότυπους 2 και 3, στους οποίους μια 6 μηνών διάρκεια της θεραπείας ήταν επαρκής.
 
Μονοθεραπεία με IFN φαίνεται να διαδραματίζει κάποιο ρόλο στη θεραπεία της οξείας λοίμωξης HCV. Κλινικές μελέτες αναφέρουν, ότι η θεραπεία με IFN άλφα-2b εμπόδισε χρόνια μόλυνση, στο 98% των ασθενών με οξεία ηπατίτιδα C. Οι ασθενείς έλαβαν 5 εκατομμύρια U / day της IFN άλφα-2b υποδορίως για 4 εβδομάδες και στη συνέχεια, 3 φορές την εβδομάδα για ακόμη 20 εβδομάδες.
 
PEG-IFN μονοθεραπεία. Συζευγμένη Ιντερφερόνη Άλφα (PegINFa)
 
Η σύζευξη της ιντερφερόνης με ένα μόριο πολυαιθυλαινικής γλυκόλης, αύξησε το χρόνο ημιζωής του φαρμάκου και τη διαθεσιμότητά του στον οργανισμό, επιτυγχάνοντας έτσι μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και ευκολία στη χορήγηση του, με μια μόνο φορά την εβδομάδα. Υπάρχουν δύο μορφές. Η Peg INF Alpha-2a και η INF Alpha-2b που διαφέρουν στο συζευγμένο μόριο της πολυαιθυλαινικής γλυκόζης. Τα φάρμακα αυτά, σε δοσολογίες 180 mcg και 1.5mcg/kg/week αντίστοιχα, υποδορίως, μια φορά την εβδομάδα, για 48 εβδομάδες, μπορούν να πετύχουν εξάλειψη του HCV RNA titer και SVR στο 69%, σε ασθενείς με γονότυπο 2 και 3 και 35% σε ασθενείς με γονότυπο 1,4,5,6 αντίστοιχα.
 
PEG-IFN θεραπεία με ριμπαβιρίνη. Συζευγμένη Ιντερφερόνη Άλφα με ριμπαβιρίνη 
 
Η ριμπαβιρίνη είναι νουκλεοσιδικό ανάλογο με αντιιική δράση. PEG-IFN άλφα-2b σε 1,5 mcg / kg / week, ή Peg INF Alpha-2a σε δοσολογία 180 mcg/week, μαζί με ριμπαβιρίνη σε δοσολογία 11 mg/kg/day, χωρισμένη σε δυο δόσεις (πρωί - βράδυ) για 48 εβδομάδες, έχει 90% πιθανότητα εξάλειψης του HCV RNA και SVR σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C και γονότυπο 2 ή 3 και 50% σε γονότυπο 1 αντίστοιχα.
 
Τelaprevir , PEG-IFN και ριμπαβιρίνη 
 
Παρά τη νέα συνδυασμένη θεραπεία με την προσθήκη ριμπαβιρίνης στην PEG-IFN, η αγωγή αυτή είναι αποτελεσματική σε λιγότερο από το 50% των ασθενών με γονότυπο HCV 1. Πρόσφατες κλινικές μελέτες έδειξαν, ότι η προσθήκη telaprevir, ενός αναστολέα πρωτεάσης ειδικής για τον ιό της ηπατίτιδας C (HCV 3/4A NS3/4A) σε συνδυασμό με την τρέχουσα θεραπευτική αγωγή, συζευγμένη ιντερφερόνη άλφα με ριμπαβιρίνη, έδειξαν βελτιωμένη ιολογική ανταπόκριση σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C με γονότυπο 1.
 
 
Στις αρχικές μελέτες, παρατηρήθηκε μια ταχεία μείωση των επιπέδων HCV RNA στο αίμα. Η δόση του telaprevir η οποία χρησιμοποιήθηκε, ήταν 1250 mg την πρώτη ημέρα και 750 mg q8h από τη δεύτερη μέρα και έπειτα. Οι ασθενείς που έλαβαν telaprevir, παρουσίασαν σημαντική βελτίωση της κλινικής και ιστολογικής τους εικόνας και ¨διατηρήσιμους¨ ρυθμούς ιολογικής ανταπόκρισης , όπως ορίζεται από ένα μη ανιχνεύσιμο RNA επίπεδο HCV 24 εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας. Ωστόσο, οι ομάδες telaprevir, είχαν υψηλότερο ποσοστό διακοπής της θεραπείας (21%) σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (11%), εξαιτίας των δυσμενών επιπλοκών από το φάρμακο, κυρίως εξάνθημα.
 
 
Read 833 times
Bookmark and Share

Βρείτε Γιατρό

Translate this article:

Eggrafi giatroi Logo

THESSGIATRO BEST BUTTON 01

THESSGIATRO BEST BUTTON 03

THESSGIATRO BEST BUTTON 04

THESSGIATRO BEST BUTTON 06

Hlektroniki Syntagografisi 01

Leksiko Iatrikwn Orwn

Giatroi Xwris Synora Banner 01

Giatroi Xwris Synora Banner 02