Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
ωτοσκλήρυνση

Μια πάθηση που χαρακτηρίζεται από χρόνια προϊούσα κώφωση, ιδίως των χαμηλών τόνων. Προκαλείται από τη δημιουργία σπογγώδους οστού, ιδίως γύρω από την ωοειδή θυρίδα, με αποτέλεσμα αγκύλωση του αναβολέα. Στα όψιμα στάδια της νόσου, μπορεί να συμβεί ατροφία του οργάνου του Corti. Το αίτιο της πάθησης είναι άγνωστο, ενδέχεται όμως να είναι συγγενής. Είναι πιο συχνή στις γυναίκες, και μπορεί να επιδεινωθεί από την εγκυμοσύνη.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Έχουν χρησιμοποιηθεί διάφορες χειρουργικές επεμβάσεις, περιλαμβανομένου της εκτομής του αναβολέα, με σημαντική βελτίωση της ακοής. Στους ασθενείς αυτούς, επειδή τα τρία οστάρια του μέσου ωτός συντήκονται, η μετάδοση του ήχου δεν μπορεί να μεταδοθεί φυσιολογικά στο έσω ους με τις δονήσεις του τυμπανικού υμένα. Τα εξαίρετα αποτελέσματα που επιτυγχάνονται με την αφαίρεση του αναβολέα και την εισαγωγή ενός εμφυτεύματος στη θέση του, ώστε να οστάρια να μπορούν να λειτουργήσουν ξανά φυσιολογικά, καθιστούν την εντόπιση των παιδιών και των ενηλίκων, που επωφελούνται από την επέμβαση αυτή, ιδιαιτέρως σημαντική.

Aliases (separate with |): Ωτοσκλήρυνση
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL