Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
ωογένεση

Η αναπτυξιακή διαδικασία κατά την οποία σχηματίζεται το ώριμο ανθρώπινο ωάριο (το θηλυκό αναπαραγωγικό κύτταρο). Ο σχηματισμός ξεκινά στη διάρκεια των πρώτων 3 μηνών ζωής του θηλυκού εμβρύου με την ανάπτυξη των ωοθυλακίων. Κάθε ωοθυλάκιο περιέχει ένα ωογόνιο, το οποίο μέσω της διαδικασίας της μίτωσης, μετατρέπεται σε πρωτογενές ωοκύτταρο περιέχοντας 46 χρωμοσώματα. Στη συνέχεια το ωοκύτταρα υπόκειται στην πρώτη μειωτική διαίρεση, από την οποία προκύπτει το δευτερογενές ωοκύτταρο και ένα πολικό σωμάτιο, καθένα από τα οποία περιέχει 22 αυτοσώματα (ο μισός αριθμός χρωμοσωμάτων που υπάρχει στα σωματικά κύτταρα) και ένα Χ φυλετικό χρωμόσωμα. Η επόμενη διαίρεση αναστέλλεται στην πρόφαση, μέχρις ότου το θηλυκό άτομο φτάσει στην εφηβεία. Η δεύτερη μειωτική διαίρεση ξεκινά κατά την ωορρηξία και φτάνει μέχρι τη μετάφαση, όπου η διαίρεση αναστέλλεται ξανά μέχρι τη γονιμοποίηση του ωαρίου. Η δεύτερη μειωτική διαίρεση ολοκληρώνεται κατά τη γονιμοποίηση με το σχηματισμό του ώριμου απλοειδούς ωαρίου και ενός πολικού σωματίου.

Aliases (separate with |): Ωογένεση
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL