Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
ωλέκρανο

Μια μεγάλη απόφυση της ωλένης, η οποία προβάλει πίσω από την άρθρωση του αγκώνα και δημιουργεί την οστέινη προεξοχή του αγκώνα. Στην αντιμετώπιση ενός κατάγματος του ωλέκρανου, είναι σημαντικό να προληφθούν οι συσπάσεις του τρικέφαλου μυός (για να αποφευχθεί ο διαχωρισμός των κατεαγώτων τμημάτων, κρεμώντας το χέρι με επίδεσμο από το λαιμό ή προσδένοντας το χέρι στο πλευρό). Τα θραύσματα μπορεί να απαιτούν σύνδεση με σύρμα.

Aliases (separate with |): Ωλέκρανο
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL