Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
ωαγωγός - σάλπιγγα

Η κυλινδρική δομή που εκτείνεται πλαγίως της πλάγιας γωνίας του πυθμένα της μήτρας και καταλήγει πλησίον της ωοθήκης. Μέσω αυτής γίνεται η μεταφορά του ωαρίου από την ωοθήκη προς τη μήτρα και των σπερματοζωαρίων από την μήτρα προς την ωοθήκη. Κάθε ωαγωγός βρίσκεται στο άνω όριο του πλατέος συνδέσμου της μήτρας.

ΑΝΑΤΟΜΙΑ: Η στενή περιοχή (του ωαγωγού) πλησίον της μήτρας, ο ισθμός, συνεχίζει προς τα εκτός ως μια πλατιά λύκηθος. Η τελευταία διευρύνεται για να σχηματίσει τον τελικό κωδωνόσχημο όργανο του ωαγωγού, στη βάση του οποίου βρίσκεται ένα μικρό άνοιγμα, το κοιλιακό στόμιο του ωαγωγού, μέσω του οποίου το ωάριο εισέρχεται στον ωαγωγό. Κάθε κοιλιακό στόμιο περιβάλλεται από δακτυλιοειδείς αποφύσεις που λέγονται κροσσοί του ωαγωγού και εκτείνονται προς την ωοθήκη. Κάθε ωαγωγός έχει κατά μέσο όρο μήκος 11,4 εκ. και διάμετρο 6 χιλ. Τα τοιχώματά του συνίστανται σε 3 στοιβάδες, τη βλεννογόνο, τη μυϊκή στοιβάδα και τον ορογόνο χιτώνα. Το επιθήλιο του βλεννογόνου αποτελείται από κροσσωτά και μη κροσσωτά κύτταρα. Η μυϊκή στοιβάδα διαθέτει μια εξωτερική κυκλική και μια εσωτερική επιμήκη στοιβάδα μυϊκών κυττάρων. Η δράση των κροσσών και ο περι-σταλτισμός μετακινούν το ωάριο ή το ζυγώτη προς τη μήτρα. Ο ορογόνος χιτώνας είναι συνδετικός ιστός, υποκείμενος του περιτοναίου.

Aliases (separate with |): Ωαγωγός - σάλπιγγα
ωλέκρανο

Μια μεγάλη απόφυση της ωλένης, η οποία προβάλει πίσω από την άρθρωση του αγκώνα και δημιουργεί την οστέινη προεξοχή του αγκώνα. Στην αντιμετώπιση ενός κατάγματος του ωλέκρανου, είναι σημαντικό να προληφθούν οι συσπάσεις του τρικέφαλου μυός (για να αποφευχθεί ο διαχωρισμός των κατεαγώτων τμημάτων, κρεμώντας το χέρι με επίδεσμο από το λαιμό ή προσδένοντας το χέρι στο πλευρό). Τα θραύσματα μπορεί να απαιτούν σύνδεση με σύρμα.

Aliases (separate with |): Ωλέκρανο
ωογένεση

Η αναπτυξιακή διαδικασία κατά την οποία σχηματίζεται το ώριμο ανθρώπινο ωάριο (το θηλυκό αναπαραγωγικό κύτταρο). Ο σχηματισμός ξεκινά στη διάρκεια των πρώτων 3 μηνών ζωής του θηλυκού εμβρύου με την ανάπτυξη των ωοθυλακίων. Κάθε ωοθυλάκιο περιέχει ένα ωογόνιο, το οποίο μέσω της διαδικασίας της μίτωσης, μετατρέπεται σε πρωτογενές ωοκύτταρο περιέχοντας 46 χρωμοσώματα. Στη συνέχεια το ωοκύτταρα υπόκειται στην πρώτη μειωτική διαίρεση, από την οποία προκύπτει το δευτερογενές ωοκύτταρο και ένα πολικό σωμάτιο, καθένα από τα οποία περιέχει 22 αυτοσώματα (ο μισός αριθμός χρωμοσωμάτων που υπάρχει στα σωματικά κύτταρα) και ένα Χ φυλετικό χρωμόσωμα. Η επόμενη διαίρεση αναστέλλεται στην πρόφαση, μέχρις ότου το θηλυκό άτομο φτάσει στην εφηβεία. Η δεύτερη μειωτική διαίρεση ξεκινά κατά την ωορρηξία και φτάνει μέχρι τη μετάφαση, όπου η διαίρεση αναστέλλεται ξανά μέχρι τη γονιμοποίηση του ωαρίου. Η δεύτερη μειωτική διαίρεση ολοκληρώνεται κατά τη γονιμοποίηση με το σχηματισμό του ώριμου απλοειδούς ωαρίου και ενός πολικού σωματίου.

Aliases (separate with |): Ωογένεση
ωοθήκη

Δύο αμυγδαλοειδείς αδένες στο θήλυ, οι οποίοι παράγουν τα αναπαραγωγικά κύτταρα, τα ωάρια, και τρεις ορμόνες: οιστρογόνα, προγεστερόνη και ινχιμπίνη (ανασταλτίνη). Oι ωοθήκες βρίσκονται στον ωοθηκικό βόθρο του Claudius, σε κάθε πλευρά της πυελικής κοιλότητας, προσδεδεμένες με τη μήτρα με τον μητροωοθηκικό σύνδεσμο, και βρίσκονται κοντά στους κροσσούς του ωαγωγού. Κάθε ωοθήκη έχει μήκος 4 cm, πλάτος 2 cm, και βάθος 8 mm, και προσδένεται στον ευρύ σύνδεσμο με το μεσοωοθήκιο και στις πλευρές της πυέλου με τον ανελκτήρα σύνδεσμο. Κατά την εμμηναρχή, η επιφάνεια της ωοθήκης είναι λεία· κατά την εμμηνόπαυση, η ρήξη και η ατροφία των ωοθυλακίων δημιουργεί μεγάλο αριθμό κοιλωμάτων.

Κάθε ωοθήκη αποτελείται από δύο τμήματα. Το εξωτερικό τμήμα (φλοιός) περικλείει έναν κεντρικό μυελό, ο οποίος αποτελείται από ένα στρώμα συνδετικού ιστού που περιέχει νεύρα, αιμοφόρα αγγεία και λεμφαγγεία καθώς και μια μικρή ποσότητα λείου μυϊκού ιστού στην περιοχή της πύλης. O φλοιός αποτελείται κυρίως από ωοθυλάκια σε διάφορα αναπτυξιακά στάδια (πρωτογενή, αυξανόμενα και ώριμα ή γραφιανά). Η επιφάνειά της καλύπτεται από μια μονόστιβη σειρά κυττάρων, το βλαστικό επιθήλιο, κάτω από το οποίο υπάρχει μια στιβάδα πυκνού συνδετικού ιστού, ο ινώδης χιτώνας. Κάθε ένα από τα 400.000 ωοθυλάκια που βρίσκονται στις ωοθήκες κατά τη γέννηση έχει την πιθανότητα να ωριμάσει, αλλά λιγότερα από 600 ωριμάζουν στη διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου μιας γυναίκας (συνήθως ένα ανά κύκλο). Μπορεί να υπάρχουν και άλλες δομές (ωχρό σωμάτιο, λευκάζον σωμάτιο). Η αιμάτωση γίνεται μέσω της ωοθηκικής αρτηρίας, η οποία φτάνει στην ωοθήκη μέσω του κωδωνοπυελικού συνδέσμου.

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ: Η λειτουργική δραστηριότητα της ωοθήκης ελέγχεται πρωταρχικά από γοναδοτροπίνες της υπόφυσης, την ωοθυλακιοτρόπο ορμόνη (FSH) και την ωχρινοτρόπο ορμόνη (LH). Oι δύο λειτουργίες των ωοθηκών είναι η παραγωγή ωαρίων και ορμονών. Oι ορμόνες που παράγονται είναι οιστρογόνα, προγεστερόνη και ινχιμπίνη. Τα οιστρογόνα εκκρίνονται από το αναπτυσσόμενο ωοθυλάκιο και από το ωχρό σωμάτιο, εάν το ωάριο γονιμοποιηθεί. Τα οιστρογόνα διεγείρουν την ανάπτυξη των δευτερογενών χαρακτηριστικών, την αύξηση των μαζικών αδένων και την ανάπτυξη του ενδομητρίου για την πιθανή εμφύτευση ενός γονιμοποιημένου ωαρίου. Η προγεστερόνη εκκρίνεται από το ωχρό σωμάτιο· συμβάλει στην ανάπτυξη του ενδομητρίου και των μαζικών αδένων. Η ινχιμπίνη εκκρίνεται από κύτταρα του ωοθυλακίου και από το ωχρό σωμάτιο· μειώνει την έκκριση της FSH. overbite υπερσύγκλιση· η κάθετη προέκταση των κοπτικών επαρμάτων των άνω οδόντων επί των κοπτικών επαρμάτων των κάτω πρόσθιων οδόντων, όταν οι σιαγώνες συγκλίνουν.

Aliases (separate with |): Ωοθήκη
ωσμωση

Η διέλευση ενός διαλύτη μέσω μια ημιπερατής μεμβράνης, η οποία διαχωρίζει διαλύματα διαφορετικών συγκεντρώσεων. O διαλύτης, συνήθως το νερό, διέρχεται μέσω της μεμβράνης από την περιοχή με τη χαμηλότερη συγκέντρωση διαλυμένης ουσίας προς τη περιοχή με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση διαλυμένης ουσίας, τείνοντας με τον τρόπο αυτό να εξισώσει τις συγκεντρώσεις των δύο διαλυμάτων. O ρυθμός της ώσμωσης εξαρτάται κυρίως από τη διαφορά στις οσμωτικές πιέσεις των διαλυμάτων εκατέρωθεν της μεμβράνης, τη διαπερατότητα της μεμβράνης καθώς και από το ηλεκτρικό δυναμικό κατά μήκος της μεμβράνης και το φορτίο στα τοιχώματα των πόρων της.

Aliases (separate with |): Ώσμωση
ωτοσκλήρυνση

Μια πάθηση που χαρακτηρίζεται από χρόνια προϊούσα κώφωση, ιδίως των χαμηλών τόνων. Προκαλείται από τη δημιουργία σπογγώδους οστού, ιδίως γύρω από την ωοειδή θυρίδα, με αποτέλεσμα αγκύλωση του αναβολέα. Στα όψιμα στάδια της νόσου, μπορεί να συμβεί ατροφία του οργάνου του Corti. Το αίτιο της πάθησης είναι άγνωστο, ενδέχεται όμως να είναι συγγενής. Είναι πιο συχνή στις γυναίκες, και μπορεί να επιδεινωθεί από την εγκυμοσύνη.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Έχουν χρησιμοποιηθεί διάφορες χειρουργικές επεμβάσεις, περιλαμβανομένου της εκτομής του αναβολέα, με σημαντική βελτίωση της ακοής. Στους ασθενείς αυτούς, επειδή τα τρία οστάρια του μέσου ωτός συντήκονται, η μετάδοση του ήχου δεν μπορεί να μεταδοθεί φυσιολογικά στο έσω ους με τις δονήσεις του τυμπανικού υμένα. Τα εξαίρετα αποτελέσματα που επιτυγχάνονται με την αφαίρεση του αναβολέα και την εισαγωγή ενός εμφυτεύματος στη θέση του, ώστε να οστάρια να μπορούν να λειτουργήσουν ξανά φυσιολογικά, καθιστούν την εντόπιση των παιδιών και των ενηλίκων, που επωφελούνται από την επέμβαση αυτή, ιδιαιτέρως σημαντική.

Aliases (separate with |): Ωτοσκλήρυνση
ωτοτοξικότητα

Αποτέλεσμα της επίδρασης τοξικών ουσιών (π.χ. φάρμακα) στα αυτιά. Συνήθως συνίσταται σε εμβοές ή διαταραχές (ελάττωση ή απώλεια) της ακοής.

Aliases (separate with |): Ωτοτοξικότητα
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL