Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
χόνδρος

Ειδικευμένος τύπος πυκνού συνδετικού ιστού, αποτελούμενος από κύτταρα εμφυτευμένα σε θεμέλια εξωκυττάρια ουσία. Η θεμέλια εξωκυττάρια ουσία είναι πυκνή και συμπαγής και μπορεί να αντισταθεί σε σημαντική πίεση ή έκταση. Ο χόνδρος είναι κυανόλευκος ή φαιός και ημιαδιαφανής και δεν διαθέτει ίδια νεύρωση ή αιμάτωση. Τα κύτταρα τοποθετούνται σε κοιλότητες καλούμενες βοθρία (lacunae). Μπορεί να είναι μονήρη ή σε ομάδες των δύο, τριών ή τεσσάρων.

Ο χόνδρος σχηματίζει τμήμα των αρθρώσεων στον ενήλικο σκελετό, όπως μεταξύ των σπονδυλικών σωμάτων και των αρθρικών επιφανειών των οστών. Παρατηρείται επίσης στους πλευρικούς χόνδρους των πλευρών, στο ρινικό διάφραγμα, στο εξωτερικό ους ενώ επενδύει την ευσταχιανή σάλπιγγα, το τοίχωμα του λάρυγγα και την τραχεία και τους βρόγχους. Σχηματίζει το μεγαλύτερο τμήμα του εμβρυϊκού σκελετού, προσφέροντας το πρότυπο πάνω στο οποίο θα αναπτυχθούν τα περισσότερα οστά.

Aliases (separate with |): Χόνδρος
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL