Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
χρωμόσωμα

Ευθύγραμμη αλυσίδα αποτελούμενη από DNA (και συνδεόμενες με αυτό πρωτεΐνες), η οποία φέρει τη γενετική πληροφορία. Τα χρωμοσώματα χρωματίζονται έντονα με βασικές χρωστικές και είναι ιδιαίτερα ευδιάκριτα κατά τη μίτωση. Ο φυσιολογικός διπλοειδής αριθμός χρωμοσωμάτων είναι σταθερός σε κάθε είδος. Για τους ανθρώπους, ο διπλοειδής αριθμός είναι46 (23 ζεύγη σε όλα τα σωματικά κύτταρα). Κατά το σχηματισμό των γαμετών (του ωαρίου και του σπερματοζωαρίου), ο αριθμός μειώνεται στο ήμισυ (απλοειδής αριθμός), δηλαδή κάθε ωάριο και σπερματοζωάριο περιέχει 23 χρωμοσώματα. Από αυτά, τα 22 είναι σωματικά και ένα είναι φυλετικό χρωμόσωμα (Χ ή Υ). Κατά τη γονιμοποίηση, τα χρωμοσώματα του σπερματοζωαρίου ενώνονται με τα χρωμοσώματα του ωαρίου. Το φύλο του εμβρύου καθορίζεται από το σπερματοζωάριο. Το ωάριο συνεισφέρει πάντα ένα Χ χρωμόσωμα. Το σπερματοζωάριο μπορεί να συνεισφέρει ένα Χ ή ένα Υ χρωμόσωμα. Ένα έμβρυο με χρωμοσώματα ΧΧ θα είναι θήλυ. Ένα έμβρυο με χρωμοσώματα ΧΥ θα είναι άρρεν.

Aliases (separate with |): Χρωμόσωμα
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL