Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
χλωριούχο κάλιο

Ηλεκτρολύτης που χορηγείται από το στόμα για την θεραπεία και πρόληψη της ένδειας καλίου, σε ασθενείς που δεν δύνανται να λάβουν με την διατροφή τους επαρκείς ποσότητες καλίου. Χρησιμοποιείται επίσης για την θεραπεία των ουρολοιμώξεων και την πρόληψη των νεφρικών λίθων. Αποτελεί φαρμακευτική ουσία κατά του σχηματισμού ουρόλιθων και συμπλήρωμα ιχνοστοιχείων και ηλεκτρολυτών.

Aliases (separate with |): Χλωριούχο κάλιο
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL