Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
χαλαρή διαστολή ιστών

Μια τεχνική που χρησιμοποιείται στην πλαστική χειρουργική για την διαστολή του δέρματος πριν την εκτομή μιας περιοχής για την επίτευξη ενός περισσότερο αισθητικού κλεισίματος πληγής. Ένα ή περισσότερα διαστελλόμενα μπαλόνια εισάγονται κάτω από το δέρμα. Τα μπαλόνια στην συνέχεια διαστέλλονται αυξάνοντας σταδιακά το ποσό του φυσιολογικού ορού εντός τους. Αυτό πραγματοποιείται σε εβδομαδιαία βάση για όσο χρόνο απαιτείται για να εκταθεί επαρκώς το υπερκείμενο δέρμα. Έπειτα από την ολοκλήρωση της διαστολής, πραγματοποιείται η διαδικασία της πλαστικής χειρουργικής. Έτσι, επιτρέπεται η απομάκρυνση του δέρματος χωρίς να απαιτείται η κάλυψη της περιοχής με μόσχευμα δέρματος.

Aliases (separate with |): Χαλαρή διαστολή ιστών
χαλκός

ΣΥΜΒ.: Cu. Μέταλλο, μικρές ποσότητες του οποίου χρησιμοποιούνται από τον οργανισμό, με ατομικό βάρος 63,54, ατομικό αριθμό 29 και ειδικό βάρος 8,96. Τα άλατά του είναι ερεθιστικά δηλητήρια. Τα συμπτώματα της έλλειψης περιλαμβάνουν αναιμία, αδυναμία, μειωμένη αναπνοή και αύξηση και κακή χρήση του σιδήρου. Βλ.: Παράρτημα Δηλητηρίων και Δηλητηριάσεων.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Το συνολικό περιεχόμενο του οργανισμού σε χαλκό είναι 100 ως 150 mg. Το ποσό το οποίο φυσιολογικά προσλαμβάνεται κάθε ημέρα είναι λιγότερο από 2 mg. Βρίσκεται σε πολλούς φυτικούς και ζωικούς ιστούς. Ο χαλκός είναι σημαντικό συστατικό διαφόρων ενζύμων, περιλαμβανομένων εκείνων της σύνθεσης αιμοσφαιρίνης και της κυτταρικής αναπνοής. Αποθηκεύεται στο ήπαρ και η περίσσειά του απεκκρίνεται στη χολή ή από τους νεφρούς.

Aliases (separate with |): Χαλκός
χαμηλό βάρος γέννησης

Παθολογικά χαμηλό βάρος ενός νεογνού, συνήθως λιγότερο από 2.500 g. Ένα νεογνό βάρους 280 g έχει επιζήσει, αλλά με σωματικά και διανοητικά προβλήματα.

Για να αναγνωριστούν οι μητέρες που διατρέχουν κίνδυνο να γεννήσουν νεογνά LΒW, απαιτείται προσεκτική εκτίμηση. Στους δημογραφικούς παράγοντες αυξημένου κινδύνου περιλαμβάνεται η ηλικία της μητέρας (εφηβεία) και η φυλή, με τις υπόλοιπες φυλές πλην της λευκής να εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο. Οι πρωτοτόκες γυναίκες κάτω των 15 ετών διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο. Η εξέταση του ατομικού ιστορικού της μητέρας συχνά αποκαλύπτει χαμηλό βάρος γέννησης ή χαμηλό βάρος πριν την κύηση, προηγούμενο πρόωρο τοκετό ή αυτόματη αποβολή, γέννηση και άλλων νεογνών με LBW ή έκθεση του εμβρύου σε διαιθυλοστιλβεστρόλη. Πιθανόν να αναφερθεί επίσης κάπνισμα ή κατάχρηση άλλων ουσιών (π.χ. οινοπνεύματος, ναρκωτικών). Αλλοι παράγοντες είναι το ύψος της μητέρας, όταν είναι κάτω από 1,50 m, το βάρος όταν είναι κάτω από το 80% του τυπικού βάρους για το ύψος της μητέρας, διαβήτης με αγγειακές διαταραχές, λοιμώξεις των γεννητικών οργάνων με Chlamydia trachomatis και λοιμώξεις του ουροποιητικού.

Aliases (separate with |): Χαμηλό βάρος γέννησης
χειρισμός του Valsalva

Προσπάθεια βίαιης εκπνοής με κλειστή τη γλωττίδα, τη μύτη και το στόμα. Ο χειρισμός αυτός προκαλεί αυξημένη ενδοθωρακική πίεση, μείωση της καρδιακής συχνότητας, μείωση της φλεβικής επαναφοράς αίματος και αυξημένη φλεβική πίεση. Εφόσον οι ευσταχιανές σάλπιγγες δεν είναι αποφραγμένες, θα αυξηθεί επίσης η πίεση στην τυμπανική μεμβράνη. Όταν ο χειρισμός γίνεται με μόνο τη γλωττίδα κλειστή, θα αυξηθεί μόνο η ενδοθωρακική πίεση. Ο χειρισμός μπορεί να βοηθήσει στη μετατροπή μιας υπερκοιλιακής ταχυκαρδίας σε φλεβοκομβικό ρυθμό ή στο άνοιγμα των έξω ακουστικών πόρων που αποφράχθηκαν κατά τη διάρκεια μιας απότομης κατάβασης από υψόμετρο.

Aliases (separate with |): Χειρισμός του Valsalva
χειρουργική επέμβαση παράκαμψης των στεφανιαίων αρτηριών

Η χειρουργική δημιουργία παράκαμψης, η οποία επιτρέπει στο αίμα να μετακινηθεί από την αορτή ή την έσω μαστική αρτηρία σε κλάδο της στεφανιαίας αρτηρίας σε σημείο μετά από μία απόφραξη. Χρησιμοποιείται στην αντιμετώπιση της στεφανιαίας νόσου.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προεγχειρητική: Εξηγείται η χειρουργική επέμβαση, ο εξοπλισμός και οι διαδικασίες που ακολουθούνται στην μεταναισθητική μονάδα και στη μονάδα εντατικής παρακολούθησης. Εάν είναι δυνατό, προγραμματίζεται ξενάγηση του ασθενούς στις εγκαταστάσεις. Ο νοσηλευτής βοηθά στην εισαγωγή αρτηριακών και κεντρικών καθετήρων και ξεκινά την παρακολούθηση της καρδιάς όταν ο ασθενής εισάγεται στο χειρουργικό θάλαμο.

Μετεγχειρητική: Αρχικά, μετά τη χειρουργική επέμβαση, ο ασθενής θα φέρει ενδοτραχειακή διασωλήνωση. Θα αερίζεται μηχανικώς και θα είναι συνδεδεμένος με συσκευή καρδιακής παρακολούθησης. Θα φέρει ρινογαστρικό σωλήνα, σωλήνα και σύστημα παροχέτευσης στο θώρακα, έναν μόνιμο ουροκαθετήρα, αρτηριακές και φλεβικές γραμμές, επικαρδιακά σύρματα βηματοδότησης και καθετήρα της πνευμονικής αρτηρίας.

Παρακολουθούνται σημεία αιμοδυναμικής καταστολής, όπως βαριά υπόταση, ελαττωμένη καρδιακή παροχή και καταπληξία, ενώ λαμβάνονται και καταγράφονται τα ζωτικά σημεία, σύμφωνα με το πρωτόκολλο, έως ότου σταθεροποιηθεί ο ασθενής. Παρακολουθούνται διαταραχές στην καρδιακή συχνότητα, ή ρυθμό, ενώ καταγράφονται και αναφέρονται οποιεσδήποτε ανωμαλίες. Γίνονται οι κατάλληλες προετοιμασίες για την έναρξη, ή υποβοήθηση της επικαρδιακής βηματοδότησης, καρδιομετατροπής, ή απινίδωσης ως χρήζει. Παρακολουθούνται οι πιέσεις της πνευμονικής αρτηρίας, η κεντρική φλεβική πίεση, και η αριστερή αρτηριακή πίεση διατηρείται εντός των προδιαγεγραμμένων οδηγιών (συνήθως μεταξύ των 110 και 70 mmHg). Εξετάζονται συχνά οι περιφερικοί σφυγμοί, ο χρόνος επαναπλήρωσης των τριχοειδών και η θερμοκρασία και το χρώμα του δέρματος. Ακροάται ο θώρακας για μεταβολές των καρδιακών τόνων, ή πνευμονικής συμφόρησης. Καταγράφονται και αναφέρονται στον χειρουργό οποιεσδήποτε ανωμαλίες. Παρακολουθείται η οξυγόνωση των ιστών, εξετάζοντας τους αναπνευστικούς ήχους, τις αναπνευστικές κινήσεις του θώρακος, τη συμμετρία της διάτασης του θώρακος και τις τιμές του παλμικού οξυμέτρου και των αερίων του αρτηριακού αίματος (ABG). Προσαρμόζονται ανάλογα οι ρυθμίσεις του αερισμού. Εξετάζεται η πρόσληψη και η αποβολή υγρών καθώς και τα επίπεδα ηλεκτρολυτών για πιθανές διαταραχές. Διατηρείται η παροχέτευση του θώρακα στην ενδεδειγμένη αρνητική πίεση (συνήθως μεταξύ -10 ως -4θ cm H2O) και ελέγχονται οι σωλήνες στον θώρακα για τη βατότητα τους. Ο ασθενής εξετάζεται για αιμορραγία, υπέρμετρη παροχέτευση (>200 ml/hr) και ξαφνική ελάττωση ή παύση της παροχέτευσης. Χορηγούνται τα ενδεδειγμένα αναλγητικά και άλλα φάρμακα.

Καθ όλη την περίοδο ανάνηψης, ο ασθενής εξετάζεται για ενδείξεις αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, πνευμονικής εμβολής και ελαττωμένης νεφρικής αιμάτωσης. Αφ ότου ο ασθενής απεξαρτηθεί από τη συσκευή αερισμού και αποσωληνωθεί, αρχίζει φυσιοθεραπεία θώρακα και ασκήσεις αναπνευστικής γυμναστικής με μέτρηση της αναπνοής, ο ασθενής ενθαρρύνεται να αναπνέει βαθιά και να βήχει ενώ υποβοηθάται να αλλάζει συχνά θέση. Παρέχεται επίσης βοήθεια σε ασκήσεις εύρους κίνησης καθώς και σε ασκήσεις ενεργητικής κίνησης των ποδιών και ενδυνάμωσης των γλουτιαίων και τετρακεφάλων.

Πριν από το εξιτήριο, ο ασθενής καθοδηγείται να αναφέρει οποιαδήποτε σημάδια λοίμωξης (δηλ., πυρετό, πονόλαιμο, ερυθρότητα, πρήξιμο ή εκκρίσεις από τις τομές στο πόδι ή το στήθος), ή καρδιακές επιπλοκές (δηλ., στηθάγχη, ζάλη, ταχύ ή ακανόνιστο σφυγμό, ή αυξημένη εξάντληση, ή παρατεταμένη περίοδο ανάνηψης μετά από κάποια δραστηριότητα ή φυσική άσκηση). Μετά από εγχείρηση ανοικτής καρδιάς, αναπτύσσεται συχνά το σύνδρομο μετακαρδιοτομής, χαρακτηριζόμενο από πυρετό, πόνο στους μυς και στις αρθρώσεις, αδυναμία, ή δυσφορία στο στήθος. Μπορεί επίσης να εκδηλωθεί μετεγχειρητική κατάθλιψη ως και εβδομάδες μετά το εξιτήριο. Τόσο ο ασθενής όσο και η οικογένειά του καθησυχάζονται ότι αυτό είναι φυσιολογικό και συνήθως παρέρχεται γρήγορα. Ο ασθενής συμβουλεύεται να παρακολουθεί οποιουσδήποτε περιορισμούς σχετικά με το κάπνισμα, το νάτριο, τη χοληστερόλη, τα λίπη και τις θερμίδες, γεγονός το οποίο μπορεί να βοηθήσει στη μείωση του κινδύνου υποτροπής της αρτηριακής απόφραξης. Ο ασθενής πρέπει να διατηρεί μια ισορροπία μεταξύ της δραστηριότητας και της ανάπαυσης και πρέπει να προγραμματίζει μια μικρή περίοδο απογευματινής ανάπαυσης και ύπνο 8 ωρών τη νύκτα. Οποιαδήποτε κουραστική δραστηριότητα πρέπει να ακολουθείται από συχνή ανάπαυση. Συνιστάται η συμμετοχή σε ενδεικνυόμενες ασκήσεις καρδιακής αποκατάστασης και ενισχύονται οποιοιδήποτε περιορισμοί των δραστηριοτήτων (αποφυγή ανασήκωσης βαρέων αντικειμένων, οδήγηση ή εντατική εργασία έως ότου δοθεί ειδική άδεια). Προσφέρεται ο κατάλληλος εφησυχασμός ως προς τη δυνατότητα του ασθενούς να ανέβει σκάλες, να έχει σεξουαλική δραστηριότητα, να πλένεται ή να κάνει ελαφρές εργασίες στο σπίτι. Ο ασθενής παραπέμπεται σε τοπικές ομάδες πληροφόρησης και υποστήριξης, ή οργανισμούς όπως η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία.

Aliases (separate with |): Χειρουργική επέμβαση παράκαμψης των στεφανιαίων αρτηριών
χημειοθεραπεία

Φαρμακευτική θεραπεία, η οποία χρησιμοποιείται πχ., στη θεραπεία λοιμώξεων, καρκίνων και άλλων νόσων ή παθήσεων.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι θεραπευτικοί παράγοντες οι οποίοι χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του καρκίνου είναι δηλητήρια και ενέχουν κινδύνους σε εκείνους που τους χειρίζονται και πρωταρχικά στους φαρμακοποιούς και στους νοσηλευτές. Συνήθως μόνο οι ογκολόγοι οι οποίοι είναι ειδικά εκπαιδευμένοι στη χορήγηση χημειοθεραπείας πρέπει να αναλαμβάνουν αυτό το καθήκον. Ο πιο σημαντικός παράγοντας ελάττωσης της έκθεσης, είναι η χρήση κατάλληλης προστασίας κατά την προετοιμασία και χορήγηση αυτών των παραγόντων. Μετά από το πλύσιμο των χεριών, ο ιατρός φορά κατάλληλη ενδυμασία. Ο προστατευτικός ρουχισμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί, όταν τα φάρμακα παρασκευάζονται στον ειδικό θάλαμο, αλλά συνήθως μόνο χειρουργικά γάντια χωρίς ταλκ, ή γάντια χημειοθεραπείας άνευ ελαστικού χρησιμοποιούνται κατά τις περισσότερες χορηγήσεις. Στη συνέχεια, ο υπεύθυνος συγκεντρώνει τον εξοπλισμό για τη χορήγηση των φαρμάκων, περιλαμβανομένου διαλύματος φυσιολογικού ορού, ή διαλύματος γλυκόζης 5% (πρέπει να χρησιμοποιηθεί το ίδιο διάλυμα τόσο κατά την έναρξη όσο και κατά την ανάμιξη), ενδοφλέβιων γραμμών, των φαρμάκων, μάκτρων αιθανόλης, στείρας γάζας, καθώς και όλο τον απαραίτητο εξοπλισμό για την εγκατάσταση ενδοφλέβιας γραμμής και απορροφητικά επιθέματα υποστηριζόμενα από πλαστικό. Συχνά οι ασθενείς μπορούν να σιτίζονται ή να πίνουν κατά τη χορήγηση χημειοθεραπείας. Τα φάρμακα πρέπει να χορηγούνται σε ήρεμο περιβάλλον, και όλα τα απορρίμματα της χημειοθεραπείας και ο εξοπλισμός πρέπει να απορρίπτονται σε ενδεδειγμένους κάδους απορριμμάτων. Οι φροντιστές πρέπει να ακολουθούν τις οδηγίες OHSA κατά τον καθαρισμό διαρροών των φαρμάκων. Πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμα και να χρησιμοποιούνται σύνεργα καθαρισμού διαρροών και οι περιοχές στις οποίες συνέβη διαρροή να καθαριστούν τρεις φορές χρησιμοποιώντας νερό και σαπούνι (για το δέρμα) ή απορρυπαντικό ακολουθούμενο από καθαρό νερό (για άλλες επιφάνειες). Η έκθεση θέτει επιπρόσθετους κινδύνους στην αναπαραγωγική υγεία των γυναικών, περιλαμβανομένων έκτοπης εγκυμοσύνης, αυτόματων αποβολών και εμβρυικών ανωμαλιών.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι αντινεοπλασματικοί παράγοντες φονεύουν τα καρκινικά κύτταρα, αλλά φονεύουν επίσης ή τραυματίζουν και φυσιολογικά κύτταρα, θέτοντας σε κίνδυνο την άνεση και ασφάλεια του ασθενούς. Μια συνήθης και δυνητικά σοβαρή παρενέργεια είναι η καταστολή του μυελού των οστών.Η χημειοθεραπεία μπορεί να ελαττώσει τους αριθμούς των λευκοκυττάρων, ερυθροκυττάρων και αιμοπεταλίων στην περιφέρεια. Η λευκοπενία αυξάνει τον κίνδυνο του ασθενούς για λοιμώξεις, ιδιαίτερα εάν οι αριθμοί κοκκιοκυττάρων κατέλθουν κάτω από 1000/ mm3. Παρέχονται πληροφορίες στον ασθενή σχετικά με την προσωπική υγιεινή και για τις θέσεις δυνητικής μόλυνσης και διδάσκεται να αναγνωρίζει σημάδια και συμπτώματα, όπως ο πυρετός, ο βήχας, ο πονόλαιμος ή η αίσθηση καύσου κατά τη διούρηση. Επισημαίνεται στον ασθενή να αποφεύγει τα πλήθη και άτομα με κρυολογήματα ή γρίπη. Χορηγείται filgrastim (Neupogen) ως ενδείκνυται, προκειμένου να διεγείρει τον πολλαπλασιασμό και τη διαφοροποίηση αιμοποιητικών κυττάρων, ιδιαίτερα των ουδετεροφίλων. Η θρομβοκυτταροπενία (παθολογικά χαμηλές τιμές αιμοπεταλίων) αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγίας του ασθενούς, όταν ο αριθμός των αιμοπεταλίων πέσει κάτω από 50000/ mm3, ενώ ο κίνδυνος είναι μέγιστος όταν ο αριθμός αιμοπεταλίων πέσει κάτω από 20000/ mm3. Ο ασθενής εξετάζεται και διδάσκεται να παρακολουθεί για αιμορραγία στα ούλα, αυξημένη τάση για μώλωπες ή πετέχειες, υπερεμμηνόρροια, μαύρα σαν πίσσα κόπρανα αιματουρία, και καστανόχρωμη έμεση. Ο ασθενής πρέπει να συμβουλευθεί να αποφεύγει τα κοψίματα και τους μώλωπες και να χρησιμοποιεί μαλακή οδοντόβουρτσα και ηλεκτρική μηχανή ξυρίσματος. Ο ασθενής πρέπει να αναφέρει αιφνίδιους πονοκεφάλους, οι οποίοι μπορεί να υποδεικνύουν ενδοκρανιακή αιμορραγία. Πρέπει να χρησιμοποιεί μαλακτικό κοπράνων ως ενδείκνυται, προκειμένου να αποφευχθεί ο ερεθισμός του εντέρου και η αιμορραγία. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, αναπτύσσεται σταδιακά αναιμία, επομένως, η αιμοσφαιρίνη, ο αιματοκρίτης και ο αριθμός των ερυθρών αιμοσφαιρίων του ασθενούς, παρακολουθούνται. Η αφυδάτωση μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς φυσιολογικό αιματοκρίτη, ο οποίος ακολούθως ελαττώνεται καθώς ο ασθενής ενυδατώνεται. Ο ασθενής ελέγχεται για, και διδάσκεται να αναφέρει οποιαδήποτε ζάλη, εξάντληση, ωχρότητα, ή δυσκολία αναπνοής με ελάχιστη άσκηση. Πρέπει να αναπαύεται συχνότερα, να αυξήσει τη διαιτητική πρόσληψη τροφών πλούσιων σε σίδηρο και να λαμβάνει πολυβιταμινούχα σκευάσματα με σίδηρο, ως ενδείκνυται. Χορηγούνται αυξητικοί παράγοντες ή παράγοντες διέγερσης αποικιών ως ενδείκνυνται, και μεταγγίζεται ολόκληρο αίμα ή συμπυκνωμένα κύτταρα ως ενδείκνυται για έναν συμπτωματικό ασθενή.

Τα αντινεοπλασματικά επιτίθενται στα καρκινικά κύτταρα, διότι τα τελευταία πολλαπλασιάζονται γρήγορα. Για τον ίδιο λόγο, καταστρέφουν επίσης φυσιολογικά κύτταρα τα οποία διαιρούνται γρήγορα. Ενώ η επιθηλιακή βλάβη μπορεί να επηρεάσει οποιονδήποτε βλεννογόνο, η πλέον κοινή θέση βλάβης είναι ο στοματικός βλεννογόνος. Η στοματίτιδα αποτελεί παροδικό μεν, αλλά καταστροφικό φαινόμενο, το οποίο μπορεί να παρεμποδίσει τη θρέψη και την πόση. Μπορεί να κυμαίνεται από ήπια και μόλις διακριτή έως βαριά και επιφέρουσα τον υποσιτισμό. Εφαρμόζεται και διδάσκεται στον ασθενή η προληπτική στοματική φροντίδα ώστε να παράσχει ανακούφιση και ελάττωση της έντασης του στοματικού πόνου. Παρέχεται επίσης θεραπευτική στοματική φροντίδα, περιλαμβανομένων τοπικών αντιβιοτικών εάν ενδείκνυνται. Ο ασθενής μπορεί να παρουσιάσει ναυτία και εμέτους, λόγω ερεθισμού του γαστρικού βλεννογόνου (από του στόματος χημειοθεραπευτικά φάρμακα), χημικό ερεθισμό του κεντρικού νευρικού συστήματος (παρεντερική χημειοθεραπεία), ή ψυχογενείς εκδηλώσεις λόγω από αισθηματικών διαταραχών, υποψιών, ή άγχους. Η ναυτία και έμεση που επάγονται από τη χημειοθεραπεία αποτελούν κύριο μέλημα, διότι μπορούν να προκαλέσουν διαταραχή υγρών και ηλεκτρολυτών, ασυμβατότητα με το θεραπευτικό σχήμα και εκδορές στην γαστροοισοφαγική συμβολή, οι οποίες οδηγούν σε μαζική αιμορραγία (σύνδρομο Mallory-Weiss), ρήξη των τραυμάτων και παθολογικά κατάγματα. Ελαττώνει επίσης την ποιότητα ζωής του ασθενούς, παρεμβαίνοντας στην ικανότητα και το κίνητρο του να αναλάβει ενεργό ρόλο στη φροντίδα του/της. Αυτές οι επιπλοκές αξιολογούνται και προλαμβάνονται όσο είναι δυνατό. Ο χημικός ερεθισμός ελέγχεται χορηγώντας ενδεικνυόμενους συνδυασμούς αντιεμετικών τα οποία λειτουργούν μέσω διαφορετικών μηχανισμών, όπως ανταγωνιστές σεροτονίνης, προχλωρπεραζίνη, διφαινυδραμίνη, δροπεριδόλη και δροναβινόλη. Παρακολουθούνται σημεία και συμπτώματα εισ-ρόφησης, επειδή τα περισσότερα αντιεμετικά είναι καταπραϋντικά. Οι ψυχογενείς εκδηλώσεις μπορούν να ανακουφισθούν χρησιμοποιώντας τεχνικές χαλάρωσης προκειμένου να ελαττωθούν τα αισθήματα απομόνωσης και άγχους πριν και κατά τη διάρκεια κάθε θεραπείας. Ενθαρρύνεται ο ασθενής να εκφράζει τα αισθήματα άγχους και να ακούει μουσική, να ασχοληθεί με τεχνικές χαλάρωσης, διαλογισμό ή αυτοΰπνωση ώστε να βοηθήσει στην προώθηση αισθήματος ευεξίας και μιας αίσθησης ελέγχου.

Η απώλεια των μαλλιών είναι μια απογοητευτική παρενέργεια για τον ασθενή, ιδιαίτερα όταν η εικόνα την οποία έχει για το σώμα του ή ο αυτοσεβασμός του συνδέεται στενά με τον ευπρεπισμό ή την εμφάνισή του/της. Ο ασθενής πληροφορείται ότι η απώλεια των μαλλιών είναι συνήθως σταδιακή, επηρεάζει τόσο τους άνδρες όσο και τις γυναίκες και μπορεί να είναι μερική ή πλήρης. Καθησυχάζεται, εάν η αλωπεκία είναι αναστρέψιμη μετά το πέρας της θεραπείας.

Η εξαγγείωση της χημειοθεραπείας μπορεί να προκαλέσει νέκρωση ιστών και για το λόγο αυτό, ο ασθενής διδάσκεται να αναφέρει αμέσως οποιονδήποτε πόνο, τσίμπημα, καύσο, πρήξιμο ή ερύθημα στη θέση της ένεσης. Η εξαγγείωση πρέπει να διαφοροποιηθεί από τον ερεθισμό των αγγείων ή την αντίδραση ερυθήματος. Ο φλεβικός ερεθισμός γίνεται αισθητός ως πόνος ή σφίξιμο κατά μήκος του αιμοφόρου αγγείου, και η φλέβα καθ' όλο το μήκος της μπορεί να γίνει ερυθρωπή ή να σκουρύνει συνοδευόμενη από οίδημα. Στην αντίδραση ερυθήματος, ο κνησμός είναι το μείζον αίσθημα δυσφορίας. Το ερύθημα παρατηρείται κατά στίγματα κατά μήκος του αγγείου, μπορεί να ομοιάζει με κνίδωση και υποχωρεί εντός 30 λεπτών. Επιστροφή αίματος από τον ενδοφλέβιο σωλήνα μπορεί συνήθως να ληφθεί τόσο με ερεθισμό όσο και με αντίδραση ερυθήματος. Προκειμένου να βοηθηθεί η πρόληψη εξαγγείωσης, τα περιφερικά χορηγούμενα τοξικά φλυκταινογόνα φάρμακα χορηγούνται σε μικρές ποσότητες μέσω ενδοφλέβιας προώθησης από πλευρική θύρα της κύριας ενδοφλέβιας μονάδας. Εάν υποπτευόμαστε εξαγγείωση, η έγχυση διακόπτεται και αναρροφάται οποιοδήποτε φάρμακο. Ανασηκώνεται το άκρο και εφαρμόζονται ψυχρά επιθέματα, εκτός από την περίπτωση των αλκαλοειδών της Vinca, για τα οποία συνιστάται θερμότητα. Ανάλογα με το πρωτόκολλο της υπηρεσίας, ενημερώνεται ο ογκολόγος και εάν υπάρχει ειδικό αντίδοτο για το φάρμακο, χορηγείται ως ενδείκνυται. Η κύρια ενδοφλέβια γραμμή παρέχει απευθείας πρόσβαση στον ασθενή εάν προκύψει κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια. Μπορούν επίσης να χορηγηθούν γρήγορα άλλα φάρμακα ώστε να αντισταθμιστούν οι παρενέργειες.

Aliases (separate with |): Χημειοθεραπεία
χλωριούχο αιθύλιο

C2H5Cl. Πτητικό αναισθητικό υγρό που χρησιμοποιείται τοπικά. Όταν ψεκάζεται στο δέρμα εξατμίζεται τόσο γρήγορα που το δέρμα ψύχεται αμέσως.

ΧΡΗΣΕΙΣ: Το χλωριούχο αιθύλιο χρησιμοποιείται ως τοπικό αναισθητικό σε μικροεπεμβάσεις. Χρησιμοποιείται μόνο για πολύ σύντομες χρονικές περιόδους.

Aliases (separate with |): Χλωριούχο αιθύλιο
χλωριούχο κάλιο

Ηλεκτρολύτης που χορηγείται από το στόμα για την θεραπεία και πρόληψη της ένδειας καλίου, σε ασθενείς που δεν δύνανται να λάβουν με την διατροφή τους επαρκείς ποσότητες καλίου. Χρησιμοποιείται επίσης για την θεραπεία των ουρολοιμώξεων και την πρόληψη των νεφρικών λίθων. Αποτελεί φαρμακευτική ουσία κατά του σχηματισμού ουρόλιθων και συμπλήρωμα ιχνοστοιχείων και ηλεκτρολυτών.

Aliases (separate with |): Χλωριούχο κάλιο
χολέρα

Οξεία λοίμωξη η οποία περιλαμβάνει ολόκληρο το λεπτό έντερο, χαρακτηριζόμενη από ακατάσχετη, υδαρή, εκκριτική διάρροια. Χωρίς θεραπεία, η έντονη απώλεια υγρών και ηλεκτρολυτών μπορεί να προκαλέσει αφυδάτωση και κυκλοφορική κατάρρευση. Η περίοδος επώασης κυμαίνεται μεταξύ λίγων ωρών έως 4 με 5 ημερών. Η χολέρα ενδημεί στην Ινδία, σε περιοχές της Ασίας και στην υποσαχάρια Αφρική.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ο αιτιολογικός οργανισμός, Vibrio cholerae, είναι βραχύς, κεκαμμένος, κινητός αρνητικός κατά Gram βάκιλος. Έχουν ταυτοποιηθεί δύο ορότυποι, ο 01 και ο 0139 (της Βεγγάλης). Τα βακτήρια δεν εισβάλλουν στο εντερικό τοίχωμα, αλλά παράγουν μια ισχυρή εντεροτοξίνη η οποία προκαλεί αυξημένη έκκριση χλωριούχων, διττανθρακικών και ύδατος στο λεπτό έντερο, η οποία υπερνικά την ικανότητα του παχέος εντέρου να επαναρροφά. Μεταδίδεται μέσω του νερού και τροφής μολυσμένης με τα εκκρίματα μολυσμένων ατόμων.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Το 80% περίπου των ασθενών παρουσιάζουν ήπια νόσο χαρακτηριζόμενη από διάρροια και αδυναμία. Οι οξείες προσβολές χαρακτηρίζονται από μαζική διάρροια όμοια με ρυζόνερο, έμεση και μυικές κράμπες. Χωρίς θεραπεία αναπτύσσεται έντονη αφυδάτωση, χαρακτηριζόμενη από απώλεια της σπαργής του δέρματος, ζάλη, αυξημένο καρδιακό ρυθμό και αναπνοές, ελαττωμένη παραγωγή ούρων και τελικά κυκλοφοριακή κατάρρευση και υποογκοαιμική καταπληξία. Η υπογλυκαιμία μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα στα πολύ μικρά παιδιά.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η χρήση από του στόματος διαλυμάτων για να αντικατασταθούν οι απώλειες ύδατος, νατρίου, χλωριούχων και διτταν-θρακικών έχει ελαττώσει τις συχνότητες θανάτων από τη χολέρα, προλαμβάνοντας το θάνατο, λόγω της αφυδάτωσης. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί εμπορικό ή εμπειρικό διάλυμα επα-νενυδάτωσης από του στόματος, ή διάλυμα παρασκευασμένο προσθέτωντας μια κουταλιά του γλυκού αλάτι και μια μεγάλη κουταλιά ζάχαρης σε 1 λίτρο ύδατος. Οι ασθενείς πρέπει να αντικαταστήσουν το 5 ως 7% του σωματικού τους βάρους (π.χ., ένα παιδί βάρους 20 κιλών πρέπει να λαμβάνει 1 ως 1,4 λίτρα υγρού ημερησίως). Απαιτείται εισαγωγή στο νοσοκομείο και ενδοφλέβια αντικατάσταση των υγρών εάν ο ασθενής είναι ήδη αφυδατωμένος. Τα αντιβιοτικά τύπου κινολόνης ελαττώνουν τη διάρκεια και βαρύτητα της νόσου.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Το εμβόλιο κατά της χολέρας είναι σχετικά αναποτελεσματικό. Οι ταξιδιώτες σε αναπτυσσόμενες χώρες δεν πρέπει να πίνουν νερό που δεν έχει βράσει ή να προσθέτουν πάγο στα αναψυκτικά και δεν πρέπει να καταναλώνουν ωμά ή μερικώς μαγειρεμένα όστρακα, αμαγεί-ρευτα λαχανικά, ή φρούτα τα οποία δεν έχουν ξεφλουδίσει οι ίδιοι. Δεν πρέπει να υποθέτουν ότι το εμφιαλωμένο νερό είναι ασφαλές και θα πρέπει να κολυμπούν μόνο σε χλωριωμένες πισίνες.

Aliases (separate with |): Χολέρα
χολή

Παχύ, γλοιώδες και πικρό υγρό, το οποίο εκκρίνεται από το ήπαρ. Διέρχεται διαμέσου του ηπατικού πόρου στον κυστικό πόρο της χοληδόχου κύστης και διαμέσου του κοινού χοληδόχου πόρου στο δωδεκαδάκτυλο. Η χολή του ήπατος έχει αχυρένιο χρώμα, ενώ αυτό της χοληδόχου κύστης κυμαίνεται από κίτρινο ως καφέ ή πράσινο. Η χολή αποθηκεύεται στη χοληδόχο κύστη, όπου και συμπυκνώνεται και στη συνέχεια απεκκρίνεται στο δωδεκαδάκτυλο, κατά την άφιξη του λιπώδους χυλού από τον στόμαχο. Η σύσπαση της χοληδόχου κύστης προκαλείται από τη χολοκυστοκινίνη- παγκρεοζυμίνη, μια ορμόνη που παράγεται από τον δωδεκαδάκτυλο. Η έκκρισή της διεγείρεται από την είσοδο των λιπαρών οξέων στον δωδεκαδάκτυλο. Η προσθήκη νερού μειώνει την επιφανειακή τάση της χολής, σχηματίζοντας ένα αφρώδες διάλυμα και εξυπηρετώντας έτσι την γαλακτωματοποίηση των λιπών και ελαίων. Αυτή η δράση οφείλεται στα χολικά άλατα, κυρίως στο γλυκοχολικό και στο ταυροχολικό άλας.

ΣΥΣΤΑΣΗ: Οι χρωστικές της χολής (κυρίως χολερυθρίνη και χολοπρασίνη) είναι υπεύθυνες για την ποικιλία των παρατηρούμενων χρωμάτων. Επιπλέον, η χολή περιέχει χοληστερόλη, λεκιθίνη, βλεννίνη και άλλες οργανικές και ανόργανες ουσίες.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Η λειτουργία της χολής στην πέψη είναι η γαλακτωματοποίηση των λιπών, η οποία διευκολύνει την πέψη τους στο λεπτό έντερο, μέσω της παγκρεατικής λιπάσης. Η χολή διεγείρει επίσης την περισταλτικότητα. Φυσιολογικά, η έκκριση της χολής λαμβάνει χώρα μόνο κατά τη δωδεκαδακτυλική πέψη. Η χολή είναι και αντισηπτική και καθαρτική. Σε ένα φυσιολογικό ενήλικα εκκρίνονται περίπου 800-1000 ml/24ωρο. Βλ.: gallbladder.

ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ: Η παρεμπόδιση της ροής της χολής προκαλεί ίκτερο και την εμφάνιση λιπών στα κόπρανα. Σε αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να περιορίζονται τα λίπη στις τροφές. Η περιορισμένη ροή της χολής μπορεί να προκαλέσει επίσης τη δημιουργία χολόλιθων στη χοληδόχο κύστη. Βλ.: jaundice.

Aliases (separate with |): Χολή
χοληδόχος κύστη

Απιοειδής ασκός στην κάτω επιφάνεια του δεξιού ηπατικού λοβού που αποθηκεύει τη χολή που προέρχεται από το ήπαρ. Εντός της χοληδόχου κύστης, η χολή συμπυκνώνεται με απομάκρυνση ύδατος. Καθημερινά εκκρίνονται 500 έως 600 ml χολής, εκ των οποίων το 82% περίπου είναι νερό. Η χολή στη συνέχεια αποβάλλεται μέσω του κυστικού πόρου, ο οποίος έχει μήκος 3 έως 4 in (7,6 έως 10,2 cm). Ο κυστικός πόρος, με διάμετρο περίπου 0,25 in (6 mm), συνενώνεται με τον ηπατικό πόρο για να σχηματίσουν τον χοληδόχο πόρο, ο οποίος εκβάλλει στο δωδεκαδάκτυλο, στο φύμα του Vater.

Aliases (separate with |): Χοληδόχος κύστη
χολοκυστεκτομή

Αφαίρεση της χοληδόχου κύστης με λαπαροσκοπική ή ανοικτή χειρουργική επέμβαση. Η διαδικασία πραγματοποιείται στην περίπτωση συμπτωματικής χολολιθίασης. Μόνο στις ΗΠΑ, πραγματοποιούνται περισσότερες από μισό εκατομμύριο επεμβάσεις ετησίως, αλλά ορισμένα νοσοκομεία, έχουν αναφέρει αύξηση αυτού του αριθμού κατά 20% μετά την εισαγωγή της λαπαροσκοπικής χειρουργικής. Οι χειρουργικές επιπλοκές, περιλαμβανομένων των χειρουργικών λοιμώξεων, ανεπιθύμητων επιδράσεων στα αναισθητικά και τραυματισμών του ήπατος, της χοληδόχου κύστης ή γειτονικών οργάνων συμβαίνουν στο 5% περίπου των περιπτώσεων.

Η οξεία, η χρόνια, η μη χολολιθιασική χολοκυστίτιδα (δηλ. η χολική φλεγμονή η οποία δεν προκαλείται από χολόλιθους), επαναλαμβανόμενα επεισόδια κολικού της χολής, χολική δυσκινησία, η χολολιθιασική παγκρεατίτιδα και περιστασιακά η χολαγγειΐτιδα αποτελούν ένδειξη για επέμβαση. Συνήθως, η χοληδόχος κύστη δεν χρειάζεται να αφαιρεθεί στην περίπτωση της ασυμπτωματικής χολολιθίασης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προεγχειρητικά: Πληροφορείται ο ασθενής σχετικά με τη διαδικασία, περιλαμβανομένης της ανάγκης για παροχέτευση, καθετήρα, ρινογαστρικού σωλήνα, κλπ.

Μετεγχειρητικά: Παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία και επιθεωρούνται οι επίδεσμοι. Ελέγχεται ο ασθενής για πόνο και ως προς τη γαστρεντερική και ουροποιητική λειτουργία. Χορηγούνται αναλγητικά και αντιεμετικά ως ενδείκνυται. Παρακολουθείται η ισορροπία υγρών και ηλεκτρολυτών και χορηγείται η ενδεικνυόμενη θεραπεία αποκατάστασης. Εξετάζεται η αναπνευστική λειτουργία, και προτρέπεται ο ασθενής να αναπνέει βαθιά και να πραγματοποιεί αναπνευστική γυμναστική ως ενδείκνυται. Υποβοηθείται ο ασθενής κατά τη βάδιση καθώς και στο να προστατεύει την κοιλιά όταν βήχει. Αξιολογείται η περιφερειακή κυκλοφορία και προάγεται η φλεβική επιστροφή με ασκήσεις των ποδιών και ελαστικές κάλτσες ή πνευματικά καλσόν ως ενδείκνυται.

Εάν χρησιμοποιηθεί λαπαροσκοπική προσέγγιση, μπορεί να δοθεί εξιτήριο στον ασθενή την ίδια ή την επόμενη ημέρα από την επέμβαση. Προσφέρονται αποκλειστικά υγρά μετά την ανάνηψη από τη γενική αναισθησία και ο ασθενής λαμβάνει εκ νέου φυσιολογική δίαιτα εντός ολίγων ημερών. Εάν χρησιμοποιηθεί ανοικτή τομή, ο ασθενής τοποθετείται σε άνετη θέση. Εάν χρησιμοποιείται ρινογαστρικός σωλήνας, συνδέεται με ήπια διαλείπουσα αναρρόφηση. Καταχωρείται ο όγκος και τα χαρακτηριστικά των παροχετεύσεων από το ρινογαστρικό σωλήνα και από την κοιλιά. Παρέχεται δερματική φροντίδα και οι απαραίτητοι επίδεσμοι γύρω από τις θέσεις παροχέτευσης.

Όταν επιστρέψει ο περισταλτισμός των εντέρων, ο ρινογαστρικός σωλήνας, εφόσον χρησιμοποιείται, αφαιρείται όπως υποδεικνύεται. Ξεκινά η από του στόματος σίτιση, αρχικά μόνο με υγρά. Ο σωλήνας T μπορεί να κλείνει πριν και μετά από κάθε γεύμα ώστε να επιτρέψει στην περίσσεια χολής να απάγεται στο έντερο. Αναφέρονται σημάδια και συμπτώματα συνδρόμου μετά χολοκυστεκτομής (π.χ., πυρετός, κοιλιακός πόνος και ίκτερος) και άλλες επιπλοκές που αφορούν σε παρεμπόδιση της παροχέτευσης χολής. Συλλέγονται δείγματα ούρων και κοπράνων με στόχο την ανάλυση του περιεχομένου σε χολή εάν προκύψουν τέτοιες επιπλοκές.

Η καθοδήγηση του ασθενούς και της οικογένειάς του μετά το εξιτήριο περιλαμβάνει την περιποίηση των πληγών και τη φροντίδα του σωλήνος T εάν υπάρχει (ο T-σωλήνας μπορεί να παραμείνει επί 2 εβδομάδες), την αναφορά οποιονδήποτε σημείων απόφραξης των χοληφόρων (π.χ., πυρετός, ίκτερος, κνησμός, πόνος, σκούρα ούρα και κόπρανα χρώματος πηλού), τη σημασία της καθημερινής άσκησης, όπως το περπάτημα, την αποφυγή άρσης βαρέων αντικειμένων ή έντονης άσκησης για την ενδεδειγμένη περίοδο και οποιουσδήποτε περιορισμούς στην οδήγηση. Παρ' ότι η δίαιτα δεν είναι περιορισμένη, ο ασθενής μπορεί να είναι πιο άνετα αποφεύγοντας την υπερβολική πρόσληψη λιπαρών ή τροφών που φέρνουν αέρια επί 4 έως 6 εβδομάδες. Ενδέχεται να χρειασθούν προετοιμασίες για κατ' οίκον ιατρική παρακολούθηση.

Aliases (separate with |): Χολοκυστεκτομή
χολοκυστίτιδα

Φλεγμονή της χοληδόχου κύστης, προκαλούμενη συνήθως από απόφραξη των χοληφόρων πόρων με χολόλιθους. Η προκαλούμενη από χολόλιθους χολοκυστίτιδα, παρατηρείται συχνά, ιδιαίτερα σε γυναίκες, παχύσαρκους ασθενείς καθώς και σε εκείνους που είναι σε δίαιτα. Η νόσος χαρακτηρίζεται από κολικό πόνο στο δεξί άνω τεταρτημόριο της κοιλιάς και αναπτύσσεται σε μικρό χρονικό διάστημα μετά από ένα γεύμα.

Η μη χολολιθική χολοκυστίτιδα, δηλ. η χολική φλεγμονή που δεν οφείλεται στην παρουσία χολόλιθων, είναι πάθηση των κρίσιμα ασθενών. Σχετίζεται με υψηλή πιθανότητα σχηματισμού αποστήματος, διάτρησης της χοληδόχου κύστης, γάγγραινα και θάνατο.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η οξεία χολοκυστίτιδα προκαλείται συνήθως από απόφραξη των χοληφόρων πόρων, χημικό ερεθισμό και συχνά λοίμωξη της χοληδόχου κύστης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η χολοκυστίτιδα εξαιτίας χολόλιθων, προκαλεί πόνο στο άνω δεξί τεταρτημόριο, ο οποίος εκδηλώνεται συνήθως μετά από ένα λιπαρό γεύμα, καθώς επίσης και πυρετό, ρίγη, ναυτία και έμετο. Ο πόνος της χολοκυστίτιδας συχνά εξαπλώνεται στο δεξί ώμο ή στη δεξιά πλευρά της πλάτης. Παρατηρείται ίκτερος στο 20% περίπου των ασθενών. Σε ασθενείς μονάδων εντατικής παρακολούθησης, μπορεί να παρουσιασθεί μη χολολιθική χολοκυστίτιδα με πυρετό και λίγα εύκολα αναγνωρίσιμα συμπτώματα.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η υπερηχογραφία του άνω δεξιού τεταρτημορίου, διαγνωστική εξέταση εκλογής, αποκαλύπτει τη χολοκυστίτιδα στο 90% περίπου των ασθενών. Η από του στόματος χολοκυστογραφία, η αξονική τομογραφία της κοιλιάς καθώς και άλλοι διαγνωστικοί έλεγχοι χρησιμοποιούνται όταν υπάρχει κλινική υποψία της ασθένειας αλλά το υπερηχογράφημα δεν ήταν διαγνωστικό.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η συνήθης θεραπεία συνίσταται στη χολοκυστεκτομή. Η παροχέτευση της χοληδόχου κύστης (χολοκυστοστομία) χρησιμοποιείται ορισμένες φορές ως αναβλητική διαδικασία σε ασταθείς ασθενείς. Οι ενσφηνωμένοι στη λήκυθο του Vater χολόλιθοι, μπορούν ορισμένες φορές να αφαιρεθούν με παλίνδρομη ενδοσκοπική χολαγγειοπαγκρεατογραφία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Κατά την διάρκεια της οξείας προσβολής, παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία και η ισορροπία υγρών του ασθενούς, αναστέλλεται η στοματική πρόσληψη, χορηγούνται τα ενδεδειγμένα αντιεμετικά, όπως είναι απαραίτητο και χορηγείται θεραπεία με ενδοφλέβια υγρά και ηλεκτρολύτες, ως ενδείκνυται. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ρινογαστρικός σωλήνας. Εξασφαλίζεται η άνεση του ασθενούς και χορηγούνται ενδεδειγμένα ναρκωτικά αναλγητικά και χολινεργικά για να ανακουφίσουν τον πόνο.

Εξηγούνται οι διαγνωστικές δοκιμασίες, περιλαμβανομένων των οδηγιών προ του ελέγχου και μετά την παρακολoύθηση. Επίσης εξηγούνται από το χειρουργό οι διαδικασίες για οποιαδήποτε ενδεδειγμένη χειρουργική παρέμβαση, περιλαμβανομένων των οποιονδήποτε επιπλοκών και προετοιμάζεται ο ασθενής σωματικά και συναισθηματικά για τις διαδικασίες αυτές.

Aliases (separate with |): Χολοκυστίτιδα
χόνδρος

Ειδικευμένος τύπος πυκνού συνδετικού ιστού, αποτελούμενος από κύτταρα εμφυτευμένα σε θεμέλια εξωκυττάρια ουσία. Η θεμέλια εξωκυττάρια ουσία είναι πυκνή και συμπαγής και μπορεί να αντισταθεί σε σημαντική πίεση ή έκταση. Ο χόνδρος είναι κυανόλευκος ή φαιός και ημιαδιαφανής και δεν διαθέτει ίδια νεύρωση ή αιμάτωση. Τα κύτταρα τοποθετούνται σε κοιλότητες καλούμενες βοθρία (lacunae). Μπορεί να είναι μονήρη ή σε ομάδες των δύο, τριών ή τεσσάρων.

Ο χόνδρος σχηματίζει τμήμα των αρθρώσεων στον ενήλικο σκελετό, όπως μεταξύ των σπονδυλικών σωμάτων και των αρθρικών επιφανειών των οστών. Παρατηρείται επίσης στους πλευρικούς χόνδρους των πλευρών, στο ρινικό διάφραγμα, στο εξωτερικό ους ενώ επενδύει την ευσταχιανή σάλπιγγα, το τοίχωμα του λάρυγγα και την τραχεία και τους βρόγχους. Σχηματίζει το μεγαλύτερο τμήμα του εμβρυϊκού σκελετού, προσφέροντας το πρότυπο πάνω στο οποίο θα αναπτυχθούν τα περισσότερα οστά.

Aliases (separate with |): Χόνδρος
χορήγηση φαρμάκου

Οξέα: Τα οξέα, όταν χορηγούνται από το στόμα, πρέπει να δίνονται καλά αραιωμένα μέσω ενός υάλινου σωλήνα ή από σωλήνα στον στόμαχο επειδή είναι διαβρωτικά στην αδαμαντίνη και την οδοντίνη των δοντιών. Πρέπει να χορηγούνται με πολύ νερό και ο σωλήνας πόσης πρέπει να είναι τοποθετημένος αρκετά πίσω στο στόμα, ώστε να αποτραπεί η επαφή του υγρού με τα δόντια προτού περάσει στον λάρυγγα. Ένα παρασκεύασμα που πρέπει να χορηγείται πάντα με την παραπάνω τεχνική είναι το αραιωμένο υδροχλωρικό οξύ.

Εξαρτησιογόνα φάρμακα: Τα συγκεκριμένα φάρμακα πρέπει να χορηγούνται σύμφωνα με τις εντολές του ιατρού.

Ορός αλόγου: Όταν χορηγούνται ενέσεις που το περιέχουν, πρέπει υπάρχουν πληροφορίες για το εάν ο ασθενής έχει λάβει ποτέ εμβόλιο που περιέχει ορό αλόγου και ποια ήταν η αντίδρασή του. Εάν ο ασθενής είναι αλλεργικός στον ορό αλόγου, πρέπει να πραγματοποιείται πάντα μια δοκιμασία ευαισθησίας με την έγχυση υποδερμικά λίγων σταγόνων υλικού με ορό αλόγου αλλά με πολύ μεγάλη αραίωση. Η αντίδραση εμφανίζεται σε σύντομο χρονικό διάστημα. Εάν ο ασθενής είναι αλλεργικός, στη θέση της έγχυσης ο ασθενής εμφανίζει μια μικρή κηλίδα. Ο ιατρός παρέχει οδηγίες για την απευαισθητοποίηση του ατόμου που είναι αλλεργικό στον ορό του αλόγου.

Ινσουλίνη: Όταν χορηγείται ινσουλίνη, πρέπει να γίνεται υποδερμικά ή ενδοφλέβια σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού. Ο τύπος της ινσουλίνης, η δοσολογία και η συχνότητα της δόσης, κυμαίνεται σε μεγάλο βαθμό σε κάθε ασθενή.

Υπακτικά: Αυτά είναι καλύτερα να χορηγούνται το βράδυ επειδή συνήθως χρειάζονται 6 έως 8 ώρες για την επίτευξη κάποιας επίδρασης. Τα αλατούχα καθαρτικά, συνήθως χορηγούνται καλά αραιωμένα με κενό στομάχι, τις πρωινές ώρες. Άλλα καθαρτικά συνήθως χορηγούνται σύμφωνα με τις οδηγίες και τις ανάγκες.

Στοματική πλύαη: Τα πυκνά διαλύματα που προορίζονται για στοματική πλύση, πρέπει να αραιώνονται κατά το ήμισυ ή περισσότερο προτού δοθούν σε κάποιον ασθενή. Στον ασθενή πρέπει να χορηγείται μόνο η απαραίτητη ποσότητα στοματικής πλύσης για τη συγκεκριμένη στιγμή.

Οξυγόνο: Η πιο συνήθης μέθοδος για τη χορήγηση του οξυγόνου είναι η εισαγωγή ενός σωλήνα και στα δύο ρουθούνια. Το οξυγόνο μπορεί επίσης να χορηγείται από ένα δοχείο με τη βοήθεια μιας μάσκας που τοποθετείται πάνω στο στόμα και τη μύτη του ασθενούς, ενός ενδοτραχειακού σωλήνα ή ο ασθενής να τοποθετηθεί εντός σκηνής, θαλάμου ή αίθουσας με οξυγόνο. Οι τελευταίες δύο μέθοδοι, όχι μόνο είναι δαπανηρές και λιγότερο αποτελεσματικές σε σχέση με τη χρήση της μάσκας ή των ρινικών καθετήρων, αλλά και εξαιρετικά επικίνδυνες και πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή λόγω του κινδύνου πυρκαγιάς. Το οξυγόνο που χορηγείται με σωλήνα και προτού φτάσει στη μύτη, πρέπει να ενυδατώνεται με τη δημιουργία φυσαλίδων διερχόμενο μέσα από νερό. Το ξηρό οξυγόνο σε υψηλή συγκέντρωση και για παρατεταμένη περίοδο προκαλεί ερεθισμό τη μύτης και της βλεννογόνου του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος.

Αλατούχα καθαρτικά: Αυτά πρέπει πάντα να χορηγούνται στους ασθενείς με το στομάχι κενό, κατά προτίμηση το πρωί.

Υπνωτικά χάπια: Όλα τα παρασκευάσματα αυτού του είδους πρέπει να χορηγούνται από 30 min έως 1 ώρα πριν την επιθυμητή ώρα για ύπνο. Όλες οι διαδικασίες πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί πριν τη χορήγηση του φαρμάκου, έτσι ώστε τίποτε να μην διαταράσσει τον ασθενή μετά τη λήψη του φαρμάκου.

Εμβόλια: Η οδός χορήγησης διαφέρει μεταξύ συγκεκριμένων εμβολίων· τα περισσότερα χορηγούνται από του στόματος ή ενδομυϊκά.

Aliases (separate with |): Χορήγηση φαρμάκου
χοριοκαρκίνωμα

Καρκίνωμα αποτελούμενο από γεννητικά (αρχέγονα) κύτταρα, που προέρχονται από τον πλακούντα, την ωοθήκη ή τους όρχεις. Εντοπίζεται (συνήθως) στις γονάδες ή σε άλλες περιοχές του σώματος.

Aliases (separate with |): Χοριοκαρκίνωμα
χορτοφαγία, φυτοφαγία

Η πρακτική και η φιλοσοφία του να τρέφεται κανείς με σπόρους, καρπούς, λαχανικά και φρούτα, αλλά όχι με κρέας ή ζωικά προϊόντα. Οι προσεγγίσεις της χορτοφαγίας ποικίλλουν - μερικοί χορτοφάγοι καταναλώνουν αυγά, ψάρια και/ή γαλακτοκομικά, ενώ άλλοι όχι.

Aliases (separate with |): Χορτοφαγία, φυτοφαγία
χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια

Ομάδα εξουθενωτικών, προοδευτικών και δυνητικά θανατηφόρων πνευμονοπαθειών, οι οποίες παρουσιάζουν ως κοινό χαρακτηριστικό την αυξημένη αντίσταση στην κίνηση του αέρα, παράταση της εκπνευστικής φάσης της αναπνοής και απώλεια της ελαστικότητας του πνεύμονα. Οι χρόνιες αποφρακτικές πνευμονοπάθειες περιλαμβάνουν το εμφύσημα, τη χρόνια αποφρακτική βρογχίτιδα και την ασθματική βρογχίτιδα. Συνολικά, οι ΧΑΠ αποτελούν την τέταρτη συχνότερη αιτία θανάτου στις ΗΠΑ.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι περισσότεροι ασθενείς με χρόνιους περιορισμούς ροής αέρα, είναι ή ήταν καπνιστές και η πνευμονοπάθειά τους είναι απευθείας συνέπεια των τοξικών επιδράσεων του καπνού στους πνεύμονες. Ένας μικρότερος αριθμός αυτών έχουν εκτεθεί σε περιβαλλοντικό καπνό (παθητικοί καπνιστές) ή σε σκόνες, ή καπνό στον εργασιακό τους χώρο. Άτομα από τα οποία λείπει γενετικά το ένζυμο α-1 αντιθρυψίνη αναπτύσσουν επίσης ΧΑΠ, τυπικά σε μικρότερη ηλικία σε σχέση με τους καπνιστές (στα 40 χρόνια τους αντί για τα 50 ή 60).

Στις ΗΠΑ, περίπου 16 εκατομμύρια άτομα πάσχουν από ΧΑΠ. Περίπου μισό εκατομμύριο Αμερικανών παραπέμπονται στο νοσοκομείο με επιδεινώσεις της πάθησης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι παθήσεις αυτής της ομάδας χαρακτηρίζονται τυπικά από δυσχέρεια στην αναπνοή κατά τη σωματική άσκηση, όπως και από χρόνιο βήχα και πτύελα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Οι οξείες παροξύνσεις των ΧΑΠ πρέπει να αντιμετωπίζονται με εισπνεόμενους βρογχοδιασταλτικούς παράγοντες (όπως το ipratroprium με ή χωρίς αλβουτερόλη), χαμηλή ροή οξυγόνου (με στόχο της αύξηση του κορεσμού σε οξυγόνο σε περίπου 90% με 92%), αντιβιοτικά (εάν οι ασθενείς παρουσιάζουν παραγωγικότερο βήχα από το φυσιολογικό) και κορτικοστεροειδή. Για τους περισσότερους από τους πάσχοντες οι οποίοι καπνίζουν, οι παροξύνσεις παρατηρούνται αρκετές φορές κατά τη διάρκεια του έτους. Μεταξύ των παροξύνσεων, η αντιμετώπιση της νόσου, επαφίεται στη διακοπή του καπνίσματος επειδή η παύση του καπνίσματος επιβραδύνει την επιδείνωση της πνευμονικής λειτουργίας στη ΧΑΠ. Αλλες προληπτικές θεραπείες περιλαμβάνουν εμβολιασμούς έναντι της γρίππης και του πνευμονόκοκκου. Τα φάρμακα έναντι των ΧΑΠ περιλαμβάνουν αντιχολινεργικούς παράγοντες όπως το ipratropium. Τα προγράμματα πνευμονικής ανάνηψης είναι επίσης βοηθητικά. Η αμινοφυλλίνη και τα κορτικοστεροειδή έχουν λιγότερα οφέλη στη χρόνια αντιμετώπιση και περιστασιακά μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές παρενέργειες.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο αναπνευστικός θεραπευτής διδάσκει ασκήσεις αναπνοής και βήχα καθώς και παροχέτευσης στάσης ώστε να ενδυναμωθούν οι αναπνευστικοί μύες και να κινητοποιηθούν οι εκκρίσεις. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να συμμετάσχει σε πρόγραμμα πνευμονικής ανάνηψης, όπως και να διακόψει το κάπνισμα και να αποφεύγει άλλες αναπνευστικές ερεθιστικές ουσίες. Συμβουλεύονται οι ασθενείς να αποφύγουν την επαφή με άτομα με αναπνευστικές λοιμώξεις και διδάσκονται τη χρήση ενδεδειγμένων, προφυλακτικών αντιβιοτικών και βρογχοδιασταλτικής θεραπείας. Ενθαρρύνονται τα συχνά, μικρά γεύματα και η επαρκής πρόσληψη υγρών. Το πρόγραμμα του πάσχοντος, εναλλάσσει περιόδους δραστηριότητας και ανάπαυσης. Ο ασθενής και η οικογένειά του, υποβοηθούνται σε αλλαγές του τρόπου ζωής σχετικών με την ασθένεια και ενθαρρύνονται να εκφράζουν τα αισθήματα και τις ανησυχίες τους σχετικά με την ασθένεια και τη θεραπεία της.

Ο αναπνευστικός θεραπευτής παρακολουθεί τα αέρια του αρτηριακού αίματος και τις εξετάσεις των πνευμονικών λειτουργιών συμβουλευόμενος τον επιβλέποντα ιατρό. Η οξεία επιδείνωση συμβαίνει όταν ο ασθενής αποκτήσει αναπνευστική λοίμωξη, η οποία πρέπει να αναγνωρισθεί και να αντιμετωπισθεί άμεσα. Η θεραπεία με αερολύματα και υγραντήρες είναι χρήσιμη για ρευστοποίηση των πτύελων, για την κινητοποίηση παχύρρευστων πτυέλων και για να προωθήσουν την υγιεινή των βρόγχων. Η θεραπεία χαμηλής συγκέντρωσης οξυγόνου εφαρμόζεται όπως είναι απαραίτητο προκειμένου να διατηρήσει την PaO2 μεταξύ των 60 και 80 mm Hg. Οι βρογχοδιασταλτικοί παράγοντες χορηγούνται σε αερόλυμα για να ελαττώσουν τη δύσπνοια και να προάγουν αποτελεσματικότερο βήχα. Ο μηχανικός αερισμός επιφυλάσσεται για τους ασθενείς με οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, λόγω συνυπάρχουσας πάθησης, η οποία είναι αναστρέψιμη και δεν αποκρίνεται στην αρχική θεραπεία.

ΠΡΟΣΟΧΗ: 1. Σε υποξικούς ασθενείς, η θεραπεία οξυγόνου πρέπει να ρυθμιστεί προσεκτικά ώστε να βελτιστοποιήσει τον κορεσμό του αρτηριακού οξυγόνου. 2. Πριν ταξιδέψουν με αεροπλάνο, οι ασθενείς με ΧΑΠ πρέπει να συμβουλευθούν τους φροντιστές τους σχετικά με ιδιαίτερες ανάγκες σε οξυγόνο.

Aliases (separate with |): Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
χρόνια βρογχίτιδα

Βρογχίτιδα που χαρακτηρίζεται από την αυξημένη έκκριση βλέννης από το τραχειοβρογχικό δέντρο. Για να τεθεί η διάγνωση της χρόνιας βρογχίτιδας, θα πρέπει να υπάρχει παραγωγικός βήχας για τουλάχιστον 3 μήνες το χρόνο και για δύο συνεχόμενα χρόνια, ενώ θα πρέπει να αποκλειστούν άλλες βρογχοπνευμονικές παθήσεις (π.χ. βρογχεκτασία, φυματίωση, όγκος).

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ο χρόνιος ερεθισμός από εισπνεόμενες ερεθιστικές ουσίες (ειδικά νικοτίνη) και οι υποτροπιάζουσες λοιμώξεις αποτελούν τους πρωτεύοντες παράγοντες. Η χρόνια βρογχίτιδα είναι 4-10 φορές πιο συχνή στους βαρείς καπνιστές. Ο καπνός του τσιγάρου παρεμποδίζει την κίνηση των κροσσών και αναστέλλει την δραστικότητα των λευκοκυττάρων στους βρόγχους και τις κυψελίδες. Οι κύριες παθολογικές αλλαγές είναι η υπερτροφία και η υπερπλασία των βλεννοπαραγωγών αδένων των μεγάλων και μικρών αεροφόρων οδών. Μερικοί ασθενείς επίσης έχουν υπεραντιδραστικές αεροφόρες οδούς. Οι αλλαγές του αναπνευστικού επιθηλίου μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο για καρκίνο του πνεύμονα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Αν και η νόσος ξεκινά νωρίτερα, τα σημεία και τα συμπτώματα μπορεί να μην εμφανιστούν πριν ο ασθενής φθάσει στην ηλικία των 40-50 ετών. Ο χρόνιος παραγωγικός βήχας με παραγωγή άφθονων πτυέλων εμφανίζεται νωρίς και οι ασθενείς έχουν συχνά προβλήματα, τα οποία συχνά αποτελούν συνέπεια οξειών βρογχοπνευμονικών λοιμώξεων. Η δύσπνοια γενικά είναι μέτρια και εμφανίζεται σχετικά αργά κατά την πορεία της νόσου. Με το χρόνο αναπτύσσεται δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια (πνευμονική καρδιά), η οποία χαρακτηρίζεται από οίδημα, διάταση των τραχηλικών φλεβών, πνευμονική υπέρταση και υπερτροφία της δεξιάς κοιλίας.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Για την αποτροπή του βρογχόσπασμου, τη βελτίωση της ροής του αέρα και την απομάκρυνση των εκκρίσεων, χορηγούνται βρογχοδιασταλτικά, εισπνεόμενα στεροειδή και άλλα φάρμακα. Για την αποβολή των εκκρίσεων μπορεί να χρειαστεί αυξημένη λήψη υγρών (περίπου 3 λίτρα την μέρα). Οι οξείες αναπνευστικές λοιμώξεις θεραπεύονται με αντιβιοτικά, όπως μεταξύ άλλων με αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ ή τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη. Οι ασθενείς με υποκείμενη χρόνια βρογχίτιδα θα πρέπει να εμβολιάζονται ενάντια στον πνευμονιόκοκκο και στον ιό της γρίπης. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία είναι συμπτωματική. Η διακοπή του καπνίσματος αποτελεί σημαντικό τμήμα της συνολικής θεραπείας. Συχνά χρειάζεται οξυγονοθεραπεία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Λαμβάνεται ιστορικό σχετικά με το κάπνισμα, την ύπαρξη άλλων γνωστών αναπνευστικών ερεθιστικών ουσιών και αλλεργιογόνων, τον βαθμό της δύσπνοιας, τη χρήση βοηθητικών μυών για την αναπνοή, την ύπαρξη συριγμού ή ρόγχων, το χρώμα και τα χαρακτηριστικά των πτυέλων, τη διατροφική κατάσταση και την επίδραση της νόσου στην επιθυμητή δραστηριότητα του ασθενούς. Οι ασθενείς που καπνίζουν παραπέμπονται σε ένα πρόγραμμα διακοπής του καπνίσματος. Η ακρόαση των πνευμόνων του ασθενούς γίνεται πριν και μετά την εισπνοή των εκνεφωμάτων, ώστε να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα των βρογχοδιασταλτικών. Ο ασθενής/ η οικογένειά του χρειάζονται συνεχή εκπαίδευση και ψυχολογική υποστήριξη, ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει αυτή την χρόνια νόσο. Διδάσκεται η απλή παθοφυσιολογία της νόσου και χρησιμοποιείται ως βάση για την παροχή επεξηγήσεων σχετικά με τις διαγνωστικές δοκιμασίες (π.χ. πνευμονικές λειτουργικές δοκιμασίες) και με όλες τις παρεμβάσεις, ώστε να αυξηθεί η συνεργασία του ασθενούς στο πολύπλοκο θεραπευτικό σχήμα. Το γραπτό υλικό συνήθως ενισχύει τις προφορικές οδηγίες. Οι ασθενείς και οι οικογένειές τους διδάσκονται πώς να διασφαλίζουν και να καταγράφουν την επαρκή λήψη υγρών (περίπου 3 λίτρα/ημέρα, εκτός και αν έχουν δοθεί άλλες εντολές), ώστε να ρευστοποιούν τις εκκρίσεις, πώς να προγραμματίζουν μικρά και συχνά γεύματα, με υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες, ώστε να καταπολεμήσουν την ανορεξία και την απώλεια βάρους, πώς να χρησιμοποιούν την αναπνοή με ζαρωμένα χείλη και τον ελεγχόμενο βήχα, ώστε να αυξήσουν τη ροή του αέρα, αποτρέποντας την κόπωση από τον σπασμωδικό βήχα, πώς να προσέχουν συχνά την υγιεινή του στόματος, ώστε να ελαχιστοποιήσουν την ανορεξία και τον κίνδυνο λοίμωξης και πως να διατηρούν την μυϊκή ισχύ, συνεχίζοντας την σωματική άσκηση, αλλά με προγραμματισμό, ώστε να αποφύγουν την κόπωση. Διδάσκονται επίσης να παρακολουθούν και να αναφέρουν σημεία πιθανής καρδιακής ανεπάρκειας (οίδημα, ρόγχους ή αύξηση του βάρους πάνω από 1 κιλό την ημέρα) ή οξείας αναπνευστικής λοίμωξης (π.χ. επιδεινούμενη δύσπνοια και αλλαγές των χαρακτηριστικών των πτυέλων, όπως το χρώμα και η ποσότητα). Καθώς εξελίσσεται η νόσος, παρέχεται βοήθεια στην οικογένεια να λάβει αποφάσεις σχετικά με την αλλαγή των συνηθειών, ώστε να αντιμετωπιστούν με τον καλύτερο τρόπο οι ατομικές ανάγκες.

Ο γιατρός χορηγεί βρογχοδιασταλτικά και θεραπεία με υδρατμούς, όπως αυτό υπαγορεύεται από την ύπαρξη δύσπνοιας ή κατακράτησης εκκρίσεων στις αεροφόρους οδούς. Η αναπνευστική φυσιοθεραπεία μπορεί να αποβεί χρήσιμη, όταν ο ασθενής δεν μπορεί να αποβάλλει τις εκκρίσεις με τον βήχα. Ο ασθενής με οξεία βρογχίτιδα μπορεί να χρειαστεί παροδική οξυγονοθεραπεία, αν διαπιστωθεί ότι η οξυγόνωση δεν είναι επαρκής.

Aliases (separate with |): Χρόνια βρογχίτιδα
χρόνια γαστρίτιδα

Παρατεταμένη συνεχής ή διαλείπουσα φλεγμονή του γαστρικού βλεννογόνου. Το Helicobacter pylori αποτελεί τη συνηθέστερη αιτία. Τυπικά προκαλεί επιφανειακές αλλοιώσεις στο βλεννογόνο του άντρου του στομάχου. Η παρατεταμένη γαστρίτιδα από H. pylori προδιαθέτει στην ανάπτυξη γαστρικού αδενοκαρκινώματος και γαστρικού λεμφώματος

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Λαμβάνεται πλήρες ιστορικό για τον προσδιορισμό της αιτίας. Τα συμπτώματα μπορεί να είναι ασαφή και στη περίπτωση της ατροφικής γαστρίτιδας, να απουσιάζουν. Ο ασθενής προετοιμάζεται για τις διαγνωστικές εξετάσεις. Συστήνεται η αποφυγή καρυκευμάτων και άλλων τροφών που επιτείνουν τα συμπτώματα, καθώς και η αποφυγή ασπιρίνης. Αν τα συμπτώματα επιμένουν, ο ασθενής μπορεί να λάβει αντιόξινα. Όταν η υποκείμενη αιτία είναι η κακοήθης αναιμία, ο ασθενής (ή κάποιος άλλος σημαντικός φροντίζων) εκπαιδεύεται στη χορήγηση βιταμίνης Β12, παρεντερικά ή από το στόμα.

Aliases (separate with |): Χρόνια γαστρίτιδα
χρόνια δηλητηρίαση με μόλυβδο, μολυβδίαση

Η χρόνια λήψη ή εισπνοή μόλυβδου, η οποία προκαλεί καταστροφή του κεντρικού και περιφερικού νευρικού συστήματος, των νεφρών, των αιμοποιητικών οργάνων και του γαστρεντερικού συστήματος. Τα πρώιμα συμπτώματα περιλαμβάνουν την απώλεια της όρεξης, την απώλεια βάρους, την αναιμία, τον έμετο, την κόπωση, την αδυναμία, την κεφαλαλγία, την ύπαρξη κυανής γραμμής στα ούλα, την απάθεια ή την ευερεθιστότητα και την μεταλλική γεύση στο στόμα. Αργότερα αναπτύσσονται συμπτώματα παράλυσης, απώλειας της αισθητικότητας, απώλειας του συντονισμού και ασαφή άλγη. Η εργαστηριακή διάγνωση γίνεται διαμέσου της αναιμίας, των επιπέδων μόλυβδου στο αίμα πάνω από 5 μg/dl, της αύξησης της ελεύθερης πρωτοπορφυρίνης των ερυθροκυττάρων, της αυξημένης αποβολής μόλυβδου στα ούρα, των χαρακτηριστικών ακτινογραφικών αλλαγών στα άκρα των αναπτυσσόμενων οστών.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Θα πρέπει να περιοριστεί η έκθεση στο μόλυβδο και να παρασχεθεί μια επαρκής διατροφή με επιπρόσθετες βιταμίνες. Χορηγούνται χηλικές ουσίες, όπως διμερκαπρόλη, διμερκαπρο-ηλεκτρικό οξύ (σουκκιμέρη) ή EDTA για την πτώση των επιπέδων μόλυβδου στα φυσιολογικά επίπεδα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Λαμβάνεται ένα ιστορικό για να καθοριστούν οι περιβαλλοντολογικές, οι εργασιακές ή οι εναλλακτικές φαρμακευτικές πηγές της λήψης ή της εισπνοής μόλυβδου, ενώ λαμβάνονται μέτρα για την απομάκρυνσή τους. (σε πολλές αμερικανικές πολιτείες, η απομάκρυνση του μόλυβδου από τα νοικοκυριά πρέπει να γίνεται από ειδικούς και όχι τους ιδιοκτήτες των σπιτιών, σύμφωνα με τους κανονισμούς της πολιτείας). Τα κέντρα για τον Έλεγχο και την Πρόληψη των Νοσημάτων και τα τοπικά Κέντρα Ελέγχου των Δηλητηριάσεων παρέχουν τις σχετικές πληροφορίες. Ένα θρύμμα ενός τετραγωνικού εκατοστού μολυβδούχου βαφής μπορεί να περιέχει κατά 1000 φορές μεγαλύτερη από τη συνήθη ασφαλή δόση μόλυβδου. Κατά τη λήψη του ιστορικού λαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη κίσσας, πρόσφατων αλλαγών της συμπεριφοράς, απώλειας ενδιαφέροντος για παιχνίδι και προβλήματα συμπεριφοράς, όπως επιθετικότητα και υπερευερεθιστότητα. O ασθενής αξιολογείται για καθυστέρηση της ανάπτυξης ή την απώλεια επίκτητων ικανοτήτων και ειδικά της ομιλίας. Τα σημεία από το κεντρικό νευρικό σύστημα που είναι ενδεικτικά της δηλητηρίασης με μόλυβδο ενδέχεται να είναι μη αντιστρέψιμα. Το μικρό παιδί αξιολογείται για επικίνδυνα χαρακτηριστικά, όπως για το υψηλό επίπεδο στοματικής δραστηριότητας στην όψιμη βρεφική ή την νηπιακή ηλικία, για χαμηλό ανάστημα, το οποίο αυξάνει την εισπνοή μολυσμένης σκόνης σε περιοχές που είναι πολύ μολυσμένες με μόλυβδο και για διατροφικές ελλείψεις ασβεστίου, ψευδαργύρου και σιδήρου, τον μόνο σοβαρότερο προδιαθεσικό παράγοντα για την αυξημένη απορρόφηση του μόλυβδου. Τα μεγαλύτερα παιδιά ελέγχονται για αναπνοή με οσμή βενζίνης, η λήψη της οποίας είναι διαδεδομένη και ειδικά σε παιδιά ορισμένων χωρών. Αξιολογείται η σχέση γονέα-παιδιού για ενδείξεις πλημμελούς γονικής φροντίδας, συμπεριλαμβανομένης της φτωχής υγιεινής, της ανεπαρκούς σίτισης, της σπάνιας χρήσης ιατρικών μέσων, της ανεπαρκούς ανάπαυσης, της λιγότερης χρησιμοποίησης μεθόδων για τη δημιουργική απασχόληση του παιδιού, της λιγότερης στοργής και των ανώριμων συμπεριφορών προς διατήρηση της πειθαρχίας. Χορηγούνται χηλικές ουσίες για την μετακίνηση του μόλυβδου από το αίμα και τους μαλακούς ιστούς, αυξάνοντας την κινητοποίησή του από τα οστά και την αποβολή του στα ούρα. Ένας συνδυασμός φαρμάκων μπορεί να προκαλέσει λιγότερες παρενέργειες και καλύτερη απομάκρυνση του μόλυβδου από τον εγκέφαλο. Αν υπάρχει εγκεφαλοπάθεια, περιορίζονται τα υγρά για να αποτραπεί το επιπρόσθετο εγκεφαλικό οίδημα. Oι ενέσεις γίνονται ενδομυϊκά και οι θέσεις τους εναλλάσσονται σε περίπτωση επώδυνων ενέσεων (μπορούν να περιλαμβάνουν την ταυτόχρονη έγχυση προκαΐνης για τοπική αναισθησία). Στο παιδί επιτρέπεται να εκφράσει πόνο και θυμό, ενώ παρέχονται σωματικά και ψυχικά μέτρα για την ελάττωση του σχετικού στρες. Επί απουσίας εγκεφαλοπάθειας, οι εγχύσεις γίνονται ενδοφλέβια και διατηρείται η ενυδάτωση. O ασθενής αξιολογείται για τα επιθυμητά αποτελέσματα των φαρμάκων, τα οποία προσδιορίζονται από τα επίπεδα του μόλυβδου στο αίμα και την αποβολή του στα ούρα (σημείωση: οι ειδικές αιμοληψίες και τα δοχεία συλλογής ούρων είναι αναγκαία για μερικές εξετάσεις παρακολούθησης. Θα πρέπει να ληφθούν πληροφορίες από το εργαστήριο πριν την συλλογή) και για σημεία τοξικότητας από τις χηλικές ουσίες. Για τον έλεγχο των σπασμών, οι οποίοι είναι συχνά σοβαροί και παρατεινόμενοι, χορηγούνται αντισπασμωδικά φάρμακα, αντιεμετικά για την ναυτία και τον εμετό, σπασμολυτικά για τους μυϊκούς σπασμούς και αναλγητικά και μυοχαλαρωτικά για τις μυαλγίες και αρθραλγίες. Oι ηλεκτρολύτες του ορού παρακολουθούνται καθημερινά και ελέγχεται συχνά η νεφρική λειτουργία. Όταν υπάρχει ορατός μόλυβδος στο γαστρεντερικό σύστημα (ή σε επεισόδια οξείας λήψης μόλυβδου από το στόμα) γίνεται εντερόκλυση. Παρέχεται επαρκής διατροφή και διορθώνονται οι συνυπάρχουσες διατροφικές ελλείψεις, χορηγώντας, για παράδειγμα, συμπλήρωμα σιδήρου. Επίσης εφαρμόζεται ένα πρόγραμμα ενεργητικής η παθητικής άσκησης, ώστε να διατηρηθεί η κινητικότητα της άρθρωσης και να αποτραπεί η μυϊκή ατροφία. Oι γονείς μαθαίνουν και υποβοηθούνται σχετικά με την πρόληψη των υποτροπών και το κοινό ενημερώνεται για τους κινδύνους της λήψης μολύβδου, την σπουδαιότητα ελέγχου των μικρών παιδιών (και ειδικά της προσχολικής ηλικίας) που διατρέχουν κίνδυνο για τα σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν τη δηλητηρίαση και την ανάγκη θεραπείας.

Aliases (separate with |): Χρόνια δηλητηρίαση με μόλυβδο, μολυβδίαση
χρόνια κοκκιωματώδης νόσος

Σπάνια, συγγενής και συχνά θανατηφόρος ανοσοανεπάρκεια, χαρακτηριζόμενη από υποτροπιάζουσες λοιμώξεις, προκαλούμενη από βλάβη των λευκών αιμοσφαιρίων. Τα πολυμορφοπύρηνα λευκά των πασχόντων παιδιών είναι ικανά να εγκολπώνουν αλλά όχι να φονεύουν συγκεκριμένα βακτήρια. Η χρόνια κοκιωματώδης νόσος παρατηρείται κυρίως στα αγόρια με φυλοσύνδετη κληρονομικότητα, παρ' ότι είναι επίσης γνωστή μια αυτοσωμική, υπολειπόμενη παραλλαγή της νόσου. Το είκοσι τοις εκατό των αναφερθέντων περιστατικών παρατηρείται στα κορίτσια. Οι εκδηλώσεις της νόσου περιλαμβάνουν εκτεταμένες κοκκιωματώδεις βλάβες στο δέρμα, στους πνεύμονες και στους λεμφαδένες. επίσης, παρουσιάζονται υπεργαμμασφαιριναιμία, αναιμία και λευκοκυττάρωση.

ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ: Για την ανίχνευση ατόμων σε υψηλό κίνδυνο (π.χ., μέλη της οικογένειας) χρησιμοποιείται η δοκιμασία του νιτροκυανού τετράζολίου.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν χρόνιες και οξείες λοιμώξεις του δέρματος, του ήπατος, των λεμφαδένων, της εντερικής οδού και των οστών, οι οποίες συχνά περιλαμβάνουν βακτήρια ή άλλους μικροοργανισμούς οι οποίοι δεν προκαλούν συνήθως λοιμώξεις σε άτομα με φυσιολογική ανοσολογική λειτουργία.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η πορεία της νόσου, έχει βελτιωθεί χάρη στη συνεχή ή διαλείπουσα χρήση αντιβιοτικών και την έλευση της μεταμόσχευσης μυελού των οστών. Ερευνώνται ως πιθανές θεραπείες, η χορήγηση ιντερφερόνης και η γονιδιακή θεραπεία.

Aliases (separate with |): Χρόνια κοκκιωματώδης νόσος
χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία

Μια κακοήθεια, στην οποία ανώμαλα λεμφοκύτταρα, συνήθως Β κύτταρα, πολλαπλασιάζονται και διηθούν τους σωματικούς ιστούς, προκαλώντας συχνά διόγκωση των λεμφαδένων και δυσλειτουργία του ανοσολογικού συστήματος. Οι λοιμώξεις είναι συχνές. Το μέσο προσδόκιμο ζωής είναι περίπου 4 έτη. Η χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία είναι η πιο κοινή λευχαιμία στα ανεπτυγμένα κράτη. Εμφανίζεται συνήθως σε άτομα ηλικίας άνω των 60 ετών. Η επίπτωσή της αυξάνει στα 20 περιστατικά ανά 100.000, στα άτομα ηλικίας άνω των 80 ετών. Η επιλογή του χρόνου αντιμετώπισης και η πρόγνωση στη CLL εξαρτάται από το στάδιο της νόσου. Ο προσδιορισμός του σταδίου περιλαμβάνει παράγοντες όπως ο αριθμός των ανώμαλων λεμφοκυττάρων στο αίμα, η ταχύτητα του διπλασιασμού και η παρουσία λεμφαδενοπάθειας, οργανομεγαλίας και κυτοπενιών.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Οι ασθενείς σε προχωρημένο στάδιο της νόσου συχνά αντιμετωπίζονται με χλωραμβουκίλη, φλουδαραβίνη, ή άλλους κυτταροτοξικούς παράγοντες. Οι ασθενείς σε αρχικό στάδιο της νόσου δεν λαμβάνουν συνήθως θεραπεία.

Aliases (separate with |): Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία
χρόνια μυελογενής λευχαιμία

Μια αιματολογική κακοήθεια που χαρακτηρίζεται από εμμένουσα αύξηση στον αριθμό των κοκκιοκυττάρων, σπληνομεγαλία και μια συγκεκριμένη κυτταρογενετική ανωμαλία -το χρωμόσωμα Philadelphia- στον μυελό των οστών σε ποσοστό μεγαλύτερο του 90% των ασθενών. Η νόσος επηρεάζει 1 ή 2 άτομα ανά 100.000. Η πορεία της νόσου έχει τρεις φάσεις: μία χρόνια, στην οποία ο αριθμός των κυττάρων του αίματος ελέγχεται σχετικά εύκολα με φάρμακα, μια επιταχυνόμενη φάση, στην οποία ο αριθμός των κοκκιοκυττάρων ανθίσταται στη χημειοθεραπεία, και μια βλαστική φάση, η οποία προσομοιάζει με την οξεία λευχαιμία. Η μέση επιβίωση είναι περίπου 4 έτη.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η CML οφείλεται σε μια μετάθεση γενετικού υλικού μεταξύ των χρωμοσωμάτων 9 και 22. Η μετάθεση έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή μιας ανώμαλης κινάσης τυροσίνης, η οποία καθιστά τα κύτταρα αθάνατα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η CML συχνά διαγιγνώσκεται σε ασυμπτωματικούς ασθενείς, στους οποίους εντοπίζεται μια αναιτιολόγητη λευκοκυττάρωση σε ένα πλήρες αιμοδιάγραμμα. Η επακόλουθη αξιολόγηση, συμπεριλαμβανομένης της λήψης μυελού των οστών και βιοψίας με κυταρρογενετική ανάλυση, αποκαλύπτει το χρωμόσωμα Philadelphia.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Το imatinib mesylate, ένα φάρμακο που αποκλείει την ανώμαλη κινάση που παράγεται από θετικά για το χρωμόσωμα Philadelphia CML κύτταρα, μειώνει αποτελεσματικά τον αριθμό των ογκοκυττάρων, στη χρόνια φάση της CML, στα φυσιολογικά επίπεδα σχεδόν στο 90% των ασθενών.

Aliases (separate with |): Χρόνια μυελογενής λευχαιμία
χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική πολυνευροπάθεια

Βαθμιαία εξελισσόμενη, αυτοάνοση μυϊκή αδυναμία των χεριών και των ποδιών το οποίο προκαλείται από φλεγμονή του ελύτρου μυελίνης που καλύπτει τους νευράξονες των περιφερικών νεύρων. Η καταστροφή μυελίνης (απομυελίνωση) επιβραδύνει ή παρεμποδίζει την μετάδοση των νευρικών ερεθισμάτων στους μυς. Η αιμωδία και η παραισθησία δυνατόν να συνοδεύσει ή να προηγείται της απώλειας της κινητικής λειτουργίας, η οποία μπορεί να είναι από ήπια ως και σοβαρή. Τα εργαστηριακά ευρήματα περιλαμβάνουν την αύξηση των πρωτεϊνών στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Η νόσος χαρακτηρίζεται από υφέσεις και εξάρσεις. Η φλεγμονώδης καταστροφή δεν αφορά μόνο τα φαγοκύτταρα (ουδετερόφιλα και μακροφάγα), αλλά επίσης ανοσοσυμπλέγματα και την ενεργοποίηση του συμπληρώματος από αυτόλογα αντιγόνα μυελίνης. Για την θεραπεία της νόσου χρησιμοποιούνται ανοσοκατασταλτικά φάρμακα. Συχνά προηγούνται η πλασμαφαίρεση και οι εγχύσεις ανοσοσφαιρινών για την πρόκληση ύφεσης.

Aliases (separate with |): Χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική πολυνευροπάθεια
χρόνιο γλαύκωμα

Γλαύκωμα στο οποίο η τονομετρία αποκαλύπτει ενδοφθάλμια πίεση της τάξης του 45 ή 50, οι πρόσθιες ακτινοειδείς φλέβες είναι διατεταμένες, ο κερατοειδής χιτώνας είναι διαφανής, η κόρη είναι διεσταλμένη και συνυπάρχει πόνος. Κατά τη διάρκεια των εξάρσεων η όραση είναι περιορισμένη. Το οπτικό πεδίο μπορεί να είναι φυσιολογικό. Η παραμόρφωση του οπτικού δίσκου δεν παρατηρείται στα πρώιμα στάδια.

Aliases (separate with |): Χρόνιο γλαύκωμα
χρόνιο μεταναστευτικό ερύθημα

Αποτελεί χαρακτηριστικό εξάνθημα της νόσου του Lyme. Το ECM είναι ένα εξαπλούμενο ερυθρό εξάνθημα με σαφώς αφορζόμενα χείλη και (τυπικά) κεντρική ύφεση. Το εξάνθημα συνήθως εμφανίζεται εντός 3- 32 ημερών από το δήγμα του κρότωνα. Το κέντρο του εξανθήματος αποτελεί το σημείο ενοφθαλμισμού. Ο αιτιολογικός παράγοντας είναι η Borrelia burgdorferi, μια σπειροχαίτη, η οποία στη συνέχεια μπορεί να επεκταθεί στις αρθρώσεις, στο κεντρικό νευρικό σύστημα ή στο σύστημα αγωγής της καρδιάς.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η αντιβιοτική θεραπεία που χορηγείται στη νόσο του Lyme.

Aliases (separate with |): Χρόνιο μεταναστευτικό ερύθημα
χρόνος ροής

Ο χρόνος που απαιτείται ώστε να σταματήσει να ρέει το αίμα από μια μικρή πληγή ή τσίμπημα του ωτός. Εκτιμάται χρησιμοποιώντας μία από πολλές τεχνικές. Ανάλογα με τη μέθοδο που χρησιμοποιείται, ο χρόνος μπορεί να ποικίλλει από 1 έως 3 λεπτά (μέθοδος Duke) ή από 1 έως 9 λεπτά (μέθοδος Ivy). Η μέθοδος Duke αποτελείται από χρονομέτρηση της παύσης της αιμορραγίας ύστερα από προτυποποιημένη παρακέντηση του λοβίου του ωτός. Η μέθοδος Ivy πραγματοποιείται με παρόμοιο τρόπο ύστερα από παρακέντηση του δέρματος του αντιβράχιου. Η ισχύς αυτής της δοκιμής για την πρόγνωση κλινικά σημαντικής αιμορραγίας έχει αμφισβητηθεί.

Aliases (separate with |): Χρόνος ροής
χρωμόσωμα

Ευθύγραμμη αλυσίδα αποτελούμενη από DNA (και συνδεόμενες με αυτό πρωτεΐνες), η οποία φέρει τη γενετική πληροφορία. Τα χρωμοσώματα χρωματίζονται έντονα με βασικές χρωστικές και είναι ιδιαίτερα ευδιάκριτα κατά τη μίτωση. Ο φυσιολογικός διπλοειδής αριθμός χρωμοσωμάτων είναι σταθερός σε κάθε είδος. Για τους ανθρώπους, ο διπλοειδής αριθμός είναι46 (23 ζεύγη σε όλα τα σωματικά κύτταρα). Κατά το σχηματισμό των γαμετών (του ωαρίου και του σπερματοζωαρίου), ο αριθμός μειώνεται στο ήμισυ (απλοειδής αριθμός), δηλαδή κάθε ωάριο και σπερματοζωάριο περιέχει 23 χρωμοσώματα. Από αυτά, τα 22 είναι σωματικά και ένα είναι φυλετικό χρωμόσωμα (Χ ή Υ). Κατά τη γονιμοποίηση, τα χρωμοσώματα του σπερματοζωαρίου ενώνονται με τα χρωμοσώματα του ωαρίου. Το φύλο του εμβρύου καθορίζεται από το σπερματοζωάριο. Το ωάριο συνεισφέρει πάντα ένα Χ χρωμόσωμα. Το σπερματοζωάριο μπορεί να συνεισφέρει ένα Χ ή ένα Υ χρωμόσωμα. Ένα έμβρυο με χρωμοσώματα ΧΧ θα είναι θήλυ. Ένα έμβρυο με χρωμοσώματα ΧΥ θα είναι άρρεν.

Aliases (separate with |): Χρωμόσωμα
χυμική ανοσία

Μέρος της ανοσολογικής απάντησης, που εξασφαλίζεται με τα αντισώματα (ανοσοσφαιρίνες ή γ σφαιρίνες) τα οποία παράγονται από τα ενεργοποιημένα Β λεμφοκύτταρα.

Aliases (separate with |): Χυμική ανοσία
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL