Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
φαγοκυττάρωση

Διαδικασία τριών σταδίων, κατά την οποία τα φαγοκύτταρα (ουδετερόφιλα, μονοκύτταρα και μακροφάγα) καταπίνουν και καταστρέφουν μικροοργανισμούς, άλλα ξένα αντιγόνα και κυτταρικά άχρηστα υλικά. Γενικά, αυτές οι ουσίες πρέπει να είναι καλυμμένες με οψονίνες, όπως είναι τα αντισώματα ή το συμπλήρωμα, ώστε να αρχίσει η σύνδεσή τους με τους κυτταρικούς υποδοχείς στα μακροφάγα, γεγονός που αποτελεί το πρώτο στάδιο της φαγοκυττάρωσης. Στο δεύτερο στάδιο, το σωματίδιο καταπίνεται και περικλείεται από ένα κενοτόπιο (φαγόσωμα). Στο τρίτο στάδιο, το φαγόσωμα συνενώνεται με λυσοσώματα, τα ένζυμα των οποίων καταστρέφουν τα φαγοκυτταρωμένα σωματίδια.

Τα περισσότερα βακτήρια θανατώνονται κατά την φαγοκυττάρωση από ρίζες οξυγόνου, οι οποίες σχηματίζονται κατά την αναπνευστική έκρηξη, όταν συνδεθούν τα φαγοσώματα και τα λυσοσώματα. Όταν η παραγωγή των ριζών οξυγόνου είναι υπερβολική, λαμβάνει χώρα ιστική βλάβη. Τα λυσοσώματα, οι defensins και η πρωτεΐνη αύξησης της βακτηριακής διαπερατότητας (ΒΡΙ) καταστρέφουν επίσης βακτήρια και άλλους οργανισμούς. Η δράση τους δεν εξαρτάται από την παραγωγή ριζών οξυγόνου.

Aliases (separate with |): Φαγοκυττάρωση
φαιά ουσία

Νευρικός ιστός που αποτελείται κυρίως από κυτταρικά σώματα νευρώνων παρά από τις εμμύελες αποφυάδες τους. Ο όρος αποδίδεται γενικά στις φαιές περιοχές του κεντρικού νευρικού συστήματος, που περιλαμβάνουν τον εγκεφαλικό φλοιό, τα βασικά γάγγλια και τους πυρήνες του εγκεφάλου και τις φαιές στήλες του νωτιαίου μυελού, που σχηματίζουν μία περιοχή σχήματος «Π», η οποία περιβάλλεται από λευκή ουσία. Συμπαθητικά γάγγλια και νεύρα μπορεί, επίσης, να είναι φαιά.

Aliases (separate with |): Φαιά ουσία
φαιοχρωμοκύτωμα

Όγκος του συμπαθητικού νευρικού συστήματος, ο οποίος είναι υπεύθυνος για σχεδόν το 0,1%-2% όλων των περιπτώσεων υπέρτασης. Ο όγκος εκκρίνει κατεχολαμίνες (π.χ. νορεπινεφρίνη και επινεφρίνη), οι οποίες προκαλούν παροδικά ή μόνιμα σημεία και συμπτώματα, όπως αίσθημα παλμών, εφίδρωση, κεφαλαλγίες, λιποθυμία, τρόμο, ναυτία, δυσπεψία, υπεργλυκαιμία, αδυναμία, ανησυχία ή αίσθημα επικείμενου θανάτου και υπερτασικές κρίσεις.

Ο νευροενδοκρινής όγκος αποτελεί μια από τις χειρουργήσιμες μορφές της υπέρτασης. Μπορεί να είναι δύσκολο να διαγνωστεί, επειδή τα προβλήματα που προκαλεί ανευρίσκονται σε άλλες συχνότερες παθήσεις, όπως στις αγχώδεις διαταραχές, στα στερητικά σύνδρομα του οινόπνευμα, και στον υπερθυρεοειδισμό, για να αναφέρουμε κάποια από αυτά.

Ο όγκος εδράζεται στα ίδια τα επινεφρίδια στο 85% των περιπτώσεων, αλλά οι συμπαθητικοί ιστοί είναι κατανεμημένοι σε όλο το σώμα. Συνεπώς, όγκοι που εκκρίνουν κατεχολαμίνες μπορεί να ανευρεθούν στην ουροδόχο κύστη, στα καρωτιδικά σώματα, στους παρασπονδυλικούς ιστούς, και σε άλλα μέρη στον αυχένα, τον θώρακα, την κοιλιά ή την πύελο. Οι νευροενδοκρινικοί όγκοι που βρίσκονται εκτός των επινεφριδίων ονομάζονται παραγαγγλιώματα. Μερικοί ασθενείς έχουν πολλαπλούς όγκους. Περίπου το 10% των ασθενών με φαιοχρωμοκύτωμα έχει επίσης και πολλαπλές ενδοκρινικές νεοπλασίες,, ένα από τα πολλά γενετικά σύνδρομα, στα οποία το φαιοχρωμοκύτωμα σχετίζεται με αδενώματα ή όγκους άλλων ενδοκρινών αδένων.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Τα ούρα του ασθενούς ελέγχονται για το αν περιέχουν υπερβολικές ποσότητες κατεχολαμινών ή μεταβολιτών τους. Αν είναι έτσι, εκτελείται αξονική τομογραφία, μαγνητική τομογραφία ή έλεγχος με ραδιοϊσότοπα, για τον εντοπισμό του όγκου πριν την χειρουργική επέμβαση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η αναισθησία σε αυτή την επέμβαση αποτελεί πρόκληση, λόγω της αιμοδυναμικής αστάθειας που μπορεί να λάβει χώρα κατά την διάρκεια της επέμβασης και μετά από αυτήν. Η υπόταση αντιμετωπίζεται με ντοπαμίνη και τα υπερτασικά επεισόδια, τα οποία λαμβάνουν χώρα συχνότερα κατά την έναρξη της αναισθησίας, κατά την διασωλήνωση ή κατά τους χειρισμούς του όγκου, αντιμετωπίζονται με νιτροπρουσίδη ή άλφα-αναστολείς. Μετεγχειρητικά συστήνεται η παραμονή σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) για τις πρώτες 24 ώρες, αν καταστούν αναγκαίες αγγειοσυσπαστικές ουσίες. Η υπόλοιπη μετεγχειρητική φροντίδα περιλαμβάνει παράλληλα με την τυπική φροντίδα, την συνεχή παρακολούθηση της καρδιάς για αρρυθμίες και την συνεχή αιμοδυναμική παρακολούθηση και την αξιολόγηση του ασθενούς για καρδιακή ανεπάρκεια και στηθάγχη. Η μετεγχειρητική ορθοστατική υπόταση μπορεί να αποτελέσει απειλή για την ασφάλεια του ασθενούς. Μέχρι να υποχωρήσει, οι ασθενείς θα πρέπει να μάθουν να σηκώνονται αργά από το κρεβάτι ή την καρέκλα και να στηρίζονται σε ένα στέρεο αντικείμενο. Για την συλλογή διαγνωστικών δειγμάτων από μη αγχώδεις ασθενείς, συνίσταται κατάκλιση. Τα φάρμακα που ενδέχεται να παρεμποδίσουν ή να αυξήσουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων για τις κατεχολαμίνες ή τις μετανεφρίνες διακόπτονται. Αν διαγνωστεί ένα όγκος και σχεδιάζεται χειρουργική επέμβαση, η προεγχειρητική ενυδάτωση του ασθενούς αποτρέπει την υπόταση κατά την εισαγωγή της αναισθησίας. Για την εξασθένιση των δράσεων των κατεχολαμινών χορηγούνται φάρμακα (π.χ. άλφα-αναστολείς και εν συνεχεία βήτα-αναστολείς). Μετεγχειρητικά, ελέγχονται στενά τα ζωτικά σημεία, ο καρδιακός ρυθμός, η ισορροπία των υγρών και οι ηλεκτρολύτες. Η ιατρική ομάδα καθησυχάζει τον ασθενή και την οικογένεια του κατά την διάρκεια της διαγνωστικής και θεραπευτικής διαδικασίας, επειδή τα συμπτώματα αυτής της νόσου εναλλάσσονται δραματικά. Μετά την έξοδο από το νοσοκομείο θα πρέπει να προγραμματιστεί παρακολούθηση από πεπειραμένους στο φαιοχρωμοκύτωμα ενδοκρινολόγους ή χειρουργούς.

Aliases (separate with |): Φαιοχρωμοκύτωμα
φαρμακολογική δράση

Η δράση ενός φαρμάκου σε διάφορα συστήματα του ανθρωπίνου οργανισμού.

Τοπική: Όταν ένα φάρμακο τοποθετείται τοπικά ή απευθείας στον ιστό ή στο όργανο, μπορεί να αντιδράσει με την κυτταρική μεμβράνη ή να εισέλθει στο κύτταρο. Η δράση του μπορεί να είναι (1) στυπτική όταν το φάρμακο προκαλεί τη συστολή του κυττάρου ή του ιστού, (2) διαβρωτική όταν το φάρμακο είναι τόσο ισχυρό ώστε να καταστρέφει τα κύτταρα ή (3) ερεθιστική όταν το φάρμακο σε σημαντικό βαθμό αντιδρά με τα κύτταρα και εμποδίζει τη λειτουργία τους.

Γενικευμένη ή συστηματική: Αυτή η μορφή δράσης παρατηρείται όταν ένα φάρμακο εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος είτε αφού απορροφηθεί είτε μετά από άμεση έγχυση, επιδρώντας με τον τρόπο αυτό σε ιστούς και όργανα που δε βρίσκονται κοντά στο σημείο εισόδου. Η συστηματική δράση μπορεί να είναι (1) ειδική, όταν θεραπεύει μόνο κάποιο συγκεκριμένο νόσημα· (2) υποκατάστασης, όταν αναπληρώνει τις ουσίες που βρίσκονται σε έλλειμμα στον οργανισμό· (3) φυσική, όταν μερικά συστατικά των κυττάρων διαλύονται λόγω της δράσης του φαρμάκου στην αιματική κυκλοφορία· (4) χημική, όταν το φάρμακο ή μερικές από τις ουσίες του συνδέονται με τα συστατικά των κυττάρων ή των οργάνων και σχηματίζουν καινούργιους χημικούς σχηματισμούς· (5) δράση μέσω όσμωσης, που προκαλείται από την διάλυση αλάτων (αλλά επίσης και οξέων, ζάχαρης ή αλκάλεων) στο στόμαχο ή στο έντερο από υγρά που προέρχονται από το αίμα και από τους ιστούς· ή δράση μέσω διάχυσης, όταν το νερό απορροφάται από κύτταρα της λέμφου· (6) εκλεκτική όταν η δράση προέρχεται από φάρμακα που επηρεάζουν συγκεκριμένους ιστούς και όργανα· (7) συνεργική, όταν κάποιο φάρμακο επιτείνει τη δράση κάποιου άλλου· (8) ανταγωνιστική, όταν ένα φάρμακο δρα ανταγωνιστικά ως προς κάποιο άλλο· (9) φυσιολογική, όταν ένα φάρμακο ασκεί ευεργετική δράση, παρόμοια με κάποια που φυσιολογικά ασκεί ο οργανισμός· (10) θεραπευτική, όταν η δράση του φαρμάκου είναι η αντιμετώπιση ενός νοσήματος ή η επιδιόρθωση οργάνων ή ιστών που έχουν υποστεί κάποια βλάβη· (11) προκαλώντας παρενέργειες, όταν έχει μια μη επιθυμητή δράση· (12) εμπειρική, όταν οι δράσεις του δεν έχουν αποδειχθεί με βάση κλινικές και εργαστηριακές δοκιμασίες ότι είναι αποτελεσματικές, ή (13) τοξική, όταν το φάρμακο έχει τοξική ή ανεπιθύμητη δράση, η οποία γενικά είναι συνέπεια μακρόχρονης χρήσης ή υπερδοσολογίας.

Συσσωρευτική: Ορισμένα φάρμακα απεκκρίνονται ή απορροφώνται βραδέως με αποτέλεσμα μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις, το φάρμακο να συσσωρεύεται μέσα στον οργανισμό και να έχει τοξική δράση. Τέτοια φάρμακα δεν θα πρέπει να χορηγούνται για μεγάλες περιόδους.

Ασύμβατη: Ανεπιθύμητες παρενέργειες παρατηρούνται όταν ορισμένα φάρμακα χορηγούνται ταυτόχρονα. Αυτό μπορεί να οφείλεται στην ανταγωνιστική δράση ενός φαρμάκου με τα υπόλοιπα ή σε μια διασταυρούμενη αντίδραση, όπου το ένα φάρμακο απενεργοποιεί κάποιο άλλο (π.χ. μείγμα ορισμένων φαρμάκων που χορηγούνται ως ενδοφλέβια σκευάσματα).

Aliases (separate with |): Φαρμακολογική δράση
φαρυγγίτιδα

Φλεγμονή του βλεννογόνου και του λεμφικού ιστού του φάρυγγα, συνήθως ως αποτέλεσμα λοίμωξης.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η νόσος προκαλείται συνήθως από ιογενείς ή βακτηριακές λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένων του ιού της γρίπης, του πυογόνου στρεπτόκοκκου (streptococcus pyogenes) ή του μυκοπλάσματος της πνευμονίας (Mycoplasma pneumoniae). Περιστασιακά ευθύνονται η διφθερίτιδα και η μυκητίαση με Candida.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Το κύριο σύμπτωμα είναι η φαρυγγαλγία. Μπορεί να υπάρξει επίσης πυρετός, κακουχία, μυαλγίες, και επώδυνη κατάποση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Οι γαργάρες με αλατούχο νερό παρέχουν τοπική ανακούφιση. Τα αναλγητικά, τα υγρά, οι παστίλιες του φάρυγγα ή τα τοπικά αναισθητικά είναι επίσης βοηθητικά. Αν τα αποτελέσματα των εξετάσεων ή των καλλιεργειών δείξουν στρεπτόκοκκους, τότε η χορήγηση πενικιλλίνης ή ερυθρομυκίνης έχει θεραπευτικά αποτελέσματα.

Aliases (separate with |): Φαρυγγίτιδα
φεριτίνη

Σιδηρο-φωσφορικό πρωτεϊνικό σύμπλεγμα που περιέχει περίπου 23% σίδηρο. Σχηματίζεται στον εντερικό βλεννογόνο από τη σύνδεση τρισθενούς σιδήρου με μια πρωτεΐνη, την αποφεριτίνη. Οι ιστοί αποθηκεύουν με αυτή τη μορφή σίδηρο, κυρίως στο δικτυοενδοθηλιακό σύστημα του ήπατος, του σπλήνα και του μυελού των οστών.

Aliases (separate with |): Φεριτίνη
φλέβα

Αγγείο που μεταφέρει αποξυγονωμένο (σκούρο κόκκινο) αίμα προς την καρδιά, εκτός από τις πνευμονικές φλέβες που μεταφέρουν οξυγονωμένο αίμα. Το τοίχωμα της φλέβας αποτελείται από τρεις χιτώνες: το ενδοθήλιο που επενδύει το εσωτερικό του αγγείου σχηματίζοντας τις βαλβίδες, τον λεπτό μέσο λείο μυ'ίκό χιτώνα και τον λεπτό ινώδη εξωτερικό χιτώνα. Οι φλέβες διαφέρουν από τις αρτηρίες στο ότι έχουν μεγαλύτερη χωρητικότητα και είναι περισσότερες· επίσης έχουν λεπτότερο τοίχωμα, μεγαλύτερες και συχνότερες αναστομώσεις και εμφανίζουν βαλβίδες που αποτρέπουν την παλινδρόμηση αίματος. Οι συστηματικές φλέβες διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, τις επιπολής ή υποδόριες και τις εν τω βάθει με πολλαπλές αναστομώσεις μεταξύ των δύο κατηγοριών. Οι πρώτες δεν συνοδεύουν συνήθως κάποια αρτηρία, όπως συμβαίνει με τις τελευταίες. Οι συστηματικές φλέβες μπορούν επίσης να ταξινομηθούν σε τρεις κατηγορίες - σε αυτές που εισέρχονται στον δεξιό κόλπο μέσω της κάτω κοίλης φλέβας, σε αυτές που εισέρχονται μέσω της άνω κοίλης φλέβας και σε αυτές που εισέρχονται μέσω του στεφανιαίου κόλπου.

Aliases (separate with |): Φλέβα
φλεβική πίεση

Η πίεση του αίματος εντός των φλεβών. Είναι υψηλότερη κοντά στην περιφέρεια και ελαττώνεται βαθμιαία από τα τριχοειδή προς την καρδιά. Κοντά στην καρδιά η πίεση μπορεί να είναι κοντά στο μηδέν (αρνητική πίεση), λόγω της αρνητικής ενδοθωρακικής πίεσης.

Aliases (separate with |): Φλεβική πίεση
φλεβικός σφυγμός

Ο σφυγμός σε μια φλέβα και ιδιαίτερα ο σφυγμός σε μεγάλες φλέβες κοντά στην καρδιά, όπως η έσω ή έξω σφαγίτιδα. Φυσιολογικά είναι ελάχιστα ψηλαφητός. Είναι έκδηλος σε καταστάσεις όπως η παλινδρόμηση του αίματος στην τριγλώχινα βαλβίδα.

Aliases (separate with |): Φλεβικός σφυγμός
φλεβίτιδα

Φλεγμονή μιας φλέβας.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι κοινές αιτίες περιλαμβάνουν τον χημικό ή μηχανικό ερεθισμό φλεβών από σκληρυντικά ενδοφλέβια υγρά ή μόνιμους καθετήρες, την θρόμβωση ή τις λοιμώξεις.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η προσβεβλημένη φλέβα είναι συχνά επώδυνη, ευαίσθητη, ερυθρή, ή οιδηματώδης. Η φλεγμονή ή η απόφραξη μεγάλων ή εν τω βάθη φλεβών μπορεί να προκαλέσει οίδημα περιφερικά της βλάβης.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Αν είναι δυνατό, θα πρέπει να χορηγούνται πολύ συμπυκνωμένες ή ερεθιστικές ενδοφλέβιες ουσίες, διαμέσου κεντρικών φλεβικών καθετήρων. Οι ερεθισμένες ή εξέρυθρες θέσεις της ενδοφλέβιας έγχυσης θα πρέπει να μεταβάλλονται. Οι ασθενείς με ιστορικό εν τω βάθη φλεβικής θρόμβωσης θα πρέπει να λαμβάνουν αντιπηκτικά φάρμακα και να αποφεύγουν το παρατεταμένο κάθισμα ή την κατάκλιση. Θα πρέπει να αποφεΰγουν επίσης φάρμακα, τα οποία αυξάνουν τον κίνδυνο θρόμβωσης, όπως είναι τα οιστρογόνα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η επιπολής θρομβοφλεβίτιδα θεραπεύεται με την ανύψωση του άκρου και την εφαρμογή θερμότητας. Κάθε ενοχλητικό διάλυμα ή καθετήρας αφαιρείται από την φλέβα. Η φλεβίτιδα που προκαλείται από θρόμβους μπορεί να θεραπευτεί με αντιαιμοπεταλιακά ή αντιπηκτικά φάρμακα, θρομβολυτικές ουσίες ή σε σπάνιες περιπτώσεις με χειρουργική επέμβαση. Μπορεί να χρειαστούν αντιβιοτικά, επέμβαση ή και τα δύο για τις λοιμώξεις των φλεβών.

Aliases (separate with |): Φλεβίτιδα
φλεγμονή

Μία ανοσολογική άμυνα έναντι τραυματισμού, λοίμωξης ή αλλεργίας, που χαρακτηρίζεται από αύξηση της τοπικής αιματικής ροής, μετανάστευση λευκών αιμοσφαιρίων, και απελευθέρωση χημικών τοξινών. Η φλεγμονή είναι ένας μηχανισμός που χρησιμοποιεί το σώμα για να προστατεύεται από την εισβολή ξένων οργανισμών και για την αποκατάσταση των ιστικώντραυμάτων. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της είναι η ερυθρότητα, η θερμότητα, το οίδημα, το άλγος, και η απώλεια λειτουργικότητας του τμήματος του σώματος. Συστηματικά, η φλεγμονή μπορεί να δημιουργήσει πυρετούς, αρθραλγίες και μυαλγίες, δυσλειτουργίες οργάνων και καταβολή.

Η ΦΛΕΓΜΟΝΩΔΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ: Οι τοπικές φλεγμονώδεις απαντήσεις ξεκινούν όταν ο τραυματισμένος ή μολυσμένος ιστός ενεργοποιεί την χυμική και κυτταρική ανοσία. Κατασκευάζονται πρωτείνες του συμπληρώματος και κυττα-ροκίνες. Αυτές οι πρωτείνες ενεργοποιούν έναν καταρράκτη χημικών γεγονότων τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της τοπικής αιματικής ροής και το τακτισμό λευκών αιμοσφαιρίων στους κατεστραμμένους ιστούς. Τα λευκά αιμοσφαίρια με την σειρά τους καταναλώνουν ξένα ή τραυματισμένα κύτταρα και απελευθερώνουν μεταβολίτες του αραχιδονικού οξέος, κινίνες, ισταμίνη και συμπλήρωμα, και με τον τρόπο αυτό ενισχύεται και παρατείνεται η ανοσολογική απάντηση. Τα λευκά αιμοσφαίρια απελευθερώνουν επίσης τοξικές ρίζες οξυγόνου, οξείδιο του αζώτου, και ένζυμα καταστροφής των ιστών σε μία απόπειρα να φονευθούν οι εισβάλλοντες μικροοργανισμοί. Σε υγιή άτομα, η διαδικασία συνεχίζεται μέχρι να απομακρυνθούν όλοι οι κατεστραμμένοι ιστοί ή οι εισβάλλοντες παθογόνοι οργανισμοί (συνήθως γύρω στις 5 ημέρες). Ακολουθεί η συρροή ινοβλαστών οι οποίοι επιδιορθώνουν την βλάβη και δημιουργούν μία ουλή επούλωσης.

Συστηματικές φλεγμονώδεις απαντήσεις προκύπτουν όταν αναγνωρίζονται οι ξένες πρωτείνες (π.χ. στην κυκλοφορία του αίματος) και δημιουργούνται ανοσοσυμπλέγματα ή ενεργοποιούνται κυτταροτοξικά Τ κύτταρα. Αν η ανοσολογική απάντηση πυροδοτηθεί από σήψη, οι παράγοντες αυτοί βοηθούν στην κάθαρση των μικροοργανισμών από το αίμα.

Αυτοάνοσες νόσοι εμφανίζονται όταν τα χημικά και κυτταρικά όργανα της φλεγμονής κατευθύνονται επίμονα εναντίον των ιστών του σώματος.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Μη ειδικές εξετάσεις που υποδηλώνουν φλεγμονή περιλαμβάνουν τον αυξημένο αριθμό των λευκών αιμοσφαιρίων, αύξηση της καθίζησης ερυθρών ή των επιπέδων της C αντιδρώσας πρωτείνης.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Ήπια φλεγμονή (όπως η φλεγμονώδης μεταβολή που ακολουθεί μικρο-τραυ-ματισμούς) συχνά λύεται με την τοπική εφαρμογή παγοκύστεων ή παγωμένου νερού. Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (π.χ. ιμπρουφαίνη) και τα στεροειδή (πχ. πρενδιζολόνη) είναι χρήσιμα στην αντιμετώπιση σοβαρότερων φλεγμονών, όπως και πολλά αντιρευματικά φάρμακα που τροποποιούν τη νόσο, όπως η μεθοτρεξάτη ή η αζαθειοπρίνη.

Aliases (separate with |): Φλεγμονή
φλεγμονώδης αντίδραση μεσολαβούμενη από την ανοσία

Η διαδικασία κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα καταστρέφει, διαλύει και αποσυνθέτει βλαπτικούς παράγοντες και τραυματισμένους ιστούς. Μικρού μεγέθους αγγεία διαστέλλονται και γίνονται διαπερατά. Αυτό αυξάνει την αιματική ροή και επιτρέπει την εξίδρωση πλάσματος και λευκοκυττάρων. Τα προερχόμενα από το αίμα κύτταρα περιλαμβάνουν μονοκύτταρα, ουδετερόφιλα, βασεόφιλα και λεμφοκύτταρα. Αυτά που προέρχονται από τους τοπικούς ιστούς αποτελούνται από ενδοθηλιακά κύτταρα, μαστοκύτταρα, ινοβλάστες του ιστού και μακροφάγα. Αλλοι μεσολαβητές της φλεγμονής είναι οι κυτοκίνες, οι ιντερ-λευκίνες και οι νευροπάθειες.

Aliases (separate with |): Φλεγμονώδης αντίδραση μεσολαβούμενη από την ανοσία
φλεγμονώδης νόσος της πυέλου

Λοίμωξη της μήτρας, των σαλπίγγων και των γειτονικών πυελικών ιστών, η οποία δεν σχετίζεται με χειρουργική επέμβαση ή εγκυμοσύνη. Η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου προκαλείται συνήθως από ανιούσα λοίμωξη, κατά την οποία παθογόνοι μικροοργανισμοί εξαπλώνονται από τον κόλπο και τον τράχηλο προς τα άνω τμήματα του αναπαραγωγικού συστήματος της γυναίκας.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Τα χλαμύδια (Chlamydia trachomatis) και η γονόρροια (Neisseria gonorrheae) αποτελούν τις πιο συχνές αιτίες φλεγμονώδους νόσου της πυέλου, αν και εμπλέκονται συχνά αναερόβια μικρόβια, όπως η Escherichia coli, και άλλοι μικροοργανισμοί.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Το πιο συχνό σύμπτωμα είναι το υπογάστριο ή πυελικό άλγος, το οποίο αρχίζει τυπικά μετά από την έναρξη της εμμήνου ρύσης. Συχνό σημείο είναι η έντονη ευαισθησία κατά την φυσική εξέταση του τραχήλου, των σαλπίγγων ή των ωοθηκών. Μερικές φορές υπάρχει διαυγές, λευκό ή πυώδες κολπικό έκκριμα. Σε λιγότερους ασθενείς μπορεί να εμφανιστεί πυρετός, ρίγη, ναυτία, έμετος, κολπική αιμόρροια, δυσουρία, δυσπαρεύνια ή άλγος του πρωκτού και του ορθού.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Ο διαχωρισμός της φλεγμονώδους νόσου της πυέλου από άλλες αιτίες κατώτερου κοιλιακού ή πυελικού άλγους μπορεί να είναι δύσκολος. Η νόσος μπορεί να εκληφθεί λανθασμένα ως σκωληκοειδίτιδα, εκκολπωματίτιδα, σαλπιγγοωοθηκικό απόστημα, ενδομητρίτιδα, εξωμήτρια κύηση ή ως κάποια άλλη σοβαρή νόσος. Απαντάται πιθανότερα σε νέες, σεξουαλικά δραστήριες ασθενείς, με πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους, ειδικά αν υπάρχει προηγούμενο ιστορικό σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων ή κατάχρησης ουσιών. Ανευρίσκεται συχνά λευκοκυττάρωση και αυξημένη ταχύτητα καθίζησης, ενώ κατά την πυελική εξέταση συχνά εμφανίζεται βλεννοπυώδες έκκριμα. Οι καλλιέργειες από τον κόλπο ή τον τράχηλο ενδέχεται να αποβούν βοηθητικές στην εξακρίβωση του αιτιολογικού μικροοργανισμού. Σε ασθενείς, όπου η διάγνωση δεν έχει διευκρινιστεί, μπορεί να χρειαστεί λαπαροσκόπηση, υπερηχογραφία ή αξονική τομογραφία.

ΕΠΙΠλΟΚΕΣ: Η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου μπορεί να προκαλέσει συμφύσεις ή ουλοποίηση των σαλπίγγων και της πυέλου και αποτελεί συχνή αιτία πυελικού άλγους και εξωμήτριας κύησης. Σχεδόν το ένα τρίτο όλων των γυναικών που είναι υπογόνιμες, έχουν απολέσει την ικανότητά τους να συλλάβουν λόγω φλεγμονώδους νόσου της πυέλου. Περιστασιακά, η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου προκαλεί ενδοπεριτοναϊκά αποστήματα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα αντιβιοτικά που είναι αποτελεσματικά έναντι των γονοκόκκων, των χλαμυδίων, των αναερόβιων και των gram-αρνητικών βακτηρίων χρησιμοποιούνται συνήθως για την θεραπεία της φλεγμονώδους νόσου της πυέλου. Η συνήθης θεραπεία περιλαμβάνει τετρακυκλίνες, όπως την δοξυκυκλίνη και μια κεφαλοσπορίνη. Η πρώιμη θεραπεία προλαμβάνει την υπογονιμότητα που προκαλείται από συμφύσεις ή ουλοποίηοη των σαλπίγγων. Σε ασθενείς με σαλπιγγικό ή πυελικό απόστημα απαιτείται παροχέτευση. Οι ερωτικοί σύντροφοι θα πρέπει να εξετάζονται για την ύπαρξη σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νόσων ώστε να τους χορηγηθεί θεραπεία, αν τα αποτελέσματα των καλλιεργειών αποβούν θετικά.

Aliases (separate with |): Φλεγμονώδης νόσος της πυέλου
φλεγμονώδης νόσος του εντέρου

Ένας όρος που χρησιμοποιείται για έναν αριθμό χρόνιων φλεγμονωδών νόσων του γαστρεντερικού συστήματος άγνωστης αιτιολογίας. Οι δύο συχνότερες είναι η ελκώδης κολίτιδα και η νόσος του Crohn.

ΠΑΘΟΛΟΓΟΑΝΑΤΟΜΙΑ: Η ελκώδης κολίτιδα περιορίζεται στις επιφανιακές στοιβάδες του τοιχώματος του εντέρου, ενώ η νόσος του Crohn μπορεί να περικλείει όλες τις στοιβάδες του εντερικού τοιχώματος από τον στοματοφάρυγγα μέχρι τον πρωκτό. Η φλεγμονή της ελκώδους κολίτιδας είναι συνεχής κατά μήκος του προσβεβλημένου εντέρου, δημιουργώντας έναν τραχύ, ελκωτικό, διαβρωμένο αυλό. Αντίθετα, η νόσος του Crohn χαρακτηρίζεται από πλάκες κοκκιωματώδους φλεγμονής, που δημιουργούν μία βλεννογονική επιφάνεια από στρογγυλές πλάκες οι οποίες μπορεί να δημιουργήσουν βαθιές σχισμές ή έναν παχύ, ελαστικό ιστό. Στη νόσος του Crohn μπορεί να δημιουργηθούν συρίγγια μεταξύ παρακειμένων τμημάτων του εντέρου, του κόλπου και της ουροδόχου κύστης, όχι όμως και στην ελκώδη κολίτιδα.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Για τη διάγνωση των IBD χρησιμοποιούνται εξετάσεις του ανωτέρου και κατωτέρου πεπτικού συστήματος με βάριο και ενδοσκοπήσεις

Aliases (separate with |): Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου
φλυκταινώδες έκζεμα

Θυλακιώδες, κηρώδες ή συνεχές έκζεμα, που περιλαμβάνει το εξέρυθρο έκζεμα (ερυθρή, στιλπνή επιφάνεια με μικρή παραγωγή ορώδους υγρού), το ερυθρό έκζεμα (τραχεία, ερυθρή επιφάνεια με άφθονη παραγωγή ορώδους υγρού), το ραγαδωτό έκζεμα (παχύ, ξηρό, ανελαστικό δέρμα με ραγάδες και σχισμές), το λεπιδώδες ή πιτυρώδες έκζεμα (χρόνιο σε πέλματα, κάτω άκρα και τριχωτό κεφαλής με πολλαπλές, περιγεγραμμένες, διαβρωμένες πλάκες με λεπτά, ξηρά λέπια).

Aliases (separate with |): Φλυκταινώδες έκζεμα
φορέας
  1. Άτομο το οποίο περιθάλπει ειδικό παθογόνο οργανισμό, δε φέρει διακριτά συμπτώματα της νόσου και είναι δυνητικά ικανός να εξαπλώσει τον οργανισμό σε άλλους.

  2. Ένα ζώο, έντομο, ή ουσία (πχ., τροφή, νερό, κόπρανα) που μπορεί να μεταδώσει μολυσματικούς οργανισμούς.

  3. Μόριο το οποίο όταν συνδυασθεί με άλλη ουσία, μπορεί να διέρχεται μέσω της κυτταρικής μεμβράνης, όπως συμβαίνει κατά τη διευκολυνόμενη διάχυση ή ορισμένους μηχανισμούς ενεργού μεταφοράς.

  4. Ένας ετεροζυγώτης, ένας ο οποίος φέρει ένα υπολειπόμενο γονίδιο μαζί με το φυσιολογικό του αλληλόμορφο.

  5. Εργαλείο ή συσκευή για μεταφορά. Στην οδοντιατρική για παράδειγμα, ένας μεταφορέας αμαλγάματος.

Aliases (separate with |): Φορέας
φόρμα συγκατάθεσης

Νομικό έγγραφο, με ημερομηνία και υπογεγραμμένο από έναν ασθενή και τον επιβλέποντα ιατρό του, το οποίο δηλώνει ότι ο ασθενής έχει συμβουλευθεί σχετικά με τη φροντίδα που πρόκειται να λάβει. Το έγγραφο πρέπεινα καθορίζειτη φύση της παρακολούθησης καιτα προτεινόμενα οφέλη και κινδύνους. Εάν η παρακολούθηση περιλαμβάνει επεμβατική διαδικασία, το έγγραφο πρέπεινα παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τη διαδικασία, έτσι ώστε ένας λογικός άνθρωπος να μπορεί να αποφασίσει εάν ενδιαφέρεται να προχωρήσει. Πρέπει επίσης να καταγράφονται οι κίνδυνοιτης διαδικασίας καθώςκαι εκείνοιπου υπάρχουν εάν δεν ακολουθηθεί. Πρέπει επίσης να απαριθμηθούν εναλλακτικές της διαδικασίας. Πρέπει να διατυπωθούν στο έγγραφο με σαφήνεια οποιοιδήποτε ειδικοί όροιή συνθήκες. Το έγγραφο επικυρώνεται όταν αναγραφεί η ημερομηνία και υπογραφεί από όλα τα ενδιαφερόμενα μέλη.

Aliases (separate with |): Φόρμα συγκατάθεσης
Φρόιντ, Σίγκμουντ

Διάσημος Αυστριακός νευρολόγος και ψυχαναλυτής (1856-1939) του οποίου οι διδασκαλίες περιλάμβαναν την ανάλυση αντοχής και μεταβίβασης και μία διαδικασία έρευνας της διανοητικής λειτουργίας με χρήση ελεύθερου συνειρμού και ερμηνεία ονείρων. Ο Φρόιντ δε θεωρούσε την ψυχανάλυση επιστημονική. Πίστευε ότι ο σκοπός της ήταν η διασαφήνιση των σκοτεινότερων μύχιων του μυαλού και η διευκόλυνση ατόμων να ενσωματώσουν τις συναισθηματικές και διανοητικές πλευρές της φύσης τους (π.χ. τις δυνάμεις ζωής και θανάτου) και να αναπτύξουν καλύτερη αυτογνωσία και ένα επίπεδο ωριμότητας και ηρεμίας μυαλού που θα μπορούσαν να βοηθήσουν το άτομο και τους άλλους να έχουν καλύτερες ζωές.

Aliases (separate with |): Φρόιντ, Σίγκμουντ
φρουκτόζη

Σάκχαρο φρούτων. Ένας μονοσακχαρίτης και μία εξόζη που έχει τον ίδιο εμπειρικό τύπο με την γλυκόζη, C6H12O6, και βρίσκεται σε σιρόπι αραβόσιτου, μέλη, χυμούς φρούτων και ως μέρος του δισακχαρίτη σακχαρόζη. Στο ήπαρ, η φρουκτόζη μετατρέπεται σε γλυκόζη ώστε να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή ενέργειας ή για την αποθήκευσή της ως γλυκογόνο.

Aliases (separate with |): Φρουκτόζη
φυλετική επιλογή
  1. Επιλογή του φύλου ενός απογόνου μέσω μεθόδων οι οποίες αυξάνουν την πιθανότητα σύλληψης αγοριού ή κοριτσιού.
  2. Θεωρία, οι ρίζες της οποίας εντοπίζονται στην προσπάθεια αναζήτησης διαφορών στα δευτερογενή χαρακτηριστικά του φύλου μεταξύ αρσενικών και θηλυκών ζώων (συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων). Υποστηρίζεται ότι τα άτομα ζευγαρώνουν με άτομα του αντίθετου φύλου τα οποία φέρουν ταυτοποιήσιμους διακριτούς φαινοτύπους.
Aliases (separate with |): Φυλετική επιλογή
φυλοσύνδετο γονίδιο

Γονίδιο στο χρωμόσωμα Χ για το οποίο δεν υπάρχει αντίστοιχο γονίδιο στο χρωμόσωμα Y. Τα γονίδια αυτά είναι συνήθως υπολειπόμενα, αλλά στους άρρενες που δε διαθέτουν αντίστοιχα γονίδια για την αναστολή της έκφρασής τους, τα χαρακτηριστικά (π.χ., αχρωματοψία ερυθρού-πράσινου) εκφράζονται παρουσία ενός μόνο υπολειπόμενου γονιδίου.

Aliases (separate with |): Φυλοσύνδετο γονίδιο
φυματίωση

Μια λοιμώδης νόσος που προκαλείται από βάκιλλο φυματίου, Mycobacterium tuberculosis, και χαρακτηρίζεται παθολογικά από φλεγμονώδη διήθηση, σχηματισμό φυματίων, τυροειδοποίηση ιστών, νέκρωση, αποστήματα, ίνωση και αποτιτάνωση. Επηρεάζει συνηθέστερα το αναπνευστικό σύστημα, αλλά μπορούν να προσβληθούν και άλλα σημεία του οργανισμού όπως η γαστρεντερική και ουροποιογεννητική οδός, οστά, αρθρώσεις, νευρικό σύστημα, λεμφαδένες, και δέρμα. Ψάρια, αμφίβια, πτηνά και θηλαστικά (ειδικότερα βοοειδή) υπόκεινται στη νόσο. Υπάρχουν τρεις τύποι βακίλλων φυματίωσης: ανθρώπειοι, βόειοι, και των πτηνών. Οι άνθρωποι μπορούν να προσβληθούν από οποιονδήποτε από τους τρεις τύπους, αλλά στις ΗΠΑ ο ανθρώπειος τύπος κυριαρχεί. Η μόλυνση συνήθως αποκτάται μέσω της επαφής με ένα προσβεβλημένο άτομο ή μια προσβεβλημένη αγελάδα ή μέσω της πόσης μολυσμένου γάλακτος. Στις ΗΠΑ, περίπου 10 έως 15 εκατομμύρια άτομα έχουν προσβληθεί από φυματίωση. Παγκοσμίως, περίπου 1,7 δισεκατομμύρια άτομα φέρουν τη λοίμωξη. Περίπου 3% των περιστατικών ΤΒ είναι ανθεκτικά σε φάρμακα.

Η φυματίωση συνήθως προσβάλλει τους πνεύμονες, αλλά η νόσος μπορεί να εξαπλωθεί σε άλλα όργανα συμπεριλαμβανομένων των γαστρεντερικών και ουροποιογεννητικών οδών, οστών, αρθρώσεων, νευρικού συστήματος, λεμφαδένων, και δέρματος. Τα μακροφάγα περιβάλλουν τους βακίλλους σε μία προσπάθεια εγκόλπωσής τους αλλά δεν μπορούν, παράγοντας κοκκιώματα με έναν μαλακό, τυροειδή πυρήνα. Από αυτήν την κατάσταση, οι αλλοιώσεις μπορεί να επουλωθούν από ίνωση και αποτιτάνωση και η νόσος να υπάρχει σε ένα ανεσταλμένο ή ανενεργό στάδιο. Επανενεργοποίηση ή επιδείνωση της νόσου ή επαναμόλυνση οδηγούν στη χρόνια προοδευτική μορφή.

Η συχνότητα εμφάνισης της ΤΒ μειώθηκε σταδιακά από τα 1950 έως περίπου το 1990, όταν το επιδημικό σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας, μία αύξηση στον πληθυσμό των αστέγων, μία αύξηση στους μετανάστες από ενδημικές περιοχές, και μία μείωση στην δημόσια επαγρύπνηση προκάλεσαν ανάκαμψη της νόσου. Οι πληθυσμοί σε υψηλότερο κίνδυνο ΤΒ περιλαμβάνουν ασθενείς με ανθρώπινο ιό ανοσοανεπάρκειας (HIV), Ασιάτες και άλλους πρόσφυγες, άστεγους των πόλεων, αλκοολικούς και άλλους χρήστες ουσιών, τρόφιμους φυλακών και ψυχιατρικών ιδρυμάτων, εσωτερικούς ασθενείς ιδιωτικών κλινικών, ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, και άτομα με χρόνιες αναπνευστικές διαταραχές, σακχαρώδη διαβήτη, νεφρική δυσλειτουργία, ή με υποσιτισμό. Άτομα από αυτές τις ομάδες κινδύνου πρέπει να εκτιμώνται για ΤΒ εάν αναπτύξουν πνευμονία. Όλοι οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας πρέπει να εξετάζονται ετησίως.

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΥ: Περίπου 4 έως 12 εβδομάδες θα παρέλθουν μεταξύ του χρόνου της λοίμωξης και του χρόνου εμφάνισης μιας ευαπόδεικτης πρωτογενούς αλλοίωσης ή θετικής δερματικής δοκιμής φυματίνης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η πνευμονική ΤΒ παράγει χρόνιο βήχα, παραγωγή πτυέλων, πυρετό, ιδρώτα, και απώλεια βάρους. Η ΤΒ μπορεί επίσης να προκαλέσει νευρολογική νόσο (μηνιγγίτιδα), μολύνσεις των οστών, ουροποιητική αιμορραγία, και άλλα συμπτώματα εάν εξαπλωθεί σε άλλα όργανα.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Μία θετική δερματική δοκιμή φυματίνης υποδεικνύει ότι ο ασθενής παρουσιάζει φυματιώδη λοίμωξη. Ωστόσο, εκτός και εάν επαναλαμβανόμενες εξετάσεις υποδείξουν μία πρόσφατη αλλαγή από αρνητική, είναι απίθανο να γνωρίζουμε πόσο πρόσφατα συνέβη η λοίμωξη. Μία τεκμαρτή διάγνωση ενεργούς νόσου πραγματοποιείται μέσω της εύρεσης οξεάντοχων βακίλλων σε κεχρωσμένα επιχρίσματα από πτύελο ή άλλα σωματικά υγρά. Η διάγνωση επιβεβαιώνεται με την απομόνωση του Mycobacterium tuberculosis σε καλλιέργεια ή ταχείς δοκιμαστικούς ανιχνευτές νουκλεϊνικών οξέων.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Θεραπευτικές αγωγές για ΤΒ έχουν αναπτυχθεί για ασθενείς ανάλογα με την κατάσταση HlV, την επικράτηση στην κοινωνία νόσου ανθεκτικής σε πολλαπλά φάρμακα, αλλεργίες φαρμάκων, και αλληλεπιδράσεις φαρμάκων. ΤΒ χωρίς επιπλοκές στον μη-HlV προσβεβλημένο ασθενή τυπικά αντιμετωπίζεται με θεραπευτική αγωγή τεσσάρων φαρμάκων για 2 μήνες (ισονιαζίδη, ριφαμπίνη, εθαμπουτόλη, και πυραζιναμίδη), ακολουθούμενη από ισονιαζίδη και ριφαμπίνη για 4 μήνες επιπλέον. Κάποιοι ειδικοί συνιστούν μία μεγαλύτερη σε χρονική διάρκεια θεραπεία σε ασθενείς που έχουν προσβληθεί συγχρόνως και με HIV. Για τη διασφάλιση συμμόρφωσης και για την αποτροπή της εξέλιξης ανθεκτικών σε φάρμακα στελεχών των Mycobacteria, πρέπει να χρησιμοποιείται άμεσα παρατηρούμενη θεραπεία. Η ανθεκτική σε πολλαπλά φάρμακα ΤΒ είναι δυσκολότερο να αντιμετωπισθεί επιτυχώς. Έχει ποσοστό θνησιμότητας έως 80% και μπορεί να απαιτεί θεραπεία έως 2 έτη.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Όλοι οι ασθενείς με HIV πρέπει να ελέγχονται για ΤΒ, και όλοι οι ασθενείς με ΤΒ πρέπει να ελέγχονται για HIV, επειδή περίπου ένα τέταρτο όλων των ασθενών με τη μία νόσο μπορούν να προσβληθούν από την άλλη.

Aliases (separate with |): Φυματίωση
φύσημα

Ένας παθολογικός ήχος που ακούγεται κατά την ακρόαση της καρδιάς ή των γειτονικών μεγάλων αιμοφόρων αγγείων. Τα φυσήματα μπορεί να είναι ήπια, σαν φύσημα ανέμου, τραχέα, βύθια, δυνατά ή ποικίλα σε ένταση. Μπορεί να ακούγονται κατά τη συστολή, τη διαστολή ή και τα δύο. Ένα φύσημα δεν υποδεικνύει απαραίτητα καρδιακή νόσο και πολλές καρδιακές νόσοι δεν παράγουν φυσήματα.

Aliases (separate with |): Φύσημα
φυσιολογικός φλεβοκομβικός ρυθμός

Φυσιολογικός καρδιακός ρυθμός του οποίου ο βηματοδότης εντοπίζεται στον φλεβόκομβο και του οποίου η αγωγιμότητα μέσω των κόλπων, του κολποκοιλιακού κόμβου και των κοιλιών είναι διαρκής. Το μεσοδιάστημα μεταξύ των συμπλεγμάτων είναι φυσιολογικό, ο κοιλιακός ρυθμός είναι μεταξύ 60 ως 100, παρατηρούνται θετικά P κύματα στις απαγωγές Ι και ΙΙ, αρνητικό κύμα P στην απαγωγή AVR, διάστημα P-R 0,12 ως 0,20 sec και ένα κύμα P να προηγείται κάθε QRS συμπλέγματος.

Aliases (separate with |): Φυσιολογικός φλεβοκομβικός ρυθμός
φωσφορικό άλας

Κάθε άλας του φωσφορικού οξέος που περιέχει την ρίζα ΡΟ4. Τα φωσφορικά άλατα είναι σημαντικά στην διατήρηση της οξεοβασικής ισορροπίας του αίματος, τα κυριότερα των οποίων είναι το μονονατρικό και δινατρικό φωσφορικό άλας. Το πρώτο είναι όξινο, το δεύτερο αλκαλικό. Στο αίμα, λόγω της χαμηλής τους συγκέντρωσης, ασκούν ελάσσονα ρυθμιστική δράση.

Aliases (separate with |): Φωσφορικό άλας
φωτοδυναμική θεραπεία

Έγχυση φωτοευαίσθητης χημικής ουσίας ή χρωστικής στην περιοχή ενός όγκου, που ακολουθείται από την έκθεση της περιοχής αυτής σε φως (συνήθως λέιζερ) με σκοπό την θανάτωση των καρκινικών κυττάρων.

Aliases (separate with |): Φωτοδυναμική θεραπεία
φωτοευαισθησία

Η ευαισθησία στο φως, είτε λόγω αυτοάνοσης πάθησης, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, είτε λόγω χρήσης ή εφαρμογής ευαισθητοποιητικών φαρμάκων ή χημικών ουσιών.

ΦΑΡΜΑΚΟ-ΕΠΑΓΟΜΕΝΗ ΦΩΤΟΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ: Τα άτομα που χρησιμοποιούν συγκεκριμένα φάρμακα ή άλλες χημικές ουσίες μπορεί να αναπτύξουν δερματίτιδα ή ηλιακό έγκαυμα, μετά την έκθεση στο φως συγκεκριμένης έντασης και διάρκειας, το οποίο φυσιολογικά δεν θα τους επηρέαζε. Αυτές οι φωτοτοξικές αντιδράσεις προκαλούνται από την αλληλεπίδραση του υπεριώδους φωτός και των χημικών ουσιών που εμπεριέχονται στο φάρμακο, αλλά δεν επάγονται από το ανοσοποιητικό σύστημα. Οι ουσίες που σχετίζονται με φωτοευαισθησία περιλαμβάνουν τα παράγωγα της πίσσας που ανευρίσκονται σε αρώματα και βαφές, τα αντιεμετικά φάρμακα, τα οιστρογόνα και τα προγεσταγόνα, τα ψωραλένια, τις σουλφοναμίδες, τις σουλφονυλουρίες (από του στόματος υπογλυκαιμικά φάρμακα), τα θειαζιδικά διουρητικά, και τις τετρακυκλίνες. Τα άτομα που είναι γνωστό ότι έχουν αυξημένη ευαισθησία στο φως, η οποία προκαλείται από τα φάρμακα που λαμβάνουν, θα πρέπει να αποφεύγουν την έκθεση στο φως ή όταν εκτίθενται σε αυτό να χρησιμοποιούν ηλιοπροστασία ή ενδύματα που να καλύπτουν τις εκτιθέμενες περιοχές του δέρματος.

Aliases (separate with |): Φωτοευαισθησία
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL