Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
υδατάνθρακας

Οποιοδήποτε από ομάδα οργανικών χημικών, περιλαμβανομένων των σακχάρων, του γλυκογόνου, των αμύλων, των δεξτρινών και των κυτταρινών τα οποία περιέχουν μόνο άνθρακα, οξυγόνο και υδρογόνο. Συνήθως, ο λόγος του υδρογόνου προς το οξυγόνο είναι 2:1. Η γλυκόζη και τα πολυμερή της (μεταξύ αυτών το άμυλο και η κυτταρίνη), εκτιμώνται ως οι πλέον άφθονες οργανικές χημικές ενώσεις στη γη, ξεπερνώντας σε ποσότητα ακόμα και τις μεγάλες αποθήκες καύσιμων υδρογονανθράκων κάτω από το φλοιό της Γης. Οι υδατάνθρακες είναι μία από τις έξι τάξεις θρεπτικών απαραίτητων στον οργανισμό (οι άλλες είναι οι πρωτεΐνες, τα λίπη, τα μέταλλα, οι βιταμίνες και το ύδωρ). Τα φυτά χρησιμοποιούν την ηλιακή ενέργεια ώστε να συνδυάσουν το διοξείδιο του άνθρακα και το νερό προς τη σύνθεση υδατανθράκων. Οι περισσότεροι φυτικοί υδατάνθρακες (κυτταρίνες), δεν είναι δυνατόν να μεταβολιστούν άμεσα από τα σπονδυλωτά. Παρ' όλα αυτά, ορισμένα βακτήρια τα οποία εντοπίζονται στην εντερική οδό ορισμένων σπονδυλωτών, αποικοδομούν την κυτταρίνη σε απορροφήσιμα μόρια. Η ανθρώπινη εντερική οδός, δεν διαθέτει το ένζυμο το οποίο διασπά την κυτταρίνη σε μόρια σακχάρων, αλλά οι άνθρωποι διασπούν το άμυλο σε μαλτόζη μέσω σιελικών και παγκρεατικών αμυλασών.

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ: Οι υδατάνθρακες ταξινομούνται σύμφωνα με τον αριθμό ατόμων άνθρακα που περιέχουν και βάσει των πόσων βασικών τύπων συνδυάζονται σε μεγαλύτερα μόρια. Τα πλέον κοινά απλά σάκχαρα, οι μονοσακχαρίτες, περιέχουν πέντε ή έξι άτομα άνθρακα και καλούνται πεντόζες και εξόζες αντίστοιχα. Δύο μονοσακχαρίτες συνδεδεμένοι μεταξύ τους καλούνται δισακχαρίτης. Μια σειρά (αλυσίδα) μονοσακχαριτών ή δισακχαριτών, καλείται πολυσακχαρίτης. Η ριβόζη και η δεοξυριβόζη είναι οι πλέον σημαντικές πεντόζες, η γλυκόζη, η φρουκτόζη και η γαλακτόζη, είναι οι πλέον σημαντικές εξόζες για τον ανθρώπινο μεταβολισμό. Τα δισακχαριτικά σάκχαρα της διατροφής είναι η μαλτόζη (δύο μόρια D-γλυκόζης), η σουκρόζη ή καλαμοσάκχαρο (γλυκόζη και φρουκτόζη) και η λακτόζη ή γαλακτοσάκχαρο (D-γλυκόζη και D-γαλακτόζη). Αυτά τα σάκχαρα διασπώνται και τελικά μετατρέπονται σε γλυκόζη μέσω ενζυμικής δράσης. Οι δύο σημαντικοί πολυσακχαρίτες είναι το άμυλο και το γλυκογόνο, με το τελευταίο να καλείται ζωικό άμυλο. Τα περιεχόμενα στην τροφή άμυλο και γλυκογόνο μεταβολίζονται στον άνθρωπο, πρώτα σε γλυκόζη και εν συνεχεία σε διοξείδιο του άνθρακα και νερό.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Οι υδατάνθρακες αποτελούν βασική πηγή ενέργειας. Αποθηκεύονται στο σώμα ως γλυκογόνο πρακτικά σε όλους τους ιστούς αλλά πρωταρχικά στο ήπαρ και στους μυς. Η γλυκόζη, μια σημαντική μορφή αποθηκευμένης ενέργειας, μπορεί να κινητοποιηθεί από αυτές τις θέσεις.

ΠΕΨΗ ΚΑΙ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ: Το μαγειρεμένο αλλά όχι το ωμό άμυλο διασπάται σε δισακχαρίτες από σιελικές αμυλάσες. Τόσο τα μαγειρεμένα όσο και τα ωμά άμυλα διασπώνται στο λεπτό έντερο από παγκρεατικές αμυλάσες. Οι δισακχαρίτες δεν μπορούν να απορροφηθούν έως ότου διασπασθούν σε μονοσακχαρίτες από ένζυμα της ψυκτροειδούς παρυφής των κυττάρων που επενδύουν την εντερική οδό. Η γλυκόζη και η γαλακτόζη είναι τα ενεργώς απορροφούμενα σάκχαρα. Η φρουκτόζη απορροφάται με διάχυση.

ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ: Παρότι ιδιαίτερα πολύπλοκος σε μοριακό επίπεδο, ο μεταβολισμός των υδατανθράκων μπορεί να εξηγηθεί ως ακολούθως. Οι υδατάνθρακες απορροφούνται ως γλυκόζη, γαλακτόζη, ή φρουκτόζη. Η φρουκτόζη και η γαλακτόζη μετατρέπονται σε γλυκόζη από το ήπαρ και είναι διαθέσιμες για την παραγωγή ενέργειας, ή μπορούν να αποθηκευθούν, αφότου μετατραπούν σε γλυκογόνο. Το γλυκογόνο είναι μεταβολικά διαθέσιμο, οποτεδήποτε απαιτείται απόθεμα ενέργειας.

ΠΗΓΕΣ: Οι υδατάνθρακες είναι παρόντες στις τροφές, σε εύπεπτες ή άπεπτες μορφές. Ο εύπεπτος τύπος αποτελεί σημαντική πηγή ενέργειας. Αυτοί, οι οποίοι δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν, συνήθως ορισμένες μορφές κυτταρίνης, είναι ωφέλιμες προσθέτοντας όγκο στις τροφές. Ολόκληρα σιτηρά, λαχανικά, όσπρια (φασόλια και αρακάς), κόνδυλοι (πατάτες), φρούτα, το μέλι και κατεργασμένα σάκχαρα αποτελούν άριστες πηγές υδατανθράκων. Οι θερμίδες οι οποίες προέρχονται από τη ζάχαρη και τα γλυκά καλούνται «άδειες» θερμίδες, διότι από τις τροφές αυτές απουσιάζουν τα απαραίτητα αμινοξέα, οι βιταμίνες και τα μέταλλα.

ΔΙΑΤΡΟΦΗ: Οι υδατάνθρακες περιέχουν 4,1 kcal/ γραμμάριο και είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι ως ταχεία πηγή ενέργειας καθότι είναι άμεσα αφομοιώσιμοι.

Aliases (separate with |): Υδατάνθρακας
υδράργυρος

ΣΥΜΒ: Hg. Ένα μεταλλικό στοιχείο με ατομικό βάρος 201 και ατομικό αριθμό 80. Είναι αδιάλυτος σε συνηθισμένους διαλύτες, αλλά διαλυτός σε υδροχλωρικό οξύ με βρασμό. (ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αυτή η διαδικασία θα είχε σαν αποτέλεσμα την απελευθέρωση εξαιρετικά τοξικών και ερεθιστικών ατμών στην ατμόσφαιρα). Είναι ένα ασημί υγρό σε θερμοκρασία δωματίου. Ο υδράργυρος σχηματίζει δύο σειρές αλάτων: αυτά στα οποία έχει σθένος ένα (μονοσθενής) και εκείνα στα οποία έχει σθένος δύο (δισθενής).

Aliases (separate with |): Υδράργυρος
υδρογόνο

ΣΥΜΒ: Η. Στοιχείο, το οποίο απαντάται ως άχρωμο, άοσμο και άγευστο αέριο και διαθέτει σθένος ενός ηλεκτρονίου· έχει ατομικό βάρος 1,0079, ατομικό αριθμό 1 και ειδικό βάρος 0,069. Ένα λίτρο του αερίου στο επίπεδο της θάλασσας και στους 0°C ζυγίζει 0,08988 g. Υπάρχουν τρία ισότοπα του υδρογόνου (το πρώτιο, το δευτέριο και το τρίτιο) με ατομικά βάρη περίπου 1, 2 και 3 αντίστοιχα.

ΕΝΤΟΠΙΣΗ: Το υδρογόνο απαντάται στον ήλιο και στους αστέρες. Αν και είναι το πλέον άφθονο στοιχείο στο γνωστό σύμπαν, η συγκέντρωσή του στη γήινη ατμόσφαιρα είναι μόλις 0,00005%. Το υδρογόνο απαντάται σε ελεύθερη μορφή (σε φυσικά αέρια και στις ηφαιστειακές εκρήξεις) μόνο σε μικρές ποσότητες. Στη Γη απαντάται κυρίως ως οξείδιο του υδρογόνου (H2Ο) και είναι συστατικό όλων των υδρογονανθράκων. Το υδρογόνο υπάρχει σε όλα τα οξέα και στην ιοντική του μορφή, είναι υπεύθυνο για τις χαρακτηριστικές ιδιότητες των οξέων. Το υδρογόνο απαντάται σε σχεδόν όλες τις οργανικές ενώσεις και είναι συστατικό όλων των υδατανθράκων, των πρωτεϊνών και των λιπών.

ΧΡΗΣΕΙΣ: Είναι ιδιαίτερα εύφλεκτο και χρησιμοποιείται στη φλόγα οξυγόνου-υδρογόνου για την οξυγονοκόλληση μετάλλων, στην υδρογόνωση ελαίων για τη στερεοποίησή τους· ως αναγωγικός παράγοντας· και σε πολλές αντιδράσεις σύνθεσης.

Aliases (separate with |): Υδρογόνο
υδροκέφαλος

Η συσσώρευση περίσσειας εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ΕΝΥ) εντός των κοιλιών του εγκεφάλου, εξαιτίας παρεμπόδισης ή καταστροφής των φυσιολογικών διαύλων παροχέτευσης του ΕΝΥ. Οι κοινές αιτίες περιλαμβάνουν συγγενείς βλάβες (π.χ., δισχιδή ράχη ή στένωση του υδραγωγού), τραυματικές βλάβες, νεοπλασματικές βλάβες και λοιμώξεις, όπως η μηνιγγοεγκεφαλίτιδα. Ορισμένες φορές το συσσωρευμένο υγρό οδηγεί σε αυξημένες ενδοκρανιακές πιέσεις. Στον συγγενή υδροκέφαλο, η ελαττωματική παροχέτευση του ΕΝΥ από τις κοιλίες του εγκεφάλου, οδηγεί συχνά σε παραμόρφωση του κρανίου και παθολογική ανάπτυξη των ψυχοκινητικών και διανοητικών ή γλωσσικών δεξιοτήτων.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Υπάρχουν διαθέσιμες αρκετές νευροχειρουργικές διαδικασίες. Η κοινότερα χρησιμοποιούμενη επέμβαση είναι η δημιουργία ενός καναλιού μεταφοράς του ΕΝΥ (που λέγεται παράκαμψη) από τις κοιλίες του εγκεφάλου στην περιτοναϊκή κοιλότητα.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Στις περιπτώσεις συγγενούς υδροκέφαλου που δεν αντιμετωπίζονται, η κατάληξη είναι μοιραία στους μισούς περίπου ασθενείς. Η πρόγνωση για μη επιπλεγμένη πορεία είναι άριστη, όταν ο υδροκέφαλος αντιμετωπισθεί έγκαιρα με τη χρήση μιας χειρουργικής παράκαμψης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Παρακολουθούνται σε ωριαία βάση τα ζωτικά σημεία και η νευρολογική κατάσταση, σύμφωνα με το καθιερωμένο πρωτόκολλο ή τις οδηγίες του χειρουργού. Στα βρέφη, η πρόσθια πηγή ελέγχεται για διόγκωση ή εμβύθιση. Ο ασθενής τοποθετείται, όπως υποδεικνύεται από το χειρουργό, συνήθως στη μη εγχειρισμένη πλευρά και με την κεφαλή ευθυγραμμισμένη με το σώμα. Παρακολουθείται η πρόσληψη και η αποβολή υγρών και χορηγούνται ενδοφλέβια υγρά, ως ενδείκνυται. Ο ασθενής εξετάζεται για έμεση (πρώιμο σημείο αυξημένης ενδοκράνιας πίεσης και δυσλειτουργίας της παράκαμψης). Ο ασθενής παρακολουθείται για σημεία λοίμωξης (ιδιαίτερα μηνιγγίτιδας), όπως πυρετό, δυσκαμψία του αυχένα, ευερεθιστότητα ή ευαίσθητες πηγές. Επίσης ελέγχεται η περιοχή πάνω από τον παρακαμπτήριο αγωγό για ερυθρότητα, οίδημα και άλλα σημεία τοπικής λοίμωξης. Οι επίδεσμοι ελέγχονται για εκκρίσεις και το τραύμα επιδένεται εκ νέου, χρησιμοποιώντας ασηπτική τεχνική. Ο ασθενής παρακολουθείται επίσης για άλλα σημεία και συμπτώματα μετεγχειρητικών επιπλοκών όπως συμφύσεις, παραλυτικό ειλεό, περιτονίτιδα, μετανάστευση, εντερική διάτρηση (σε περιτοναϊκή παράκαμψη) και αφυδάτωση και σηψαιμία. Χορηγούνται τα ενδεδειγμένα αναλγητικά· η δόση τιτλοποιείται προσεκτικά, ώστε να παρέχει ανακούφιση από τον πόνο, επιτρέποντας παράλληλα την κατάλληλη νευρολογική εκτίμηση. Η οικογένεια διδάσκεται μετεγχειρητικά μέτρα φροντίδας, συμπεριλαμβανομένων της παρακολούθησης για σημεία δυσλειτουργίας της παράκαμψης, λοίμωξης και παραλυτικού ειλεού. Πληροφορούνται οι γονείς, ότι η εισαγωγή της παράκαμψης απαιτεί και άλλες χειρουργικές επεμβάσεις, ώστε να επιμηκυνθεί η παράκαμψη, ενώ το παιδί μεγαλώνει και ότι μπορεί επίσης να χρειαστεί χειρουργική επέμβαση, προκειμένου να αποκαταστηθούν δυσλειτουργίες ή να αντιμετωπιστούν λοιμώξεις. Οι γονείς βοηθούνται να θέσουν στόχους συνεπείς με την ικανότητα και το δυναμικό του ασθενή· η οικογένεια θα πρέπει να εστιάσει στις δυνατότητες, παρά στις αδυναμίες του παιδιού. Ειδικά εκπαιδευτικά προγράμματα συζητούνται επίσης με τους γονείς· δίνεται έμφαση στην ανάγκη για δημιουργία ερεθισμάτων, ανάλογων με την ηλικία του παιδιού.

Aliases (separate with |): Υδροκέφαλος
υδρόλυση

Οποιαδήποτε αντίδραση στην οποία το νερό είναι ένα από τα αντιδραστήρια και συγκεκριμένα η ένωση νερού με ένα άλας, προς το σχηματισμό ενός οξέος και μιας βάσης, ένα εκ των οποίων διίσταται περισσότερο από το άλλο. Περιλαμβάνει μια χημική αποδόμηση, στην οποία μια ουσία διασπάται σε απλούστερες ενώσεις με την προσθήκη ή την πρόσληψη στοιχείων νερού. Αυτός ο τύπος αντίδρασης συμβαίνει εξαιρετικά συχνά στις ζωτικές διαδικασίες. Η μετατροπή του αμύλου σε μαλτόζη, του λίπους σε γλυκερόλη και λιπαρά οξέα και των πρωτεϊνών σε αμινοξέα, είναι παραδείγματα υδρόλυσης, όπως είναι και άλλες αντιδράσεις, οι οποίες εμπλέκονται στην πέψη. Ένα απλό παράδειγμα είναι η αντίδραση, κατά την οποία η υδρόλυση του αιθυλοξικού εστέρα αποδίδει οξικό οξύ και αιθυλική αλκοόλη: C2H5C2H3O2 + H2O = CH3COOH + C2 H5OH. Συνήθως αυτές οι αντιδράσεις είναι αντιστρεπτές· η αντίστροφη αντίδραση ονομάζεται εστεροποίηση, συμπύκνωση ή σύνθεση αφυδάτωσης.

Aliases (separate with |): Υδρόλυση
υδρονέφρωση

Διάταση της νεφρικής πυέλου εξαιτίας απόφραξης της εκροής των ούρων.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οτιδήποτε αποφράσσει τον ουρητήρα ή την ουροδόχο κύστη μπορεί να προκαλέσει υδρονέφρωση. Οι ενσφηνωμένοι νεφρικοί λίθοι αποτελούν συνήθη αιτία ετερόπλευρης υδρονέφρωσης· η ετερόπλευρη υδρονέφρωση οφείλεται συχνά σε απόφραξη της εξόδου της ουροδόχου κύστης (π.χ., σε άνδρες με υπερπλασία προστάτη). Η νευρογενής δυσλειτουργία της ουροδόχου κύστης, η εγκυμοσύνη, οι ουρογεννητικοί καρκίνοι, ουρολοιμώξεις, συγγενείς δυσμορφίες, στενώσεις του ουρητήρα, ακόμα και παράσιτα (σχιστοσωμίαση) μπορούν να προκαλέσουν υδρονέφρωση. Εάν η ροή των ούρων δεν αποκατασταθεί, ο νεφρικός ιστός διατείνεται και ατροφεί και μπορεί να εκδηλωθεί χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Συχνά η υδρονέφρωση δεν προκαλεί εντοπισμένα συμπτώματα, εκτός από την περίπτωση που συνδέεται με νεφρικούς λίθους (όπου το πρωτογενές σύμπτωμα είναι οξύς πόνος στη λαγόνια χώρα).

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Για την επιβεβαίωση της διάγνωσης χρησιμοποιείται υπερηχογραφία του ουροποιητικού συστήματος.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η ετερόπλευρη υδρονέφρωση, η οποία προκαλείται από έναν νεφρικό λίθο, λύεται αυτόματα εφόσον ο λίθος αποβληθεί. Εάν ο λίθος δεν διέλθει, μπορεί να χρειασθούν επεμβάσεις, όπως η λιθοτριψία με ηχητικά κύματα, χειρουργική εξαίρεση του λίθου, νεφροτομία ή νεφροστομία παροχέτευσης του νεφρού με σωλήνα. Η αμφοτερόπλευρη υδρονέφρωση, προκαλούμενη από υπερπλασία του προστάτη μπορεί να ανακουφισθεί, εάν τοποθετηθεί καθετήρας, μέσω της αποφραγμένης ουρήθρας στην ουροδόχο κύστη. Η υδρονέφρωση, η οποία προκαλείται από άλλες ασθένειες (π.χ., όγκους), συχνά αντιμετωπίζεται χειρουργικά.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Παρακολουθούνται σε καθημερινή βάση οι εξετάσεις νεφρικής λειτουργίας (π.χ., άζωτο ουρίας αίματος, κρεατινίνη ορού και τα επίπεδα καλίου του ορού). Ελέγχεται το ειδικό βάρος των ούρων, όπως είναι απαραίτητο, στην κλίνη του ασθενή. Εξηγούνται στον ασθενή και στην οικογένειά του η πάθηση, οι σχεδιασμένες διαγνωστικές διαδικασίες και οι αναμενόμενες αισθήσεις· εάν ο ασθενής είναι προγραμματισμένος για χειρουργική επέμβαση, τότε ενισχύονται οι διευκρινίσεις της προγραμματισμένης επέμβασης από το χειρουργό. Απαντώνται ερωτήσεις και διευκρινίζονται οποιεσδήποτε παρεξηγήσεις. Ο ασθενής προετοιμάζεται σωματικά για την επέμβαση, σύμφωνα με τα καθιερωμένα πρωτόκολλα ή τις επιθυμίες του χειρουργού. Παρέχεται συναισθηματική υποστήριξη και εξηγούνται οι μετεγχειρητικές διαδικασίες και ενέργειες φροντίδας, λαμβάνεται υπογεγραμμένη φόρμα συγκατάθεσης και χορηγείται η ενδεικνυόμενη προεγχειρητική νάρκωση.

Μετεγχειρητικά, παρακολουθούνται η πρόσληψη και αποβολή υγρών και η ισορροπία υγρών και ηλεκτρολυτών (αυξανόμενη καρδιακή συχνότητα και υγρό και ψυχρό δέρμα υποδεικνύουν επικείμενη υποογκαιμία ή αιμορραγία και καταπληξία). Χρησιμοποιούνται τα συνταγογραφούμενα αναλγητικά και μη επεμβατικές διαδικασίες, προκειμένου να ανακουφισθεί ο πόνος, όπως κρίνεται αναγκαίο. Η μεταποφρακτική διούρηση μπορεί να προκαλέσει μεγάλη απώλεια αραιών ούρων σε διάστημα ωρών ή ημερών και συγχρόνως υπερβολική απώλεια ηλεκτρολυτών. Εάν συμβεί αυτό, τότε χορηγούνται ενδοφλέβια υγρά στον ενδεικνυόμενο σταθερό ρυθμό και επιπλέον ένα ποσό ανάλογο προς το δεδομένο ποσοστό της ωριαίας αποβολής ούρων του ασθενή, προκειμένου να αναπληρωθεί με ασφάλεια ο ενδοαγγειακός όγκος. Ένας διαιτολόγος μπορεί να προσφέρει βοήθεια για το σχεδιασμό μιας δίαιτας συμβατής με το πρόγραμμα της αγωγής, περιλαμβάνοντας ωστόσο τροφές που επιθυμεί ο ασθενής. Εάν έχει τοποθετηθεί σωλήνας νεφροστομίας, αυτός πλένεται όπως έχει καθοριστεί, ελέγχεται ως προς τη βατότητα του και ποτέ δε σφίγγεται ή λυγίζεται. Παρέχεται σχολαστική φροντίδα του δέρματος στη θέση εισόδου του σωλήνα· εάν παρατηρείται διαρροή ούρων γύρω από το σωλήνα, τότε παρέχεται προστατευτικός φραγμός του δέρματος, ώστε να προληφθεί η εκδορά και η περιοχή του τραύματος καλύπτεται με σκοπό την προστασία της αξιοπρέπειας του ασθενή και την πρόληψη λοιμώξεων. Εάν ο ασθενής πάρει εξητήριο, ενώ ο σωλήνας της νεφροστομίας παραμένει στη θέση του, ανακεφαλαιώνεται η σωστή φροντίδα του σωλήνα και του δέρματος στη θέση εισόδου. Χορηγούνται οι ενδεδειγμένες φαρμακευτικές θεραπείες, όπως αντιβιοτικά και ο ασθενής διδάσκεται ως προς τα αναμενόμενα αποτέλεσματα, τις ανεπιθύμητες αντιδράσεις που πρέπει να αναφερθούν και την ανάγκη ολοκλήρωσης της ενδεδειγμένης θεραπευτικής αγωγής ακόμα και εάν αισθάνεται καλύτερα. Προκειμένου να προληφθεί η επιδείνωση της υδρονέφρωσης σε μη αναστρέψιμη νεφροπάθεια, οι γηραιότεροι άρρενες ασθενείς (ειδικά εκείνοι με οικογενειακό ιστορικό καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη ή προστατίτιδας) θα πρέπει να πραγματοποιούν τακτικές ιατρικές εξετάσεις.

Aliases (separate with |): Υδρονέφρωση
υπαραχνοειδής αιμορραγία

Αιμορραγία στον υπαραχνοειδή χώρο του εγκεφάλου, συνήθως λόγω ρήξης ενός ενδοκράνιου ανευρύσματος ή μιας αρτηριοφλεβώδους δυσπλασίας και κάποιες φορές λόγω υπερτασικής αγγειοπάθειας. Η αιμορραγία προκαλεί έντονη κεφαλαλγία, συχνά με ναυτία και έμετο, απώλεια της συνείδησης, παράλυση και σε κάποιες περιπτώσεις, κώμα, στάση απεγκεφαλισμού και εγκεφαλικό θάνατο. Περίπου 30.000 Αμερικανοί προσβάλλονται ετησίως. Η ταχεία διάγνωση διευκολύνεται με την απεικόνιση του νευρικού συστήματος ή την οσφυονωτιαία παρακέντηση. Πρέπει να γίνει εκτίμηση από νευροχειρουργό άμεσα.

Aliases (separate with |): Υπαραχνοειδής αιμορραγία
υπασβεστιαιμία

Παθολογικά χαμηλά επίπεδα ασβεστίου στο αίμα. Αυτή η κατάσταση συμβαίνει παροδικά σε ασθενείς με βαριά σήψη, βαριά παγκρεατίτιδα, εγκαύματα και οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Μπορεί επίσης να προκληθεί από πολλαπλές μεταγγίσεις αίματος εμπλουτισμένο με κιτρικά, παραθυρεοειδεκτομή, δυσαπορρόφηση και από φάρμακα όπως η πρωταμίνη, η ηπαρίνη και το γλυκαγόνο. Η χρόνια υπασβεστιαιμία μπορεί να προκληθεί από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, υποαλβουμιναιμία και υποσιτισμό. Οι κλινικές εκδηλώσεις της χρόνιας υπασβεστιαιμίας περιλαμβάνουν μυϊκό σπασμό, σπασμό του καρπού και του ποδός, μορφασμούς του προσώπου, πιθανές συσπάσεις και διανοητικές μεταβολές, όπως ευερεθιστότητα, κατάθλιψη και ψύχωση. Η θεραπεία συνίσταται σε χορήγηση ασβεστίου και στην κατάλληλη θεραπεία της αιτιολογικής νόσου.

Aliases (separate with |): Υπασβεστιαιμία
υπεζωκότας

Ορογόνος υμένας που συνδέει τους πνεύμονες και τα τοιχώματα της θωρακικής κοιλότητας ενώ τα δύο πέταλα περικλείουν έναν δυνητικό χώρο, την υπεζωκοτική κοιλότητα.

Aliases (separate with |): Υπεζωκότας
υπεζωκοτική (πλευριτική) συλλογή

Συγκέντρωση υγρού στη θωρακική κοιλότητα, ανάμεσα στο σπλαγχνικό και τοιχωματικό πέταλο του υπεζωκότα. Μπορεί να γίνει αντιληπτή σε ακτινογραφία θώρακα, αν η ποσότητα του υγρού υπερβαίνει τα 300 ml.

Aliases (separate with |): Υπεζωκοτική (πλευριτική) συλλογή
υπεραιμία
  1. Συμφόρηση· ασυνήθιστη ποσότητα αίματος σε ένα τμήμα.

  2. Μορφή βλατίδας· ερυθρές περιοχές στο δέρμα οι οποίες εξαφανίζονται κατά την άσκηση πίεσης.

  3. Στη φυσιοθεραπεία, η αύξηση στην ποσότητα του αίματος που ρέει σε οποιοδήποτε τμήμα του σώματος, όπως φαίνεται από την ερυθρότητα του δέρματος εξαιτίας της εφαρμογής θερμότητας.

Aliases (separate with |): Υπεραιμία
υπερασβεστιαιμία

Περίσσεια ασβεστίου στο αίμα. Οι αιτίες αυτής της πάθησης περιλαμβάνουν τον πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό, τη θεραπεία με λίθιο, κακοήθειες συμπεριλαμβανομένων συμπαγών όγκων και αιματολογικών κακοηθειών, δηλητηρίαση με βιταμίνη D, υπερθυρεοειδισμό, δηλητηρίαση με βιταμίνη Α, δηλητηρίαση με αλουμίνιο· και το σύνδρομο γάλακτος - αλκάλεως.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ Κλινικά παρουσιάζονται εξάντληση, κατάθλιψη, διανοητική σύγχυση, ναυτία, έμετος, δυσκοιλιότητα, αυξημένη διούρηση και πιθανώς καρδιακή αρρυθμία. Στο ηλεκτροκαρδιογράφημα παρουσιάζεται βραχύ διάστημα Q-T.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Αρχικά πρέπει να χορηγείται στους ασθενείς ενυδάτωση με φυσιολογικό ορό και ακολούθως διουρητικά, αφότου αποδράμει η αφυδάτωση. Προκειμένου να ελαττωθούν τα επίπεδα ασβεστίου του ορού, χορηγούνται διφωσφονικά, γλυκοκορτικοειδή και άλλα φάρμακα. Η θεραπεία κατευθύνεται επίσης προς την υποκείμενη αιτία που βρίσκεται πίσω από τα αυξημένα επίπεδα ασβεστίου ορού, αντιμετωπίζοντας, για παράδειγμα, τις υποκείμενες κακοήθειες ή εκτέμνοντας τους υπερενεργούς παραθυρεοειδείς αδένες.

Aliases (separate with |): Υπερασβεστιαιμία
υπερβολική δόση, υπερδοσολογία

Μια υπέρμετρη και πιθανώς τοξική ποσότητα ενός φαρμάκου, που χορηγείται κατά λάθος ή λαμβάνεται εσκεμμένα (για παράδειγμα από ασθενείς που κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας).

Aliases (separate with |): Υπερβολική δόση, υπερδοσολογία
υπεργλυκαιμία

Παθολογικά υψηλά επίπεδα σακχάρου του αίματος, όπως ανευρίσκονται σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη ή σε άτομα που λαμβάνουν θεραπεία με ορισμένα φάρμακα (π..χ., στεροειδή). Η υπεργλυκαιμία μπορεί να προκαλέσει πολυάριθμες ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Μπορεί να καταστείλλει την επούλωση τραυμάτων· να ελαττώσει την ικανότητα του σώματος να καταπολεμά λοιμώξεις· να επιδεινώσει νευρολογικές διαταραχές που παρατηρούνται στα εγκεφαλικά επεισόδια· να αυξήσει τον κίνδυνο θανάτου σε βαρέως πάσχοντες· και να προκαλέσει βλάβη στους νεφρούς, στα περιφερειακά νεύρα, στους αμφιβληστροειδείς και στην καρδιά (π.χ., σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη).

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η υπεργλυκαιμία μπορεί να προκύψει από βλάβη στα κύτταρα του παγκρέατος που εκκρίνουν ινσουλίνη· εγχύσεις δεξτρόζης· αντίσταση στην ινσουλίνη· παχυσαρκία· υπερφαγία· καθιστική ζωή· ή θεραπεία με φάρμακα, όπως η πρεδνιζόνη ή οι αναστολείς πρωτεασών.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα μπορούν να ελαττωθούν με περιορισμό στις θερμίδες (δίαιτα), τακτική σωματική άσκηση, από του στόματος υπογλυκαιμικούς παράγοντες, ινσουλίνη και/ή διακοπή των φαρμάκων που προκαλούν την κατάσταση.

Aliases (separate with |): Υπεργλυκαιμία
υπερδοσολογία φαρμάκου

Η κλινική επίπτωση της υπερβολικής δόσης οποιουδήποτε φαρμάκου (π.χ. ενός αυτοχορηγούμενου, πιθανή θανατηφόρα δόση ενός ναρκωτικού, ενός αντικαταθλιπτικού, ενός μη ναρκωτικού παυσίπονου ή άλλου φαρμάκου). Η υπερδοσολογία φαρμάκου μπορεί να είναι είτε ακούσια είτε σκόπιμη. Όταν μια τέτοια δόση οδηγεί σε κώμα ή θάνατο, το άτομο αναφέρεται ότι είναι OD (δηλαδή, υπερβολικής δόσης).

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Το προσωπικό του τμήματος επειγόντων, αποτιμούν τον αεραγωγό του ασθενούς, την αναπνοή, την κυκλοφορία, το επίπεδο συνειδητότητας και τις ζωτικές ενδείξεις, ενώ προσπαθούν να εξακριβώσουν (από τον ασθενή ή άλλους σημαντικούς) το φάρμακο που έχει λάβει, την ποσότητα, τον χρόνο και από ποια οδό. Το αίμα και τα ούρα (και όταν είναι διαθέσιμος, ο έμετος) αποστέλλονται στο εργαστήριο για τοξικολογικό έλεγχο ώστε να βοηθήσουν στην αναγνώριση των συγκεκριμένων ουσιών.

Εάν το φάρμακο χορηγήθηκε με εισπνοή ή παρεντερικά ή ο χρόνος που παρήλθε βοήθησε στην απορρόφησή του, καθιερώνεται μια ενδοφλέβια θέση και χορηγείται υγρό σύμφωνα με τις οδηγίες βοηθώντας στην έκπλυση της ουσίας. Εάν ο ασθενής είναι αναίσθητος κατά την εισαγωγή του/της, συνήθως χορηγείται ένας ανταγωνιστής ναρκωτικών, μια bolus δόση δεξτρόζης 50% σε νερό και 50 έως 100 mg θειαμίνης έτσι ώστε να αναστραφούν γρήγορα τα πιθανά αποτελέσματα των οπιούχων ή της χαμηλής συγκέντρωσης του σακχάρου στο αίμα. Ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς στις δράσεις του φαρμάκου (π.χ. ύφεση ή διέγερση του ΚΝΣ, αναπνευστική ύφεση, καρδιακές αρρυθμίες ή νεφρική ανεπάρκεια), το προσωπικό του τμήματος επειγόντων προσφέρει τις απαραίτητες υποστηρικτικές θεραπείες (π.χ. διασωλήνωση των αεραγωγών και αερισμός), ενεργό άνθρακα ή την πλύση εντέρου. Επειδή ο ρυθμός απορρόφησης διαφέρει και να παρουσιάζει μια διακύμανση, ο ασθενής χρήζει συχνής επανεκτίμησης με άμεση παρέμβαση.

Η πιθανότητα απόπειρας αυτοκτονίας πρέπει να εξετάζεται σε κάθε περίπτωση υπερδοσολογίας φαρμάκου. Λαμβάνεται το ψυχιατρικό ιστορικό, όπου σημειώνεται κάθε ιστορικό κατάθλιψης Λαμβάνονται προφυλάξεις για την αυτοκτονία ώστε να προστατευτεί ο ασθενής από περαιτέρω αυτοτραυματισμό.

Aliases (separate with |): Υπερδοσολογία φαρμάκου
υπέρηχος, υπερηχογράφημα

Ήχος μη ακουστός από το ανθρώπινο αυτί, με συχνότητα από 20.000 έως 10' κύκλους/sec περίπου. Η ταχύτητα των υπερήχων μεταβάλλεται ανάλογα με την πυκνότητα και την ελαστικότητα του υλικού μέσα στο οποίο κινούνται. Αυτή η ιδιότητα επιτρέπει τον καθορισμό του σχήματος των διαφόρων οργάνων και ιστών στο ανθρώπινο σώμα. Στη γυναικολογία π.χ. η ακριβής εντόπιση και ο καθορισμός του μεγέθους του εμβρύου, του πλακούντα και του ομφάλιου λώρου επιτρέπει την εκτίμηση της ηλικίας της κύησης, της διάγνωσης ορισμένων συγγενών ανωμαλιών και του εμβρυϊκού θανάτου, ενώ τέλος διευκολύνει μια σειρά από διαγνωστικές εξετάσεις, όπως την αμνιοκέντηση. Επιπλέον, οι υπέρηχοι χρησιμοποιούνται στη θεραπεία μυοσκελετικών βλαβών. Η θερμότητα που παράγουν θερμαίνει τον ιστό, ενώ παράλληλα βελτιώνει την ελαστικότητά του και την αιματική ροή. Οι υπέρηχοι χρησιμοποιούνται ακόμα για τη διευκόλυνση της μετακίνησης διαφόρων ουσιών (π.χ. αναλγητικών) από το αίμα στους ιστούς (φωνοφόρηση), ενώ σε συνδυασμό με ηλεκτρικά ερεθίσματα διεγείρουν τους μύες. Η χρήση τους ωστόσο απαιτεί ειδικό εξοπλισμό.

Aliases (separate with |): Υπέρηχος, υπερηχογράφημα
υπερθερμία

Θερμοκρασία σώματος αυξημένη πάνω από το φυσιολογικό εύρος· ασυνήθιστα υψηλός πυρετός.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η υπερθερμία μπορεί να προκληθεί εξαιτίας θερμοπληξίας· νόσων του κεντρικού νευρικού συστήματος· θυρεοειδικής κρίσης· λοιμώξεων, συμπεριλαμβανομένων της εγκεφαλίτιδας, της ελονοσίας, της μηνιγγίτιδας ή της σήψης, ειδ. εξαιτίας αρνητικών κατά Gram οργανισμών. Για τη θεραπεία ορισμένων νόσων μπορεί να επαχθεί υπερθερμία τεχνητά, με την εισαγωγή του οργανισμού της ελονοσίας, την ένεση ξένων πρωτεϊνών ή με φυσικά μέσα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής τοποθετείται σε δροσερό περιβάλλον, ενώ μπορούν να χρησιμοποιηθούν υπόθερμα λουτρά προκειμένου να προωθήσουν την ελάττωση της θερμοκρασίας της επιφάνειας με μεταφορά της θερμότητας και εξάτμιση. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν υποθερμικές κουβέρτες, εάν η υποθερμία είναι το αποτέλεσμα νευρολογικής δυσλειτουργίας. Αυξάνεται η πρόσληψη υγρών σε τουλάχιστον 3 λίτρα ημερησίως (εκτός εάν τίθενται περιορισμοί λόγω καρδιακών ή νεφρικών δυσλειτουργιών) προκειμένου να αναπληρωθούν οι απώλειες υγρών λόγω εφίδρωσης, ταχύπνοιας και αυξημένης μεταβολικής δραστηριότητας. Παρέχεται συχνή στοματική υγιεινή, επειδή η αφυδάτωση ξηραίνει το στοματικό βλεννογόνο. Τα ρίγη προλαμβάνονται με τη χορήγηση ναρκωτικών.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται εντριβές με οινόπνευμα για την ελάττωση του πυρετού.

Aliases (separate with |): Υπερθερμία
υπερθυρεοειδισμός

Πάθηση προκαλούμενη από υπέρμετρα επίπεδα θυρεοειδούς ορμόνης στο σώμα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η νόσος μπορεί να προκύψει εξαιτίας διαφόρων διαταραχών, όπως η οζώδης βρογχοκήλη και τα τοξικά αδενώματα, η υπερέμεση της κύησης, η υπέρμετρη χορήγηση υποκατάστασης της θυρεοειδούς ορμόνης, η υπερβολική κατανάλωση ιωδίου ή το αδένωμα της υπόφυσης. Ωστόσο, η συνηθέστερη αιτία είναι η νόσος του Graves.

ΣΥΜΠΤΏΜΑΤΑ: Γενικά, τα σημεία και τα συμπτώματα της νόσου του Graves εμπίπτουν σε δύο κατηγορίες - εκείνα τα οποία προκύπτουν δευτεροπαθώς από την υπέρμετρη διέγερση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και εκείνα τα οποία οφείλονται σε υψηλά επίπεδα θυροξίνης στην κυκλοφορία. Τα συμπτώματα που προκαλούνται από τη συμπαθητική (αδρενεργική) διέγερση, περιλαμβάνουν ταχυκαρδία, τρόμο, αυξημένη συστολική αρτηριακή πίεση, αυξημένη αντανακλαστική δραστηριότητα, σύσπαση και αδυναμία καθόδου του άνω βλεφάρου (λαγόφθαλμος), επίμονο βλέμμα, αίσθημα παλμών, κατάθλιψη, νευρικότητα και άγχος. Τα συμπτώματα τα οποία προκαλούνται από την αυξημένη θυροξίνη στην κυκλοφορία, περιλαμβάνουν αυξημένο μεταβολισμό, υπερφαγία, απώλεια βάρους και ορισμένες ψυχολογικές διαταραχές. Στα ηλικιωμένα άτομα, τα συμπτώματα του υπερθυρεοειδισμού είναι συχνά αμβλυμμένα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Οι οριστικές θεραπείες περιλαμβάνουν τη χειρουργική εξαίρεση του θυρεοειδούς αδένα, τη χορήγηση φαρμάκων, όπως ραδιενεργό ιώδιο ή αντιθυρεοειδικά φάρμακα. Η επιλογή της θεραπείας εξατομικεύεται για κάθε ασθενή.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία, η ισορροπία υγρών και το βάρος και καταγράφονται τα πρότυπα δραστηριότητας. Παρακολουθούνται τα επίπεδα ηλεκτρολυτών του ορού, ενώ ελέγχονται τα επίπεδα γλυκόζης του αίματος και των ούρων για ενδείξεις υπεργλυκαιμίας και γλυκοζουρίας αντίστοιχα και αξιολογείται το ηλεκτροκαρδιογράφημα για αρρυθμίες και για μεταβολές του διαστήματος ST. Ο ασθενής εξετάζεται για κλασσικά σημεία και συμπτώματα (όπως αναφέρονται παραπάνω) και για ενδείξεις θυρεοτοξικής κρίσης ή καρδιακής ανεπάρκειας. Προσδιορίζεται το επίπεδο της επίγνωσης του ασθενή σχετικά με τη διαταραχή, αποκαθίστανται τυχόν παρερμηνείες και προσφέρονται πληροφορίες σχετικά με την πάθηση, τα σχετιζόμενα προβλήματα και την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. Χορηγούνται ιατρικές θεραπείες, συμπεριλαμβανομένου του ραδιενεργού ιωδίου και αξιολογούνται ως προς την επιθυμητή αντίδραση και τις παρενέργειες, ενώ ο ασθενής καθοδηγείται στις θεραπείες αυτές. Εάν ο ασθενής παρουσιάζει εξώφθαλμο, τότε ενσταλλάζονται ισότονα κολλύρια, προκειμένου να εφυγρανθούν οι επιπεφυκότες και συνιστώνται γυαλιά ηλίου ή οφθαλμικά καλύμματα, ώστε να προστατευθούν τα μάτια από το φως του ήλιου. Ενθαρρύνεται η λήψη δίαιτας υψηλής σε θερμίδες, σε βιταμίνες και σε μέταλλα, συμπεριλαμβανομένων ενδιάμεσων πρόχειρων γευμάτων και η αποφυγή καφεϊνούχων αναψυκτικών. Ελέγχεται η συχνότητα και τα χαρακτηριστικά των κενώσεων του ασθενή και παρέχεται η απαραίτητη φροντίδα του δέρματος, όπως είναι αναγκαίο. Ο ασθενής πρέπει να ελαχιστοποιήσει τη σωματική και συναισθηματική καταπόνηση, να εξισορροπήσει τις περιόδους δραστηριότητας και ανάπαυσης και να φορά χαλαρά, βαμβακερά ενδύματα. Συνίσταται επίσης ένα δροσερό, σκοτεινό και ήσυχο περιβάλλον. Ο ασθενής προετοιμάζεται σωματικά και συναισθηματικά για την εγχείρηση, εάν χρειασθεί. Τόσο ο ασθενής όσο και η οικογένειά του διαβεβαιώνονται ότι οι συναισθηματικές μεταπτώσεις και η νευρικότητα θα υποχωρήσουν με τη θεραπεία. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να εξωτερικεύει τα αισθήματά του σχετικά με τις μεταβολές στην εμφάνισή του. Προσφέρεται βοήθεια στον ασθενή, προκειμένου να αναγνωρίσει και να αναπτύξει θετικές στρατηγικές αντιμετώπισης. Προσφέρεται συναισθηματική υποστήριξη, ενώ κανονίζεται παραπομπή για περαιτέρω συμβουλή, όπως είναι απαραίτητο. Η εφ' όρου ζωής θεραπεία υποκατάστασης της θυρεοειδούς ορμόνης, θα είναι απαραίτητη μετά από τη χειρουργική αφαίρεση ή τη θεραπεία εξάλειψης με ραδιενεργό ιώδιο. Ο ασθενής πρέπει να φορά ή να μεταφέρει ιατρική συσκευή αναγνώρισης, η οποία να περιγράφει την πάθηση και τη θεραπεία και να μεταφέρει τα φάρμακα μαζί του ανά πάσα στιγμή.

Aliases (separate with |): Υπερθυρεοειδισμός
υπερκαλιαιμία

Περίσσεια καλίου στο αίμα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Αυτή η κατάσταση προκαλείται συνήθως από ανεπαρκή απέκκριση καλίου ή ανεπαρκή μετατόπιση καλίου από τους ιστούς στο αίμα. Τα αίτια της ανεπαρκούς απέκκρισης περιλαμβάνουν οξεία νεφρική ανεπάρκεια, βαριά χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, διαταραχές των νεφρικών σωληναρίων, υποαλδοστερονισμό και ελαττωμένη έκκριση ρενίνης εξαιτίας νεφροπάθειας ή φαρμάκων (π.χ., μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών παραγόντων, διουρητικών), τα οποία αναστέλλουν την απέκκριση καλίου. Η μετατόπιση καλίου από τους ιστούς, παρατηρείται σε βλάβες των ιστών εξαιτίας τραύματος, αιμόλυσης, δηλητηρίασης με δακτυλίτιδα, οξέωσης και ανεπάρκειας ινσουλίνης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η υπερκαλιαιμία είναι συχνά ασυμπτωματική, έως ότου παρουσιασθούν πολύ υψηλά επίπεδα καλίου στο αίμα. Το ακριβές επίπεδο στο οποίο παρατηρούνται τοξικές δράσεις στους σκελετικούς ή στον καρδιακό μυ ποικίλει σημαντικά από ασθενή σε ασθενή. Τελικά, μπορεί να προκύψουν μυϊκή αδυναμία, ηλεκτροκαρδιογραφικές ανωμαλίες (οξύαιχμα T κύματα) και ανίατες διαταραχές του καρδιακού ρυθμού.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Για να υποστηριχθεί η πρόληψη της υπερκαλιαιμίας, πρέπει να συμβουλευθούν οι ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν υποκατάστατα αλατιού, που περιέχουν κάλιο να τα διακόψουν, εάν ελαττωθεί η παραγωγή ούρων. Οι ασθενείς με προδιάθεση και ιδιαίτερα εκείνοι με χαμηλή παραγωγή ούρων ή εκείνοι που λαμβάνουν ενδοφλέβια συμπληρώματα καλίου απαιτούν τακτικό εργαστηριακό έλεγχο προκειμένου να εκτιμηθούν τα επίπεδα καλίου ορού.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η ελαφρά υπερκαλιαιμία μπορεί να αντιμετωπισθεί, εξαλείφοντας την αιτία της, η οποία συχνά μπορεί να είναι κάποιο φάρμακο ή μια πηγή καλίου στη διατροφή ή σε λαμβανόμενο διαιτητικό συμπλήρωμα (π.χ., χλωριούχο κάλιο που λαμβάνεται ως υποκατάστατο αλατιού). Η βαριά ή η προοδευτική υπερκαλιαιμία μπορεί να αντιμετωπισθεί με εγχύσεις γλυκονικού ασβεστίου, διττανθρακικού νατρίου ή ινσουλίνης και γλυκόζης ή με τη χορήγηση ρητινών που δεσμεύουν το κάλιο, από του στόματος ή σε κλύσμα. Η αιμοκάθαρση είναι επίσης αποτελεσματική.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Παρακολουθούνται ο καρδιακός ρυθμός και τα επίπεδα καλίου και άλλων ηλεκτρολυτών στον ορό. Καταγράφεται η πρόσληψη και η αποβολή. Χορηγούνται τα ενδεικνυόμενα φάρμακα και αξιολογούνται άμεσα οι επιδράσεις τους στα επίπεδα καλίου. Ένας διαιτολόγος προτείνει τις βέλτιστες ποσότητες καλίου στα γεύματα και στα υγρά. Λαμβάνονται μέτρα ασφαλείας για τους ασθενείς με μυϊκή αδυναμία. Εάν ο ασθενής απαιτεί μετάγγιση αίματος, τότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο φρέσκο αίμα, διότι οι παλαιότερες συσκευασίες περιέχουν κάλιο, το οποίο απελευθερώνεται εξαιτίας αιμόλυσης.

Aliases (separate with |): Υπερκαλιαιμία
υπερλιποπρωτεϊναιμία

Αυξημένα λιπίδια στο αίμα προκαλούμενα είτε από αυξημένο ρυθμό σύνθεσης ή ελαττωμένο ρυθμό αποδόμησης των λιποπρωτεϊνών. Οι λιποπρωτεΐνες μεταφέρουν τριγλυκερίδια και χοληστερόλη στο πλάσμα. Κλινικά, αυξημένα επίπεδα λιποπρωτεϊνών μπορούν να προκαλέσουν αθηροσκλήρωση και παγκρεατίτιδα Οι υπερλιποπρωτεϊναιμίες μπορούν επίσης να προκύψουν εξαιτίας πρωτοπαθούς και κληρονομικής βιοχημικής ανωμαλίας είτε στη δράση της λιποπρωτεϊνικής λιπάσης ή σε κάποιους από τους απαραίτητους συμπαράγοντες στη λειτουργία αυτού του ενζύμου. Μπορεί επίσης να αναπτυχθεί δευτεροπαθώς κατόπιν συγκεκριμένων ενδοκρινικών και μεταβολικών διαταραχών, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης· η γλυκογονίαση τύπου 1· το σύνδρομο Cushing· η ακρομεγαλία· ο υποθυρεοειδισμός· η ανορεξία· η χρήση φαρμακευτικών ουσιών όπως το αλκοόλ, τα από του στόματος αντισυλληππκά και τα γλυκοκορτικοειδή· η νεφροπάθεια· η ηπατοπάθεια· οι ανοσολογικές διαταραχές· και το στρες. Οι υπερλιποπρωτεϊναιμίες, έχουν διαχωρισθεί σε πέντε διαφορετικούς τύπους, οι οποίοι περιγράφουν τις μεταβολές που εντοπίζονται στο πλάσμα. Αυτά τα πρότυπα δεν είναι περιγραφικά συγκεκριμένων παθήσεων.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής πρέπει να λάβει οδηγίες και υποστήριξη για μία δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε ίνες και περιορισμένων θερμίδων, χαμηλή σε λίπη και σε ολική χοληστερόλη. Μια επίσημη ενημέρωση από διατροφολόγο διευκολύνει τη διαδικασία αυτή. Τακτική άσκηση διάρκειας τουλάχιστον 35 λεπτών ημερησίως, μπορεί επίσης να βοηθήσει τον ασθενή να μεταβολίσει τα λίπη και να αυξήσει τα προστατευτικά επίπεδα των λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας (HDLs), μειώνοντας παράλληλα τα επίπεδα των λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDLs). Η εκπαίδευση του ασθενή πρέπει επίσης να περιλάβει πληροφορίες σχετικά με φάρμακα τα οποία ελαττώνουν τα επίπεδα των λιπιδίων του ορού, όπως η νιασίνη και οι στατίνες, καθώς και για τις παρενέργειες και τις δυνητικές τους φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις και την ανάγκη παρακολούθησης του αιματολογικού προφίλ (ειδ. εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας). Μπορούν να υποδειχθούν και άλλες παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής ή ιατρικές συστάσεις σε ασθενείς με υπερλιποπρωτεϊναιμία και άλλους παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο, όπως το κάπνισμα ή ο σακχαρώδης διαβήτης.

Aliases (separate with |): Υπερλιποπρωτεϊναιμία
υπέρταση
  1. Ένταση ή τόνος μεγαλύτερος του φυσιολογικού.

  2. Στους ενήλικες, κατάσταση στην οποία, η συστολική αρτηριακή πίεση (ΑΠ), είναι μεγαλύτερη από 140 mm Hg ή η διαστολική μεγαλύτερη από 90 mm Hg, σε τρεις διαφορετικές καταγραφές που έχουν ληφθεί σε απόσταση αρκετών εβδομάδων μεταξύ τους. Η υπέρταση εμφανίζεται επίσης σε ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή για τη νόσο, στους οποίους η νόσος είχε ρυθμιστεί με φαρμακοθεραπεία. Η υπέρταση είναι από τους κυριότερους παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, αγγειακό εγκεφαλικό, περιφερειακή αγγειοπάθεια, νεφρική ανεπάρκεια και αμφιβληστροειδοπάθεια. Μόνο στις Η.Π.Α., προσβάλλει περίπου 50 εκατομμύρια άτομα. Μεγάλη έρευνα έχει δείξει ότι ο έλεγχος της υπέρτασης αυξάνει τη μακροβιότητα και βοηθά στην πρόληψη καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Αν και όλα τα συστήματα ταξινόμησης της υψηλής ΑΠ είναι σχετικά αυθαίρετα, η κοινώς αποδεκτή άποψη ορίζει ότι οι φυσιολογικές πιέσεις αίματος είναι < 120 mm Hg για τη συστολική και < 80 mm Hg για τη διαστολική. Οι οριακά υψηλές πιέσεις αίματος, κατάσταση επίσης γνωστή ως «προϋπέρταση», κυμαίνονται μεταξύ των 120 και 140 mm Hg, η συστολική και μεταξύ των 80 και 90 mm Hg, η διαστολική. Ασθενείς με μετρήσεις μεταξύ 140/90 και 160/100 mm Hg, λέγεται ότι έχουν υπέρταση σταδίου 1. Η υπέρταση σταδίου 2, υποδηλώνει πίεση από 160/100 έως 179/109 mm Hg. Η υπέρταση σταδίου 3 ξεκινά από 180/110 mm Hg και δεν έχει ανώτερο όριο. Σε κάθε στάδιο υπέρτασης, από τα προϋπερτασικά στάδια μέχρι τα τρία στάδια της υπέρτασης, αυξάνουν οι κίνδυνοι αγγειακών εγκεφαλικών, καρδιακών προσβολών και νεφρικής ανεπάρκειας.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η υπέρταση προκαλείται από διάφορες παθήσεις, ορισμένες ιάσιμες και άλλες αντιμετωπίσιμες. Οι θεραπεύσιμες μορφές υπέρτασης, οι οποίες είναι σχετικά σπάνιες, μπορεί να προκληθούν από στένωση του ισθμού της αορτής, φαιοχρωμοκύτωμα, στένωση της νεφρικής αρτηρίας, πρωτοπαθή αλδοστερονισμό και σύνδρομο Cushing. Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ (περισσότερα των δύο ποτών ημερησίως) είναι κοινή αιτία υψηλής ΑΠ· η αποχή από το ποτό ή ο περιορισμός του ελαττώνει αποτελεσματικά την ΑΠ σε αυτές τις περιπτώσεις. Η στένωση της αορτικής βαλβίδας, η κύηση, η παχυσαρκία και η χρήση συγκεκριμένων φαρμακευτικών ουσιών (π.χ., κοκαΐνη, αμφεταμίνες, στεροειδή ή ερυθροποιητίνη) μπορεί επίσης να οδηγήσουν σε υπέρταση. Συνήθως, παρόλα αυτά, το αίτιο είναι άγνωστο· σε αυτή την περίπτωση η υψηλή ΑΠ ταξινομείται ως πρωτοπαθής ή ιδιοπαθής. Η ιδιοπαθής υπέρταση μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της αντίστασης του σώματος στη δράση της ινσουλίνης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η υπέρταση είναι συνήθως μια «σιωπηλή» νόσος (δηλ., ασυμπτωματική) στις πρώτες λίγες δεκαετίες της πορείας της. Επειδή οι περισσότεροι ασθενείς είναι ασυμπτωματικοί, έως ότου εκδηλωθούν επιπλοκές, μπορεί να παρουσιαστεί δυσκολία στο να λάβουν σοβαρά υπόψη μια κατάσταση από την οποία δεν γίνεται αντιληπτός κάποιος άμεσος κίνδυνος. Περιστασιακά, οι ασθενείς με υπέρταση αναφέρουν κεφαλαλγία. Όταν παρουσιασθούν επιπλοκές από τις υψηλές ΑΠ, οι ασθενείς επισημαίνουν συμπτώματα αναφορικά με τα προσβεβλημένα όργανα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Ο στόχος είναι η ελάττωση της ΑΠ σε επίπεδα μικρότερα από 120/80 mm Hg σε όλους τους ασθενείς με υπέρταση. Οι τροποποιήσεις του τρόπου ζωής περιλαμβάνουν διατροφικό περιορισμό του αλατιού σε περίπου 2 γραμμάρια/ ημέρα, ο οποίος είναι εφικτός αποφεύγοντας τροφές όπως το χοιρομέρι, οι τηγανητές πατάτες και οι κατεργασμένες τροφές και αποφεύγοντας την προσθήκη αλατιού στο φαγητό· διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους (δείκτης σωματικής μάζας μεγαλύτερος του 24,9 μπορεί να αυξήσει την ΑΠ)· λήψη τροφών με μικρότερη θερμιδική αξία που βοηθά επίσης στην ελάττωση της πρόσληψης αλατιού· περιορισμό της πρόσληψης ολικής χοληστερόλης και κορεσμένων λιπών· διακοπή του καπνίσματος· περιορισμό της λήψης αλκοόλ (σε περίπου ένα ποτό ημερησίως)· και συμμετοχή σε πρόγραμμα τακτικής σωματικής άσκησης. Όταν οι τροποποιήσεις του τρόπου ζωής αποτύχουν στη διάρκεια αρκετών μηνών να ελέγξουν με φυσικό τρόπο την ΑΠ, τότε είναι απαραίτητη η χρήση φαρμάκων. Η φαρμακοθεραπεία μπορεί να περιλάβει μικρές δόσεις θειαζιδικών διουρητικών· βήτα-ανταγωνιστές· αναστολείς διαύλων ασβεστίου· αναστολείς του μετατρεπτικού ένζυμου της αγγειοτενσίνης (ACE) αναστολείς των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης· άλφα-ανταγωνιστές και κεντρικά δρώντες άλφα-ανταγωνιστές.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η ΑΠ πρέπει να ελέγχεται σε κάθε επίσκεψη σε ιατρική μονάδα και οι ασθενείς πρέπει να πληροφορηθούν σχετικά με τη μέτρηση της ΑΠ και τη σημασία της. Πρέπει να ενθαρρύνονται θετικές αλλαγές του τρόπου ζωής. Δίνεται έμφαση στην πιστή εφαρμογή των ιατρικών αγωγών και ενθαρρύνονται οι ασθενείς να πληροφορούν τους ιατρούς τους για οποιεσδήποτε παρενέργειες της θεραπείας. Στους δεκτικούς ασθενείς και σε εκείνους στους οποίους υπάρχει υποψία υπέρτασης «λευκής ποδιάς», διδάσκεται η τεχνική της κατ' οίκον παρακολούθησης της ΑΠ. Αυτοί οι ασθενείς μπορούν επίσης να ελέγχουν τις πιέσεις τους σε κοινοτικά κέντρα (π.χ., φαρμακεία και εκκλησίες) όπου βρίσκεται διαθέσιμος ο εξοπλισμός.

Aliases (separate with |): Υπέρταση
υπέρταση επαγόμενη από την εγκυμοσύνη

Επιπλοκή της εγκυμοσύνης, χαρακτηριζόμενη από αύξηση της αρτηριακής πίεσης, πρωτεϊνουρία και οίδημα. Τα διαγνωστικά κριτήρια περιλαμβάνουν αύξηση κατά 30 mm Hg στη συστολική ή κατά 15 mm Hg στη διαστολική αρτηριακή πίεση πάνω από την αρχική αρτηριακή πίεση για τη συγκεκριμένη γυναίκα, σε δύο εξετάσεις με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 6 ωρών μεταξύ των μετρήσεων· οίδημα· και πρωτεϊνουρία. Αυτή η κατάσταση παρατηρείται συνήθως στο τελευταίο τρίμηνο· ωστόσο, μπορεί να εκδηλωθεί νωρίτερα σε πολύτοκες γυναίκες. Μπορεί να επιδεινωθεί γρήγορα και εάν δεν αντιμετωπισθεί, να οδηγήσει σε εκλαμψία.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Το αίτιο είναι άγνωστο, αλλά υπάρχουν αρκετές, μείζονες συμβάλουσες θεωρίες: Αγγειοσυστολή και αγγειόσπασμος και πιθανή διαταραχή της ισορροπίας μεταξύ προσταγλανδινών, προστακυκλίνης και θρομβοξάνης Α2. Η επίπτωση είναι υψηλότερη μεταξύ εφήβων και μεγαλύτερων πρωτοτόκων, διαβητικών και γυναικών με πολλαπλές εγκυμοσύνες. Η παθοφυσιολογία περιλαμβάνει γενικευμένο αγγειόσπασμο, βλάβη των σπειραματικών μεμβρανών και αιμοσυμπύκνωση, εξαιτίας μετατόπισης υγρού από τον ενδοαγγειακό στο διάμεσο χώρο. Χαρακτηριστικά συμπτώματα περιλαμβάνουν αιφνίδια πρόσληψη βάρους, έντονες κεφαλαλγίες και οπτικές διαταραχές. Ενδείξεις αυξημένης βαρύτητας περιλαμβάνουν αναφορές επιγαστρικού ή κοιλιακού πόνου· γενικευμένο οίδημα, οίδημα στην οσφύ και το πρόσωπο· ολιγουρία· και αυξημένη αντανακλαστική δραστηριότητα. Η θεραπεία συνίσταται σε κατάκλιση, δίαιτα υψηλή σε πρωτεΐνες και φάρμακα συμπεριλαμβανομένων ήπιων ηρεμιστικών, αντιϋπερτασικών και ενδοφλέβιων αντιπηκτικών, εάν ενδείκνυνται. Οι επιπλοκές είναι το σύνδρομο HELLP και η εκλαμψία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προκειμένου να επιτραπεί στη γυναίκα να συμμετάσχει ενεργά στη διατήρηση της υγείας της, στη μείωση του κινδύνου ΡΙH και στη διευκόλυνση της έγκαιρης διάγνωσης και θεραπείας, ο επαγγελματίας υγείας πρέπει να δώσει έμφαση στη σημασία των τακτικών προγεννητικών επισκέψεων και της καλής προγεννητικής διατροφής. Πρέπει να ενθαρρύνει την ασθενή να τρώει μια καλά ισορροπημένη, πλούσια σε πρωτεΐνες διατροφή και να πίνει υγρά ελεύθερα. Τα σημεία που πρέπει να αναφέρονται άμεσα, εξηγούνται στην ασθενή: αιφνίδια πρόσληψη βάρους, οίδημα των χεριών και του προσώπου, κεφαλαλγία, οίδημα με εντύπωμα των αστραγάλων και των ποδών και ολιγουρία. Σε κάθε προγεννητική επίσκεψη παρακολουθείται η πίεση της εγκύου γυναίκας για επίπεδα υψηλότερα των 140/90 mm Hg ή για αυξήσεις 30 mm Hg στη συστολική ή 15 mm Hg στη διαστολική αρτηριακή πίεση (μετρημένη σε δύο περιστάσεις που απέχουν περισσότερο από 6 ώρες μεταξύ τους). Η ασθενής εκτιμάται επίσης για αλβουμινουρία· εβδομαδιαία πρόσληψη βάρους περισσότερη από 3 λίμπρες (1,46 kg) στο δεύτερο τρίμηνο ή περισσότερη από 1 λίμπρα (0,45 kg) στο τρίτο τρίμηνο· και για γενικευμένο οίδημα, ειδικά του προσώπου και των χεριών και για οίδημα με εντύπωμα των αστραγάλων και των ποδών. Παρακολουθείται η πρόσληψη πρωτεϊνών έτσι ώστε να διασφαλιστούν η φυσιολογική ογκοτική πίεση, ο περιορισμός του σχηματισμού οιδήματος και η φυσιολογική εμβρυϊκή ανάπτυξη. Καθώς η προεκλαμψία εξελίσσεται η γυναίκα μπορεί να παραπονεθεί για πονοκεφάλους, θάμβος όρασης ή άλλες οπτικές διαταραχές, επιγαστρικό πόνο ή καύσο στομάχου, πίεση στο θώρακα, ευερεθιστότητα, συναισθηματική ένταση και μειωμένη εμβρυϊκή δραστηριότητα. Η ασθενής εξετάζεται για αυξημένη δραστηριότητα των εν τω βάθει τενόντιων αντανακλαστικών και κλώνο και, εάν η προεκλαμψία επιδεινωθεί, για ολιγουρία. Μπορεί να κριθεί απαραίτητη η εισαγωγή σε νοσοκομείο, εάν η ασθενής παρουσιάσει σημεία μέτριας ως βαριάς προεκλαμψίας και αποτύχει να ανταποκριθεί στην κατ' οίκον αντιμετώπιση. Μπορεί να χορηγηθεί ενδοφλέβια θειικό μαγνήσιο, αρχικά σε μεγάλη δόση και ακολούθως σε δόση συντήρησης, μέχρι να ελαττωθεί η βαρύτητα της κατάστασης. Εάν χρησιμοποιείται θειικό μαγνήσιο, η ασθενής πρέπει να εξετάζεται τακτικά η παρουσία εν τω βάθει τενόντιων αντανακλαστικών, περισσότερων των 12 αναπνοών ανά λεπτό, η ωριαία παραγωγή

Aliases (separate with |): Υπέρταση επαγόμενη από την εγκυμοσύνη
υπερτασική κρίση

Οποιαδήποτε έντονη αύξηση στην πίεση του αίματος (συνήθως με διαστολική πίεση μεγαλύτερη των 130 mmHg) με ή χωρίς βλάβη των εσωτερικών οργάνων ή άλλων δομών (π.χ., του εγκεφάλου, της καρδιάς, της αορτής, των νεφρών). Στα υπερτασικά υπερεπείγοντα περιστατικά, τα τελικά όργανα καταστρέφονται και συνήθως χορηγούνται ενδοφλέβια αντιυπερτασικά φάρμακα σε μια προσπάθεια να ελαττώσουν την πίεση του αίματος εντός μιας ώρας. Οι παράγοντες οι οποίοι χρησιμοποιούνται σε υπερτασικά υπερεπείγοντα περιλαμβάνουν το νιτροπρωσσικό νάτριο, τη νιτρογλυκερίνη, τη λαβεταλόλη και την εναλαπριλάτη.

Στα υπερτασικά επείγοντα, η πίεση του αίματος είναι υπερβολικώς αυξημένη, αλλά δεν υπάρχουν σημεία ή άμεση απειλή οργανικής βλάβης. Συνήθως, χορηγούνται από του στόματος βήτα αναστολείς, αναστολείς ακετυλοχολινεστεράσης ή κλονιδίνη, μόνα ή σε συνδυασμούς, προκειμένου να ελαττώσουν την πίεση σε 1 έως 2 ημέρες.

Aliases (separate with |): Υπερτασική κρίση
υπερχολερυθριναιμία

Αυξημένη ποσότητα χολερυθρίνης στο αίμα· η κατάσταση αυτή παρατηρείται σε οποιαδήποτε ασθένεια προκαλεί ίκτερο, συμπεριλαμβανομένων παθήσεων στις οποίες αποφράσσεται το χοληφόρο δέντρο και αυτών στις οποίες ο σχηματισμός αίματος είναι αναποτελεσματικός. Παιδιατρική: Στα νεογέννητα, τα υψηλά επίπεδα χολερυθρίνης εξαιτίας της ταχείας καταστροφής ερυθροκυττάρων, μπορεί να προκληθούν από μητρικούς παράγοντες, όπως η ασυμβατότητα στα αντιγόνα RH και ΑΒΟ, η προγεννητική χρήση συγκεκριμένων θεραπευτικών φαρμάκων ή η ενδομήτρια ιϊκή λοίμωξη. Επιβαρυντικοί παράγοντες περιλαμβάνουν τη νεογνική σήψη, την ανοξία, την πολυκυτταραιμία, το μεταγεννητικό στρες στο ψύχος και την υπογλυκαιμία, καθώς και συγγενείς ηπατικές ή γαστρεντερικές διαμαρτίες.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η φροντίδα του ασθενή επικεντρώνεται στη διάγνωση του αιτίου του ικτέρου και στην συγκεκριμένη αντιμετώπισή του. Σε νεογέννητα βρέφη, τα επιθυμητά αποτελέσματα περιλαμβάνουν την επάνοδο της χολερυθρίνης εντός των φυσιολογικών ορίων και την εξάλειψη των σημείων υπερχολερυθριναιμίας. Επιθεωρείται το χρώμα του δέρματος του βρέφους μέσω της δοκιμασίας αποχρωματισμού. Ελέγχονται τα αποτελέσματα των διαδερμικών ή εργαστηριακών χολερυθρομετρικών ευρημάτων και το βρέφος εξετάζεται για νευρολογικές βλάβες.

Εξηγείται στους γονείς η φωτοθεραπεία, όταν τα επίπεδα χολερυθρίνης είναι αρκετά υψηλά ώστε να τη δικαιολογούν. Για να είναι αποτελεσματικό το μέτρο αυτό, το δέρμα του βρέφους πρέπει να εκτεθεί σε υπεριώδη ακτινοβολία. Συνεπώς, το βρέφος τοποθετείται γυμνό κάτω από το φως φθορισμού και περιστρέφεται τακτικά, προκειμένου να εκτεθούν όλες οι επιφάνειές του. Η κεφαλή του βρέφους καλύπτεται, δεδομένου ότι υπάρχουν στοιχεία, ότι αυτό προλαμβάνει την υποασβεστιαιμία που επάγεται από τη φωτοθεραπεία. Τα μάτια προστατεύονται με αδιαφανή μάσκα, η οποία τοποθετείται προσεκτικά, εξαιρώντας τα ρουθούνια. Τα μάτια ελέγχονται περιοδικά για σημεία έκκρισης, υπερβολικής πίεσης στα βλέφαρα ή ερεθισμό του κερατοειδούς, αφού μπορεί να προκληθούν εκδορές στους κερατοειδείς, εάν έλθουν σε επαφή με τον επίδεσμο. Ελέγχονται και καταγράφονται ελάσσονες παρενέργειες, συμπεριλαμβανομένων χαλαρών, πρασινωπών κοπράνων, υπερθερμίας, αυξημένου μεταβολικού ρυθμού, αυξημένης απώλειας νερού λόγω εξάτμισης και πριαπισμού. Παρακολουθούνται η θερμοκρασία του βρέφους, ο καρδιακός και αναπνευστικός ρυθμός και το δέρμα (για ενδείξεις αφυδάτωσης και ξηρότητας). Αποφεύγονται τα λιπαρά λιπαντικά ή οι λοσιόν, ώστε να περιορισθεί το μαύρισμα του δέρματος. Το βρέφος λαμβάνει όγκο υγρών αυξημένο κατά 25% ως προς τη συνήθη ποσότητα, προκειμένου να αντισταθμιστούν οι μη αντιληπτές ή οι εντερικές απώλειες υγρών. Εφησυχάζονται διαρκώς οι γονείς, ως προς την πρόοδο του βρέφους τους. Ενδέχεται να ανησυχούν ότι το παιδί τους μπορεί να κρυώνει ή να μην μπορεί να δει. Προτρέπονται να αγγίζουν το βρέφος και να αισθανθούν ότι είναι ζεστό και άνετο κάτω από το φως. Η οφθαλμική ασπίδα πρέπει να αφαιρείται κατά τις επισκέψεις των γονέων και εκείνοι ενθαρρύνονται να μιλούν και να αγγίζουν το βρέφος, το οποίο ωφελείται από μια τέτοια διέγερση. Εάν πρόκειται να συνεχισθεί η φωτοθεραπεία στο σπίτι, τότε συμμετέχει ενεργά ένας οικιακός νοσηλευτής, προετοιμάζοντας τους γονείς για το ρόλο τους και επιβλέποντας τη θεραπεία.

Τα θηλάζοντα βρέφη μπορεί να παρουσιάσουν ίκτερο, ο οποίος κορυφώνεται κατά την τρίτη εβδομάδα της ζωής. Η θεραπεία περιλαμβάνει συχνότερο θηλασμό· ωστόσο, εάν τα επίπεδα χολερυθρίνης φθάσουν τα 15 έως 16 mg/100 ml, μπορεί η μητέρα να διακόψει το θηλασμό για 48 ώρες, αντικαθιστώντας τον με νερό και κάποιο

Aliases (separate with |): Υπερχολερυθριναιμία
υπερώα, ουρανίσκος

Η οριζόντια ανατομική δομή που διαχωρίζει τη στοματική από τη ρινική κοιλότητα; η οροφή του στόματος, υποστηριζόμενη στο πρόσθιο τμήμα της από τα γναθικά και υπερώια οστά.

ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Κηλίδες του Koplik: Εξάνθημα συχνά παρατηρούμενο επί της υπερώας κατά την ιλαρά. Δευτερογενής σύφιλη: Αναγνωρίζεται από την παρουσία βλεννωδών κηλίδων επί της υπερώας. Έρπης του φάρυγγα: Χαρακτηρίζεται από φυσαλίδες επί των φαρυγγικών τοιχωμάτων και της μαλθακής υπερώας. Οίδημα της σταφυλής: Σημειώνεται σε φλεγμονές του φάρυγγα και των αμυγδαλών, νεφρίτιδα, βαριές αναιμίες και αγγειονευρωτικό οίδημα. Στη διφθερίτιδα και στην κυνάγχη του Vincent, εμφανίζεται ένα μεμβρανώδες επίχρισμα. Σε κάποιες αιμορραγικές διαθέσεις, παρατηρείται αιματηρή εξαγγείωση. Σάρκωμα τον Kaposi: Μπορεί να εμφανιστούν σκουρόχρωμες, πορφυρές αλλοιώσεις στη σκληρή και μαλθακή υπερώα. Παράλυση: Μπορεί να προκληθεί από διφθερίτιδα, προμηκική παράλυση, νευρίτιδα, βασική μηνιγγίτιδα ή κάποιο όγκο στη βάση του εγκεφάλου. Αναισθησία: Παρατηρείται σε παθολογικές καταστάσεις του δεύτερου κλάδου του πέμπτου νεύρου.

Aliases (separate with |): Υπερώα, ουρανίσκος
υπνος

Περιοδική κατάσταση ανάπαυσης, η οποία συνοδεύεται από ποικίλους βαθμούς απώλειας, έλλειψης αισθήσεων και σχετικής αδράνειας. Παρότι θεωρείται ότι ο ύπνος επέρχεται μια φορά κάθε 24ωρο, τουλάχιστον το ήμισυ του παγκόσμιου πληθυσμού κοιμούνται για λίγο το μεσημέρι ή το απόγευμα, ως τμήμα του ισόβιου κύκλου μεταξύ ύπνου-εγρήγορσης. Η ανάγκη και η αξία του ύπνου είναι προφανής, αλλά η εξήγηση γιατί είναι τόσο αποτελεσματικός στο να παρέχει καθημερινή ανανέωση και αισθήματα ευεξίας ακόμα λείπει.

Έχει βρεθεί ότι ο ύπνος περιλαμβάνει δύο καταστάσεις: μία χωρίς ταχείες οφθαλμικές κινήσεις (NREM, ή συγχρονισμένος ύπνος, που περιλαμβάνει τέσσερα στάδια) και μία με ταχείες οφθαλμικές κινήσεις (REM ή ονειρικός ύπνος).

Ο NREM και ο REM ύπνος εναλλάσσονται κατά τη νύχτα. Κάθε κύκλος απαιτεί 90 ως 100 λεπτά για την ολοκλήρωσή του. Ο NREM καταλαμβάνει το 75% του κύκλου του ύπνου ενώ ο REM το υπόλοιπο 25%, με διακυμάνσεις μεταξύ διαφορετικών ατόμων.

Άτομα τα οποία στερούνται τον ύπνο για αρκετές ημέρες ή περισσότερο, γίνονται ευερέθιστα, εμφανίζουν κόπωση, αδυναμία συγκέντρωσης και αποπροσανατολισμό. Οι επιδόσεις σε πνευματικές και φυσικές εργασίες επιδεινώνονται. Ορισμένα άτομα βιώνουν παρανοϊκές σκέψεις καθώς και ακουστικές, οπτικές και απτικές παραισθήσεις. H στέρηση του ύπνου REM ενδέχεται να προκαλέσει άγχος, βουλιμία και υπερσεξουαλικότητα. Οι επιδράσεις της στέρησης του ύπνου αντιστρέφονται όταν αποκατασταθεί ο φυσιολογικός κύκλος ύπνου-εγρήγορσης.

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΚΑΤΑ TH ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ: Κατά τη διάρκεια του ύπνου παρατηρούνται οι ακόλουθες φυσιολογικές μεταβολές: ελάττωση της θερμοκρασίας του σώματος ελάττωση της έκκρισης ούρων· επιβράδυνση και εξομάλυνση του καρδιακού και αναπνευστικού ρυθμού κατά τον ύπνο NREM, που επιταχύνονται και γίνονται πιο ακανόνιστοι κατά τον ύπνο REM. Κατά τη διάρκεια του ύπνου REM, αυξάνει η ροή αίματος στον εγκέφαλο· η αναπνοή είναι περισσότερο ακανόνιστη· ο καρδιακός ρυθμός και η αρτηριακή πίεση ποικίλουν· η εγκεφαλική ροή του αίματος και ο μεταβολικός ρυθμός αυξάνουν, ενώ ενδέχεται να προκύψει στύση του πέους. έπάρχει αυξημένη έκκριση αυξητικής ορμόνης κατά τις πρώτες 2 ώρες του ύπνου· κατά το τελευταίο ήμισυ της περιόδου ύπνου, παρατηρούνται κύματα έκκρισης φλοιοεπινεφριδιοιρόπου ορμόνης (ACTH) και κορτιζόλης. Στους εφήβους, αγόρια και κορίτσια, αυξάνει η έκκριση ωχρινοτρόπου ορμόνης, ενώ στους άνδρες και στις γυναίκες αυξάνει η έκκριση προλακτίνης, ιδιαίτερα αμέσως μετά την έναρξη του ύπνου. Κατά την αξιολόγηση του ύπνου, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι νεύματα και ταλαντεύσεις του χεριού, γέλιο και αέρια παρατηρούνται στον φυσιολογικό ύπνο. Το ροχαλητό μπορεί να μην έχει κλινική σημασία αλλά εάν συνοδεύεται από άπνοια μπορεί να είναι επιζήμιο.

Aliases (separate with |): Ύπνος
υπογλυκαιμία

Παθολογικά χαμηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα, που συχνά σχετίζονται με νευρολογικές παρενέργειες και διέγερση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος. Η φαρμακοεπαγόμενη υπογλυκαιμία αποτελεί κοινό σύμπτωμα κατά τη θεραπεία του σακχαρώδους διαβήτη.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η υπογλυκαιμία μπορεί να προκληθεί από υπερβολικές δόσεις ινσουλίνης ή από του στόματος αντιδιαβητικών φαρμάκων αδυναμία πρόσληψης επαρκών θερμίδων αν και χορηγείται διαβητική αγωγή· ασυνήθιστα επίπεδα σωματικής άσκησης (πάλι, συνήθως μεταξύ διαβητικών που λαμβάνουν αγωγή)· έντονο υποσιτισμό· εξάλειψη των αποθεμάτων υδατανθράκων του ήπατος λόγω λήψης αλκόολ· υπερβολικές δόσεις σαλικυλικών· και σπάνια από ινσουλινοεκκριτικό όγκο του παγκρέατος.

ΣΥΜΠΤΏΜΑΤΑ: Ένας ασθενής με μετρίως χαμηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα μπορεί να εκδηλώσει εξάντληση, ζάλη, ανησυχία, πείνα ή να είναι ασυνήθιστα ευερέθιστος· δυσκολία συγκέντρωσης ή επεισόδια αυτόματης εφίδρωσης, αίσθημα παλμών, τρόμο ή ναυτία. Τα έντονα χαμηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα προκαλούν παραλήρημα, βίαιες συμπεριφορές, μειωμένο επίπεδο συνείδησης, σπασμούς, κώμα και κάποιες φορές θάνατο. Ορισμένοι ασθενείς που λαμβάνουν πολυετή θεραπεία για σακχαρώδη διαβήτη με ινσουλίνη μπορεί να χάσουν την ικανότητα αναγνώρισης των συμπτωμάτων που υποδηλώνουν χαμηλά επίπεδα σακχάρου. Η επίγνωση της υπογλυκαιμίας μπορεί να αποκατασταθεί μερικώς, μειώνοντας λίγο την αγωγή ινσουλίνης, ώστε να αποφευχθούν τα πολύ χαμηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα για αρκετούς μήνες.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η πάθηση διαγιγνώσκεται, όταν ένας συμπτωματικός ασθενής παρουσιάσει επίπεδα γλυκόζης αίματος των τριχοειδών ή του ορού μικρότερη από 3,0 mmol/ L (40 mg/dL).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η οξεία θεραπεία της υπογλυκαιμίας είναι η χορήγηση γλυκόζης από το στόμα ή διά του ορθού, ενδοφλέβιας δεξτρόζης (D50) ή η ενδομυϊκή ή υποδόρια χορήγηση γλυκαγόνου. Οι ασθενείς σε θεραπεία, οι οποίοι παραμένουν σχετικά υπογλυκαιμικοί, μπορεί να χρήζουν συνεχών εγχύσεων δεξτρόζης κατά τη διάρκεια της ενδονοσοκομειακής παρακολούθησης.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα από του στόματος συμπληρώματα γλυκόζης (π.χ., χυμοί ή γλυκά) δεν πρέπει ποτέ να χορηγούνται σε ασθενείς με έντονα μειωμένο επίπεδο συνείδησης, εξαιτίας του κινδύνου εισρόφησης. Στη μονάδα εντατικής θεραπείας, όλοι οι ασθενείς σε κώμα θεωρείται ότι είναι υπογλυκαιμικοί και αντιμετωπίζονται άμεσα με εγχύσεις δεξτρόζης. Αφού αποδράμει ένα υπογλυκαιμικό επεισόδιο, ενδέχεται να χρειασθεί η προσαρμογή της αντιδιαβητικής αγωγής. Οι ασθενείς πρέπει να εκπαιδεύονται στην αναγνώριση των συμπτωμάτων, που προκαλούνται από τα χαμηλά επίπεδα σακχάρου και στην ταχεία παρέμβαση, προκειμένου να αναστρέψουν τα χαμηλά επίπεδα σακχάρου στο μέλλον. Ασθενείς οι οποίοι ακολουθούν αυστηρά περιορισμένες δίαιτες, ενθαρρύνονται συχνά να αυξήσουν την πρόσληψη θερμίδων. Ενδέχεται να χρειαστεί να ελαττώσουν τις δόσεις ινσουλίνης ή των αντιδιαβητικών φαρμάκων. Ένας ασθενής ο οποίος έχει υποστεί επανειλημμένα υπογλυκαιμικά επεισόδια, πρέπει να παρακολουθεί ο ίδιος τα επίπεδα της γλυκόζης του αίματος πριν από τα γεύματα, κατά την ώρα της κατάκλισης, στο μέσο της νύχτας και οποτεδήποτε μεταβάλλονται οι διατροφικές, εργασιακές ή αθλητικές συνήθειες.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Τα υπογλυκαιμικά επεισόδια πρέπει να προλαμβάνονται ή να αντιμετωπίζονται άμεσα εάν συμβούν, προκειμένου να αποφευχθούν οι σοβαρές επιπλοκές. Ο επαγγελματίας υγείας εξασφαλίζει την κατανόηση από τον ασθενή των σημείων και συμπτωμάτων και των κύριων κινδύνων που ενέχει η υπογλυκαιμία. Αφού συμβεί, ο ασθενής μπορεί να χάσει γρήγορα την ικανότητα καθαρής σκέψης. Εάν συμβεί ενώ ο ασθενής οδηγεί ή χειρίζεται μηχανήματα, μπορείνα προκληθεί σοβαρό ατύχημα. Ασθενής ο οποίος λαμβάνει βήτα-ανταγωνιστές μπορεί να βιώσει μόνο συμπτώματατα οποία σχετίζονται με το κεντρικό νευρικό σύστημα, ενώ τα υπογλυκαιμικά επεισόδια μπορεί να διαφύγουν από πολλούς ασθενείς οι οποίοι κάνουν μακροχρόνια χρήση ινσουλίνης, προκειμένου να ελέγξουν τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Η εκπαίδευση του ασθενή είναι ζωτικής σημασίας στην αντιμετώπιση της άγνοιας της υπογλυκαιμίας. Οι ασθενείς δεν πρέπει να παραλείπουν τα γεύματα ή τα προγραμματισμένα πρόχειρα γεύματα. Οι ασθενείς πρέπει να πληροφορηθούν ότι η σωματική άσκηση ή η έντονη δραστηριότητα αυξάνουν τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας, ο οποίος παραμένει υψηλός για τις τουλάχιστον επόμενες 4 έως 6 ώρες. Οι ασθενείς οι οποίοι διατρέχουν κίνδυνο, πρέπει να μετρούν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα και να αντιμετωπίζουν τα χαμηλά επίπεδα πριν από την οδήγηση, σταματώντας ανά μία ώρα σε μεγάλα ταξίδια, προκειμένου να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα εάν είναι απαραίτητο. Ο ιατρός επανεξετάζει με τον ασθενή και την οικογένειά του τα θεραπευτικά μέτρα, τα οποία πρέπει να ακολουθήσουν, εάν ο ασθενής υποστεί ένα υπογλυκαιμικό επεισόδιο. Εάν ο ασθενής διατηρεί τις αισθήσεις του και διατηρεί ακέραια αντανακλαστικά, πρέπει να καταναλώσει μια άμεσα διαθέσιμη πηγή γλυκόζης, όπως πέντε με έξι κομμάτια γλυκού· 4 ως 6 ουγγιές χυμού μήλου, χυμού πορτοκαλιού, κόλας ή άλλου αναψυκτικού· ή μία κουταλιά της σούπας μέλι ή ζελέ σταφυλιού. Μπορεί επίσης να τοποθετηθεί στη στοματική κοιλότητα εμπορικά διαθέσιμη άχνη ζάχαρη για απορρόφηση μέσω του στοματικού βλεννογόνου (μία κουταλιά της σούπας). Εάν ο ασθενής δεν έχει τις αισθήσεις του, πρέπει να ειδοποιηθεί άμεσα ο υπεύθυνος επειγόντων ιατρικών περιστατικών και ο ασθενής να λάβει υποδόρια ένεση γλυκογόνου· επίσης, πρέπει η οικογένεια του ασθενή να διδαχθεί πώς να χορηγεί ενέσεις γλυκαγόνου. Εάν τα υπογλυκαιμικά επεισόδια δεν ανταποκρίνονται στη θεραπεία ή αν εκδηλώνονται συχνά, τότε πρέπει ο ασθενής ή η οικογένειά του να ειδοποιήσει τον ιατρό. Ο ασθενής πρέπει να ακολουθεί την ενδεδειγμένη δίαιτα, ώστε να προλάβει μια αιφνίδια ελάττωση των επιπέδων γλυκόζης του αίματος. Ένας διαιτολόγος μπορεί να βοηθήσει τον ασθενή να κατανοήσει την απαραίτητη δίαιτα και να σχεδιάσει ένα διατροφικό πρόγραμμα, το οποίο περιλαμβάνει τροφές που μπορεί να απολαύσει ο ασθενής, αποφεύγοντας παράλληλα τους απλούς υδατάνθρακες. Ο ασθενής πρέπει να φορά ή να φέρει ιατρική συσκευή ταυτοποίησης, η οποία περιγράφει την πάθηση και τα μέτρα επείγουσας αντιμετώπισης. Για τον ασθενή με φαρμακευτική υπογλυκαιμία από ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά φάρμακα, ο ιατρός ανασκοπεί τα κεντρικά σημεία της αντιμετώπισης του σακχαρώδους διαβήτη. Ο ασθενής διδάσκεται σχετικά με την ενδεδειγμένη φαρμακευτική θεραπεία ή τη χειρουργική επέμβαση· όταν η χειρουργική επέμβαση καταστεί αναγκαία, ο ασθενής προετοιμάζεται σωματικά και συναισθηματικά για την επέμβαση και την παρεχόμενη μετεγχειρητική φροντίδα (όπως για έναν ασθενή, ο οποίος υποβάλλεται σε άλλη ενδοκολιακή χειρουργική επέμβαση με επιπρόσθετες ανησυχίες σχετικά με τα επίπεδα γλυκόζης αίματος).

ΜΕΤΑΓΕΥΜΑΤΙΚΗ «ΥΠΟΓΛΥΚΑΙΜΙΑ». Πολλά άτομα πιστεύουν εσφαλμένα ότι είναι υπογλυκαιμικά, όταν αισθανθούν ζάλη ή εξάντληση μετά από τα γεύματα. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποστηρίζουν αυτή την άποψη.

Aliases (separate with |): Υπογλυκαιμία
υπογονιμότητα, στειρότητα

Αδυναμία επίτευξης κύησης στην διάρκεια ενός έτους ή περισσότερο ενώ υπάρχουν σεξουαλικές επαφές χωρίς προφύλαξη. Η κατάσταση μπορεί να υπάρχει στον ένα ή και στους δύο συντρόφους και ίσως να είναι αναστρέψιμη. Στις Η.ΠΑ. το 20% περίπου των ζευγαριών εμφανίζουν υπογονιμότητα. Στις γυναίκες, η υπογονιμότητα μπορεί να είναι πρωτοπαθής (δηλ. να υπάρχει σε γυναίκες που δεν έχουν ποτέ συλλάβει) ή δευτεροπαθής (δηλ. παρουσιάζεται σε γυναίκες μετά από προηγούμενες συλλήψεις ή εγκυμοσύνες). Τα αίτια πρωτοπαθούς υπογονιμότητας περιλαμβάνουν την ωοθηλακιορρηκτική ανεπάρκεια, τις ανατομικές ανωμαλίες της μήτρας, το σύνδρομο και διατροφικές διαταραχές μεταξύ πολλών άλλων. Συνήθη αίτια δευτεροπαθούς υπογονιμότητας στις γυναίκες περιλαμβάνουν μεταξύ των άλλων την ίνωση των ωαγωγών (π.χ. μετά από σεξουαλικά μεταδιδόμενες νόσους), ενδομητρίωση, κακοήθειες και χημειοθεραπεία. Στους άνδρες, συνήθως η υπογονιμότητα οφείλεται σε αδυναμία παραγωγής επαρκών ποσοτήτων σπέρματος (π.χ. ως αποτέλεσμα έκθεσης σε περιβαλλοντικές τοξίνες, ιούς ή βακτήρια, αναπτυξιακές ή γενετικές νόσους, κιρσοκήλη ή ενδοκρινολογικές ανωμαλίες).

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η διερεύνηση ξεκινά με ένα ουσιαστικό ατομικό ιστορικό για τα δύο άτομα, εκτίμηση του χρονοδιαγράμματος σεξουαλικών επαφών, και λεπτομερής φυσική εξέταση. Οι αρχικές εξετάσεις για τον άνδρα είναι η ανάλυση του σπέρματος και η εκτίμηση της μορφολογίας των σπερματοζωαρίων, της κινητικότητας και του αριθμού. Η εξέταση πρέπει να πραγματοποιηθεί μετά από 2 με 3 ημέρες αποχής από επαφή. Πρέπει να ληφθούν τουλάχιστον δύο με τρεις εκσπερματώσεις, σε διαστήματα όχι μικρότερα της μίας εβδομάδας, και να εξετασθούν λόγω της διακύμανσης του αριθμού των σπερματοζωαρίων. Η εκτίμηση της γυναίκας συνήθως ξεκινά με αξιολόγηση των ωοθηλακιορρηξιών χρησιμοποιώντας ένα διάγραμμα της βασικής θερμοκρασίας σώματος. Πιθανώς να παραγγελθούν και επιπλέον εξετάσεις στην γυναίκα για την εκτίμηση ενοχοποιητικών παραγόντων της ωοθήκης, της σάλπιγγας, της μήτρας και του τραχήλου.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα συγκεκριμένα προβλήματα που διαπιστώνονται από τις εξετάσεις μπορεί να αντιμετωπίζονται είτε φαρμακευτικά είτε με χειρουργικές τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Aliases (separate with |): Υπογονιμότητα, στειρότητα
υποδοχέας
  1. Υποδοχέας.

Στη βιολογία του κυττάρου, μια δομή στην κυτταρική μεμβράνη ή εντός του κυττάρου που συνδέεται με το φάρμακο, την ορμόνη, το χημικό μεσολαβητή ή με ένα μολυσματικό παράγοντα για να αλλάξει κάποια λειτουργία του κυττάρου.

  1. Αισθητική νευρική απόληξη
Aliases (separate with |): Υποδοχέας
υποδοχέας Τ κυττάρων

Μία από δύο πολυπεπτιδικές αλυσίδες (α ή β) στην επιφάνεια των Τ λεμφοκυττάρων που αναγνωρίζουν και προσδένουν ξένα αντιγόνα. Οι TCRs είναι αντιγονικοί. Η δράση τους εξαρτάται από την επεξεργασία των αντιγόνων από μακροφάγα ή άλλα αντιγονοπαρουσιαστικά κύτταρα και από την παρουσία των πρωτεϊνών του μείζονος συμπλέγματος ιστοσυμβατότητας, στις οποίες προσδένονται πεπτίδια από το αντιγόνο.

Aliases (separate with |): Υποδοχέας Τ κυττάρων
υποθάλαμος

Το τμήμα του διεγκεφάλου το οποίο συνιστά το κοιλιακό τοίχωμα της τρίτης κοιλίας κάτω από την υποθαλαμική αύλακα και περιλαμβάνει δομές που σχηματίζουν το έδαφος της κοιλίας, όπως το φαιό φύμα, ο μίσχος και τα μαστία. Βρίσκεται όπισθεν του θαλάμου και προς τα πλάγια συνεχίζεται με τις υποθαλαμικές μοίρες. Παράγει αντιδιουρητική ορμόνη και οξυτοκίνη, οι οποίες αμφότερες αποθηκεύονται στην οπίσθια υπόφυση, εάν είναι απαραίτητο. Παράγει εκλυτικές ορμόνες που διεγείρουν την παραγωγή ορμονών από την πρόσθια υπόφυση: αυξητική ορμόνη, εκλυτική ορμόνη του θυρεοειδούς, φλοιοεπινεφριδιοτρόπο ορμόνη, ωοθυλακιοτρόπο ορμόνη, ωχρινοτρόπο ορμόνη και προλακτίνη. Για αρκετές από τις παραπάνω, παράγονται επίσης και ανασταλτικές ορμόνες. Ο υποθάλαμος, ρυθμίζει επίσης την υδατική ισορροπία, τη θερμοκρασία του σώματος και την όρεξη. Είναι η κύρια περιοχή ολοκλήρωσης των συμπαθητικών και παρασυμπαθητικών δραστηριοτήτων.

Aliases (separate with |): Υποθάλαμος
υποθερμία

Σωματική θερμοκρασία μικρότερη από τους 35°C. Μπορεί να ταξινομηθεί περαιτέρω ως ήπια (34° - 36°C)· μέτρια (30° - 34°C)· ή βαριά (<30°C). Οι χαμηλές θερμοκρασίες σώματος είναι πιθανότερο να επηρεάσουν νεογνά, ηλικιωμένους, άτομα τα οποία εκτίθενται σε υγρές και ψυχρές συνθήκες σε εξωτερικό περιβάλλον, αλκοολικούς, σηπτικούς ασθενείς, ασθενείς με τραύμα και ασθενείς με βαρύ υποθυρεοειδισμό. Σε αυτά τα άτομα, η υποθερμία μπορεί να αποβεί μοιραία.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Προκειμένου να προληφθεί η υποθερμία, ασθενείς με πολλαπλά τραύματα που παρακολουθούνται σε εντατικές μονάδες, πρέπει να διατηρούνται υπό την επίδραση εστιών ακτινοβολούμενης θερμότητας. Άτομα τα οποία πρόκειται να υποβληθούν σε μακροπρόθεσμη έκθεση στο ψύχος, πρέπει να συμβουλευθούν να μην καπνίσουν, ούτε να καταναλώσουν αλκοόλ. Πρέπει να φορούν ενδύματα σε στρώσεις, δύο ζεύγη καλτσών, γάντια με ενωμένα δάκτυλα (όχι απλά γάντια) και ένα κασκόλ ή καπέλο το οποίο να καλύπτει τα αυτιά και την κεφαλή (προκειμένου να αποφευχθεί η απώλεια θερμότητας από το κεφάλι). Χρειάζονται επίσης επαρκή τροφή και ανάπαυση. Εάν βρεθεί σε έντονα ψυχρές καιρικές συνθήκες, τότε το άτομο πρέπει να αναζητήσει θέρμανση και καταφύγιο το συντομότερο δυνατό και να αυξήσει τη σωματική δραστηριότητα προκειμένου να διατηρήσει τη θερμότητα του σώματος.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Το προσωπικό των μονάδων εντατικής θεραπείας ελέγχει αρχικά τους αεραγωγούς, την αναπνοή και την κυκλοφορία. Εάν δεν εντοπίζεται αναπνοή ή σφυγμός, τότε εφαρμόζεται άμεσα καρδιοπνευμονική ανάνηψη (CPR) και συνεχίζεται έως ότου η κεντρική θερμοκρασία του σώματος φθάσει στους 32°C τουλάχιστον. Απομακρύνετε τα νωπά ρούχα, προστατεύστε τον ασθενή από περαιτέρω θερμικές απώλειες, αποφύγετε την εντριβή των ιστών, τις αδρές κινήσεις, τη μη απαραίτητη δραστηριότητα και την υπέρμετρη σωματική κίνηση που μπορεί να πυροδοτήσουν την εκδήλωση αρρυθμιών. Εάν ο ασθενής έχει κεντρική θερμοκρασία σώματος 34° - 36°C (ήπια υποθερμία) και αναπνέει αυθόρμητα, ξεκινήστε παθητική θέρμανση και ενεργή εξωτερική θέρμανση. Εάν η κεντρική θερμοκρασία του ασθενή είναι 30° - 34°C (μέτρια υποθερμία) ξεκινήστε να θερμαίνεται τον ασθενή παθητικά, διατηρώντας την ενεργή εξωτερική αναθέρμανση για το θώρακα. Εάν η κεντρική θερμοκρασία σώματος του ασθενή είναι μικρότερη από 30°C (βαριά υποθερμία), ξεκινήστε την ενεργό αναθέρμανση του ασθενή εσωτερικά, π.χ., με εγχύσεις θερμών ενδοφλέβιων ή ενδοπεριτοναϊκών υγρών, θερμό υγροποιημένο οξυγόνο και οισοφαγικούς σωλήνες θέρμανσης. Εάν ο ασθενής τελεί υπό πλήρη καρδιοαναπνευστική καταστολή, ξεκινήστε την εφαρμογή καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης και ακολουθήστε τα συνήθη πρωτόκολλα προχωρημένης καρδιακής ζωτικής υποστήριξης.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα στοματικά θερμόμετρα ενδέχεται να είναι ανακριβή σε εξωτερικούς χώρους. Κανένας δεν θα πρέπει να θεωρηθεί νεκρός, έως ότου χρησιμοποιηθούν τεχνικές αναθέρμανσης. Η υποθερμία στα νεογνά προλαμβάνεται, διατηρώντας το στεγνό αλλά γυμνό βρέφος κάτω από πηγή ακτινοβολούμενης θερμότητας, έως ότου σταθεροποιηθεί η θερμοκρασία του. Αναβάλλεται το αρχικό λουτρό μέχρι η θερμοκρασία του δέρματος να σταθεροποιηθεί μεταξύ των 36,5° - 37,2°C. Αφότου σταθεροποιηθεί, η θερμοκρασία του βρέφους διατηρείται κρατώντας το στεγνό και τυλιγμένο σε ζεστά σκεπάσματα, με το κεφάλι καλυμμένο, σε θάλαμο νηπίων με θερμοκρασία περιβάλλοντος 24°C. Εάν το βρέφος κατέστη υποθερμικό (ψυχρός θάλαμος τοκετού, κατά τη γέννα σε αυτοκίνητο καθοδόν προς το μαιευτήριο ή λόγω ανεπαρκούς στεγνώματος και σκεπάσματος μετά τη γέννα), η αναθέρμανση επιτυγχάνεται με πολύ προσοχή εντός περιόδου 2 έως 4 ωρών, καθώς η ταχεία θέρμανση ή ψύξη μπορεί να καταλήξει σε περιόδους άπνοιας ή οξέωση.

Aliases (separate with |): Υποθερμία
υποθυρεοειδισμός

Οι κλινικές συνέπειες ανεπαρκών επιπέδων θυρεοειδούς ορμόνης στο σώμα. Όταν η θυρεοειδική ανεπάρκεια είναι μακροπρόθεσμη ή βαριά, έχει ως αποτέλεσμα μειωμένο βασικό μεταβολισμό, δυσανεξία στο ψύχος, εξάντληση, πνευματική απάθεια, σωματική νωθρότητα, δυσκοιλιότητα, μυϊκούς πόνους, ξηροδερμία και ξηρές τρίχες και αδρά χαρακτηριστικά. Συγκεντρωτικά, αυτά τα συμπτώματα καλούνται μυξοίδημα. Στη βρεφική ηλικία τα ανεπαρκή επίπεδα θυρεοειδούς ορμόνης προκαλούν κρετινισμό.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι περισσότεροι ασθενείς με υποθυρεοειδισμό έχουν είτε θυρεοειδίτιδα Hashimoto ή έλαβαν θεραπεία για υπερθυρεοειδισμό, είτε με θυρεοειδεκτομή ή με ραδιενεργό ιώδιο. Περιστασιακά ο υποθυρεοειδισμός είναι φαρμακοεπαγόμενος, π.χ., σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιθυρεοειδικά φάρμακα ή τον αντιαρρυθμικό παράγοντα αμιωδαρόνη. Σπανίως, ο υποθυρεοειδισμός προκαλείται από ανεπαρκή διέγερση του θυρεοειδούς από την πρόσθια υπόφυση ή από την ανεπαρκή έκλυση της εκλυτικής ορμόνης της θυρεοτροπίνης από τον υποθάλαμο.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Αρκετά προτού γίνουν εμφανή τα συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού, η πάθηση μπορεί να διαγνωσθεί με ελέγχους της θυρεοειδικής λειτουργίας. Η δοκιμασία TSH πλάσματος χρησιμοποιείται για την ανίχνευση της πάθησης· εάν είναι υψηλή, τότε είναι πιθανό να υπάρχει υποθυρεοειδισμός. Άλλοι έλεγχοι, συμπεριλαμβανομένου ενός χαμηλού δείκτη ελεύθερης Τ4, επιβεβαιώνουν τη διάγνωση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Για τους περισσότερους ασθενείς, η εφ' όρου ζωής χορήγηση θυρεοειδούς ορμόνης αποκαθιστά τον φυσιολογικό μεταβολισμό και την ευεξία. Η αποτυχία θεραπείας του υποθυρεοειδισμού καταλήγει αναπόφευκτα σε μυξοίδημα, ακόλουθο κώμα ή στο θάνατο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο φαρμακοεπαγόμενος υποθυρεοειδισμός δε χρήζει άλλης θεραπείας, παρά της διακοπής του υπεύθυνου παράγοντα ή της ρύθμισης της δόσης του.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής εξετάζεται για ενδείξεις ελαττωμένου μεταβολικού ρυθμού· εύκολη εξάντληση· ψυχρό, ξηρό και κολλώδες δέρμα· υπερκαροτιναιμία· απώλεια μαλλιών και φρυδιών· εύθραυστα νύχια· διογκωμένο πρόσωπο και περικογχικό οίδημα· παραισθησίες· αταξία· δυσανεξία στο ψύχος· βραδυκαρδία· μειωμένη καρδιακή παροχή· μυϊκό πόνο και δυσκαμψία των αρθρώσεων· μεταβολές στις κενώσεις· ακανόνιστες εμμηνόρροιες· και ελαττωμένη σεξουαλική επιθυμία. Παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία, η πρόσληψη υγρών, η αποβολή ούρων, το βάρος και η νευρολογική κατάσταση. Πραγματοποιούνται διαγνωστικοί έλεγχοι και εξηγούνται οι αναμενόμενες αισθήσεις καθενός εξ' αυτών. Χορηγούνται και εξηγούνται η μακροπρόθεσμη αντικατάσταση ορμονών και άλλες θεραπείες με στόχο την αποκατάσταση μιας φυσιολογικής μεταβολικής κατάστασης.

Υποβοηθούνται ο ασθενής και η οικογένειά του να αντιμετωπίσουν τις ψυχοκοινωνικές και ψυχοκινητικές επιδράσεις του μειωμένου μεταβολισμού. Αυξάνεται προοδευτικά το επίπεδο δραστηριοτήτων του ασθενή, καθώς προχωρά η θεραπεία, ενώ η επαρκής ανάπαυση αποτελεί διαρκή προτεραιότητα, προκειμένου να περιορισθεί η εξάντληση και να ελαττωθεί η ανάγκη του μυοκαρδίου σε οξυγόνο. Ο ασθενής πρέπει να φορά ή να φέρει ιατρική συσκευή αναγνώρισης που περιγράφει την πάθηση και τη θεραπεία της, καθώς και να μεταφέρει διαρκώς μαζί του τα φάρμακα. Τα επιθυμητά αποτελέσματα περιλαμβάνουν την κατανόηση από τον ασθενή και τη συνεργασία του στη θεραπευτική αγωγή, την αποκατάσταση του φυσιολογικού επιπέδου δραστηριοτήτων, την απουσία επιπλοκών και την αποκατάσταση της ψυχολογικής ευεξίας.

Aliases (separate with |): Υποθυρεοειδισμός
υποκαλιαιμία

Παθολογικά χαμηλή συγκέντρωση καλίου στο αίμα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι αιτίες περιλαμβάνουν την ελαττωμένη πρόσληψη καλίου ή την υπέρμετρη αποβολή του εξαιτίας έμεσης, διάρροιας ή συριγγίων μεταβολικής οξέωσης· διουρητικής θεραπείας· αλδοστερονισμού· υπερβολικής φλοιοεπινεφριδιακής έκκρισης· πάθησης των νεφρικών σωληναρίων· και αλκάλωσης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι συνήθεις εκδηλώσεις ήπιας έως μέτριας ανεπάρκειας καλίου, περιλαμβάνουν μυϊκούς πόνους, εξάντληση ή ήπια αδυναμία. Καθώς η συγκέντρωση καλίου ελαττώνεται σημαντικά κάτω από 3,0 mmol/L, μπορεί να προκληθούν ειλεός, παράλυση, διαταραχές του καρδιακόυ ρυθμού και της καρδιακής αγωγιμότητας. Οι αρρυθμίες είναι πιθανότερο να επηρεάσουν τους ασθενείς εκείνους, οι οποίοι λαμβάνουν διγοξίνη και γίνονται υποκαλιαιμικοί.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Για να προληφθεί η υποκαλιαιμία, οι ασθενείς που λαμβάνουν καρδιακές γλυκοσίδες ή καλιοαπεκκριτικά διουρητικά συμβουλεύονται να συμπεριλάβουν συμπληρώματα καλίου στις θεραπευτικές τους αγωγές. Τροφές πλούσιες σε κάλιο (όπως τα πορτοκάλια, οι μπανάνες και οι τομάτες) δεν αποτελούν επαρκείς πηγές καλίου για την αναπλήρωση, όσου χάνεται με τη διούρηση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία συνίσταται στην από του στόματος, ενδοφλέβια ή συνδυασμένη αναπλήρωση του καλίου.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι βαριά υποκαλιαιμικοί ασθενείς μπορεί να χρήζουν στενής ηλεκτροκαρδιογραφικής παρακολούθησης και τακτικής εξέτασης των επιπέδων καλίου του πλάσματος.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Παρακολουθούνται τακτικά τα επίπεδα καλίου και άλλων ηλεκτρολυτών κατά τη διάρκεια της θεραπείας αναπλήρωσης, προκειμένου να αποφευχθεί η υπερδιόρθωση με επακόλουθη υπερκαλιαιμία. Παρακολουθείται η ισορροπία των υγρών. Πρέπει να ειδοποιηθεί ο ιατρός, εάν η παραγωγή ούρων είναι μικρότερη των 600 ml/ημέρα, διότι το 80-90% του συνολικού καλίου απεκκρίνεται μέσω των νεφρών. Παρακολουθείται ο καρδιακός ρυθμός και αναφέρονται αμέσως οι αρρυθμίες. Απαιτείται επιπρόσθετη προσοχή, εάν ο ασθενής λαμβάνει καρδιακή γλυκοσίδη, επειδή η υποκαλιαιμία ενισχύει τη δράση της. Ο ασθενής εκτιμάται για ενδείξεις δηλητηρίασης από δακτυλίτιδα. Άλλα σημεία τα οποία πρέπει να παρακολουθηθούν, περιλαμβάνουν ελαττωμένους εντερικούς ήχους, κοιλιακή διάταση και δυσκοιλιότητα. Χορηγείται αργά και με τη βοήθεια ογκομετρικής συσκευής η ενδεδειγμένη θεραπεία ενδοφλέβιας αναπλήρωσης καλίου, εάν η συγκέντρωσή του ξεπερνά τα 40 mEg/ λίτρο. Ο ρυθμός έγχυσης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 200-250mEg/ 24ωρο και το φάρμακο δεν πρέπει ποτέ να χορηγείται ως μία εφάπαξ δόση, επειδή μπορεί να επιφέρει καρδιακή ανακοπή. Εάν δοθεί στον ασθενή από του στόματος υγρό συμπλήρωμα καλίου, αυτός ή αυτή συμβουλεύεται να το διαλύει σε γεμάτο ποτήρι με νερό ή φρουτοχυμό και να το πίνει αργά με μικρές γουλιές, ώστε να αποφύγει το γαστρικό ερεθισμό. Εφαρμόζονται μέτρα ασφαλείας για τον ασθενή που παρουσιάζει μυϊκή αδυναμία εξαιτίας ορθοστατικής υπότασης. Δίνεται έμφαση στη σημασία της λήψης των συνταγογραφούμενων συμπληρωμάτων καλίου, ιδιαίτερα εάν ο ασθενής λαμβάνει κάποιο διουρητικό ή κάποιο σκεύασμα δακτυλίτιδας. Ο ασθενής διδάσκεται σχετικά με τα σημεία διαταραχής των επιπέδων καλίου που θα πρέπει να αναφέρει, συμπεριλαμβανομένων της αδυναμίας και των καρδιακών αρρυθμιών.

Aliases (separate with |): Υποκαλιαιμία
υποκλυσμός αερίου-σκιαγραφικού

Υποκλυσμός κατά τον οποίο δύο παράγοντες αντίθεσης, το πυκνό θειικό βάριο και ο αέρας, εισάγονται ταυτόχρονα υπό ακτινοσκοπικό έλεγχο. Ο υποκλεισμός ακολουθείται από πολλαπλές ακτινογραφίες του παχέος εντέρου. Η τεχνική αυτή της διπλής αντίθεσης παρέχει καλύτερη απεικόνιση των βλεννογόνιων βλαβών, όπως οι πολύποδες και τα εκκολπώματα, απ ό,τι ο βαριούχος υποκλυσμός χωρίς εισαγωγή αέρα.

Aliases (separate with |): Υποκλυσμός αερίου-σκιαγραφικού
υποκλυσμός κατακράτησης ή επίσχεσης

Yποκλυσμός που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη χορήγηση τροφής, φαρμάκων η αναισθησίας. Πρέπει να αποτελείται από υγρά που δεν διεγείρουν τον περισταλτισμό, όπως νερό της βρύσης, σαπωνούχο διάλυμα η φυσιολογικό ορό. Μια μικρή ποσότητα υγρού (100 έως 250 ml) χρησιμοποιείται σε ενήλικες.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η όλη διαδικασία εξηγείται στον ασθενή. Συγκεντρώνεται ο απαραίτητος εξοπλισμός, ο ασθενής καλύπτεται με σεντόνια για να μην είναι εκτεθειμένος σε τρίτους και τοποθετείται σε αριστερή πλάγια κατακεκλιμένη θέση με το δεξί γόνατο λυγισμένο. Απομακρύνεται ο αέρας από τους σωλήνες και ο μικρός σωλήνας εισάγεται περίπου 7-8 cm. εντός του ορθού και δεν αφαιρείται (εκτός αν είναι τελείως απαραίτητο) μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Το υγρό αφήνεται να περάσει πολύ αργά με ενδιάμεσες παύεις ώστε να διευκολυνθεί η κατακράτηση του. Εάν ο ασθενής εμφανίζει έπειξη για αφόδευση, η ροή του υγρού σταματά μέχρι να υποχωρήσει η έπειξη. Όταν έχει εγχυθεί όλη η ποσότητα του υγρού ο σωλήνας αποσύρεται γρήγορα, οι γλουτοί του ασθενούς συμπιέζονται για μερικά λεπτά για να αποφευχθεί η εκκένωση και ο ασθενής ενθαρρύνεται να συγκρατήσει τον υποκλυσμό για τουλάχιστον 30 λεπτά. Ο τύπος και η ποσότητα του υγρού που χορηγήθηκε, η ικανότητα του ασθενούς να το κατακρατήσει και η ποσότητα, το είδος και η σύσταση του επιστρεφόμενου υγρού και των κοπράνων καταγράφονται.

Aliases (separate with |): Υποκλυσμός κατακράτησης ή επίσχεσης
υποκλυσμός, κλύσμα
  1. Η εισαγωγή ενός διαλύματος στο ορθό και στο παχύ έντερο για τη διέγερση της εντερικής δραστηριότητας και για την πρόκληση της κένωσης του κατώτερου εντέρου, για διατροφικούς η θεραπευτικούς σκοπούς, για χορήγηση αναισθησίας η για υποβοήθηση σε ακτινολογικές εξετάσεις.

  2. Το διάλυμα που εισάγεται στο ορθό.

Aliases (separate with |): enema|Υποκλυσμός, κλύσμα
υπολειμματική νόσος, υπολειμματικός όγκος

Όγκος που παραμένει μετά την επέμβαση ή άλλο είδος θεραπείας.

Aliases (separate with |): Υπολειμματική νόσος, υπολειμματικός όγκος
υποξική εγκεφαλοπάθεια

Η νευρολογική βλάβη που προκαλείται από την αποστέρηση του εγκεφάλου από οξυγόνο ή αίμα, για μερικά λεπτά. Η βλάβη μπορεί να κυμαίνεται από μια παροδική απώλεια της βραχυπρόθεσμης μνήμης έως μόνιμο φυτικό κώμα. Πολλές καταστάσεις μπορεί να οδηγήσουν σε ανεπάρκεια οξυγόνωσης του εγκεφάλου, ο οποίος εξαρτάται απόλυτα από το οξυγόνο, το αίμα και τη γλυκόζη προκειμένου να λειτουργήσει φυσιολογικά. Οι καταστάσεις αυτές περιλαμβάνουν την εισπνοή μονοξειδίου του άνθρακα, την καρδιακή ανακοπή, υποτασικά επεισόδια οποιασδήποτε αιτιολογίας (π.χ. κάθε μορφή καταπληξίας), τον πνιγμό και την ασφυξία. Εάν οι ασθενείς δεν αναζωογονηθούν γρήγορα και δεν αποκατασταθεί η οξυγόνωση, τότε ο ιππόκαμπος και στη συνέχεια και τα υπόλοιπα τμήματα του εγκεφάλου μπορεί να υποστούν μόνιμη βλάβη και ο ασθενής να υποστεί μη αναστρέψιμη εγκεφαλική βλάβη.

Aliases (separate with |): Υποξική εγκεφαλοπάθεια
υποτροπή

Επανεμφάνιση της νόσου μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.

Aliases (separate with |): Υποτροπή
υποφυσιακός αδένας

Μικρός, φαιός, στρογγυλός αδένας που αναπτύσσεται από ενδογενή στοματικό επιθήλιο (θύλακας του Rathke) και ενώνεται με την κατώτερη επιφάνεια του υποθαλάμου μέσω του χωνοειδούς μίσχου. Το τμήμα του θύλακα Rathke σχηματίζει τον πρόσθιο λοβό και την ενδιάμεση περιοχή, ενώ ο νευρικός ιστός του χωνοειδούς μίσχου σχηματίζει τον οπίσθιο λοβό. Οι διαστάσεις της υπόφυσης είναι κατά μέσο όρο 1,3 x 1,0 x 0,5 cm και ζυγίζει 0,55-06 γραμμάρια. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Η υπόφυση είναι ένας ενδοκρινής αδένας που εκκρίνει έναν αριθμό ορμονών, οι οποίες ρυθμίζουν πολλές διεργασίες του σώματος, περιλαμβανομένων της ανάπτυξης, της αναπαραγωγής, και άλλων μεταβολικών δραστηριοτήτων. Αναφέρεται συχνά ως ο «κυρίαρχος αδένας του σώματος». Οι ορμόνες εκκρίνονται στους ακόλουθους λοβούς: ενδιάμεσος λοβός: στα ψυχρόαιμα ζώα εκκρίνεται ιντερμεδίνη που επηρεάζει την δραστηριότητα των χρωστικών κυττάρων (χρωμοφόρων) των ψαριών, αμφίβιων, και ερπετών. Στα θερμόαιμα ζώα δεν είναι γνωστές κάποιες δράσεις.

Πρόσθιος λοβός: εδώ εκκρίνεται η σωματοτροπίνη ή αυξητική ορμόνη (STH ή GH), η οποία ρυθμίζει την κυτταρική διαίρεση και την πρωτεϊνική σύνθεση για την ανάπτυξη του σώματος, η αδρενοκορτικοτράπος ορμόνη (ACTH), η οποία ρυθμίζει την λειτουργία του φλοιού των επινεφριδίων, η θυρεοειδοτρόπος ορμόνη (TSH), η οποία ρυθμίζει τις λειτουργικές δραστηριότητες του θυρεοειδούς και η προλακτίνη, η οποία προκαλεί την έκκριση γάλακτος στις ενήλικες γυναίκες. Οι γοναδοτροπίνες είναι οι εξής: στις γυναίκες η θυλακιοτρόπος ορμόνη (FSH), η οποία διεγείρει την ανάπτυξη των ωοθυλακίων της ωοθήκης και την έκκριση οιστρογόνων και στους άνδρες διεγείρει την σπερματογένεση. Στις γυναίκες η ωχρινοτρόπος ορμόνη (LH) διεγείρει την ωορρηξία και τον σχηματισμό του ωχρού σωματίου και την έκκριση από αυτό οιστρογόνων και προγεστερόνης. Στους άνδρες η LH ονομάζεται επίσης ICSH (Interstitial Cell-stimulation Hormone - Ορμόνη διέγερσης του ενδιάμεσου κυττάρου), η οποία διεγείρει την έκκριση τεστοστερόνης.

Οπίσθιος λοβός: Οι ορμόνες εκκρίνονται από τα νευροεκκριτικά κύτταρα του υποθαλάμου και διέρχονται διαμέσου των ινών των υπεροπτικοϋποφυσιακών οδών στην νευροϋπόφυση, όπου και αποθηκεύονται. Οι ορμόνες που εκκρίνονται είναι οι οκυτοκίνη, η οποία δρα ειδικά στα λεία μυϊκά κύτταρα της μήτρας, αυξάνοντας τον τόνο και την συσπαστικότητά της και η αντιδιουρητική ορμόνη (ADH), η οποία αυξάνει την επαναπορρόφηση νερού από τα νεφρικά σωληνάρια. Η ADH σε μεγάλες ποσότητες προκαλεί επίσης αγγειοσύσπαση και για αυτό ονομάζεται και αγγειοπρεσσίνη.

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ: Η υπερέκκριση τον πρόσθιου λοβού προκαλεί γιγαντισμό, ακρομεγαλία και υποφυσιογενή βασοφιλισμό (νόσο Cushing). Η υποέκκριση τον πρόσθιου λοβού προκαλεί νανισμό, υποφυσιογενή καχεξία (νόσο Simmond), σύνδρομο Sheehan, μικρομέλεια, ευνουχισμό ή υπογοναδισμό. Η ανεπάρκεια του οπίσθιου λοβού προκαλεί άποιο διαβήτη. Η ανεπάρκεια του πρόσθιου και οπίσθιου λοβού προκαλεί σύνδρομο Froehlich (λιπογεννητική δυστροφία) και υποφυσιογενή παχυσαρκία.

Aliases (separate with |): Υποφυσιακός αδένας
υστερεκτομή

Χειρουργική εξαίρεση της μήτρας. Κάθε χρόνο, υφίστανται υστερεκτομή περίπου 500.000 γυναίκες. Οι ενδείξεις για την επέμβαση περιλαμβάνουν καλοήθεις ή κακοήθεις μεταβολές του τοιχώματος ή της κοιλότητας της μήτρας και ανωμαλίες του τραχήλου (συμπεριλαμβανομένων ενδομήτριου καρκίνου, τραχηλικού καρκίνου, βαριάς δυσλειτουργικής αιμορραγίας, μεγάλων ή αιμορραγούντων ινομυωμάτων, πρόπτωσης της μήτρας, ή βαριάς ενδομητρίωσης). Η προσπέλαση για την εκτομή μπορεί να είναι είτε κοιλιακή ή κολπική. Η κοιλιακή προσπέλαση είναι η συνηθέστερα χρησιμοποιούμενη για την εξαίρεση μεγάλων όγκων όταν πρόκειται να αφαιρεθούν επίσης οι ωοθήκες και οι ωαγωγοί· και όταν υπάρχει ανάγκη εξέτασης των παρακείμενων πυελικών δομών, όπως των τοπικών λεμφαδένων. Η κολπική υστερεκτομή είναι κατάλληλη, όταν το μέγεθος της μήτρας είναι μικρότερο εκείνου των 12 εβδομάδων κύησης, δεν υπάρχει υποψία οποιασδήποτε άλλης ενδοκοιλιακής παθολογίας και όταν ο χειρουργικός σχεδιασμός περιλαμβάνει την αποκατάσταση κυστεοκήλης, εντεροκήλης ή ορθοκήλης.

Κατά την προετοιμασία για κοιλιακή υστερεκτομή, η ασθενής τοποθετείται στη ραχιαία στάση. Η χειρουργική τράπεζα είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη, να περιστραφεί στη θέση Tredelenburg. Το συντομότερο δυνατό μετά την πραγματοποίηση της τομής στο περιτόναιο, η τράπεζα πρέπει να τοποθετηθεί στη θέση Tredelenburg. Αυτή η διαδικασία είναι κοινή για όλες τις κοιλιοπυελικές χειρουργικές επεμβάσεις, καθώς η θέση Tredelenburg επιτρέπει την πρόπτωση των κοιλιακών οργάνων μακριά από την πύελο, έτσι ώστε να μπορούν να απομακρυνθούν και να απομονωθούν από το χειρουργικό πεδίο με μεγάλα προστατευτικά κομμάτια υφάσματος ή με περιτύλιξη.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προεγχειρητικά: Γενικά, οι προετοιμασίες για μια κοιλιακή υστερεκτομή είναι παρόμοιες προς τα πρωτόκολλα οποιασδήποτε κοιλιοπυελικής επέμβασης (π.χ., ξύρισμα της κοιλιακής χώρας, αντισηψία, εισαγωγή ενδοφλέβιας γραμμής και μόνιμος καθετήρας). Μπορεί επίσης να ζητηθεί κολπική επάλειψη με αντιβακτηριακό διάλυμα. Εξηγούνται όλες οι διαδικασίες στην ασθενή, στην οποία προσφέρεται από πριν ενημέρωση για τη μετεγχειρητική περίοδο. Ξεκαθαρίζονται οι παρερμηνείες, αξιολογείται η τεκμηριωμένη συγκατάθεση και υπογράφεται η άδεια εγχείρησης παρουσία μάρτυρα. Η ασθενής μπορεί να ενθαρρυνθεί να συζητά την προσωπική σημασία και τις συνέπειες της επέμβασης, όπως η μόνιμη ανικανότητα κυοφορίας· παρέχεται συναισθηματική υποστήριξη. Ελεγχόμενες δοκιμές, οι οποίες μελέτησαν μεγάλους αριθμούς γυναικών δεν έχουν δείξει συγκεντρωτικά κάποια ανεπιθύμητη αντίδραση της υστερεκτομής στη σεξουαλικότητα των γυναικών ή στην αντίληψη της θηλυκότητάς τους.

Μετεγχειρητικά: Οι αρχικές εξετάσεις της κατάστασης περιλαμβάνουν το χρώμα· τα ζωτικά σημεία· τους αναπνευστικούς ήχους και τη βατότητα των αεραγωγών· το επίπεδο συνείδησης και τη δυσφορία· την ενδοφλέβια πρόσληψη· και την παροχέτευση του ρινογαστρικού καθετήρα και του ουροκαθετήρα. Κατά τη διάρκεια των πρώτων λίγων ωρών, οι εξετάσεις πραγματοποιούνται συνήθως σε αυξανόμενα χρονικά διαστήματα, ξεκινώντας κάθε 10 με 15 λεπτά κατά την πρώτη ώρα, στη συνέχεια κάθε 30 λεπτά και τέλος ωριαία. Τα μεσοδιαστήματα αυτά και οι προτεραιότητες των εξετάσεων μπορούν να αλλάξουν βάσει τρεχόντων ευρημάτων, όπως η αιμορραγία. Παρακολουθούνται το χρώμα· τα ζωτικά σημεία· οι αναπνευστικοί ήχοι και η βατότητα των αεραγωγών το επίπεδο συνείδησης και η δυσφορία· η πρόσληψη και η αποβολή (συμπεριλαμβανομένων των ενδοφλέβιων υγρών και της παροχέτευσης του ρινογαστρικού καθετήρα και του καθετήρα ούρων)· και οι κοιλιακοί επίδεσμοι (εάν παραμένουν ακέραιοι, καθώς και το ποσό και ο χαρακτήρας οποιασδήποτε έκκρισης). Οι επιπρόσθετες μετέπειτα εξετάσεις περιλαμβάνουν τους εντερικούς ήχους· την κυκλοφορία των κάτω άκρων (σφυγμοί στα κάτω άκρα, πόνοι στα πόδια)· και η κατάσταση της τομής (ερυθρότητα, οίδημα, εκχύμωση, έκκριμα και πορεία σύγκλισης). Ενθαρρύνεται η ασθενής να καλύψει την τομή, να στρέφεται από τη μία πλευρά στην άλλη, να αναπνέει βαθιά και να βήχει κάθε 2 ώρες και να χρησιμοποιεί διαρκή σπειρομετρία. Χορηγούνται τα συνταγογραφούμενα ενδοφλέβια υγρά και αναλγητικά. Η γυναίκα υποβοηθείται στην χορήγηση αυτοελεγχόμενης αναλγησίας. Εφαρμόζονται αντιθρομβοεμβολικές συσκευές (αεριώδεις επίδεσμοι ή ελαστικές κάλτσες), ως χρήζουν. Η ασθενής ενθαρρύνεται και υποβοηθείται στη βάδιση, το συντομότερο δυνατό μετά από την επέμβαση.

Η ενημέρωση κατά τη χορήγηση εξιτηρίου δίνει έμφαση στις αυτοεξετάσεις· στις διαδικασίες αυτοεξυπηρέτησης· στα σημεία τα οποία πρέπει να αναφερθούν άμεσα στον υπεύθυνο ιατρικό επαγγελματία· στη διατροφή· στις δραστηριότητες· και στις δυνητικές συναισθηματικές επιπτώσεις της επέμβασης. Εξηγείται, όπως είναι απαραίτητο, η λογική της θεραπείας υποκατάστασης ορμονών. Στοχεύονται αποτελεσματικές στρατηγικές αντιμετώπισης, σχετικές προς την αναμενόμενη ακτινοθεραπεία και/ ή χημειοθεραπεία. Τα επιθυμητά αποτελέσματα περιλαμβάνουν ενδείξεις επούλωσης της τομής· την απουσία επιπλοκών· την ανάκτηση της φυσιολογικής λειτουργίας της ουροδόχου κύστης και του γαστρεντερικού συστήματος· και την κατανόηση και συμμόρφωση με την ενδεδειγμένη θεραπευτική αγωγή.

Aliases (separate with |): Υστερεκτομή
υστερία

Υποτιμητικός όρος της καθομιλουμένης, ο οποίος υποδηλώνει μια αντίδραση μετατροπής ή μια ευρέως κυμαινόμενη εκδήλωση των συναισθημάτων.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η σύγχρονη αποδεκτή ορολογία των ψυχικών διαταραχών δεν περιλαμβάνει τον όρο υστερία· περιλαμβάνεται στο παρόν για ιστορικούς λόγους.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν συναισθηματική αστάθεια, αισθητηριακές διαταραχές, απώλεια της κινητικής λειτουργίας ή άλλες διαταραχές.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Μπορεί να σχετίζεται με συναισθηματική ή σωματική ένταση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η ανάπαυση και ο εφησυχασμός αποτελούν τα κεντρικά στοιχεία αντιμετώπισης.

Aliases (separate with |): Υστερία
ύφεση

Πλήρης ή μερική μείωση του μεγέθους του όγκου ως αποτέλεσμα της θεραπείας. Η νόσος βρίσκεται υπό έλεγχο, χωρίς να σημαίνει ότι έχει επέλθει ίαση.

Aliases (separate with |): Ύφεση
υψηλή αρτηριακή πίεση

Η πίεση του αίματος που βρίσκεται πάνω από τα φυσιολογικά όρια. Το άτομο που θέτει τη διάγνωση θα πρέπει να λάβει υπόψη την ηλικία του ατόμου, τη σωματική του διάπλαση, την προηγούμενη αρτηριακή πίεση και την κατάσταση της σωματικής και πνευματικής υγείας του ατόμου τη χρονική στιγμή της μέτρησης. Γενικά δεν είναι φρόνιμο να λέγεται ότι ένα άτομο έχει αυξημένη αρτηριακή πίεση, αν η γνώμη αυτή βασίζεται μόνο σε μια μέτρηση της πίεσης.

Aliases (separate with |): Υψηλή αρτηριακή πίεση
υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη

Λιπίδια του πλάσματος προσδεδεμένα σε αλβουμίνη, αποτελούμενα από λιποπρωτεΐνες. Περιέχουν περισσότερη πρωτεΐνη από ότι οι πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες ή οι χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες. Η υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνης χοληστερόλη αποτελεί την επονομαζόμενη καλή χοληστερόλη· κατά συνέπεια, είναι επιθυμητό ένα υψηλό επίπεδο.

Aliases (separate with |): Υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL