Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Page:  1 2 Next »
Term Definition
σακχαρώδης διαβήτης

Χρόνια διαταραχή του μεταβολισμού που χαρακτηρίζεται από υπεργλυκαιμία. O σακχαρώδης διαβήτης (ΣΔ) είναι αποτέλεσμα είτε της αδυναμίας του παγκρέατος να παράγει ινσουλίνη (ΣΔ τύπου 1) είτε λόγω ινσουλινοαντοχής με ανεπαρκή έκκριση ινσουλίνης για τη διατήρηση του φυσιολογικού μεταβολισμού (ΣΔ τύπου 2). Και οι δύο τύποι ΣΔ μπορούν να προκαλέσουν βλάβη στα αιμοφόρα αγγεία, στα νεύρα, στους νεφρούς, στους αμφιβληστροειδείς χιτώνες, ενώ κατά την εγκυμοσύνη στο αναπτυσσόμενο έμβρυο. O επιπολασμός του ΣΔ τύπου 1 ή αλλιώς του ινσουλινοεξαρτώμενου είναι μόλις 0,3% έως 0,4%. O επιπολασμός του ΣΔ τύπου 2 (γνωστός παλαιότερα και ως σακχαρώδης διαβήτης «του ενηλίκου») στον γενικό πληθυσμό είναι 6,6%. Σε ορισμένους πληθυσμούς (π.χ. ηλικιωμένα άτομα, ιθαγενείς Αμερικάνοι, μαύροι, νησιώτες του Ειρηνικού Ωκεανού, Μεξικανοί) παρουσιάζεται στο 20% σχεδόν των ενηλίκων. O ΣΔ τύπου 2 επηρεάζει κυρίως τα παχύσαρκα και μεσήλικα άτομα με καθιστικό τρόπο ζωής, ενώ ο ΣΔ τύπου 1 (άλλοτε αποκαλούμενος «νεανικός» ΣΔ) εμφανίζεται συνήθως σε παιδιά, τα περισσότερα από τα οποία είναι λεπτά και δραστήρια.

Συνήθως, ο ΣΔ τύπου 1 εμφανίζεται ως μια οξεία νόσος με αφυδάτωση και συχνά διαβητική κετοξέωση. O ΣΔ τύπου 2 συχνά είναι ασυμπτωματικός κατά τα πρώτα χρόνια και ως εκ τούτου παραμένει κρυφός. Η Αμερικάνικη Ένωση για τον Διαβήτη (American Diabetes Association) εκτιμά ότι περισσότεροι από 5 εκατομμύρια Αμερικάνοι πάσχουν από ΣΔ τύπου 2 χωρίς να το γνωρίζουν.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ο ΣΔ τύπου 1 προκαλείται από την αυτοάνοση καταστροφή των β-κυττάρων του παγκρέατος που εκκρίνουν την ινσουλίνη. Η απώλεια των συγκεκριμένων κυττάρων οδηγεί στην σχεδόν πλήρη έλλειψη ινσουλίνης· χωρίς εξωγενή ινσουλίνη, ο ΣΔ τύπου 1 είναι θανατηφόρος. Ο ΣΔ τύπου 2 προκαλείται εν μέρει από τη μειωμένη ευαισθησία των μυϊκών κυττάρων να προσλαμβάνουν γλυκόζη με την ινσουλίνη και εν μέρει από τη σχετική μείωση στην έκκριση της παγκρεατικής ινσουλίνης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα κλασικά συμπτώματα της ΣΔ είναι η πολυουρία, πολυδιψία και η απώλεια βάρους. Επιπλέον, οι ασθενείς με υπεργλυκαιμία συχνά εμφανίζουν θολή όραση, αυξημένη κατανάλωση τροφής (πολυφαγία) και γενικευμένη αδυναμία. Όταν ένας ασθενής με ΣΔ τύπου 1 χάνει τον έλεγχο του μεταβολισμού (π.χ. κατά τη διάρκεια μιας λοίμωξης ή περιόδων ασυνέπειας προς την θεραπεία), εμφανίζονται τα συμπτώματα της διαβητικής κετοξέωσης. Στα συμπτώματα αυτά περιλαμβάνεται η ναυτία, ο έμετος, η λιποθυμική τάση κατά την έγερση, η μέθη, το παραλήρημα, το κώμα ή ο θάνατος. Στις χρόνιες επιπλοκές της υ-περγλυκαιμίας περιλαμβάνονται η αμφιβληστροειδοπάθεια και η τύφλωση, οι περιφερικές και αυτόνομες νευροπάθειες, η σπειραματοσκλήρυνση των νεφρών (με πρωτεϊνουρία, το νεφρωτικό σύνδρομο ή νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου), στεφανιαία και περιφερική αγγειοπάθεια και μειωμένη αντίσταση στις λοιμώξεις. Επίσης, οι ασθενείς με ΣΔ συχνά υπόκειται σε εξελκώσεις των ποδιών, που μπορεί να οδηγήσουν σε οστεομυελίτιδα και την ανάγκη για ακρωτηριασμό.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Πολλές δοκιμασίες βοηθούν στη διάγνωση του σακχαρώδους διαβήτη. Σε αυτές περιλαμβάνονται δοκιμασίες των νηστικών επιπέδων της γλυκόζης, τα περιστασιακά (τυχαίως αξιολογούμενα) επίπεδα της γλυκόζης ή τα επίπεδα της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης. Πρόσφατα η εξακρίβωση για τον διαβήτη πραγματοποιείται όταν οι ασθενείς έχουν τα κλασικά συμπτώματα του διαβήτη και όταν σε δύο περιπτώσεις τα νηστικά επίπεδα της γλυκόζης υπερβαίνουν τα 126 mg/dl (>7 mmol/L) ή τα τυχαία επίπεδα γλυκόζης υπερβαίνουν τα 200 mg/dL (11,1 mmol/L). Υποδηλωτικό της νόσου είναι και η δοκιμασία της αιμοσφαιρίνης A1c όταν σε δύο τυπικές αποκλίσεις είναι πάνω από το κανονικό και πρέπει να επιβεβαιώνεται με τα αυξημένα επίπεδα είτε της νηστικής είτε της τυχαίας γλυκόζης.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Οι τύποι 1 και 2 του ΣΔ αντιμετωπίζεται με εξειδικευμένες δίαιτες, τακτική άσκηση, επισταμένη φροντίδα των ποδιών και των ματιών και φάρμακα.

Οι ασθενείς με ΣΔ τύπου 1, εκτός εάν έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση παγκρέατος, χρεάζονται ινσουλίνη για να ζήσουν· η εντατική θεραπεία με ινσουλίνη για τον περιορισμό της υπεργλυκαιμίας («στενός έλεγχος») είναι πιο αποτελεσματική από τη συμβατική θεραπεία στην αποτροπή της εξέλιξης σοβαρών μικροαγγειακών επιπλοκών, όπως οι νεφροπάθειες και οι νόσοι του αμφιβληστροειδούς.

Η εντατική θεραπεία συνιστάται από τρεις ή περισσότερες δόσεις ινσουλίνης οι οποίες εγχέονται ή χορηγούνται καθημερινά με αντλία έγχυσης μαζί με τον καθημερινό αυτοέλεγχο των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα αλλά και συχνές αλλαγές στη θεραπεία ως αποτέλεσμα των επαφών με τους επαγγελματίες υγείας. Στις αρνητικές πλευρές της εντατικής θεραπείας περιλαμβάνεται ο τριπλασιασμός των εκδηλώσεων σοβαρής υπογλυκαιμίας, η αύξηση του βάρους και το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα στα επίπεδα των λιπιδίων του ορού (δηλαδή, αύξηση στην ολική χοληστερόλη, χοληστερόλη LDL και τρι-γλυκερίδια και μια μείωση στη χοληστερόλη HDL). Η συμμετοχή σε κάποιο πρόγραμμα εντατικής θεραπείας απαιτεί ασθενή με κίνητρο.

Ορισμένοι ασθενείς με ΣΔ τύπου 2 μπορούν να ελέγξουν την πάθησή τους με δίαιτα περιορισμένη σε θερμίδες (π.χ.1.600 έως 1.800 θερμ./ημέρα) και τακτική αερόβια άσκηση. Ωστόσο, ορισμένοι ασθενείς απαιτούν την προσθήκη κάποιας μορφής υπογλυκαιμικού φαρμάκου από το στόμα ή ινσουλίνη. Στους παράγοντες που χορηγούνται από στόμα για τον έλεγχο του ΣΔ περιλαμβάνονται τα φάρμακα σουλφονυλουρίας (π.χ. τολαζαμίδη, τολμπουταμίδη, γλυβουρίδη ή γλιπιζίδη), τα οποία τυπικά αυξάνουν την έκκριση της ινσουλίνης από το πάγκρεας· οι βιγουανίδες ή οι θειαζολιδινεδιόνες (π.χ. μετφορμίνη ή τρογλιταζόνη) που αυξάνουν την ευαισθησία των κυττάρων στην ινσουλίνη· ή οι αναστολείς α-γλυκοσιδάσης (π.χ. ακαρβόζη), που μειώνουν την απορρόφηση των υδατανθράκων από τη γαστρεντερική οδό. Όταν ο συνδυασμός των παραπάνω παραγόντων αποτυγχάνουν να κανονι-κοποιήσουν τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα, προστίθενται και ενέσεις ινσουλίνης.

ΑΠΟΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΠΙΠΛOΚΩΝ: Oι ασθενείς με ΣΔ πρέπει να αποφεύγουν τη χρήση προϊόντων καπνού, να διαχειρίζονται δραστικά τα επίπεδα των λιπιδίων του ορού και να ελέγχουν με βέλτιστο τρόπο την υπέρταση, αφού η αδυναμία τήρησης των παραπάνω μπορεί να οδηγήσει σε πολύ υψηλότερο κίνδυνο αθηρο-σκλήρυνσης σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. Στα υπόλοιπα στοιχεία της σωστής φροντίδας του διαβήτη περιλαμβάνονται οι τακτικοί εμβολιασμοί (π.χ. για την πρόληψη της γρίπης και πνευμοκοκκική πνευμονία).

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: O διαβήτης είναι μια χρόνια και ανίατη πάθηση, όμως με τη σωστή θεραπεία τα συμπτώματα μπορούν να βελτιωθούν και να παραταθεί ο χρόνος ζωής. Η απομόνωση και η παραγωγή ινσουλίνης το 1922 από τους Καναδούς ιατρούς Banting και Best κατέστησε εφικτό στα άτομα με την πάθηση αυτή να έχουν μια φυσιολογική ζωή.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝOΥΣ: O διαβητικός πρέπει να μάθει να αναγνωρίζει τα συμπτώματα των χαμηλών επιπέδων του σακχάρου στο αίμα (όπως σύγχυση, εφίδρωση και παλμοί), καθώς και εκείνα των υψηλών επιπέδων του σακχάρου, όπως η πολυουρία και πολυδιψία. Όταν μία από τις δύο καταστάσεις οδηγήσει σε νοσηλεία, πρέπει να καταγράφονται με ακρίβεια οι ζωτικές ενδείξεις, η πρόσληψη υγρών, η παραγωγή των ούρων και η πρόσληψη θερμίδων. Αξιολογούνται τα επίπεδα της γλυκόζης του ορού και της κετόνης των ούρων. Επίσης, η χρόνια διαχείριση του σακχαρώδους διαβήτη βασίζεται στην περιοδική μέτρηση των επιπέδων της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c). Τα αυξημένα επίπεδα της HbA1c υποδηλώνουν ανεπαρκή έλεγχο της γλυκόζης για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αποτιμούνται οι επιδράσεις του διαβήτη στα υπόλοιπα συστήματα του σώματος, όπως είναι η εγκεφαλοαγγειακή βλάβη, η στεφανιαία βλάβη και η περιφερική αγγειοπάθεια· η οπτική βλάβη· καθώς επίσης περιφερική βλάβη και βλάβη του αυτόνομου νευρικού συστήματος. O ασθενής παρατηρείται για ενδείξεις και συμπτώματα της διαβητικής νευροπάθειας, όπως αιμωδία ή πόνο στα χέρια και τα πόδια, μειωμένη αίσθηση δόνησης, πτώση του άκρου ποδός και νευρογενής ουροδόχο κύστη. Τα ούρα ελέγχονται για μικρολευκωματίνη ή έκδηλη απώλεια πρωτεΐνης, μια πρώιμη ένδειξη νεφροπάθειας. O αυτοέλεγχος από το σπίτι των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα είναι απολύτως αναγκαίος βοηθώντας τους ασθενείς να ρυθμίζουν σύμφωνα με τα αποτελέσματα των εξετάσεων τις ημερήσιες δόσεις ινσουλίνης και να πετύχουν τον βέλτιστο μακροχρόνιο έλεγχο του διαβήτη.

Η ινσουλίνη ή οι υπογλυκαιμικοί παράγοντες χορηγούνται σύμφωνα με τη συνταγή, ενώ εξηγείται η δράση και η χρήση τους. Με τη βοήθεια ενός διαιτολόγου, σχεδιάζεται η δίαιτα βασιζόμενη στην προτεινόμενη ποσότητα θερμίδων, πρωτεϊνών, υδατανθράκων και λιπών. O ασθενής μαθαίνει με ποιον τρόπο να επιλέγει την ανταλλαγή των τροφίμων και με ποιον τρόπο να διαβάζει τις ετικέτες στα δοχεία των τροφίμων. Υπαγορεύεται ένα σταθερό και συνεπές επίπεδο καθημερινής άσκησης, ενώ συνιστάται και συμμετοχή σε ασκήσεις υπό επιτήρηση.

Oι υπογλυκαιμικές αντιδράσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται γρήγορα με τη χορήγηση υδατανθράκων (χυμός πορτοκαλιού, μπάρα γλυκού, μέλι ή οποιαδήποτε τροφή που περιέχει ζάχαρη)· εφόσον είναι απαραίτητο, χορηγείται SC ή γλυκαγόνη IM ή δεξτρόζη IV (εάν ο ασθενής δεν έχει τις αισθήσεις του). Oι κρίσεις υπεργλυκαιμίας αντιμετωπίζονται αρχικά με τη συνταγογράφηση ενδοφλέβιων υγρών και ινσουλίνης και αργότερα με αντικατάσταση του καλίου με βάση τις εργαστηριακές τιμές.

Παρέχεται και δίνεται έμφαση στη φροντίδα του δέρματος και ειδικότερα των ποδιών και των άκρων των ποδιών. Oι ασθενείς πρέπει να μάθουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εξετάζουν καθημερινά τα πόδια τους, να κοιτούν για αίσθηση στην αφή και στη δόνηση όπως επίσης για κίνηση, σφίξεις, την επαναπλήρωση τριχοειδών και την ακεραιότητα του δέρματος. Όλες οι κακώσεις, τα κοψίματα και οι φλύκταινες πρέπει να αντιμετωπίζονται άμεσα. O ασθενής πρέπει να αποφεύγει τις σφικτές κάλτσες, παντόφλες, υποδήματα, τα λινά σεντόνια, καθώς και να περπατά ξυπόλυτος. O ασθενής πρέπει να προστρέχει σε κάποιον ποδίατρο για την αυξημένη φροντίδα των ποδιών και προειδοποιείται ότι η μειωμένη αίσθηση μπορεί να καλύπτει τις κακώσεις. Για τον έγκαιρο εντοπισμό της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας συνιστάται η τακτική οφθαλμολογική εξέταση.

O ασθενής ενημερώνεται σχετικά με τον διαβήτη, τις πιθανές επιπλοκές και τη διαχείρισή τους, καθώς και τη σημασία τήρησης της συνταγογραφημένης θεραπείας. O ασθενής μαθαίνει τη σημασία διατήρησης των κανονικών επιπέδων της αρτηριακής πίεσης (120/80 ή χαμηλότερα). O έλεγχος ακόμα και της ήπιας έως μέτριας υπέρτασης οδηγεί σε λιγότερες διαβητικές επιπλοκές, ειδικότερα των νεφροπαθειών, εγκεφα-λοαγγειακών και καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Για την αυτοδιαχείριση σημαντικός είναι και ο περιορισμός της κατανάλωσης οινοπνεύματος σε περίπου ένα ποτό την ημέρα και την αποφυγή όλων των προϊόντων του καπνού. Προσφέρεται συναισθηματική υποστήριξη και μια ρεαλιστική αποτίμηση για την κατάσταση του ασθενούς· στη συγκεκριμένη αποτίμηση πρέπει να τονιστεί ότι με τη σωστή αντιμετώπιση μπορεί να πλησιάζει στον κανονικό τρόπο ζωής και τον προσδόκιμο χρόνο ζωής. Στον ασθενή βοηθιέται να αναπτύξει θετικές στρατηγικές ώστε να αντεπεξέλθει. Ο ασθενής και η οικογένεια μπορούν να προστρέχουν για την παροχή συμβουλών καθώς και σε τοπικές και εθνικές ομάδες υποστήριξης και ενημέρωσης.

Aliases (separate with |): σακχαρώδης διαβήτης
σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1a

Η συνηθέστερη μορφή σακχαρώδους διαβήτη τύπου 1a, η οποία προκαλείται από την αυτοάνοση καταστροφή των β-κυττάρων του παγκρέατος και την ανεπαρκή παραγωγή ινσουλίνης. Στον ΣΔ τύπου 1a, συχνά απαντώνται στο αίμα αντισώματα έναντι της ινσουλίνης, των κυττάρων των νησίδων του παγκρέατος ή της δεκαρβοξυλάσης του γλουταμικού οξέος.

O ασθενής είναι επιρρεπής στην εμφάνιση διαβητικής κετοξέωσης όταν αυτός δεν αντιμετωπιστεί με ινσουλίνη.

Aliases (separate with |): type 1a diabetes mellitus|Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1a
σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ib

Σε αυτόν τον τύπο διαβήτη, ο οποίος είναι λιγότερο συνηθισμένος (παρατηρείται μόνο στο 10% περίπου των διαβητικών τύπου 1) δεν απαντώνται στο αίμα τα αυτοάνοσα αντισώματα έναντι της ινσουλίνης, των β-κυττάρων του παγκρέατος ή των πρωτεϊνών τους. Ωστόσο, τα β-κύτταρα καταστρέφονται (από άγνωστη αιτία) και ο ασθενής αναπτύσσει υπεργλυκαιμία ή κετοξέωση, εκτός εάν λάβει ινσουλίνη.

Aliases (separate with |): type lb diabetes meliitus|Σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ib
σαλπιγγίτιδα

Φλεγμονή του ωαγωγού (σάλπιγγας) συνήθως ως αποτέλεσμα σεξουαλικά μεταδιδόμενης λοίμωξης.

Η πρόγνωση επηρεάζεται από τη μολυσματικότητα του οργανισμού, το βαθμό της φλεγμονής και την έγκαιρη εφαρμογή της θεραπείας. Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες της μόλυνσης μπορεί να περιλαμβάνουν τη δημιουργία ουλών και στειρότητα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι συνηθέστεροι οργανισμοί που προκαλούν σαλπιγγίτιδα είναι οι Neisseria gonorrhoae και Chlamydia trachomatis. Επιπρόσθετα μικρόβια περιλαμβάνουν τον Staphylococcus aureus, Escherichia coli και άλλους αερόβιους και αναερόβιους βάκιλλους και κόκκους. Παρότι είναι συνήθης μεταξύ άλλων πολιτισμών, η φυματιώδης σαλπιγγίτιδα είναι σπάνια στις ΗΠΑ. Είναι πιθανότερο να εμφανιστεί σε ανοσοκατεσταλμένες γυναίκες και σε πληθυσμούς μεταναστών. Η μετά τον τοκετό σαλπιγγίτιδα συχνά καταλήγει στην ανάδρομη μετανάστευση συμβιωτικών κολπικών στρεπτόκοκκων.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Παρότι η ασθένεια ενδέχεται να είναι ασυμπτωματική, οι ασθενείς συχνά εμφανίζουν σημεία οξείας πυελικής λοίμωξης. Η πάθηση περιλαμβάνει μονόπλευρο ή αμφίπλευρο πυελικό άλγος ή άλγος της κάτω κοιλιακής χώρας, πυρετό και ρίγη.

ΕΞΕΤΑΣΗ: Εάν σχηματισθεί απόστημα, η αμφίχειρη ψηλάφηση ή η υπερηχογραφία μπορεί να αποκαλύψει μαλακή μάζα σε επικουρικές δομές.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Οι εμπειρικές θεραπείες με αντιβιοτικά μπορεί να περιλαμβάνουν φλου-οροκινολόνες ή συνδυαστικές θεραπείες με παράγωγα τετρακυκλίνης και κεφαλοσπορί-νες. Η χορήγηση φλουοροκινολονών και τε-τρακυκλινών δε συνιστάται κατά την εγκυμοσύνη. Η κατάκλιση και η χορήγηση αναλγητικών μπορεί να συμβάλλει στην ανακούφιση από τους πόνους.

Aliases (separate with |): Σαλπιγγίτιδα
σαρκοείδωση

Χρόνια πολυσυστηματική νόσος, αγνώστου αιτιολογίας, που χαρακτηρίζεται από σκληρά κοκκιώματα και λεμφοκυτταρική κυψελιδίτιδα. Η σαρκοείδωση παρατηρείται κυρίως στις νοτιοανατολικές ΗΠΑ και είναι 10 φορές πιο κοινή μεταξύ μαύρων παρά λευκών και μεταξύ γυναικών παρά αντρών. ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Στο 90% των περιπτώσεων εμπλέκονται οι πνεύμονες, οι οποίοι αποτελούν και τη βάση των αρχικών συμπτωμάτων, τα οποία περιλαμβάνουν κόπωση, απώλεια βάρους, ανορεξία, νυχτερινή εφίδρωση, δύσπνοια και μη παραγωγικό βήχα. Η πυλαία λεμφαδενοπάθεια ενδέχεται να προηγηθεί της ανάπτυξης αναπνευστικών συνδρόμων εξαιτίας κυψελιδίτιδας. Περιφερειακή λεμφαδενοπάθεια, ιρίτιδα, δερματικές αλλοιώσεις, σπληνομεγαλία, ηπατομεγαλία, διάμεση νεφρίτιδα, περιτοναϊκή συμμετοχή, η συμμετοχή άλλων σπλαγχνικών οργάνων και σκελετικές αλλοιώσεις παρατηρούνται σε ασθενείς με εκτεταμένη νόσο. Οι ανοσολογικές ανωμαλίες περιλαμβάνουν λεμφοκυτταροπενία των Τ-κυττάρων, αυξημένο αριθμό μονοκυττάρων στο αίμα, και ανεργικές αντιδράσεις σε δερματικούς ελέγχους έναντι κοινών αλλεργιογό-νων. Σε ένα ποσοστό περίπου 60-70% των ασθενών δεν προκαλούνται μόνιμες βλάβες στους πνεύμονες ή άλλα όργανα. Περίπου το 20% αναπτύσσει υπολειπόμενη πνευμονική ή οφθαλμική βλάβη και το 10% περίπου πεθαίνει από προϊούσα πνευμονική ίνωση ή από πνευμονική καρδία της δεξιάς κοιλίας (cor pulmonale).

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η διάγνωση επιτυγχάνεται μέσω ενός συνδυασμού κλινικών, ακτινολογικών και ιστολογικών ευρημάτων. Η σαρκοείδωση μπορεί να διαφοροποιηθεί από άλλες ασθένειες που προκαλούν κοκκιώματα όπως η φυματίωση, η ιστοπλάσμωση και ορισμένες άλλες μυκητιακές μολύνσεις.

Aliases (separate with |): Σαρκοείδωση
σαρκομερές, σαρκομερίδιο

Η μονάδα σύσπασης των μυοϊνιδίων του μυϊκού κυττάρου, το οποίο σχηματίζεται από πρωτεϊνικά ινίδια τοποθετημένα μεταξύ δύο Ζ δίσκων. Τα παχιά ινίδια αποτελούνται κυρίως από μυοσίνη ενώ τα λεπτά από ακτίνη, τροπονίνη, και τροπο-μυοσίνη. Η δεσμίνη, η μυομεσίνη, η νεμπουλίνη και η τιτίνη αποτελούν στηρικτικές πρωτεΐνες.

Aliases (separate with |): Σαρκομερές, σαρκομερίδιο
σάρκωμα

Όγκος συνδετικού ή ερειστικού ιστού (χόνδροι, οστά, μύες, λιπώδης ιστος). Συχνά είναι υψηλής κακοήθειας όγκος, αλλά αφορά μόνο το 2% των περιπτώσεων καρκίνου.

Aliases (separate with |): Σάρκωμα
σάρκωμα του Kaposi

Αγγειακή κακοήθεια η οποία αποτελείται από πολλαπλούς ερυθρούς ή πορφυρούς σπίλους, βλατίδες ή οζίδια και η οποία εμφανίζεται αρχικά στο δέρμα ή στους βλεννογόνους υμένες ,αλλά μπορεί να ενέχει και συμμετοχή των εσωτερικών οργάνων. Παλαιότερα ήταν σπάνια νόσος που παρατηρούταν σε ηλικιωμένους άντρες από τη Μεσόγειο, την Αφρική ή με εβραϊκή καταγωγή Ασκενάζι (γνωστό και ως κλασικό KS), αλλά σήμερα αποτελεί συνήθη δείκτη του συνδρόμου επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας (AIDS). Σε ασθενείς με AIDS, πιστεύεται ότι το KS μεταδίδεται μέσω σεξουαλικής επαφής ως αποτέλεσμα της μόλυνσης με τον ανθρώπινο ερπητοϊό 8. Όταν το KS σχετίζεται με AIDS, εξελίσσεται και εξαπλώνεται σε πολλά σημεία στο δέρμα, στους λεμφαδένες και στα σπλαχνικά όργανα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι βλάβες δεν είναι επώδυνες αλλά συχνά είναι παραμορφωτικές.

Στους ασθενείς με κλασικό KS, οι βλάβες εντοπίζονται κυρίως στη ραχιαία επιφάνεια του ποδιού και στα κάτω άκρα, ενώ στους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς στο πρόσωπο, στον κορμό, στη στοματική κοιλότητα και στα εσωτερικά όργανα (η «επιδημική» μορφή). Σε προχωρημένο στάδιο, οι βλάβες μπορεί να συρρέουν και σχηματίζουν μεγάλες πλάκες, οι οποίες κάποιες φορές αποφράσσουν τα λεμφαγγεία προκαλώντας τοπικό οίδημα. Η συμμετοχή των εσωτερικών οργάνων όπως η γαστρεντερική οδός ή οι πνεύμονες, μπορεί να προκαλέσει μεταξύ άλλων δυσπεψία ή δύσπνοια.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Χαρακτηριστικοί όγκοι στο δέρμα παραπέμπουν σε αυτή τη διάγνωση, η οποία θα πρέπει να επιβεβαιώνεται με βιοψία.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Οι επιλογές περιλαμβάνουν την ακτινοθεραπεία, τη χημειοθεραπεία κατά του καρκίνου, την ορμονοθεραπεία και την ιντερφερόνη α.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ: Το επιδημικό KS μπορεί να τροποποιήσει έντονα την εμφάνιση του ασθενούς. Η συναισθηματική υποστήριξη του ασθενούς και της οικογένειας μπορεί να τους βοηθήσει να αντιμετωπίσουν τη διάγνωση και τις επιδράσεις της στην εικόνα του σώματος.

Aliases (separate with |): Σάρκωμα του Kaposi
σεκρετίνη ή εκκριματίνη

Ορμόνη η οποία εκκρίνεται από το βλεννογόνο του δωδεκαδακτύλου, η οποία διεγείρει την έκκριση διττανθρακικού νατρίου από το πάγκρεας και χολής από το ήπαρ. Ελαττώνει την γαστρεντερικη περίσταλση και κινητικότητα.

Aliases (separate with |): Σεκρετίνη ή εκκριματίνη
σελήνιο

ΣΥΜΒ.: Se. Χημικό στοιχείο το οποίο παρουσιάζει ομοιότητες με το θείο. Ατομικό βάρος 78,96· ατομικός αριθμός 34. Θεωρείται απαραίτητο ιχνοστοιχείο στη διατροφή. Η υπερβολική πρόσληψη μπορεί να προκαλέσει τοξικότητα, που χαρακτηρίζεται από ξινή μυρωδιά εκπνοής, ναυτία, εμετό, ανησυχία, έντονη σιελόρροια και μυϊκούς σπασμούς.

Aliases (separate with |): Σελήνιο
σεμίνωμα

Καρκίνος ο οποίος προέρχεται από τα ανδρικά γεννητικά κύτταρα (στον όρχι) και στα οποία οφείλονται οι μισές περίπου κακοήθειες των όρχεων.

Θεραπεία: Τα σεμινώματα τα οποία περιορίζονται στους όρχεις αφαιρούνται χειρουργικά. Μεταστατικές παθήσεις αντιμετωπίζονται χειρουργικά (για την απομάκρυνση του όρχι) και με ακτινοβολίες και χημειοθεραπεία.

Aliases (separate with |): Σεμίνωμα
σεξουαλική δυσλειτουργία

Ανεπαρκής ευχαρίστηση από τη σεξουαλική πράξη, ή πλήρης ανικανότητα απόλαυσης της σεξουαλικής συνεύρεσης σε οποιαδήποτε μορφή. Ενδέχεται να υπάρχουν πολλαπλά αίτια συμπεριλαμβανομένου της έλλειψης σεξουαλικού ενδιαφέροντος ή επιθυμίας, ανεπάρκεια της σεξουαλικής διέγερσης (όπως η στυτική λειτουργία στους άνδρες και η κολπική λίπανση ή η μεγέθυνση της κλειτορίδας στις γυναίκες), αδυναμία οργασμού, ή καθυστέρηση του οργασμού έως ότου επέλθει η ικανοποίηση του συντρόφου, πόνος κατά τη συνουσία, κλινικές ή ορμονικές καταστάσεις που απορρυθμίζουν τη σεξουαλική λειτουργία, θέματα κατάχρησης ουσιών, ή προβλήματα που σχετίζονται με τη λήψη συνταγογραφημένων φαρμάκων. Μια προσεκτική κλινική εξέταση και μελέτη του ιστορικού θα βοηθήσει στον προσδιορισμό των πιθανών παθολογικών διαστάσεων των διαφόρων φάσεων. Η επιθυμία απουσιάζει, είναι υπερβολική ή υπάρχει αποστροφή; Είναι ο ερεθισμός επαρκής ώστε να συντηρήσει την επιθυμία και στους άνδρες να διατηρήσει τη στύση; Παρατηρείται οργασμός και αν ναι είναι καθυστερημένος ή πρόωρος; Βιώνουν ικανοποίηση οι σύντροφοι κατά την ολοκλήρωση του οργασμού; Παρατηρείται πόνος σε οποιοδήποτε στάδιο της σεξουαλικής δραστηριότητας;

Οι φυσικοί ή οι πνευματικοί παράγοντες οι οποίοι εμπλέκονται πρέπει να αντιμετωπισθούν και, όταν ευθύνεται η φαρμακευτική αγωγή, θα πρέπει τα φάρμακα που προκαλούν επιπλοκές να αντικαθίσταται από εναλλακτικά.

Aliases (separate with |): Σεξουαλική δυσλειτουργία
σεξουαλικότητα
  1. Η φυλετική κατάσταση· τα συλλογικά χαρακτηριστικά τα οποία διαφοροποιούν τα αρσενικά από τα θηλυκά άτομα.
  2. Η διαγωγή και ο τρόπος ζωής ενός ατόμου σε σχέση με το σεξ· όλες οι προδιαθέσεις οι οποίες σχετίζονται με την οικειότητα, είτε σχετίζονται με τα γεννητικά όργανα είτε όχι.
Aliases (separate with |): Σεξουαλικότητα
σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα

Κάθε ασθένεια η οποία μεταδίδεται ως το αποτέλεσμα σεξουαλικής επαφής ή άλλης στενής επαφής με μολυσμένο άτομο. Πιο περιεκτικός όρος από τον όρο «αφροδίσια νοσήματα», τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα περιλαμβάνουν ασθένειες προκαλούμενες από βακτήρια, ιούς, πρωτόζωα, μύκητες και εξωπαράσιτα.

Aliases (separate with |): Σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα
σημείο Homan

[John Homans, Αμερικανός χειρουργός, 1877-1954]. Πόνος στην γαστροκνημία, όταν το πόδι καμφθεί παθητικά ραχιαία. Είναι ένα αντικειμενικό εύρημα ενδεικτικό φλεβικής θρόμβωσης των εν τω βάθει φλεβών της γαστροκνημίας· ωστόσο, η διαγνωστική αξιοπιστία περιορίζεται, επειδή ο εκλυόμενος πόνος της γαστροκνημίας μπορεί να σχετίζεται με καταστάσεις άλλες, εκτός της θρόμβωσης και η απουσία πόνου της γαστροκνημίας δεν αποκλείει την θρόμβωση.

Aliases (separate with |): Σημείο Homan
σημείο Hoover

[Charles F.Hoover, Αμερικανός ιατρός, 1865-1927]. Δοκιμασία που χρησιμοποιείται σε υποψία μονόπλευρης υστερικής παράλυσης. Ο εξεταστής τοποθετεί ένα χέρι κάτω από την πτέρνα του παραλυμένου ποδός και ζητά από τον ασθενή να ανυψώσει το φυσιολογικό πόδι έναντι της αντίστασης. Στην υστερική παράλυση, ο εξεταστής θα νιώσει πίεση στο χέρι κάτω από το υποτιθέμενο παράλυτο πόδι. Στην αληθή παράλυση, δεν θα γίνει αντιληπτή καμία πίεση.

Aliases (separate with |): Σημείο Hoover
σηπτικό σοκ

Υπόταση και ανεπαρκής ροή αίματος στα όργανα ως το αποτέλεσμα σήψης (παρουσίας παθογόνων στο αίμα). Οι πιο κοινοί οργανισμοί που προκαλούν σηπτικό σοκ είναι αρνητικά ή θετικά κατά gram βακτήρια, αλλά μπορεί να ευθύνονται και μύκητες ή άλλοι οργανισμοί. Το σηπτικό σοκ αποτελεί στάδιο του συνδρόμου συστηματικής φλεγμονώδους αντίδρασης (SIRS).

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οργανισμοί και απελευθερού-μενες ενδοτοξίνες ή εξωτοξίνες θέτουν σε λειτουργία μια συστηματική φλεγμονώδη αντίδραση καιτην κυτταρική ανοσία (κυρίως τον παράγοντα νέκρωσης όγκων καιτην ιντερλευκίνη 1) προκαλώντας τις φυσιολογικές μεταβολές που οδηγούν σε σηπτικό σοκ. Αρχικά η αγγειοδιαστολή, η αυξημένη διαπερατότητα των τριχοειδών και η μετακίνηση πλάσματος έξω από τα αιμοφόρα αγγεία προκαλούν υπογκαιμία και υπόταση. Αντισταθμιστική αγγειοσυστολή παρατηρείται σε μια προσπάθεια διατήρησης της ροής του αίματος στα ζωτικά όργανα. Καθώς προχωράη σήψη, απελευθερώνονται διαμεσολαβητές δευτερογενούς φλεγμονής αυξάνοντας τις βλάβες του ενδοθηλίου των αγγείων.

Η επιλεκτική αγγειοσυστολή προκαλεί υπο-ξία των ιστών και δυσλειτουργίες ενός ή περισσοτέρων οργάνων. Η υποξία των ιστών αυξάνεται από την ανώμαλη διέγερση των καταρρακτών της θρόμβωσης και της κινίνης στα τριχοειδή, που επάγει τη δημιουργία μικροθρόμ-βων. Στον πνεύμονα, οι βλάβες του ενδοθηλίου των τριχοειδών ενδέχεται να προκαλέσουν σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας των ενηλίκων. Το σηπτικό σοκ συχνά εξελίσσεται σε σύνδρομο δυσλειτουργίας πολλαπλών οργάνων (MODS), που συνιστά τη συνηθέστερη αιτία θανάτων σε μονάδες εντατικής θεραπείας.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η εμπειρική θεραπεία με ευ-ρέος φάσματος πενικιλίνη (λ.χ. τικαρσιλλίνη/κλα- βουλανικό, πιπερακιλλίνη/ ταζοβακτάμη) ή κε-φαλοσπορίνες 3ης γενιάς (κεφτριαξόνη) μαζί με κλινταμυκίνη, ή μετρονιδαζόλη, παρέχουν αντιβιοτική κάλυψη έως ότου ταυτοποιηθεί θετικά ένας οργανισμός στη θέση της πρωτογενούς λοίμωξης. Ενδοφλέβια θεραπεία υγρών, ή χορήγηση αγγειοσυσταλτικών, όπως η ντοπαμίμη και η νορεπινεφρίνη, χρησιμοποιούνται για τη σταθεροποίηση της πίεσης του αίματος. Οξυγόνο και άλλες υποστηρικτικές παρεμβάσεις χρησιμοποιούνται για την ελαχιστοποίηση βλαβών στα όργανα. Η χρήση κορτικοστεροειδών δεν υποστηρίζεται από μελέτες.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι κλασικές διαδικασίες εντατικής φροντίδας χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση της πίεσης του αίματος, της ισορροπίας υγρών και ηλεκτρολυτών, της οξυγόνωσης, της νεφρικής λειτουργίας και των μεταβολών της νευρολογικής κατάστασης. Αρχικά η θερμοκρασία και η πίεση του αίματος μπορεί να ποικίλλουν σημαντικά, εξαιτίας της επίδρασης των τοξινών στο αγγειακό σύστημα. Η εμφάνιση προοδευτικής ευερεθιστότητας ή σύγχυσης πρέπει να τονίσουν τον κίνδυνο υποξίας. Λαμβάνονται τα συνήθη μέτρα μείωσης του κινδύνου ελκών κατάκλισης, μυϊκής ατροφίας και συσπάσεων. Είναι απαραίτητη η επαναλαμβανόμενη εκπαίδευση των μελών της οικογένειας για την κατανόηση της παθολογίας, του σκοπού των παρεμβάσεων, των σημείων βελτίωσης και της πιθανότητας θανάτου.

Aliases (separate with |): Σηπτικό σοκ
σήψη

Συστηματική φλεγμονώδης αντίδραση έναντι λοίμωξης κατά την οποία αναπτύσσεται πυρετός ή υποθερμία, ταχυκαρδία, ταχύπνοια, και ένδειξη ανεπαρκούς ροή αίματος στα εσωτερικά όργανα. Το σύνδρομο αποτελεί κοινό αίτιο θανάτου ασθενών σε κρίσιμη κατάσταση. Περίπου το 40% των ασθενών με σήψη πεθαίνουν· στις ΗΠΑ παρατηρούνται περίπου 200.000 έως 400.000 θάνατοι λόγω σήψης, ετησίως. Παθογόνοι οργανισμοί όπως βακτήρια, μυκοβακτηρίδια, μύκητες, πρωτόζωα και ιοί ενδέχεται να πυροδοτούν την έναρξη των φλεγμονωδών αντιδράσεων που συνιστούν τη σήψη. Ο αριθμός ασθενών με σήψη έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία 25 χρόνια ως το αποτέλεσμα διαφόρων παραγόντων περιλαμβανομένου της γήρανσης του πληθυσμού, του αυξημένου αριθμού ασθενών με ανοσοκατασταλτικές παθήσεις (λ.χ. λόγω μεταμόσχευσης οργάνων), του αυξημένου αριθμού ασθενών με πολλαπλές παθήσεις και της αυξημένης χρήσης επεμβατικών ή εσωτερικά εγκατεστημένων συσκευών ιατρικής μέριμνας, οι οποίες λειτουργούν ως πύλες εισόδου της μόλυνσης.

Οι επιπλοκές της σήψης ενδέχεται να περιλαμβάνουν καταπληξία, ανεπάρκεια οργάνων (π.χ. σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων ή οξεία νεφρική ανεπάρκεια), διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη, τροποποιημένη πνευματική κατάσταση, ίκτερο, μεταστατικό σχηματισμό αποστημάτων και πολλαπλή ανεπάρκεια οργανικών συστημάτων.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η σήψη προέρχεται από συνδυασμένη επίδραση μιας ιογενούς λοίμωξης και μιας ισχυρής απόκρισης του ξενιστή στη λοίμωξη (λ.χ. έκλυση κυτοκινών ή χημειοκινών, όπως ο παράγοντας νέκρωσης όγκων, το νιτρικό οξείδιο, οι ιντερλευκίνες και άλλες). Οι λοιμώξεις στους πνεύμονες, στην κοιλιακή χώρα και στην ουρογεννητική οδό εμπλέκονται στη σήψη συχνότερα από ότι οι λοιμώξεις σε άλλες περιοχές του σώματος.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Οι πρωτογενείς στόχοι είναι η επαναφορά του ασθενούς, η εξάλειψη των αιτιών της λοίμωξης, η υποστήριξη των οργανικών συστημάτων που ανεπαρκούν και η πρόληψη των επιπλοκών. Οι προσπάθειες επαναφοράς περιλαμβάνουν τη διατήρηση της βατότητας των αεραγωγών, τον υποστηρικτικό αερισμό, και την επιθετική παροχή υγρών (κυρίως κατά τις πρώτες ώρες), τη διατήρηση αυστηρού ελέγχου του σακχάρου του αίματος (βέλτιστος εάν η γλυκόζη διατηρείται μεταξύ 80-110 mg/dL), τη χορήγηση αγγειοσυσταλτικών φαρμάκων για την εμμένουσα υπόταση και την εντατική παρακολούθηση. Η εξάλειψη των υποκείμενων λοιμώξεων περιλαμβάνει τη χορήγηση αντιβιοτικών ευρέος φάσματος έως ότου ταυτοποιηθεί η ακριβής αιτία, την απομάκρυνση των πυλών εισόδου της λοίμωξης ή των μολυσμένων προσθετικών υλικών και την παροχέτευση ή αποστράγγιση αποστημάτων εάν υπάρχουν. Οι επιπλοκές σε ασθενείς με σήψη προλαμβάνονται με επαρκή υποστηρικτική φροντίδα: χορήγηση ηπαρίνης για την ελάττωση του κινδύνου φλεβικής θρόμβωσης, φροντίδα του δέρματος για την πρόληψη ελκών κατάκλισης, παρεντερική λήψης τροφής για την αποφυγή ασιτίας και άσηπτη τεχνική για τον περιορισμό δευτεροπαθών νοσοκομειακών λοιμώξεων.

ΚΡΙΣΙΜΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ: Η επεμβατική αιμοδυναμική παρακολούθηση ασθενών με σήψη τυπικά αποκαλύπτει αυξημένο καρδιακό δείκτη, ελαττωμένη συστηματική αντίσταση των αγγείων, ελαττωμένη παροχή οξυγόνου στους ιστούς και μειώσεις στον μικτό φλεβικό κορεσμό οξυγόνου. Συνήθως, οι εργαστηριακές εξετάσεις σε σήψη, αποκαλύπτουν λευκοκυττά-ρωση (ή βαριά λευκοπενία), θρομβοκυτοπενία, αυξημένα ηπατικά ένζυμα, υποασβεστιαιμία, υποαλβουμιναιμία, και αύξηση του χρόνου προθρομβίνης και των επιπέδων κρεατινίνης ορού.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Συλλέγονται και καλλιεργούνται δείγματα αίματος και σωματικών υγρών. Λαμβάνονται δύο έως τρεις διαδοχικές καλλιέργειες αίματος όταν ο ασθενής είναι ακόμα εμπύρετος. Τα συμπτώματα του ασθενή και τα ζωτικά σημεία εκτιμούνται προσεκτικά και οι πνεύμονες ακροάζονται για φυσιολογικούς ή παθολογικούς πνευμονικούς ήχους. Η παραγωγή ούρων του ασθενούς παρακολουθείται για ολιγουρία και ο ασθενής παρακολουθείται για κάθε αλλαγή της πνευματικής του κατάστασης. Η καθημερινή πρόσληψη και αποβολή υγρών του ασθενούς καθώς και το σωματικό του βάρος μετρώνται και καταγράφονται.

Τοποθετείται ενδοφλέβιος καθετήρας για τη χορήγηση της συνταγογραφημένης αντιβιοτικής θεραπείας. Ο ασθενής ενημερώνεται σχετικά με τη θεραπεία και παρακολουθείται για τις επιθυμητές αντιδράσεις και παρενέργειες. Μπορούν επίσης να χορηγηθούν αντιπυρετικά. Χορηγούνται υγρά και ηλεκτρολύτες για τη διατήρηση της επιθυμητής ισορροπίας ή για τη διόρθωση αποκλίσεων. Χορηγείται οξυγόνο βάσει των τιμών κορεσμού οξυγόνου (SaO2), ταχύπνοιας και ταχυκαρδίας. Αμέσως μετά την ταυτοποίηση του υπεύθυνου οργανισμού μέσω καλλιέργειας, τροποποιείται η αντιβιοτική αγωγή, με τη χρήση του αντιβιοτικού στο οποίο είναι ευαίσθητος ο βλαπτικός οργανισμός. Αφότου χορηγηθούν τα φάρμακα αυτά, καταγράφονται τα επίπεδα του αντιβιοτικού στον ορό (κατώτατα και μέγιστα) ώστε να αποφευχθούν τοξικές επιδράσεις και να εξασφαλισθεί η αποτελεσματικότητά τους. Ο ασθενής παρακολουθείται προσεκτικά για το ενδεχόμενο εμφάνισης διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης, συνδρόμου αναπνευστικής δυσχέρειας των ενηλίκων, νεφρικής ανεπάρκειας, καρδιακής ανεπάρκειας, γαστρεντερικού έλκους και ηπατικών ανωμαλιών, δεδομένου ότι οποιοδήποτε από τα παραπάνω δύναται να επιπλέξει την κλινική εικόνα.

Εάν προκύψει σηπτική καταπληξία, υποστηρίζεται δυναμικά η οξυγόνωση και η αιμάτωση των ιστών. Μπορεί να τοποθετηθεί αρτηριακός καθετήρας για τη μέτρηση της αρτηριακής πίεσης και τον προσδιορισμό των αερίων του αρτηριακού αίματος. Η αιμοδυναμική κατάσταση του ασθενούς μπορεί να παρακολουθηθεί με την τοποθέτηση καθετήρα στην πνευμονική αρτηρία. Η ομάδα ιατρικής περίθαλψης παρακολουθεί στενά για το ενδεχόμενο υπερφόρτωσης υγρών. Για την αντιμετώπιση υποξίας ενδέχεται να χρειασθεί ρινοτραχειακή διασωλήνωση ενώ πρέπει να παρακολουθούνται τα αέρια του αρτηριακού αίματος για τον προσδιορισμό της Fio2 και των αναπνευστικών όγκων. Εάν η σηπτική καταπληξία παραμένει μετά από την αύξηση των όγκων, ενδέχεται να χρειαστεί η χορήγηση αγγειοσυσταλτικών για τη διατήρηση επαρκούς νεφρικής και εγκεφαλικής αιμάτωσης. Κατά τη χορήγηση αγγειοσυσταλτικών, οι κεντρικές πιέσεις και η καρδιακή συχνότητα και ρυθμός παρακολουθούνται στενά. Τυχόν μεταβολική οξέωση μπορεί να διορθωθεί με ενδοφλέβια χορήγηση διττανθρακικών. Μπορεί να χορηγηθεί εμβόλιο ενδοτοξίνης gram αρνητικών βακτηρίων καθώς και άλλες πειραματικές θεραπείες για την παρεμπόδιση της ταχείας φλεγμονώδους διαδικασίας (κορτικοστεροειδή, ανταγωνιστές οπιοειδών, αναστολείς προσταγλαδινών, και αναστολείς διαύλων ασβεστίου). Η αντίδραση του ασθενούς παρακολουθείται για τον εντοπισμό τυχόν παρενεργειών.

Οι βαριά ασθενείς τοποθετούνται σε ήσυχο και ήρεμο περιβάλλον. Παρέχεται ψυχολογική υποστήριξη. Παρέχεται στοματική υγιεινή για την πρόληψη στοματίτιδας, επιχρίσματος και απόφραξης των σιελογόνων αδένων, ιδιαίτερα όταν στον ασθενή δεν επιτρέπεται η λήψη από το στόμα. Οι διατροφικές ανάγκες παρακολουθούνται και με συμβουλές από το διατροφολόγο αποφασίζεται η παρεντερική ή εντερική χορήγηση τροφής. Το δέρμα του ασθενούς και η λειτουργία των αρθρώσεων πρέπει να προστατεύονται με την παροχή της απαραίτητης φροντίδας του δέρματος όπως επίσης και με συχνή και προσεκτική επανατοποθέτηση, ασκήσεις εύρους κίνησης και σωστή ευθυγράμμιση του σώματος, χρησιμοποιώντας υποστηρικτικές συσκευές όπως κρίνεται απαραίτητο. Η ομάδα ιατρικής περίθαλψης οφείλει να λειτουργεί ως σύνδεσμος μεταξύ των μελών της οικογένειας προσφέροντάς τους συναισθηματική υποστήριξη και βοηθώντας τους να κατανοήσουν την ασθένεια και το πρωτόκολλο θεραπείας.

Aliases (separate with |): Σήψη
σιδηροπενική αναιμία

Αναιμία η οποία οφείλεται στο ότι οι ανάγκες του οργανισμού σε σίδηρο είναι μεγαλύτερες από την αποθηκευμένη ποσότητα σιδήρου. Ο αριθμός των ερυθρών αιμοσφαιρίων μπορεί κάποιες φορές να είναι φυσιολογικός, αλλά η αιμοσφαιρίνη δεν είναι επαρκής. Τα ερυθροκύτταρα είναι ωχρά (υποχρωμα) και έχουν μη φυσιολογικό σχήμα (ποικιλλοκυττάρωση). Αυτή η αναιμία εμφανίζεται στο 8% των ανδρών και στο 14% των γυναικών ηλικίας 3 έως 74 ετών στις Η.Π.Α.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η αναιμία αυτή οφείλεται σε ανεπαρκή πρόσληψη σιδήρου, σε δυσαπορρόφηση του σιδήρου, σε απώλεια αίματος, στην εγκυμοσύνη, στον θηλασμό, σε ενδοαγγειακή αιμόλυση ή σε συνδυασμό των παραπάνω αιτιών.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι ασθενείς με χρόνια αναιμία συχνά παραπονιούνται για κόπωση και δύσπνοια προσπαθείας. Η έλλειψη σιδήρου όταν οφείλεται σε ραγδαία αιμορραγία μπορεί να προκαλέσει ταχυκαρδία, ορθοστατική ζάλη ή συγκοπή.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Οι εργαστηριακές εξετάσεις αποκαλύπτουν μειωμένα επίπεδα σιδήρου στο αίμα, αυξημένη σιδηροδεσμευτική ικανότητα και μειωμένο κορεσμό της τρανσφερίνης. Τα επίπεδα της φεριττίνης είναι μειωμένα. Στη χρώση του μυελού των οστών δεν φαίνεται ο σίδηρος.

ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ: Οι ενήλικες ασθενείς με σιδηροπενική αναιμία και χωρίς έμμηνο ρύση θα πρέπει να εξετάζονται για τυχόν ύπαρξη κάποιας εστία αιμορραγίας στην γαστρεντερική οδό.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η διαιτητική πρόσληψη σιδήρου θα πρέπει να συμπληρώνεται με από του στόματος θειικό σίδηρο ή γλυκονικό σίδηρο (μαζί με βιταμίνη C για την αύξηση της απορρόφησής του). Όταν υπάρχει κάποια υποκείμενη βλάβη στην γαστρεντερική οδό (πχ. έλκος, οισοφαγίτιδα, καρκίνος του εντέρου) αντιμετωπίζεται με φάρμακα, κάποια ενδοσκοπική ή χειρουργική επέμβαση.

Aliases (separate with |): Σιδηροπενική αναιμία
σίδηρος

ΣΥMΒ.: Fe. Μεταλλικό στοιχείο ευρέως διεσπαρμένο στην φύση. Ατομικό βάρος 55,847, ατομικός αριθμός 26. Τα μείγματα (οξείδια, υδροξείδια, άλατα) βρίσκονται σε δύο μορφές: σιδηρούχος, στην οποία ο σίδηρος έχει φορτίο δύο Fe2+), και σιδηρικός, όπου έχει φορτίο τρία (Fe3+). Χρησιμοποιείται ευρέως στην θεραπεία συγκεκριμένων τύπων αναιμίας. Ο σίδηρος είναι βασικός στην δημιουργία της χλωροφύλλης στα φυτά, αν και δεν είναι συστατικό της. Αποτελεί τμήμα της αιμοσφαιρίνης και της μυοσφαιρίνης.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Ο σίδηρος, ως τμήμα της αιμοσφαιρίνης, είναι βασικός για την μεταφορά του οξυγόνου στο αίμα. Αποτελεί επίσης μέρος ορισμένων ενζύμων απαραίτητων για την κυτταρική αναπνοή. Στον ανδρικό οργανισμό υπάρχουν περίπου 3,45 g σιδήρου και στον γυναικείο περίπου 2,45 g που κατανέμονται ως εξής: 60% με 70% στην αιμοσφαιρίνη, 10% με 12% στην μυοσφαιρίνη και στα ένζυμα, και με την μορφή της φερριτίνης, 29% στους άνδρες και 10% στις γυναίκες, αποθηκευμένος στο ήπαρ, στον σπλήνα και στον μυελό των οστών. Ο σίδηρος αποθηκεύεται στους ιστούς κυρίως με την μορφή της φερριτίνης. Απορροφάται από την τροφή στο λεπτό έντερο και περνά στο αίμα και στον μυελό των οστών. Εκεί χρησιμοποιείται στην παρασκευή αιμοσφαιρίνης, η οποία ενσωματώνεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια. Ένα ερυθρό αιμοσφαίριο, μετά από την κυκλοφορία του στο αίμα για 120 ημέρες περίπου, καταστρέφεται, και ο σίδηρος του χρησιμοποιείται ξανά.

Οι άνδρες χρειάζονται από 0,5 έως 1,0 mg σιδήρου την ημέρα. Μία γυναίκα σε αναπαραγωγική ηλικία χρειάζεται στο διπλάσιο ποσό. Στην διάρκεια της κύησης και της γαλουχίας απαιτείται από 2 έως 4 mg σιδήρου ημερησίως. Πριν την εφηβεία και μετά την εμμηνόπαυση, οι γυναίκες δεν χρειάζονται περισσότερο σίδηρο από τους άντρες. Επειδή μόνο ένα κλάσμα του σιδήρου της τροφής απορροφάται, είναι απαραίτητο στην δίαιτα να χορηγούνται από 15 έως 30 mg σιδήρου για να είναι βέβαια η απορρόφηση 1 έως 4 mg.

Στους πρώτους μήνες της ζωής τα βρέφη θα χρησιμοποιήσουν το μεγαλύτερο μέρος των αποθηκών σιδήρου και το τυπικό διαιτολόγιο ίσως να μην περιέχει αρκετό σίδηρο για την αναπλήρωσή τους. Για τον λόγο αυτό είναι σημαντικό να προσθέτονται τροφές που περιέχουν σίδηρο στο διαιτολόγιο των νεογνών μετά την ηλικία των 6 μηνών.

Το μαγνήσιο, ο χαλκός και το κοβάλτιο είναι απαραίτητα για την κατάλληλη χρήση του σιδήρου. Ο χαλκός αποθηκεύεται στον οργανισμό και χρησιμοποιείται επανειλημμένα.

Υπάρχουν δύο μεγάλες κατηγορίες σιδήρου στην τροφή. Το 90% του σιδήρου της τροφής είναι στην μορφή αλάτων του σιδήρου και ονομάζεται μη-αιματινικός σίδηρος και έχει πτωχή απορρόφηση. Το υπόλοιπο 10% είναι στην μορφή του αιματινικού σιδήρου και κυρίως παρέχεται από την αιμοσφαιρίνη και την μυοσφαιρίνη του κρέατος και έχει καλή απορρόφηση. Περίπου το 50% του σιδήρου του μητρικού γάλακτος απορροφάται αλλά μόνο το 10% περίπου του σιδήρου του αγελαδινού γάλακτος απορροφάται. Οι λόγοι υψηλότερης βιοδιαθεσιμότητας του σιδήρου του μητρικού γάλακτος είναι άγνωστοι. Το ασκορβικό οξύ, το κρέας το ψάρι και τα πουλερικά προάγουν την απορρόφηση του μη αιματινικού σιδήρου. Τα δημητριακά, τα οξαλικά, οι φυτικές ίνες, οι τανίνες του τσαγιού και τα φωσφορικά αναστέλλουν την απορρόφηση του σιδήρου. Ο χυμός πορτοκαλιού διπλασιάζει την απορρόφηση του σιδήρου από το γεύμα ενώ το τσάι την ελαττώνει κατά 75%.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΣΙΔΗΡΟΠΕΝΙΑΣ: Η σιδηροπενία χαρακτηρίζεται από αναιμία, ελαττωμένη ζωτικότητα, δύσπνοια κατά την άσκηση, ωχρότητα δέρματος, ωχρότητα επιπεφυκότα, καθυστέρηση ανάπτυξης και ελαττωμένη ποσότητα αιμοσφαιρίνης σε κάθε ερυθρό αιμοσφαίριο.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ορισμένες φορές προκύπτει μία διαταραχή στον μεταβολισμό του σιδήρου, στην οποία μία χρωστική που περιέχει σίδηρο, η αιμοσιδηρίνη, και η αιμοφουσκίνη εναποτίθενται στους ιστούς, οδηγώντας σε αιμοχρωμάτωση. Η υπερβολική εναπόθεση αιμοσιδηρίνης στους ιστούς, όπως συμβαίνει ως αποτέλεσμα υπερβολικής καταστροφής ερυθρών αιμοσφαιρίων, ονομάζεται αιμοσιδήρωση.

ΠΗΓΕΣ: Οι παρακάτω τροφές παρέχουν σίδηρο στο διαιτολόγιο: αμύγδαλα, σπαράγγια, δημητριακά, φασόλια, μαύρο ψωμί, κουνουπίδι, σέλινο, σέσκουλο, ραδίκια, κρόκος αυγού, ψωμί ολικής άλεσης, νεφρό, μαρούλι, ήπαρ, κουάκερ, σόγια, σιτάρι. Άλλες καλές πηγές είναι βερύκοκο, παντζάρι, λάχανο, καλαμπόκι, αγγούρι, σταφίδα, χουρμάδες, πάπια, χήνα, πράσινα λαχανικά, αρνί, πετιμέζι, μανιτάρια, πορτοκάλια, κουκιά, φιστίκια, αχλάδια, πιπέρι, πατάτες, δαμάσκηνα, ραπανάκι, σταφίδα, ραβέντιο, ανανάς, ντομάτες και γογγύλι.

Aliases (separate with |): Σίδηρος
σιδήρωση
  1. Μορφή πνευμονοκονίωσης, ως αποτέλεσμα εισπνοής σκόνης ή ατμών που περιέχουν σωματίδια σιδήρου.

  2. Η ανώμαλη απόθεση ή συσσώρευση σιδήρου στο αίμα ή στους σωματικούς ιστούς.

siderotic, επίθ. σιδηρωτικός.

Aliases (separate with |): Σιδήρωση
σιρόπι

Συμπυκνωμένο υδατικό διάλυμα ζάχαρης στο οποίο προστίθενται ειδικές φαρμακευτικές ουσίες. Τα σιρόπια συνήθως δεν αντιστοιχούν σε πολύ υψηλό ποσοστό του δραστικού φαρμάκου. Ορισμένα σιρόπια χρησιμοποιούνται κυρίως για να προσδώσουν ευχάριστη οσμή και γεύση στα διαλύματα.

Aliases (separate with |): Σιρόπι
σίτιση με εντερικό σωλήνα

Μέσο παροχής θρέψης σε ασθενή που δεν μπορεί να προσλάβει τροφή διαφορετικά. Ο ασθενής μπορεί να εμφανίζει δυσκολία στη μάσηση, στην κατάποση, ή κάποια στοματική, φαρυγγική ή οισοφαγική δυσμορφία. Στον ασθενή χορηγείται το κατάλληλο διάλυμα διατροφής μέσω ενός σωλήνα ο οποίος εισέρχεται στο στομάχι ή στο δωδεκαδάκτυλο δια της ρινός (ρινογαστρικός ή ρινοδωδεκαδακτυλικός σωλήνας) ή μέσω ενός σωλήνα γαστροστομίας ή νηστιδοστομίας.

ΤΥΠΟΙ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΩΝ ΔΙΑΛΥΜΑΤΩΝ: Άθικτες θρεπτικές ουσίες (ομογενοποιημένα διαλύματα): Τα διαλύματα αυτά καλούνται «τυποποιημένα». Επειδή περιέχουν «πλήρεις» θρεπτικές ουσίες είναι κατάλληλα για τη σίτιση ασθενών οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα πέψης. Παρέχουν συνήθως 1 Kcal/ ml και μπορούν να ληφθούν από το στόμα. Yδρολυμένες θρεπτικές ουσίες (πολυμερή διαλύματα): Στα διαλύματα αυτά τα θρεπτικά συστατικά είναι ήδη «προχωνεμένα» και είναι κατάλληλα για τις περιπτώσεις όπου υπάρχει διαταραχή στην απορρόφηση ή όταν το σημείο έγχυσης είναι η νήστιδα. Τα διαλύματα αυτά δεν είναι κατάλληλα για από του στόματος χορήγηση εξαιτίας της γεύσης τους. Είναι πιο ακριβά από τα διαλύματα πλήρων θρεπτικών ουσιών. Στοιχειακά ή μονομερή: Επειδή οι θρεπτικές ουσίες στα διαλύματα αυτά βρίσκονται στην απλούστερη, στοιχειακή τους μορφή, απορροφώνται ταχέως από το έντερο. Τα διαλείμματα αυτά δεν είναι κατάλληλα για από του στόματος χορήγηση. Ο τύπος αυτός είναι και ο πιο ακριβός. Υπάρχουν διαθέσιμα διαλύματα αυτού του τύπου για ειδικές περιπτώσεις παθήσεων. Ειδικά διαλύματα: Προϊόντα διατροφής που κυκλοφορούν στο εμπόριο μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως συμπληρώματα σε τυποποιημένα διαλύματα. Έτσι, η προσθήκη πρωτεΐνης μετατρέπει ένα τυποποιημένο διάλυμα σε διάλυμα υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη.

ΤΡΟΠΟΙ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ: Συνεχής έγχυση: Το διάλυμα χορηγείται 4 έως 6 φορές την ημέρα μέσω μιας μεγάλης σύριγγας που εφαρμόζεται στο σωλήνα σίτισης, ο οποίος καταλήγει στο στομάχι. Ο τρόπος αυτός χορήγησης είναι ο λιγότερο καλά ανεκτός. Διαλείπουσα έγχυση: Το διάλειμμα χορηγείται 4 έως 6 φορές την ημέρα για διάστημα 30 έως 60 λεπτών με τη βοήθεια αντλίας ή με φυσική ροή. Κυκλική έγχυση: Μια αντλία έγχυσης χορηγεί το θρεπτικό διάλυμα συγκεκριμένες ώρες της ημέρας και η λειτουργία της διακόπτεται τις υπόλοιπες ώρες. Συνεχής στάγδην έγχυση: Μια αντλία έγχυσης χορηγεί το διάλυμα σε όλη τη διάρκεια της ημέρας,

Aliases (separate with |): Σίτιση με εντερικό σωλήνα
σκέψη

Διανοητική δραστηριότητα. Η σκέψη περιλαμβάνει την ερμηνεία και ταξινόμηση συμβόλων, τη μάθηση, το σχεδιασμό και τη διαμόρφωση ιδεών και απόψεων, την οργάνωση πληροφοριών και την επίλυση προβλημάτων.

Aliases (separate with |): Σκέψη
σκληρό ερύθημα

Χρόνια αγγειίτιδα του δέρματος που εμφανίζεται σε νέες γυναίκες. Τα σκληρά δερματικά οζίδια διαλύονται και σχηματίζουν νεκρωτικά έλκη και καταλείπουν ατροφικές ουλές.

Aliases (separate with |): erythema induratum|Σκληρό ερύθημα
σκληροίδημα

Ασθένεια η οποία χαρακτηρίζεται από οίδημα και σκλήρυνση του δέρματος συνήθως ως το αποτέλεσμα οξείας μόλυνσης. Είναι καλοήθης αυτοπεριοριζόμενη ασθένεια, η οποία εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες εν συγκρίσει προς τους άντρες. Πολύ συχνά συγχέεται με τη σκληροδερμία.

Aliases (separate with |): Σκληροίδημα
σκωληκοειδίτιδα

Φλεγμονή της σκωληκοειδούς απόφυσης που οφείλεται σε απόφραξη του αυλού της, η οποία ακολουθείται από μόλυνση. Μπορεί να είναι οξεία, υποξεία ή χρόνια και σε ορισμένες περιπτώσεις η διάγνωσή της μπορεί να είναι δύσκολη εξαιτίας του ότι πολλές ασθένειες είναι δυνατόν να προκαλέσουν οξύ κοιλιακό άλγος.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Κατά κανόνα απαιτείται χειρουργική επέμβαση. Στις περισσότερες περιπτώσεις χορηγούνται υγρά και αντιβιοτικά ενδοφλεβίως.

Aliases (separate with |): appendicitis|Σκωληκοειδίτιδα
σμήγμα

Λιπαρή έκκριση των σμηγματογόνων αδένων. Ποικίλει μεταξύ διαφορετικών τμημάτων του σώματος. Το σμήγμα που παράγεται από τα αυτιά ονομάζεται κυψελίδα (cerumen), ενώ αυτό της ακροποσθίας ονομάζεται σμήγμα (smegma).

Aliases (separate with |): Σμήγμα
σμηγματορροϊκή δερματίτιδα

Oξεία ή υποξεία φλεγμονώδης δερματοπάθεια αγνώστου αιτίας, που ξεκινά από το κρανίο και χαρακτηρίζεται από στρογγυλές, ακανόνιστες ή γυροειδείς βλάβες, καλυμμένες από κίτρινα ή λιπαρά καφέ-γκρίζα λέπια.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Στο κρανίο, ενδέχεται να είναι ξηρή με άφθονα γκριζωπά και κιτρινωπά λέπια ή εξιδρωμένη και εφελκιδοποιημένη, δημιουργώντας έκζεμα της κεφαλής που μπορεί να εξαπλωθεί στο μέτωπο και τις μετα-ωτιαίες περιοχές. Το μέτωπο παρουσιάζει λεπιδώδεις και διηθημένες βλάβες με σκούρες κόκκινες βάσεις, κάποιο κνησμό και τοπική απώλεια τριχών. Τα φρύδια και οι βλεφαρίδες παρουσιάζουν ξηρά, και υπόλευκα λέπια μαζί με κνησμό. Στις ρινοχειλικές πτυχώσεις ή του κόκκινου ορίου των χειλών, υπάρχει φλεγμονή με κνησμό. Στην περιοχή του στέρνου, οι βλάβες είναι λιπαρές στην αφή. Επίσης, στις ενδοωμοπλατιαίες, μασχαλιαίες και μηρογεννητικές περιοχές υπάρχει το ενδεχόμενο εμφάνισης εκθύσεων.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Επειδή δεν υπάρχει καμία γνωστή θεραπεία για τη συγκεκριμένη πάθηση, η αγωγή έχει ως σκοπό τον έλεγχο της διαταραχής και να αφήσει το δέρμα να επιδιορθωθεί από μόνο του. Όταν η πάθηση περιορίζεται στο κρανίο, ενδείκνυται η συχνή χρήση σαμπουάν και η χρήση ήπιων κερατολυτικών παραγόντων. Τα σαμπουάν με σελήνιο έχουν αποδειχθεί χρήσιμα. Η γενικευμένη σμηγματορροϊκή δερματίτιδα χρήζει προσεκτικής φροντίδας μεταξύ των οποίων η σχολαστική υγιεινή του δέρματος, η διατήρηση του δέρματος όσο γίνεται πιο στεγνό και η χρήση σκονών. Μπορεί να απαιτηθούν παρασκευάσματα κορτιζόνης τοπικής και περιφερικής χρήσης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝOΥΣ: O νοσηλευτής ή ο επαγγελματίας υγείας πρωτοβάθμιαιας περίθαλψης εξηγεί στον ασθενή ότι η πάθηση παρουσιάζει υφέσεις και εξάρσεις· επίσης, η διαταραχή στην ισορροπία των ορμονών, η θρεπτική κατάσταση η φλεγμονή και το συναισθηματικό στρες, επηρεάζουν την πορεία της.

Για τον κατευνασμό τυχόν δευτεροπαθούς φλεγμονής, ο ασθενής εκπαιδεύεται στην τοπική εφαρμογή της συνταγογραφημένης κρέμας των κορτικοστεροειδών στο σώμα και στο πρόσωπο. Αυτός ή αυτή προειδοποιείται να χρησιμοποιεί με προσοχή το συγκεκριμένο φαρμακευτικό σκεύασμα γύρω από τα βλέφαρα, επειδή μπορεί να προκαλέσει γλαύκωμα στους ασθενείς που κινδυνεύουν. Για την αποφυγή δευτεροπαθούς λοίμωξης από τον μύκητα Candida στις ρυτίδες ή στις πτυχές του δέρματος, συνιστάται στον ασθενή να καθαρίζει προσεκτικά τις συγκεκριμένες περιοχές, να τις στεγνώνει απαλά αλλά καλά και να εξασφαλίζει τον καλό αερισμό του δέρματος. Αυτός ή αυτή εκπαιδεύεται να αντιμετωπίζει τις σμηγματορροϊκές παθήσεις του κρανίου (πιτυρίδα) με σωστό και συχνό λούσιμο με σαμπουάν, εναλλάσσοντας δύο ή τρεις διαφορετικούς τύπους σαμπουάν ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία ανθεκτικότητας σε ένα συγκεκριμένο προϊόν. Αυτός ή αυτή πρέπει επίσης να αφαιρούν τα εξωτερικά ερεθίσματα και να αποφεύγουν την υπερβολική θερμότητα και εφίδρωση. Αποθαρρύνεται το τρίψιμο και το ξύσιμο του δέρματος, αφού παρατείνουν τις εξάρσεις και αυξάνουν τον κίνδυνο δευτεροπαθούς λοίμωξης και εκδορών, και ιδιαίτερα τη στιγμή που υπάρχουν λεπιδώδεις και κνησμώδεις βλάβες σε περιοχές του δέρματος με υψηλό αριθμό βακτηρίων. Για να μειωθεί ο αποικισμός των βακτηρίων, μπορούν να συνταγογραφηθούν μικρές δόσεις αντιβιοτικών (πχ, τετρακυκλίνη) από το στόμα (όπως στην κοινή ακμή) για μια παρατεταμένη περίοδο. Στον ασθενή συνιστάται να λαμβάνει τετρακυκλίνη τουλάχιστον 1 ώρα πριν ή 2 ώρες μετά τα γεύματα, αφού η απορρόφηση του φαρμάκου με την τροφή είναι ανεπαρκής. Επίσης ο ασθενής ενημερώνεται σχετικά τις ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου (φωτοευαισθησία, γενετικές ανωμαλίες, ναυτία, έμετος και κολπίτιδα από Candida) και την διαχείρισή τους. O ασθενής ενθαρρύνεται να τηρεί το θεραπευτικό σχήμα, να αντιμετωπίζει την αυξημένη απογοήτευση και να χειρίζεται τα προβλήματα από την εικόνα του σώματος του.

Aliases (separate with |): Σμηγματορροϊκή δερματίτιδα
σπειραματονεφρίτιδα

Ένας τύπος νεφρίτιδας στον οποίο οι βλάβες αφορούν κυρίως τα σπειράματα. Η κατάσταση αυτή μπορεί να είναι οξεία, υποξεία ή χρόνια. Η οξεία σπειραματονεφρίτιδα, που ονομάζεται και οξύ νεφριτικό σύνδρομο ακολουθεί συχνά λοιμώξεις, ειδ. της ανώτερης αναπνευστικής οδού που οφείλονται σε συγκεκριμένα στελέχη στρεπτοκόκκου. Επίσης μπορεί να οφείλεται σε συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, υποξεία βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα, κρυοσφαιριναιμία, διάφορους τύπους αρτηρίτιδας, όπως οζώδης πολυαρτηρίτιδα, πορφύρα Henoch-Schönlein, καθώς επίσης και σε σπλαγχνικά αποστήματα. Η πάθηση χαρακτηρίζεται από αιματουρία, πρωτεϊνουρία, ερυθροκυτταρικούς κυλίνδρους, ολιγουρία, οίδημα, κνησμό, ναυτία, δυσκοιλιότητα και υπέρταση. Η εξέταση του συμπληρώματος του ορού και η βιοψία νεφρού διευκολύνουν τη διάγνωση και βοηθούν στην εκτίμηση της πρόγνωσης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Παρακολουθούνται τα επίπεδα της κρεατινίνης στον ορό, η συγκέντρωση της ουρίας στο αίμα και η κάθαρση της κρεατινίνης και της ουρίας και ελέγχονται πιθανές διαταραχές των ηλεκτρολυτών και της οξεοβασικής ισορροπίας. Παρακολουθούνται επίσης το ισοζύγιο των υγρών και καταγράφονται καθημερινά οι μεταβολές των οιδημάτων, του σωματικού βάρους και η πρόσληψη και αποβολή υγρών. Ελέγχονται τα ζωτικά σημεία του ασθενούς κάθε 4 ώρες ή όποτε κρίνεται απαραίτητο και το δέρμα για σημεία ρήξης. Παρέχεται επίσης φροντίδα του δέρματος και συχνή μετακίνηση του σώματος. Ο ασθενής συμβουλεύεται να περιορίσει τις δραστηριότητές του κατά τις οξείες φάσεις αιματουρίας, αζωθαιμίας, έντονου οιδήματος και αρτηριακής υπέρτασης· ωστόσο, ενθαρρύνεται η αυτοεξυπηρέτηση όταν τα οξέα συμπτώματα υποχωρήσουν, ανάλογα με το βαθμό της καταβολής και τις μεταβολές της αρτηριακής πίεσης. Ενθαρρύνεται η εκτέλεση κατάλληλων δραστηριοτήτων. Οι οδηγίες που δίνονται στον ασθενή αφορούν διαιτητικούς περιορισμούς καθώς και έλεγχο των υγρών· τονίζεται η σημασία του χαμηλού νατρίου στη δίαιτα, των γευμάτων με πολλές θερμίδες και επαρκή ποσότητα (αν και περιορίζεται μερικές φορές) πρωτεΐνης. Τα χορηγούμενα φάρμακα πρέπει να λαμβάνονται σύμφωνα με το πρόγραμμα που έχει τεθεί.

Ο ασθενής πρέπει να αποφεύγει τα άτομα που πάσχουν από μεταδοτικά νοσήματα και να αναφέρει άμεσα τα πιθανά σημεία λοίμωξης, ειδικά του ουροποιητικού. Η σημασία της παρακολούθησης σε τακτική βάση υπερτονίζεται. Παρακολουθείται η ανταπόκριση του ασθενούς, ενώ σε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία εφαρμόζεται αιμοκάθαρση.

Aliases (separate with |): Σπειραματονεφρίτιδα
σπειρόμετρο

Συσκευή η οποία χρησιμοποιείται για τη μέτρηση των πνευμονικών όγκων και της ροής αέρα. Οι ακόλουθες είναι τυπικές μετρήσεις ενηλίκων όπως προκύπτουν από τη χρήση σπειρομέτρου: εισπνευστικός εφεδρικός όγκος: το ποσό που το άτομο μπορεί να εισπνεύσει με επιπλέον προσπάθεια μετά από κανονική εισπνοή· εκπνευστικός εφεδρικός όγκος: το ποσό του αέρα που μπορεί να εκπνευστεί μετά από κανονική εκπνοή· ανα-πνεόμενος όγκος αέρα: ο όγκος εισπνεόμενου ή εκπνεόμενου αέρα κατά την κανονική αναπνοή· ζωτική χωρητικότητα: ο μέγιστος όγκος αέρα που μπορεί να εκπνευσθεί μετά από μέγιστη εισπνοή· βίαιη ζωτική χωρητικότητα: ο εκπνεόμενος όγκος αέρα κατά τη μέγιστη εκπνοή.

Aliases (separate with |): Σπειρόμετρο
σπέρμα

Παχιά, αδιαφανής, πυκνόρρευστη έκκριση, η οποία απελευθερώνεται μέσω της ουρήθρας του άντρα κατά την κορύφωση της σεξουαλικής διέγερσης (οργασμός). Το σπέρμα είναι μίγμα εκκριτικών προϊόντων διαφόρων αδένων (προστάτη και βολβουρηθραίοι αδένες) σε συνδυασμό με τα σπερματοζωάρια,τα οποία αφότου παρήχθησαν στους όρχεις αποθηκεύτηκαν στα σπερματικά κυστίδια.

Οι φυσιολογικές τιμές του εκσπερματούμενου σπερματικού υγρού έχουν ως ακολούθως: όγκος, 2 έως 5 ml, pH, 7,8-8,0, λευκά αιμοσφαίρια απόντα ή μόνο ένα περιστασιακά μετά από παρατήρηση σε μεγάλη μεγέθυνση, αριθμός σπερματοζωαρίων, 60 έως 150 εκατομμύρια/ml, το 80% και άνω αυτών πρέπει να είναι κινούμενα, και το 80-90% αυτών πρέπει να έχει φυσιολογική μορφολογία.

Aliases (separate with |): Σπέρμα
σπερματοζωάριο

Το ώριμο αρσενικό φυλετικό ή γεννητικό κύτταρο, το οποίο σχηματίζεται μέσα στα σπερματοφόρα σωληνάρια των όρχεων. Το σπερματοζωάριο έχει ευρεία, ελλειπτική, πεπλατυσμένη κεφαλή, που φέρει τον πυρήνα, και έναν πρωτοπλασματικό αυχένα ή ενδιάμεσο τμήμα και μαστίγιο. Έχει μήκος περίπου 51 μ. και μοιάζει με γυρίνο. Έχει τη δυνατότητα αυτοπροώθησης μέσω του μαστιγίου. Αναπτύσσεται κατά την εφηβεία από τις σπερματίδες στους όρχεις σε πολύ μεγάλες ποσότητες. Η κεφαλή διαπερνά την κυτταρική μεμβράνη του ωαρίου και χάνει την ουρά του όταν τα δύο κύτταρα συντήκονται. Η διαδικασία αυτή καλείται γονιμοποίηση.

Aliases (separate with |): Σπερματοζωάριο
σπινθηρογράφημα οστών

Απεικόνιση των οστών με ραδιενεργές ουσίες. Ο όρος θερμές κηλίδες αναφέρεται σε οστικές βλάβες που μπορεί να είναι φλεγμονές ή όγκοι. Η εξέταση συμβάλλει στη διάγνωση μεταστάσεων ή την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας.

Aliases (separate with |): Σπινθηρογράφημα οστών
σπλήνας

Σκούρο, ερυθρό, ελλειψοειδές λεμφικό όργανο στο ανώτερο αριστερό κοιλιακό τεταρτημόριο, πίσω και ελαφρώς κάτω από το στομάχι. Στην κάτω πλευρά βρίσκεται η πύλη, μια εντομή μέσω της οποίας εισέρχονται και εξέρχονται τα σπληνικά νεύρα και αιμοφόρα αγγεία. Ο σπλήνας περιβάλλεται από εξωτερική κάψα συνδετικού ιστού, από την οποία ίνες συνδετικού ιστού (δοκίδες) εκτείνονται μέσα στο μαλακό πολφό (λειτουργικό ιστό), διαχωρίζοντας το σπλήνα σε διαμερίσματα.

Ο λευκός πολφός αποτελούμενος από λεμφοκύτταρα και θυλάκια, σχηματίζει έλυτρα γύρω από αρτηριακά αγγεία και οργανώνεται σε μεγαλύτερα φυμάτια, τα οποία περιέχουν βλαστικά κέντρα. Ο ερυθρός πολφός περιέχει αγγειακούς κόλπους και κολποειδή, με τοιχώματα υψηλής διαπερατότητας, και σπογγόμορφες σπληνικές χορδές πληρωμένες με μακροφάγα και δενδριτικά κύτταρα. Ο σπλήνας είναι τμήμα του φαγοκυτταρικού συστήματος των μονοπύρηνων κυττάρων και η αφαίρεσή του (σπληνεκτομή), παρότι υποκαθίσταται από τους λεμφαδένες και το ήπαρ, ελαττώνει την ανοσολογική λειτουργία και μπορεί να θέσει τον ασθενή σε αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης, κυρίως από Streptococcus pneumoniae και Haemophilus influenzae.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Στο έμβρυο ο σπλήνας σχηματίζει τόσο ερυθρά όσο και λευκά αιμοσφαίρια. Μετά τη γέννηση παράγει μόνο λεμφοκύτταρα, με εξαίρεση την περίπτωση βαριών αναιμιών, οπότε και η παραγωγή ερυθροκυττάρων μπορεί να επανενεργοποιηθεί. Το αίμα εισάγεται μέσω της σπληνικής αρτηρίας και διέρχεται μέσω προοδευτικά μικρότερων αρτηριακών αγγείων. Τα ξένα αντισώματα παγιδεύονται στο λευκό πολφό, επάγοντας τον πολλαπλασιασμό των ειδικών για το αντιγόνο λεμφοκυττάρων και την παραγωγή αντισωμάτων. Τα αρτηρίδια καταλήγουν στον ερυθρό πολφό, όπου τα μακροφάγα απομακρύνουν κυτταρικά κατάλοιπα, μικροοργανισμούς και κύτταρα γηρασμένα, κατεστραμμένα, ανώμαλα ή επενδυμένα με αντισώματα.

Η αγγειακή χωρητικότητα του σπλήνα, περίπου 100 ως 300 ml, αντιστοιχεί κατά μέσο όρο στο 4% του συνολικού αίματος και ο σπλήνας μπορεί να περιέχει ως και το 30% των συνολικών αιμοπεταλίων. Σε συνθήκες καταπόνησης, συμπαθητικές ώσεις διεγείρουν τη σύσπαση των φλεβωδών κόλπων, σπρώχνοντας το πλείστο του σπληνικού αίματος στην κυκλοφορία. Εάν ο σπλήνας είναι διογκωμένος, η αγγειακή χωρητικότητά του αυξάνει δραματικά και η αυξημένη επαφή με μακροφάγα μπορεί να προκαλέσει αναιμία, λευκοπενία και θρομβοκυτταρική αναιμία. Η αφαίρεση του σπλήνα ενδέχεται να καταστεί απαραίτητη σε ασθενείς με θρομβοπενία. Πολλές διαταραχές προκαλούν σπληνομεγαλία, συμπεριλαμβανομένου της πυλαίας υπέρτασης (π.χ. στην κίρρωση), της καρδιακής ανεπάρκειας και ορισμένων λοιμώξεων. Οι πρωτογενείς διαταραχές του σπλήνα είναι παρόλα αυτά σπάνιες.

Aliases (separate with |): Σπλήνας
σπληνεκτομή
  1. Χειρουργική αφαίρεση του σπλήνα.
  2. Καταστροφή του σπλήνα από τραύμα ή ασθένεια (π.χ. από έμφραξη, ως το αποτέλεσμα δρεπανοκυτταρικής αναιμίας).

ΠΡΟΣΟΧΗ: Επειδή ο σπλήνας απομακρύνει εγκυστωμένα βακτήρια από τη ροή του αίματος, η απουσία του ή η αφαίρεσή του αυξάνει τον κίνδυνο πολλών σοβαρών λοιμώξεων. Για την πρόληψη λοιμώξεων που απειλούν τη ζωή, όλοι οι ασθενείς οι οποίοι έχουν προγραμματισθεί για σπληνεκτομή πρέπει να εμβολιασθούν έναντι Haemophilus influenzae, Neisseria meningococcus και Streptococcus pneumoniae περίπου 10 ημέρες πριν την επέμβαση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Μετά τη σπληνεκτομή ο ασθενής πρέπει να διαθέτει ενδοφλέβια γραμμή και να λαμβάνει υγρά, φάρμακα και προϊόντα αίματος, όπως συνιστάται. Βοηθήστε τον ασθενή να λάβει βολική θέση στο κρεβάτι με το σωστό προσανατολισμό του σώματος και πραγματοποιείστε μια αρχική κοιλιακή εξέταση. Π κοιλιακή εξέταση πρέπει να περιλάβει την αναζήτηση εκδορών ή κακώσεων, περιομφάλιας εκχύμωσης, και κοιλιακής διόγκωσης, αιμορραγίας από την τομή, ή λοίμωξης ή υπερβολικής παροχέτευσης. Αύξηση της κοιλιακής περιφέρειας του ασθενούς ενδεχομένως να υποδηλώνει επιπρόσθετη απώλεια αίματος στην κοιλιακή κοιλότητα, απόφραξη του εντέρου ή παραλυτικό ειλεό. Ακροαστείτε τους εντερικούς ήχους, ψηλαφίστε για περιοχές ευαισθησίας, άλγους, ή ακαμψίας και επικρούστε για υπόκωφους ή αμβλείς ήχους (οι υπόκωφοι ήχοι υποδηλώνουν διάταση λόγω αερίων και οι αμβλείς ήχοι υποδηλώνουν ενδοκοιλιακό υγρό, αίμα ή συμπαγή ιστό). Επαναλαμβανόμενες εξετάσεις του ασθενούς θα πρέπει να λαμβάνουν χώρα σε μία προγραμματισμένη βάση έως ότου εξασφαλισθεί η μετεγχειρητική σταθερότητα. Οι πυρετοί μπορεί να υποδηλώνουν περιτονίτιδα· η ελαττωμένη παραγωγή ούρων, η ταχυκαρδία και υπόταση μπορεί να υποδεικνύουν συλλογή υγρών ή εσωτερική αιμορραγία. Εξετάστε τον ασθενή για ανησυχία, ευερεθιστότητα και αποπροσανατολισμό, παρατηρώντας για ανεπαίσθητες αλλαγές που να υποδηλώνουν υποξαιμία ή ανεπαρκή αιμάτωση των οργάνων. Αξιολογείστε το επίπεδο πόνου του ασθενούς ως «αμείωτος», «επιδεινούμενος», ή ως «αναφερόμενος» ή «βελτιούμενος». Οι διαδοχικές εργαστηριακές εξετάσεις περιλαμβάνουν μετρήσεις του αριθμού λευκών αιμοσφαιρίων, των επιπέδων αιμοσφαιρίνης, των βιοχημικών δεικτών του ορού, των παραγόντων πήξης, και των αιμοπεταλίων. Πρέπει να σημειώνονται οποιεσδήποτε σημαντικές μεταβολές σε σχέση με τα επίπεδα προηγούμενων μετρήσεων. Π ξαφνική ή προοδευτική επιδείνωση της αιμοδυναμικής κατάστασης του ασθενούς μπορεί κάλλιστα να χρήζει επανεπέμβασης. Εάν ένας ασθενής με σπληνεκτομή γίνει ασταθής, υποστηρίξτε την αναπνοή του με υψηλή ροή οξυγόνου μέσω μάσκας που δεν επιτρέπει την επανεισπνοή, εξασφαλίστε επιπρόσθετη αγγειακή πρόσβαση χρησιμοποιώντας έναν 16 ή 18 G ενδοφλέβιο καθετήρα, χορηγείστε φυσιολογικό ορό ή διάλυμα Ringer με γαλακτικά σε μία μεγάλη δόση προκειμένου να αυξηθεί η πίεση του αίματος, να ελαττωθεί ο καρδιακός ρυθμός και να αυξηθεί η παραγωγή ούρων σε 50 ως 100 ml/ώρα. Εάν δεν είναι ήδη διαθέσιμο συμβατό αίμα, βρείτε τον τύπο και διασταυρώστε για 4 ως 6 μονάδες κεκαθαρμένων ερυθροκυττάρων και να είστε έτοιμοι να χορηγήσετε το αίμα ως συνιστάται. Καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής στο νοσοκομείο ο ασθενής και η οικογένειά του θα χρειασθούν φυσική, ψυχική και πνευματική υποστήριξη και φροντίδα. Παράσχετε βασικές εξηγήσεις όλων των διαδικασιών και δράσεων, ενθαρρύνεται και απαντήστε σε ερωτήσεις και διορθώστε οποιαδήποτε εσφαλμένη πληροφορία. Με την επίδοση του εξιτηρίου παρέχονται οδηγίες, οι οποίες πρέπει να μελετώνται με τον ασθενή και να παρέχεται σε αυτόν ένα τυπωμένο αντίγραφο για ενίσχυση. Μπορούν να τεθούν περιορισμοί που αφορούν την άρση βαρών, τις διατάσεις και τις αθλητικές δραστηριότητες για μια περίοδο 6 εβδομάδων ως 6 μηνών. Βοηθήστε τον ασθενή στον προγραμματισμό των επισκέψεων παρακολούθησης για αξονικές τομογραφίες κοιλιακής χώρας ή υπερήχους, εάν ζητηθούν, και με τον θεράποντα ιατρό, χειρούργο ή το βασικό νοσηλευτή, όπως απαιτείται. Οι ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε σπληνεκτομή πρέπει να φορούν περιβραχιόνιο ιατρικού συναγερμού ώστε να προειδοποιούνται οι μελλοντικοί πάροχοι βοήθειας.

Aliases (separate with |): Σπληνεκτομή
σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών

Μια προοδευτική νευρολογική νόσος των βοοειδών, που χαρακτηρίζεται από σπογγόμορφες αλλοιώσεις στον εγκέφαλο και στο νωτιαίο μυελό και σχετίζεται από ταχεία και θανατηφόρα επιδείνωση.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η BSE παρατηρείται σε βοοειδή τα οποία έχουν καταναλώσει εντόσθια σφαγμένων ζώων (ζωικά άλευρα). Μια λοιμογόνος πρωτεΐνη (prion) θεωρείται ότι ευθύνεται για τη νόσο.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Εξαιτίας της πιθανής συσχέτισης ανάμεσα στη BSE και σε ταχέως θανατηφόρες νευρολογικές παθήσεις στον άνθρωπο, πολλές χώρες έχουν απαγορεύσει τη χρήση ζωικών πρωτεϊνών στη διατροφή των βοοειδών. Αυτό φαίνεται να έχει οδηγήσει σε μείωση της επίπτωσης της BSE.

Aliases (separate with |): Σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών
σπόνδυλος

Οποιοδήποτε από τα 33 οστικά τμήματα της σπονδυλικής στήλης: 7 αυχενικοί, 12 θωρακικοί, 5 οσφυϊκοί, 5 ιεροί και 4 κοκκυγικοί σπόνδυλοι. Στους ενήλικες, οι 5 ιεροί σπόνδυλοι συνενώνονται για να σχηματίσουν το ιερό οστό και οι 4 υπολειμματικοί κοκκυγικοί για να σχηματίσουν τον κόκκυγα. Ένας τυπικός σπόνδυλος αποτελείται από το σπονδυλικό σώμα και ένα ραχιαίο ή νωτιαίο τόξο. Στη θωρακική μοίρα, το σώμα φέρει εκατέρωθεν δυο πλευρικά ημιγλήνια για την υποδοχή της κεφαλής των πλευρών. Το τόξο που περιβάλλει το σπονδυλικό τρήμα αποτελείται από δύο ρίζες ή ποδίσκους και δύο πέταλα. Το τόξο φέρει επτά αποφύσεις: την ραχιαία ακανθώδη απόφυση, δύο πλάγιες εγκάρσιες αποφύσεις και τέσσερις αρθρικές αποφύσεις (δύο άνω και δύο κάτω). Ένα βαθύ κοίλωμα, στο κάτω όριο του τόξου, παρέχει δίοδο στο νωτιαίο νεύρο. H συνένωση των διαδοχικών σπονδύλων σχηματίζει το σπονδυλικό ή νωτιαίο σωλήνα που περικλείει τον νωτιαίο μυελό. Τα σώματα των διαδοχικών σπονδύλων ενώνονται μεταξύ τους και διαχωρίζονται με τους μεσοσπονδύλιους δίσκους, που αποτελούνται περιφερικά από έναν ινώδη χόνδρο και κεντρικά από τον πηκτοειδή πυρήνα. Οι κάτω αρθρικές αποφύσεις ενώνονται με τις άνω αρθρικές αποφύσεις του επόμενου σπονδύλου προς την ουραία κατεύθυνση. Αρκετοί σύνδεσμοι (ο υπερακάνθιος, ο έσω ακανθώδης, ο πρόσθιος και οπίσθιος επιμήκης και οι εγκάρσιοι) συγκρατούν την σπονδυλική στήλη και επιτρέπουν ένα περιορισμένο εύρος κινήσεων. Οι κινήσεις που εκτελεί η σπονδυλική στήλη είναι η πρόσθια κάμψη, η οπίσθια κάμψη (έκταση), η πλάγια κάμψη και οι στροφικές κινήσεις. Οι δύο τελευταίες συνδυάζονται έτσι ώστε κάθε φορά που οι σπόνδυλοι. κάμπτονται πλευρικά, συγχρόνως συστρέφονται και το αντίστροφο.

Aliases (separate with |): Σπόνδυλος
σταδιοποίηση

Διαδικασία προσδιορισμού της έκτασης της νόσου. Περιλαμβάνει κλινική εξέταση, αιματολογικές και απεικονιστικές εξετάσεις και πιθανώς χειρουργική επέμβαση. Είναι σημαντική για τον καθορισμό της θεραπευτικής αγωγής και της πρόγνωσης.

Aliases (separate with |): Σταδιοποίηση
στατίνες

Οποιοδήποτε από τα φάρμακα της τάξης γνωστής ως αναστολείς της αναγωγάσης του 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλο συνενζύμου Α (HMG CoA), τα οποία έχουν ισχυρές ιδιότητες ελάττωσης των λιπιδίων. Τα ονόματα όλων των φαρμάκων της τάξης έχουν την κατάληξη «-στατίνη». Ορισμένα παραδείγματα είναι η ατορβαστατίνη, η πραβαστατίνη, η λοβαστατίνη και η σιμβαστατίνη.

Aliases (separate with |): Στατίνες
στέλεχος Escherichia coli O157:H7

Στέλεχος της Escherichia coli που μπορεί να προκαλέσει αιματηρή διάρροια (και άλλες πιο σοβαρές παθήσεις) ως αποτέλεσμα παραγωγής μιας πολύ ισχυρής τοξίνης. Εξάρσεις διαρροϊκών λοιμώξεων που προκαλούνται από το O157:H7 έχουν παρατηρηθεί σε κέντρα ημερήσιας φροντίδας, οικογένειες, φάρμες, ταχυφαγεία, οικοτροφεία, χώρους περίθαλψης κατοικιδίων ζώων και σχολεία. Το βακτήριο μπορεί να μολύνει το υπομαγειρεμένο κρέας, ιδίως των χάμπουργκερ, το μη συντηρημένο χυμό μήλων, τα λαχανικά που μεγαλώνουν με κοπριά, ή τα αποθέματα νερού. Η λοίμωξη που προκαλείται από αυτό τον βάκιλλο μπορεί να μεταδοθεί από ζώο σε άνθρωπο, από άνθρωπο σε άνθρωπο, ή μέσω των μολυσμένων τροφών και του νερού.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η ασυμπτωματική λοίμωξη είναι συνήθης. Σε άλλες περιπτώσεις, μετά από την περίοδο επώασης διάρκειας 3-8 ημερών εκδηλώνεται μια απύρετη και αυτοπεριοριζόμε-νη διάρροια. Ωστόσο, η λοίμωξη μπορεί να εξελιχθεί σε αιμορραγική κολίτιδα με αιματηρή διάρροια, σοβαρό κοιλιακό άλγος και χαμηλό πυρετό. Η υποχώρηση των συμπτωμάτων συμβαίνει συνήθως μετά από 1 εβδομάδα. Στο 15% περίπου των περιπτώσεων, οι ασθενείς αναπτύσσουν αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο (HUS). Η θνησιμότητα μεταξύ των ασθενών με αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο κυμαίνεται από 3- 5%. Η υψηλότερη επίπτωση του HUS παρατηρείται στα παιδιά και στους ηλικιωμένους.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Χωρίς υψηλό δείκτη υποψίας, η διάγνωση είτε σε μια μεμονωμένη περίπτωση είτε σε ομαδικά κρούσματα μπορεί να καθυστερήσει. Για την αποφυγή μη απαραίτητων διαγνωστικών και θεραπευτικών παρεμβάσεων, όπως η κολονοσκάπηση και η κολεκτομή, η διάγνωση πρέπει να τεθεί το συντομότερο δυνατό.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Το νωπό κρέας πρέπει να μαγειρευτεί μέχρι να φθάσει σε θερμοκρασία 71,1°C και το κρέας δεν πρέπει να είναι ρόδινο στο εσωτερικό του. Τα υπολείμματα του κρέατος πρέπει να επαναθερμαίνονται στους 73,3°C. Τα άτομα που αλλάζουν τις πάνες ενός μωρού πρέπει να πλένουν τα χέρια τους προσεκτικά αμέσως μετά. Τα άτομα που χειρίζονται τροφές πρέπει να πλένουν τα χέρια τους αμέσως μετά τη χρήση τουαλέτας.

Aliases (separate with |): Στέλεχος Escherichia coli O157:H7
στένωση αορτής

Ελαττωματική ροή αίματος από την αριστερή κοιλία στην αορτή εξαιτίας πάθησης της αορτικής βαλβίδας ή απόφραξης ακριβώς πάνω ή κάτω από τη βαλβίδα. H στένωση μπορεί να προκύψει συγγενώς ή δευτερο-παθώς, κατόπιν παθήσεων η οποίες εκδηλώνονται κατά την εφηβεία ή την ενήλικη ζωή, όπως ο ρευματικός πυρετός ή η αποτιτάνωση του ινώδους ιστού της βαλβίδας.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Πολλοί ασθενείς με ήπια ή μέτρια αορτική στένωση (δηλ. με διατομή βαλβίδας μεγαλύτερη του 1 cm2 ή κλίση πίεσης της βαλβίδας που είναι μικρότερη από 50 mm Hg) δεν παρουσιάζουν συμπτώματα και δεν έχουν επίγνωση της πάθησης. Τα συμπτώματα αυξημένου κινδύνου περιλαμβάνουν στηθάγχη, απώλεια αισθήσεων ή δύσπνοια κατά την άσκηση. Η πρώιμη επέμβαση διόρθωσης της παθούσας βαλβίδας, μόλις εκδηλωθούν αυτά τα συμπτώματα, ενδέχεται να αποβεί σωτήρια.

ΦΥΣΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Το φύσημα της αρτηριακής στένωσης ακροάται καλύτερα τοποθετώντας το στηθοσκόπιο πάνω από τη βάση της καρδιάς. Ο ήχος τυπικά περιγράφεται ως «αδαμαντόσχημος», δηλ. ξεκινά απαλά, αυξάνει σε ένταση και στη συνέχεια ελαττώνεται σε ψίθυρο. Η ψηλάφηση των αρτηριών σε βαριά αορτική στένωση ενδέχεται να αποκαλύψει καθυστερημένο και εξασθενημένο παλμό (π.χ. στις καρωτίδες). Η καρδιακή ώση της κορυφής της καρδιάς μπορεί να είναι μετατοπισμένη πλάγια και χαμηλότερα, λόγω υπερτροφίας της αριστερής κοιλίας.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ Εάν η διατομή της αορτικής βαλβίδας έχει αποστενωθεί σημαντικά (δηλ. < 0,8 cm2) ή ο ασθενής εμφανίζει συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας ή συγκοπής, μπορεί να χρήζει βαλβιδοπλαστικής ή αντικατάστασης της αορτικής βαλβίδας.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Λαμβάνεται το ιστορικό σχετικών καρδιακών διαταραχών. Εκτιμάται τακτικά η καρδιοπνευμονική λειτουργία, παρακολουθώντας τα ζωτικά σημεία και το βάρος, καθώς και την πρόσληψη και παραγωγή υγρών για σημεία υπερφόρτωσης υγρών. Ο ασθενής παρακολουθείται για στηθάγχη, η οποία μπορεί να υποδηλώνει ισχαιμία, και αξιολογούνται τα ηλεκτροκαρδιογραφήματα για ισχαιμικές μεταβολές. Εκτιμάται η αντοχή σε δραστηριότητες και η κόπωση.

Μετά από τον καρδιακό καθετηριασμό, ελέγχεται, σύμφωνα με το πρωτόκολλο, η θέση εισόδου (συχνά κάθε 15 λεπτά για 6 ώρες) για σημεία αιμορραγίας. Ο ασθενής ελέγχεται για στηθάγχη και ζωτικά σημεία, ενώ παρακολουθείται ο καρδιακός ρυθμός και οι περιφερειακοί παλμοί μακριά από το σημείο εισαγωγής. Τα προβλήματα αναφέρονται στον καρδιολόγο.

Τα επιθυμητά αποτελέσματα περιλαμβάνουν επαρκή αιμάτωση των καρδιοπνευμονικών ιστών και καρδιακή παροχή, ελαττωμένη κόπωση κατά τη σωματική άσκηση, απουσία περίσσειας όγκου υγρών και ικανότητα διαχείρισης του θεραπευτικού σχήματος.

Aliases (separate with |): Στένωση αορτής
στέρνο

Το στενό, επίπεδο οστό, πρόσθια στη μέση γραμμή του θώρακα. Αποτελείται από τρία τμήματα: τη λαβή, το σώμα και την ξιφοειδή απόφυση.

Aliases (separate with |): Στέρνο
στεροειδή

Λιπόφιλες χημικές ουσίες (κορτιζόνη, γεννητικές ορμόνες), που έχουν ζωτική σημασία σε πολλές λειτουργίες του οργανισμού. Συνθετικά στεροειδή χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ορισμένων μορφών καρκίνου.

Aliases (separate with |): Στεροειδή
στεφανιαία νόσος

Στένωση των στεφανιαίων αρτηριών, συνήθως ως το αποτέλεσμα αθηροσκλήρωσης. Είναι η πλέον κοινή αιτία θανάτου στα βιομηχανοποιημένα έθνη. Στις ΗΠΑ, το 2001, 460.000 άτομα απεβίωσαν λόγω στεφανιαίας νόσου.

Οι στενώσεις εντός της στεφανιαίας κυκλοφορίας παρατηρούνται συνηθέστερα σε άτομα τα οποία καπνίζουν ή πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη, υπέρταση, υπερλιπιδαιμίες, ή οικογενή προδιάθεση για στεφανιαία νόσο. Η στεφανιαία νόσος τείνει να επιδεινώνεται με την αύξηση της ηλικίας και είναι συχνότερη στους άνδρες παρά στις γυναίκες. Εάν οι στενώσεις εντός των στεφανιαίων αρτηριών περιορίζουν τη ροή οξυγονωμένου αίματος στο μυοκάρδιο, μπορεί να προκύψει ισχαιμία ή έμφραγμα του μυοκαρδίου.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τυπικά, οι ασθενείς οι οποίοι βιώνουν συμπτώματα λόγω στεφανιαίας νόσου, αναφέρουν πόνο, καύσο ή πίεση στο στήθος (στηθάγχη) η οποία ξεκινά ή επιδεινώνεται με τη σωματική άσκηση, τη συναισθηματική ένταση, την έκθεση στον ψυχρό αέρα, ή τρώγοντας βαρύ γεύμα. Ο πόνος μπορεί να περιγραφεί ως ασφυκτικό αίσθημα ή μπορεί να εκδηλωθεί ως δυσκολία της αναπνοής. Συχνά εντοπίζεται κάτω από το στέρνο και μπορεί να εξαπλωθεί στο ανώτερο τμήμα του στήθους, στο λαιμό, στο σαγόνι, στους ώμους, στην πλάτη ή στους βραχίονες. Μπορεί να προκαλέσει τυμπανισμό, ναυτία, έμεση ή εφίδρωση. Παρ όλα αυτά, πολλοί ασθενείς μπορεί να μην αναγνωρίσουν τα συμπτώματα της στεφανιαίας νόσου, μια πάθηση η οποία καλείται «σιωπηλή ισχαιμία», ή μπορεί να αποδώσουν τα συμπτώματα σε άλλο αίτιο (π.χ., σε δυσπεψία).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Μια χαμηλή σε λιπαρά και χοληστερόλη δίαιτα, ένα κανονικό πρόγραμμα συντηρητικής άσκησης και η διακοπή του καπνίσματος μπορεί να βοηθήσουν τους ασθενείς να περιορίσουν τη στεφανιαία νόσο. Φάρμακα για τον έλεγχο της υπέρτασης, των λιπιδίων και της ισχαιμίας (όπως β-αναστολείς, στατίνες και νιτρώδη) μπορούν επίσης να απαλύνουν τα συμπτώματα. Σε ορισμένους ασθενείς, μπορεί να βοηθήσει η επεμβατική διάνοιξη των στενωμένων αρτηριών. Αυτές οι επεμβάσεις περιλαμβάνουν τη στεφανιαία αγγειοπλαστική, την τοποθέτηση στεντ, την αθηρεκτομή και τη χειρουργική επέμβαση στεφανιαίας παράκαμψης.

Aliases (separate with |): Στεφανιαία νόσος
στεφανιαίος

Ο περιβάλλων, όπως τα αιμοφόρα αγγεία τα οποία παρέχουν αίμα απευθείας στον καρδιακό μυ. Ο όρος χρησιμοποιείται γενικώς αναφερόμενος σε καρδιοπάθειες ή στη στεφανιαία νόσο. Ο στεφανιαίος πόνος είναι συνήθως αμβλύς και βαρύς και μπορεί να επεκταθεί στο βραχίονα, στη σιαγόνα, τους ώμους ή στην πλάτη. Τυπικά, ο ασθενής περιγράφει τον πόνο ως σπλαγχνικό ή πως προκαλεί αίσθημα συμπίεσης ή σύνθλιψης στο στήθος.

Aliases (separate with |): Στεφανιαίος
στηθάγχη

Ένας έντονος πόνος ή αίσθημα πίεσης στο στήθος που οφείλεται στην ανεπαρκή παροχή αίματος και οξυγόνου στον καρδιακό μυ. Συνήθως προκαλείται από την αθηροσκλήρωση των στεφανιαίων αρτηριών και στις δυτικές χώρες είναι ένα από τα πιο συχνά επείγοντα συμπτώματα για το οποίο ζητούν οι ασθενείς ιατρική βοήθεια. Τυπικά συμβαίνει μετά από (ή κατά τη διάρκεια) δραστηριοτήτων οι οποίες αυξάνουν τις ανάγκες της καρδιάς σε οξυγόνο, όπως είναι η έντονη σωματική άσκηση, ένα πλούσιο γεύμα, η έκθεση σε έντονο κρύο ή το έντονο ψυχολογικό στρες. ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι ασθενείς τυπικά περιγράφουν κάποιο πόνο ή αίσθημα πίεσης πίσω από το στέρνο που μπορεί να είναι «συσφικτικός» ή αμβλύς· το αίσθημα αυτό μπορεί να αντανακλά στον τράχηλο, στην κάτω γνάθο, στους ώμους ή στα χέρια και να συσχετίζεται με δυσκολία στην αναπνοή, με ναυτία ή εμετό, εφίδρωση, άγχος ή φόβο. Ο πόνος συνήθως δεν περιγράφεται από τους ασθενείς σαν «οξύς» ή «διαξιφιστικός» και συνήθως δεν επιδεινώνεται με τη βαθιά εισπνοή, τον βήχα, την κατάποση ή τις κινήσεις των μυών του θώρακα, των ώμων ή των χεριών.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Στα κέντρα παροχής υπηρεσιών υγείας, παρέχονται οξυγόνο, νιτρογλυκερίνη, και ασπιρίνη και ο ασθενής θα πρέπει να παραμένει σωματικά και ψυχολογικά ήρεμος. Χορηγείται θειική μορφίνη όταν ο πόνος δεν υποχωρήσει μετά από περίπου 15 λεπτά θεραπείας με τα προαναφερθέντα φάρμακα. Χρησιμοποιούνται βήτα αναστολείς (π.χ. προπρανολόλη, μετοπρολόλη, ατονολόλη και άλλα) για να μειωθεί ο καρδιακός ρυθμός και η αρτηριακή πίεση. Αποτελούν επίσης τη βασική θεραπεία για την χρόνια αντιμετώπιση της στεφανιαίας ανεπάρκειας και ουσιώδεις για την αντιμετώπιση της ασταθούς στηθάγχης ή του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου. Στο σπίτι του οι ασθενείς τυπικά θα πρέπει να αναπαύονται και να λαμβάνουν μικρής διάρκειας δράσης νιτρογλυκερίνη. Στους ασθενείς με χρόνια ή υποτροπιάζουσα στηθάγχη είναι δυνατόν να περιοριστούν τα συμπτώματα με τη λήψη νιτρογλυκερίνης μακράς διάρκειας δράσης ή αναστολείς των διαύλων ασβεστίου.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο τύπος του πόνου, συμπεριλαμβανομένου του OPQRST (onset, provocation, quality, region, referral, severity και time) παρακολουθούνται και καταγράφονται. Εκτιμάται η λειτουργία της καρδιάς και της αναπνοής, για σημεία ταχύπνοιας, δύσπνοιας, εφίδρωσης, υγρών ρόγχων κατά την ακρόαση των πνευμόνων (μη φυσιολογικό αναπνευστικό ψιθύρισμα), βραδυκαρδία ή ταχυκαρδία, η ένταση του σφυγμού, ακρόαση τρίτου ή τέταρτου καρδιακού ήχου ή συστολικό φύσημα στη μέση ή στο τέλος της συστολικής φάσης πάνω από την κορυφή της καρδιάς, ωχρότητα, υπόταση ή υπέρταση, γαστρεντερικές διαταραχές ή ναυτία και εμετός. Παρακολουθείται το ηλεκτροκαρδιογράφημα 12-απαγωγών για τυχόν ανάσπαση ή κατάσπαση του ST διαστήματος, για αναστροφή του κύματος Τ και καρδιακές αρρυθμίες. Όταν σταθεροποιηθεί ο ασθενής γίνεται δοκιμασία κοπώσεως (με ή χωρίς την έγχυση ραδιοφαρμάκου) για να μελετηθεί το πώς ανταποκρίνεται η καρδιά στην άσκηση. Ο γιατρός ή η νοσηλεύτρια ελέγχει την αρτηριακή πίεση και τον ρυθμό της καρδιάς κατά τη διάρκεια και μετά τη δοκιμασία και ενθαρρύνει τον ασθενή να περιγράψει τι ακριβώς αισθάνθηκε. Παρέχονται τα συνιστώμενα φάρμακα, όπως είναι η υπογλώσσια νιτρογλυκερίνη εάν ο ασθενής παραμένει υπερτασικός ή νορμοτασικός καθώς και υψηλές συγκεντρώσεις οξυγόνου ενώ παρατηρείται η ανταπόκριση του ασθενούς. Ο γιατρός ή η νοσηλεύτρια θα πρέπει να παραμένει μαζί με τον ασθενή και να του παρέχει συναισθηματική υποστήριξη σε όλη τη διάρκεια του επεισοδίου. Ο ασθενής εκπαιδεύεται για το πώς θα πρέπει να χρησιμοποιεί τη συνιστώμενη μορφή νιτρογλυκερίνης σε περίπτωση κάποιου στηθαγχικού επεισοδίου και για τη σημασία της αναζήτησης ιατρικής βοήθειας εάν οι συνταγογραφούμενες δόσεις των φαρμάκων δεν τον ανακουφίζουν. Με βάση τις ιδιαίτερες ανάγκες του κάθε ατόμου, ο ασθενής θα πρέπει να ενθαρρύνεται και να βοηθιέται ώστε να διακόψει το κάπνισμα, να διατηρήσει ένα ιδανικό σωματικό βάρος, να μειώσει τα επίπεδα της χοληστερίνης του με μια δίαιτα φτωχή σε λιπαρά, να ελέγξει τα επίπεδα της γλυκόζης εάν είναι διαβητικός, να περιορίσει την πρόσληψη άλατος, να ξεκινήσει κάποια μορφή άσκησης, όπως είναι το περπάτημα ή η κολύμβηση για 30 λεπτά ημερησίως. Όταν κρίνεται απαραίτητο, ο ασθενής ενημερώνεται σχετικά με τα φάρμακα του όπως είναι οι βήτα αδρενεργικοί αποκλειστές ή οι αναστολείς ασβεστίου, τα θρομβολυτικά καθώς και τον συνιστώμενο καθετηριασμό της καρδιάς και τις απαραίτητες επεμβατικές μεθόδους, ώστε να κατανοήσει τη λειτουργία καιτην ανάγκη αυτών τους σε περίπτωση που είναι αναγκαίες.

Aliases (separate with |): Στηθάγχη
στοματικό διάλυμα

Ένα φαρμακευτικό διάλυμα που χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό και την αντιμετώπιση ασθενειών του στοματικού βλεννογόνου, τη μείωση της δύσοσμης απόπνοιας ή την πρόσθεση φθορίου στα δόντια για τον έλεγχο ή την πρόληψη της οδοντικής τερηδόνας. Μπορεί να περιέχει ποικίλα χημικά συστατικά, όπως το φθόριο ή χλωρίδια του ψευδαργύρου, αλκοόλη, γλυκερίνη, απορρυπαντικά, απαραίτητα έλαια για τη γεύση και χρωστικούς παράγοντες. Σύμφωνα με τη σύνθεση και προτεινόμενη λειτουργία, τα στοματικά διαλύματα μπορούν να περιγραφούν ως αντιβακτηριδιακά, στυπτικά, ρυθμιστικά, συμπυκνωμένα, καλλυντικά, αποσμητικά ή θεραπευτικά.

Aliases (separate with |): Στοματικό διάλυμα
στοματίτιδα

Φλεγμονή του στόματος (περιλαμβανομένων των χειλέων, της γλώσσας και των βλεννογόνων).

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η στοματίτιδα ενδέχεται να σχετίζεται με ποικιλία παθήσεων, συμπεριλαμβανομένων των ιογενών λοιμώξεων, του χημικού ερεθισμού, της ακτινοθεραπείας, της αναπνοής από το στόμα, της παράλυσης των νεύρων που νευρώνουν τη στοματική χώρα, της χημειοθεραπείας που βλάπτει ή καταστρέφει τις βλεννογόνους μεμβράνες, τις παρενέργειες άλλων φαρμάκων ή την οξεία βλάβη των χειλιών από την ηλιακή ακτινοβολία. Οι ρινικοί και στοματικοί βλεννογόνοι είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι σε τραυματισμούς από τη χρήση ρινικών καθετήρων παροχής οξυγόνου ή θρέψης και από οδοντιατρικές συσκευές. Επίσης αυτές οι περιοχές μπορεί να υποστούν βλάβες κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης, όταν έχει τοποθετηθεί ενδοτραχειακός σωλήνας.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν στοματικό πόνο, ιδιαίτερα κατά τη λήψη τροφής ή υγρών, δύσοσμη αναπνοή ή δυσχέρεια κατάποσης. Η εξέταση συχνά ανευρίσκει στοματικά έλκη, θρυπτικότητα των βλεννογόνων μεμβρανών, εξοίδηση των αυχενικών λεμφαδένων και πυρετό σε ορισμένες περιπτώσεις.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία εξαρτάται από τον αιτιολογικό παράγοντα αλλά συχνά είναι συμπτωματική. Οι βλεννογόνοι πρέπει να διατηρούνται υγροί και ελεύθεροι βλεννωδών εκκρίσεων. Η φροντίδα των δοντιών και των ούλων πρέπει να είναι σχολαστική και να περιλαμβάνει τη χρήση οδοντικού νήματος. Ο πόνος της στοματίτιδας μπορεί να απαλυνθεί με συστηματικά αναλγητικά ή με την εφαρμογή αναισθητικών σκευασμάτων στις επώδυνες πληγές. Οι πάσχοντες που φορούν τεχνητές οδοντοστοιχίες πρέπει οπωσδήποτε να τις καθαρίζουν σχολαστικά. Η οδοντοστοιχία πρέπει να αφαιρείται εάν ο ασθενείς έχει χάσει τις αισθήσεις του ή βρίσκεται σε λήθαργο.

Aliases (separate with |): Στοματίτιδα
στόμαχος

Μυϊκό, εκτατό, ασκόμορφο τμήμα του πεπτικού σωλήνα μεταξύ του οισοφάγου και του δωδεκαδακτύλου. ΑΝΑΤΟΜΙΑ: Βρίσκεται κάτω από το διάφραγμα, στα δεξιά του σπλήνα και μερικώς κάτω από το ήπαρ. Αποτελείται από έναν ανώτερο θόλο, ένα κεντρικό σώμα και τον περιφερικό πυλωρό. Έχει δύο ανοίγματα: το ανώτερο καρδιακό στόμιο ανοίγει προς τον οισοφάγο και περιβάλλεται από τον κατώτερο οισοφαγι-κό (καρδιακό) σφιγκτήρα. Το κατώτερο πυλωρικό στόμιο ανοίγει στο δωδεκαδάκτυλο και περιβάλλεται από τον πυλωρικό σφιγκτήρα. Το τοίχωμα του στομάχου έχει τέσσερα στρώματα. Το εξώτερο ορώδες στρώμα (σπλαγχνικό περιτόναιο) καλύπτει σχεδόν ολόκληρο το όργανο. Το υποκείμενο μυϊκό στρώμα φέρει τρεις στιβάδες λείου μυός: την εξώτερη επιμήκη στιβάδα, τη διάμεση κυκλική στιβάδα και την εσωτερική πλάγια στιβάδα. Ο υποβλεννογόνος αποτελείται από συνδετικό ιστό και περιέχει αιμοφόρα αγγεία. Ο βλεννογόνος είναι η επένδυση που περιέχει τους γαστρικούς αδένες, που είναι απλοί κυλινδρικοί αδένες του κυλινδρικού επιθηλίου οι οποίοι εκκρίνουν το γαστρικό υγρό. Τα θεμέλια κύτταρα εκκρίνουν πεψινο-γόνο, τα τοιχωματικά κύτταρα εκκρίνουν υδροχλωρικό οξύ και τον ενδογενή παράγοντα, τα βλεννώδη κύτταρα εκκρίνουν βλέννα και τα κύτταρα G εκκρίνουν γαστρίνη.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Ο στόμαχος είναι το σκεύος που επιτρέπει τη σταδιακή πέψη των τροφών. Η κένωση του στομάχου βρίσκεται υπό ορμονικό και νευρικό έλεγχο. Οι εκκρίσεις και η κινητικότητα αυξάνονται μέσω παρασυμπαθητικών ώσεων (πνευμονογαστρικά νεύρα) και ελαττώνονται με συμπαθητικές ώσεις. Η παρουσία τροφής διεγεί-ρειτην παραγωγή της ορμόνης γαστρίνης, η οποία αυξάνει την έκκριση του γαστρικού υγρού. Η πέψη των πρωτεϊνών ξεκινά στον στόμαχο, όπου η πεψίνη διασπά τις πρωτεΐνες σε πεπτόνες. Το υδροχλωρικό οξύ μετατρέπει το πεψινογόνο σε ενεργή πεψίνη και έχει μικρή επίδραση στα μη γαλακτoματοποιημένα λίπη, πλην αυτών της κρέμας. Ο ενδογενής παράγοντας του γαστρικού υγρού συμπλέκεται με τη βιταμίνη Β12 και προάγει την απορρόφησή της στο λεπτό έντερο. Ελάχιστη απορρόφηση λαμβάνει χώρα στον στόμαχο επειδή η πέψη έχει μόλις αρχίσει, αλλά το νερό και το αλκοόλ απορροφώνται.

Aliases (separate with |): Στόμαχος
στρεπτοκινάση

Ένζυμο που παράγεται από ορισμένα στελέχη στρεπτόκοκκων και μετατρέπει το πλα-σμινογόνο σε πλασμίνη. Χρησιμοποιείται ως θρομβολυτικός παράγοντας για την απομάκρυνση θρόμβων από τις αρτηρίες (π.χ. στο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου).

Aliases (separate with |): Στρεπτοκινάση
στυτική δυσλειτουργία

Η ανικανότητα επίτευξης ή διατήρησης της πεϊκής στύσης για σεξουαλική επαφή. Στα πολλά αίτια της στυτικής δυσλειτουργίας περιλαμβάνεται η ένταση ή το άγχος, οι αγγειοπάθειες της πυέλου, οι κακώσεις της σπονδυλικής στήλης, οι διαταραχές του αυτόνομου νευρικού συστήματος, τα ελλείμματα τεστοστερόνης και οι παρενέργειες φαρμακευτικών σκευασμάτων.

Aliases (separate with |): Στυτική δυσλειτουργία
συγγενές έλλειμμα, ελάττωμα

Συγγενής ανωμαλία. Τα συγγενή ελαττώματα αποτελούν την κύρια αιτία θνησιμότητας των βρεφών στις Η.Π.Α και στις πιο ανεπτυγμένες χώρες. Κάθε χρόνο στις ΗΠΑ γεννιούνται περίπου 150.000 βρέφη με σοβαρά συγγενή ελαττώματα. Στα γνωστά αίτια περιλαμβάνονται η τερατογένεση του ανθρώπου, τα ελλείμματα των χρωμοσωμάτων και τα ελλείμματα σε μεμονωμένα γονίδια. Στα δύο τρίτα περίπου των περιπτώσεων η αιτία είναι άγνωστη.

Aliases (separate with |): Συγγενές έλλειμμα, ελάττωμα
συγγενές καρδιακό ελάττωμα, έλλειμμα

Δομική ανωμαλία της καρδιάς και των μειζόνων αγγείων που προκύπτει στη διάρκεια της ενδομήτριας ανάπτυξης. Συνήθως οι ανωμαλίες ταξινομούνται από την παρουσία ή απουσία της κυάνωσης. Οι ακυανωτικές ανωμαλίες περιλαμβάνουν τα μεσοκολπικά και μεσοκοιλιακά ελλείμματα, τη στένωση ισθμού αορτής και τον ανοικτό αρτηριακό πόρο. Στα κυανωτικά ελλείμματα περιλαμβάνονται η τετραλογία Fallot, η μετάθεση μειζόνων αγγείων και το σύνδρομο υποπλαστικής αριστερής καρδιάς.

Aliases (separate with |): congenital heart defect|Συγγενές καρδιακό ελάττωμα, έλλειμμα
συγγενές λοβιακό εμφύσημα

Μια σπάνια κυστική βλάβη ενός λοβού του πνεύμονα που μπορεί να οδηγησει σε νεογνική αναπνευστικη δυσχέρεια. Ο προσβεβλημένος λοβός είναι διατεταμένος και παρουσιάζεται εξαιρετικά ακτινοδιαφανής στις απλές ακτινογραφίες θώρακος.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Χειρουργική εκτομη του προσβεβλημένου λοβού εφαρμόζεται σε νεογνά με σοβαρά συμπτώματα.

Aliases (separate with |): Συγγενές λοβιακό εμφύσημα
συγγενής υπερπλασία των επινεφριδίων

Μια κληρονομική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από συγγενή ανεπάρκεια ή απουσία ενός ή περισσοτέρων, σημαντικών για την παραγωγή των επινεφριδιακών ορμονών ενζύμων. Η CAH είναι ένα συγγενές επινεφριδιακό σύνδρομο. Κληρονομείται με αυτοσωμικό υπολειπόμενο τρόπο και απαντάται συχνότερα στους Εβραίους Ashkenazi και σε Μεσογειακούς λαούς. Το υπεύθυνο ένζυμο είναι συνήθως η 21-υδροξυλάση (21-OHD). Η αδυναμία σύνθεσης αλατοκορτικοειδών ή γλυκοκορτικοστεροειδών έχει ως αποτέλεσμα την υπερπαραγωγή επινεφριδιακών ανδρογόνων. Μια σοβαρή έλλειψη ή απουσία της 21-OHD επίσης επηρεάζει τη σύνθεση της αλδοστερίνης. Στα συμπτώματα της CAH επίσης συμπεριλαμβάνονται τα ασαφή γεννητικά όργανα ή ο ψευδοερμαφροδιτισμός στα νεαρά κορίτσια. Σε άλλες μορφές CAH, η μειωμένη έκκριση κορτικοστεροειδών και η αυξημένη παραγωγή ACTH μπορεί να συνοδευθεί από ποικίλες κλινικές εκδηλώσεις. Τα νεογέννητα που πάσχουν από CAH με απώλεια άλατος εμφανίζουν εμέτους, διαταραχές του ισοζυγίου των ηλεκτρολυτών και των υγρών (υπονατριαιμία, υποκαλιαιμία), και υπόταση μέσα στους 2 πρώτους μήνες μετά τη γέννησή τους. Η κατάσταση αυτή αντιμετωπίζεται με ορμονοθεραπεία και χειρουργική διόρθωση των συγγενών διαμαρτιών.

Aliases (separate with |): Συγγενής υπερπλασία των επινεφριδίων
συγκέντρωση αλκοόλ αίματος

Η συγκέντρωση αιθανόλης στο αίμα, η οποία συνήθως εκφράζεται στις ΗΠΑ σε mg/dl. Άτομα με συγκέντρωση αλκοόλης στο αίμα ίση προς ή μεγαλύτερη από 0,10 mg/dl θεωρούνται μεθυσμένα. Η Διοίκηση Ασφάλειας Μεταφορών στο Εθνικό Οδικό Δίκτυο (National Highway Transportation Safety Administration) θεωρεί ότι μια θανατηφόρος σύγκρουση οφείλεται στο αλκοόλ εάν το άτομο - οδηγός, ή πεζός - έχει συγκέντρωση αλκοόλης στο αίμα ίση προς ή μεγαλύτερη από 0,10 mg/dl. Επίπεδα αλκοόλης στο αίμα 400-500 mg/dl μπορεί να αποβούν θανατηφόρα. Συνδέονται συχνά με κώμα και αναπνευστική ανεπάρκεια.

Aliases (separate with |): Συγκέντρωση αλκοόλ αίματος
συγκέντρωση εξωκυττάριου υγρού

Η συγκέντρωση βάσης στο εξωκυττάριο υγρό που προσδιορίζεται σε pH= 7,4 και PCΟ2= 40 mm Hg. Επειδή η ποσότητα αυτή δεν μπορεί να υπολογιστεί άμεσα, χρησιμοποιείται ως βάση ένα μοντέλο εξωκυττάριου υγρού. Το μοντέλο αποτελείται από μια ποσότητα όγκου αίματος και δύο ποσότητες πλάσματος. Όπως και με την περίσσεια βάσης αίματος, η ποσότητα που υπολογίζεται βοηθά στην εκτίμηση της σχετικής συνεισφοράς του αναπνευστικού έναντι του μεταβολικού στοιχείου στις διαταραχές οξεοβασικής ισορροπίας. Σε αντίθεση με το πλεόνασμα βάσης του αίματος, η περίσσεια βάσης του εξωκυττάριου υγρού είναι πιο αντιπροσωπευτική της κατάστασης της οξεοβασικής ισορροπίας του διαμερίσματος υγρών του σώματος και επομένως πιο κατάλληλη για τον καθορισμό και την εκτίμηση της θεραπείας.

Aliases (separate with |): Συγκέντρωση εξωκυττάριου υγρού
συγκοπή

Παροδική (συνήθως αιφνίδια) απώλεια των αισθήσεων, με παράλληλη αδυναμία διατήρησης όρθιας στάσης. Η συγκοπή είναι συνηθισμένη και καταλήγει στο 1% έως 6% περίπου όλων των εισαγωγών σε νοσοκομεία στις ΗΠΑ.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι πλέον κοινές αιτίες της συγκοπής είναι η αγγειοπνευμονογαστρική προσβολή (η κοινή λιποθυμία), καρδιογενείς (ιδιαίτερα αρρυθμιογενείς, βαλβιδικές ή ισχαιμικές), ορθοστατικές (π.χ. εξαιτίας αφυδάτωσης ή αιμορραγίας) και νευρογενείς (π.χ. λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου). Πολλά φάρμακα (π.χ. καταπραϋντικά, ηρεμιστικά, υπερβολικές δόσεις ινσουλίνης κ.α.), η υπογλυκαιμία, ο υπεραερισμός, η μαζική πνευμονική εμβολή, το ανεύρυσμα της αορτής, το κολπικό μύξωμα, η υπερευαισθησία του καρωτιδικού κόλπου, ο βήχας, η διούρηση και ψυχιατρικές παθήσεις μπορούν επίσης να καταλήξουν σε απώλεια των αισθήσεων.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Ο ασθενής αναφέρει ότι υπέστη αιφνίδια και αναπάντεχη πτώση στο έδαφος, με απώλεια των αισθήσεων, και στη συνέχεια ανέκτησε γρήγορα την αίσθηση του προσανατολισμού. Σε κάποιες περιπτώσεις η πτώση προκαλεί τραύματα, αμυχές και άλλους τραυματισμούς.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Το ιστορικό μπορεί να περιέχει χρήσιμα στοιχεία. Για παράδειγμα, εάν ο ασθενής σηκώθηκε προτού χάσει τις αισθήσεις του τότε είναι πιθανή μια ορθοστατική αιτία, εάν ο ασθενής παρουσιάζει σύγχυση και έλλειψη προσανατολισμού για αρκετή ώρα μετά την απώλεια των αισθήσεων υπάρχει πιθανότητα εγκεφαλικού επεισοδιού, εάν ένας νεαρός ασθενής λιποθυμήσει κατά τη διάρκεια ενός γάμου ή άλλου αγχωτικού γεγονότος τότε είναι πιθανή η αγγειοπνευμονογαστρική συγκοπή. Ένας διαβητικός ασθενής που εμφανίζει ταραχή και εφιδρώνει έντονα προτού λιποθυμήσει πρέπει να εξετασθεί άμεσα και να λάβει θεραπεία για πιθανώς χαμηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα.

H εξέταση του ασθενούς μπορεί να αποκαλύψει την αιτία, π.χ. ένα έντονο αορτικό φύσημα μπορεί να υποδηλώνει πάθηση καρδιακής βαλβίδας και ένας ωχρός ασθενής με ορθοστατικά ζωτικά σημεία ενδέχεται να είναι αφυδατωμένος ή να αιμορραγεί. Η ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση μπορεί να αποκαλύψει αρρυθμίες ή σημεία ισχαιμίας. Αναλόγως των κλινικών περιστάσεων, η περαιτέρω αξιολόγηση μπορεί να συμπεριλαμβάνει χειρομάλαξη του καρωτιδικού κόλπου, δοκιμασία ανακλινόμενης κλίνης, ηχοκαρδιογραφία ή ψυχιατρική αξιολόγηση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, παρά την ενδελεχή αξιολόγηση δεν προσδιορίζεται ακριβής διάγνωση.

ΠΡΩΤΕΣ ΒΟHΘΕΙΕΣ: Κάθε άτομο που υφίσταται απώλεια των αισθήσεων πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια στάση, κατά προτίμηση με το κεφάλι χαμηλά ώστε να διευκολυνθεί η αιμάτωση του εγκεφάλου. Παράλληλα πρέπει να εξασφαλιστεί ανοικτός αεραγωγός. Πρέπει να χαλαρωθούν τα ενδύματα, ιδιαίτερα εάν το κολλάρο είναι στενό.

H λιποθυμία (μια μορφή συγκοπής) έχει συνήθως μικρή διάρκεια και αντιμετωπίζεται με την τοποθέτηση του ασθενούς σε ύπτια στάση. Εάν η ανάκαμψη από τη λιποθυμία δεν είναι άμεση και πλήρης, τότε απαιτείται άμεση αξιολόγηση των αεραγωγών, της αναπνοής, της κυκλοφορίας και του καρδιακού ρυθμού. Πρέπει να εξασφαλισθεί βοήθεια και να μεταφερθεί το άτομο στο νοσοκομείο. Εάν ο ασθενής αρνείται να προσέλθει σε νοσοκομείο μετά την ανάκαμψή του από λιποθυμικό επεισόδιο, πρέπει να ενθαρρυνθεί ώστε να εξεταστεί από ιατρό το συντομότερο δυνατόν.

Aliases (separate with |): Συγκοπή
συμπαθητική δυστροφία αντανακλαστικών

Μη φυσιολογική απόκριση των νεύρων του προσώπου ή ενός άκρου που χαρακτηρίζεται από άλγος, αυτόνομη δυσλειτουργία, αγγειοκινητική αστάθεια και οίδημα των ιστών. Αν και η ακριβής αιτία του συνδρόμου είναι άγνωστη, συνήθως ακολουθεί τραύμα, εγκεφαλικό επεισόδιο, νευροπάθεια ή βλάβη της κερκίδας. Στο ένα τρίτο περίπου όλων των ασθενών, η έναρξη είναι ύπουλη. Οι προσβεβλημένοι ασθενείς συχνά παραπονούνται για καυστικό άλγος, μεγάλη ευαισθησία σε ελαφρό άγγιγμα ή ήπια διέγερση, αλλαγές στη θερμοκρασία (θερμό ή ψυχρό) στην περιοχή του προσβεβλημένου άκρου, τοπικό ιδρώτα, τοπικές αλλαγές στο χρώμα του δέρματος ή ατροφικές αλλαγές στο δέρμα, τα νύχια και τους μυες.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Πρώιμη κινητοποίηση του τμήματος του σώματος με πολυδιάστατη θεραπεία μπορεί να βελτιώσει τα συμπτώματα της νόσου. Η θεραπεία με φάρμακα συνήθως περιλαμβάνει πρεδνιζόνη ή άλλο κορτικοστεροειδές, καθώς επίσης ναρκωτικά παυσίπονα, διαδερμική ηλεκτρική διέγερση, φυσιοθεραπεία ή αναστολή των νεύρων μπορεί επίσης να αποδειχθούν βοηθητικά.

Aliases (separate with |): Συμπαθητική δυστροφία αντανακλαστικών
συμπιεστικό κάταγμα

Κάταγμα ενός σπονδύλου κατά μήκος του επιμήκους άξονα της σπονδυλικής στήλης. Τέτοια κατάγματα μπορεί να παρατηρηθούν μετά από τραύμα ή ως αποτέλεσμα οστεοπόρωσης και χαρακτηρίζονται από απώλεια οστικού ύψους.

Aliases (separate with |): Συμπιεστικό κάταγμα
σύμπλεγμα βιταμινών Β

Ομάδα υδατοδιαλυτών βιταμινών που απομονώνονται από το ήπαρ, τη ζύμη και άλλες πηγές. Μόνο η ζύμη που παρασκευάζεται από κόκκους δημητριακών, διατηρεί τις ιδιστητές της, αν αποξηρανθεί. Μεταξύ των βιταμινών περιλαμβάνονται η θειαμίνη (Β1), η ριβοφλαβίνη (Β2), η νιασίνη (νικοτινικό οξύ), η πυριδοξίνη (Β6), η βιοτίνη, το φυλλικό οξύ και η κυανοκοβαλαμίνη (Β12).

ΠHΓΕΣ: Θειαμίνη: Δημητριακά ολικής άλεσης, σιτάρι, μαγιά της μπύρας, όσπρια, καρύδια, λέκιθος του αυγού, φρούτα και λαχανικά. Ριβοφλαβίνη: Μαγιά μπύρας, συκώτι, κρέας, ειδικάχοιρινό και ψάρι, πουλερικά, αυγά, γάλα και πράσινα λαχανικά. Νικοτινικό οξύ: Μαγιά μπύρας, συκώτι, κρέας, πουλερικά και πράσινα λαχανικά. Πυριδοξίνη: Ρύζι, πίτουρα και ζύμη. Φυλλικό οξύ: Φυλλώδη πράσινα λαχανικά, εντόσθια, άπαχο κρέας και μοσχάρι και λευκά δημητριακά. Γενικά: Εμπλουτισμένα δημητριακά, ψωμί και ψητά τρόφιμα αποτελούν καλές πηγές του παραπάνω συμπλέγματος βιταμινών.

ΔΡΑΣΗ/ΧΡHΣΕΙΣ: Το σύμπλεγμα βιταμινών Β επηρεάζει την ανάπτυξη, διεγείρει την όρεξη, την έκκριση γάλακτος και το γαστρεντερικό, το νευρικό και το ενδοκρινικό σύστημα· αποτρέπει την καχεξία· συμμετέχει στο μεταβολισμό των υδατανθράκων, συμπεριλαμβανομένου του σακχάρου· διεγείρει τη λειτουργία των χοληφόρων. H βιταμίνη Β1, η θειαμίνη, επηρεάζει την ανάπτυξη, τη θρέψη και το μεταβολισμό των υδατανθράκων. H βιταμίνη Β2, η ριβοφλαβίνη, επιδρά στην ανάπτυξη και τον κυτταρικό μεταβολισμό. Το νικοτινικό οξύ προφυλάσσει από την πελλάγρα. H πυριδοξίνη χορηγείται για την πρόληψη της περιφερικής νευροπάθειας, σε όσους ασθενείς λαμβάνουν το αντιφυματικό φάρμακο, ισονιαζίδη.

ΣHΜΕΙΩΣH: H παρατεταμένη χορήγηση αντιβιοτικών μπορεί να καταστρέψει την εντερική χλωρίδα, που παράγει κάποιες από τις βιταμίνες του συμπλέγματος Β. Σε αυτή την περίπτωση ενδείκνυται η χορήγηση συμπληρώματος βιταμίνης για την πρόληψη ανεπαρκειών.

ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ: Οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β παραμένουν σταθερές κατά τη διάρκεια του συνηθισμένου μαγειρέματος, αν και μπορεί να καταστραφούν μετά από 2-4 ώρες έκθεσης σε υπερβολική θερμότητα. Επιπλέον, η μαγειρική σόδα καταστρέφει τη θειαμίνη. H ριβοφλαβίνη και το νικοτινικό οξύ είναι περισσότερο σταθερά και δεν καταστρέφονται από την οξείδωση ή τη θερμότητα.

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ: H ανεπάρκεια μπορεί να προκαλέσει beri beri, πελλάγρα, διαταραχές απορρόφησης, διόγκωση του ήπατος, διαταραχή του θυρεοειδούς, εκφύλιση των γεννητικών αδένων και διαταραχή του νευρικού συστήματος. Επίσης, προκαλεί οίδημα· επηρεάζει την καρδιά, τον σπλήνα, το ήπαρ και τους νεφρούς· προκαλεί διόγκωση των επινεφριδίων· και δυσλειτουργία των σιελογόνων αδένων και της υπόφυσης.

Aliases (separate with |): Σύμπλεγμα βιταμινών Β
σύμπλεγμα του Eisenmenger

[Victor Eisenmenger, Γερμανός ιατρός, 1864-1932]. Συγγενής κυανωτική καρδιοπάθεια, αποτελούμενη από έλλειμμα του μεσοκοιλιακού διαφράγματος, δεξιά θέση της αορτής, πνευμονική υπέρταση με διάταση της πνευμονικής αρτηρίας και υπερτροφία της δεξιάς κοιλίας. Eisenmengers syndrome σύνδρομο του Eiesenmenger. Πνευμονική υπέρταση που προκαλείται από οποιαδήποτε συγγενή καρδιοπάθεια.

Aliases (separate with |): Σύμπλεγμα του Eisenmenger
συμπλήρωμα βιταμίνης

Δισκίο ή κάψουλα που περιέχει μία ή περισσότερες βιταμίνες. Ως εκ τούτου, το δισκίο ή η κάψουλα μπορεί να περιέχει μια βιταμίνη ή περισσότερες, ενώ σε μερικές περιπτώσεις ένα παρασκεύασμα θα περιέχει περισσότερες από δέκα βιταμίνες και ακόμα μεγαλύτερο αριθμό ιχνοστοιχείων. Γενικά, οι υγιείς ενήλικες και οι υγιείς μη έγκυες, μη θηλάζουσες γυναίκες που ακολουθούν μια ισορροπημένη διατροφή δεν χρειάζονται συμπληρώματα βιταμινών. Τα προβλήματα που σχετίζονται με όσους λαμβάνουν από μόνοι τους συμπληρώματα βιταμινών για θεραπευτικούς σκοπούς είναι: 1. Εκείνοι που λαμβάνουν τα συμπληρώματα είναι συνήθως εκείνοι που διατρέφονται επαρκώς. 2. Οι βιταμίνες που επιλέγονται δεν είναι συνήθως εκείνες που λαμβάνονται ανεπαρκώς από τη διατροφή. 3. Η δόση πολλές φορές είναι μεγαλύτερη από τις ημερήσιες ανάγκες.

Aliases (separate with |): Συμπλήρωμα βιταμίνης
σύμπτωμα

Οποιαδήποτε μεταβολή στο σώμα ή στις λειτουργίες του, όπως εκλαμβάνεται από τον ασθενή. Ένα σύμπτωμα αντιπροσωπεύει την υποκειμενική εμπειρία μιας πάθησης. Τα συμπτώματα περιγράφονται από τον ασθενή στα παράπονά του ή στο ιστορικό της παρούσας ασθένειας. Αντίθετα, τα σημεία αποτελούν αντικειμενικά ευρήματα τα οποία παρατηρούνται από τον ιατρό κατά την εξέταση των ασθενών.

Η γενική ανάλυση συμπτωμάτων γίνεται κατά τους παρακάτω άξονες: έναρξη: ημερομηνία, χαρακτήρας (σταδιακή ή αιφνίδια) και προκλητικοί παράγοντες - χαρακτηριστικά: χαρακτήρας, θέση, αντανάκλαση, οξύτητα, χρόνος, παράγοντες που επιβαρύνουν ή απαλύνουν το σύμπτωμα και συνοδά συμπτώματα - πορεία μετά την έναρξη: επίπτωση, πρόοδος και αποτελέσματα θεραπείας.

Aliases (separate with |): Σύμπτωμα
συμπύκνωση, υγροποίηση
  1. Καθιστώντας κάτι πιο πυκνό ή συμπαγές.

  2. Η μεταβολή ενός υγρού σε στερεό ή ενός αερίου σε υγρό.

  3. Στην ψυχανάλυση, η ένωση ιδεών προς το σχηματισμό νέου διανοητικού σχεδίου.

  4. Στη χημεία, τύπος αντίδρασης στην οποία δύο ή περισσότερα μόρια της ίδιας ουσίας αντιδρούν μεταξύ τους και σχηματίζουν μια νέα και βαρύτερη ένωση με διαφορετικές χημικές ιδιότητες.

  5. Μηχανική διαδικασία η οποία χρησιμοποιείται στην οδοντιατρική προκειμένου να συμπιεσθεί αμάλγαμα σε μια κοιλότητα. Ο στόχος της συμπύκνωσης είναι να παράγει ένα ομοιογενές υλικό αποκατάστασης χωρίς κενά. Η συμπύκνωση είναι επίσης μέθοδος τοποθέτησης μιας απευθείας αποκατάστασης χρυσού, βελτιώνοντας τις φυσικές ιδιότητες του χρησιμοποιούμενου φύλλου χρυσού και αναγκάζοντας το φύλλο να προσαρμοσθεί στην κοιλότητα.

Aliases (separate with |): Συμπύκνωση, υγροποίηση
συναγωνιστικός αναστολέας
  1. Μία χημική ουσία που προσδένεται ή εμποδίζει ένα άλλο συμπαράγοντα από την συμμετοχή σε μία αντίδραση.

  2. Φάρμακο, ορμόνη ή άλλο διακυτταρικό μήνυμα που συνδέεται και εμποδίζει τον κυτταρικό υποδοχέα ή το ένζυμο-στόχο ενός άλλου παράγοντα. Φάρμακα που δρουν ως συναγωνιστικοί αναστολείς μπορεί να θεραπεύσουν ή να εμποδίσουν νόσους μέσω απενεργοποίησης παθογόνων ενζύμων ή εμποδίζοντας τις επιδράσεις ορμονών και μόρια που προωθούν. Για παράδειγμα, οι αναστολείς των πρωτεασών παρεμβάλλονται στην παραγωγή του ιού της ανθρώπινης ανοσοανεπάρ-κειας μέσω σύνδεσης και αδρανοποίησης του ενζύμου της πρωτεάσης. Οι εκλεκτικοί τροποποιητές των οιστρογονικών υποδοχέων περιορίζουν την επίδραση των οιστρογόνων αντικαθιστώντας αυτή την ορμόνη στα κύτταρα που είναι ευαίσθητα στις επιδράσεις της.

Aliases (separate with |): Συναγωνιστικός αναστολέας
σύνδεσμος
  1. Μια ζώνη ή φύλλο ισχυρού συνδετικού ιστού, που συνδέει τα αρθρούμενα άκρα των οστών, συνδέοντάς τα έτσι ώστε να περιορίζεται η κίνηση.
  2. Το παχυσμένο τμήμα ή πτυχή του περιτόνεου ή του μεσεντέριου που υποστηρίζει τα σπλαγχνικά όργανα ή τα συνδέει με άλλο σπλάγχνο.
  3. Μια ζώνη ινώδους συνδετικού ιστού, που συνδέει οστά, χόνδρους και άλλες δομές, και εξυπηρετεί την υποστήριξη ή πρόσδεση της περιτονίας ή των μυών.
  4. Μια χορδόμορφη δομή που αντιπροσωπεύει τα υπολείμματα ενός εμβρυϊκού αιμοφόρου αγγείου.
Aliases (separate with |): ligament|Σύνδεσμος
συνδετικός ιστός

Ιστός που υποστηρίζει και συνδέει άλλους ιστούς και τμήματα του σώματος. Ο συνδετικός ιστός έχει συγκριτικά λίγα κύτταρα. Το κύριο μέρος του αποτελείται από μεσοκυττάρια ουσία ή θεμέλια ουσία, η οποία προσδίδει σε κάθε τύπο συνδετικού ιστού τις ειδικές του ιδιότητες. Η αγγειακή παροχή ποικίλλει: χόνδρος - καμμία, ινώδης και λιπώδης -φτωχή και οστικός - πλούσια. Ο συνδετικός ιστός περιλαμβάνει τους ακόλουθους τύπους: χαλαρός συνδετικός, λιπώδης, ινώδης, ελαστικός, δικτυωτός, χόνδρινος και οστίτης. Το αίμα μπορεί επίσης να θεωρηθεί σαν συνδετικός ιστός.

Aliases (separate with |): connective tissue|Συνδετικός ιστός
σύνδρομο Bechet

[Τούρκος δερματολόγος, 1889-1948]. Μια σπάνια, πολυσυστηματική, χρόνια, υποτροπιάζουσα νόσος, άγνωστης αιτιολογίας, η οποία χαρακτηρίζεται από εξελκώσεις του στόματος και των γεννητικών οργάνων και από ραγοειδίτιδα Μπορεί να προσβληθούν το κεντρικό νευρικό σύστημα, τα αιμοφόρα αγγεία, οι αρθρώσεις και το εντερικό σύστημα. Γενετικά σχετίζεται με το HLA-B51. Η νόσος λαμβάνει χώρα σε όλο τον κόσμο, αλλά είναι συχνότερη στην ανατολική Μεσόγειο και στην ανατολική Ασία. Σε αυτές τις περιοχές λαμβάνει χώρα ως επί το πλείστον σε νεαρούς άνδρες και αποτελεί την κύρια αιτία τύφλωσης. Στον δυτικό κόσμο, άπου η νόσος είναι λιγότερο σοβαρή, προσβάλλει τους άνδρες σε διπλάσια συχνότητα από ότι τις γυναίκες, αλλά δεν αποτελεί την κύρια αιτία τύφλωσης. Η περίοδος μεταξύ των εξάρσεων είναι ακανόνιστη, αλλά μπορεί να διαρκέσει από μέρες ως μερικά χρόνια. Το σύνδρομο είναι γνωστό ως νόσος Bechet ή δερματοβλεννογονικό σύνδρομο.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία εξαρτάται απότη σοβαρότητα των κλινικών ευρημάτων. Η ήπια νόσος του δέρματος και των αρθρώσεων μπορεί να αντιμετωπιστεί με τοπικά στεροειδή και μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Η προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος ή του γαστρεντερικού συστήματος ενδέχεται να χρειαστεί υψηλή δόση στεροειδών ή κυτταροτοξικών φαρμάκων, όπως χλωραμβουκίλη, κυκλοφωσφαμίδη ή μεθοτρεξάτη.

Aliases (separate with |): Σύνδρομο Bechet
σύνδρομο Brugada

Σπάνιο κληρονομικό σύνδρομο, περιστασιακά αυτοσωμικό επικρατές, το οποίο χαρακτηρίζεται από αποκλεισμό του δεξιού σκέλους της καρδιάς, ανύψωση του διαστήματος S-T στις δεξιές προκάρδιες απαγωγές του ΗΚΓ και υψηλό κίνδυνο αιφνίδιου θανάτου, λόγω κοιλιακών αρρυθμιών.

Aliases (separate with |): Σύνδρομο Brugada
σύνδρομο Down

[J. Langdon Down, Βρετανός ιατρός, 1828-1896]. Οι κλινικές επιπτώσεις της ύπαρξης τριών αντιγράφων του χρωμοσώματος 21. H πάθηση χαρακτηρίζεται από ήπια έως μέτρια διανοητική καθυστέρηση και σωματικά χαρακτηριστικά που περιλαμβάνουν το επικλινές μέτωπο, τα χαμηλά τοποθετημένα αυτιά και τα κοντά και πλατιά χέρια με μια παλαμιαία πτυχή («πιθηκοειδής» πτυχή). Οι συνήθεις επιπτώσεις του συνδρόμου είναι η βαλβιδοπάθεια της καρδιάς και η τάση εμφάνισης μεταβολών στον εγκέφαλο, όμοιες με εκείνες της νόσου του Alzheimer. Στις HΠΑ, το σύνδρομο απαντάται σε συχνότητα περίπου 1 στις 700 γεννήσεις, ενώ είναι αρκετά σύνηθες σε γυναίκες ηλικίας άνω των 40 ετών. Στις γυναίκες που συλλαμβάνουν μετά την ηλικία των 45 ετών, το σύνδρομο επηρεάζει 1 στις 25 γεννήσεις.

Οι γυναίκες που εμφανίζουν υψηλότερο κίνδυνο να γεννήσουν ένα παιδί με το σύνδρομο Down είναι εκείνες ηλικίας άνω των 40 ετών· οι γυναίκες που έχουν ήδη γεννήσει κάποιο παιδί με το σύνδρομο· και οι γυναίκες που πάσχουν οι ίδιες από το σύνδρομο Down (η εγκυμοσύνη είναι σπάνια σε αυτή την πάθηση). Επιπλέον, υπάρχει υψηλός κίνδυνος απόκτησης παιδιού με το σύνδρομο Down όταν υπάρχει γονικός μωσαϊκισμός με κυτταρικό πληθυσμό τρισωμίας 21.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι ασθενείς με σύνδρομο Down έχουν ένα επιπλέον χρωμόσωμα, συνήθως το χρωμόσωμα 21 ή 22.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: H αμνιοπαρακέντηση ή η δειγματοληψία χοριακών λαχνών μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην έγκαιρη διάγνωση του συνδρόμου κατά την εγκυμοσύνη.

ΓΕΝΕΤΙΚΟΣ MΩΣAΪKIΣMOΣ: Όταν παιδιά με τα κλασικά φυσικά χαρακτηριστικά του συνδρόμου Down αργότερα παρουσιάζουν φυσιολογική ή σχεδόν φυσιολογική ανάπτυξη των γνωσιακών δυνατοτήτων τους, πρέπει να ερευνηθεί η πιθανότητα του μωσαϊκισμού.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: H σπουδαιότητα της αμνιοπαρακέντησης για τον εντοπισμό του συνδρόμου εξηγείται στην έγκυο που διατρέχει τον κίνδυνο, τον σύντροφο της ή το άτομο που την υποστηρίζει. Στις πληροφορίες που παρατίθενται και αφορούν την διαδικασία και την αίσθηση περιλαμβάνεται ότι η εξέταση μπορεί να διεξαχθεί οποιαδήποτε στιγμή μετά την 14η εβδομάδα της κύησης (όταν υπάρχει επαρκές αμνιακό υγρό)· μόνο μια μικρή ποσότητα υγρού θα αφαιρεθεί· και η πιθανότητα επιπλοκών στο κύημα ή τη γυναίκα είναι μικρότερη από 1%.

Σε όλη τη διαδικασία, προσφέρεται συναισθηματική υποστήριξη και ισχυροποιούνται οι εξηγήσεις Μετά τη διαδικασία, παρακολουθείται επί 30 λεπτά η καρδιακή συχνότητα του κυήματος και η γυναίκα αποτιμάται για συσπάσεις της μήτρας. Εάν τα αποτελέσματα της εξέτασης είναι θετικά, η ασθενής παραπέμπεται για την παροχή γενετικών συμβουλών. Σε περίπτωση που επιλεγεί η θεραπευτική αποβολή, καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας προσφέρεται σωματική και συναισθηματική υποστήριξη όπως επίσης και μετά τη διαδικασία, ενώ δίνονται εξηγήσεις για την περιποίηση μετά την διαδικασία.

Σε περίπτωση που η εγκυμοσύνη συνεχιστεί, η ασθενής και ο σύντροφος πρέπει να κατανοήσουν τις πολυσυστημικές ανωμαλίες που μπορεί να προκύψουν. Μετά τον τοκετό, το βρέφος αποτιμάται ως προς τις μείζονες κλινικές εκδηλώσεις, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών χαρακτηριστικών και των συγγενών ανωμαλιών. Προβλέπονται οι αντιδράσεις των γονέων μεταξύ αυτών και η θλίψη. H οικογένεια διδάσκεται σχετικά με τη διαχείριση του βρέφους, ξεκινώντας από τα πιθανά προβλήματα θρέψης και σχετίζονται με την αδυναμία στην ικανότητα θηλασμού και τον κίνδυνο λοιμώξεων του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος. H κοινωνική λειτουργός μπορεί να αναζητήσει μαζί με την οικογένεια τα διαθέσιμα συστήματα υποστήριξης και τις κοινωνικές και οικονομικές πηγές, με τις κατάλληλες παραπομπές σε κοινοτικές υπηρεσίες.

Το παιδί που πάσχει από το σύνδρομο Down απαιτεί τη συνεχή αποτίμηση της διανοητικής καθυστέρησης, της κοινωνικής ανάπτυξης, των αισθητηρίων προβλημάτων, της σωματικής αύξησης, της σεξουαλικής ανάπτυξης και των συγγενών ανωμαλιών. Στους γονείς υποδεικνύεται ότι για την επιδιόρθωση των σοβαρών συγγενών ανωμαλιών μπορεί να ενδείκνυται η χειρουργική επέμβαση. Ενθαρρύνεται η συμμετοχή του παιδιού στις ευκαιρίες φροντίδας του εαυτού του καθώς και τις ψυχαγωγικές, φωνητικές, εκπαιδευτικές και κοινωνικές ευκαιρίες ώστε να φτάσει στο μέγιστο των δυνατοτήτων του. Επίσης η οικογένεια ενθαρρύνεται και επικουρείται να εξετάσει τις δυνατότητες που υπάρχουν για το παιδί, όπως είναι οι Ολυμπιακοί Αγώνες για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, τα προστατευόμενα πρακτικά εργαστήρια και οι οικιστικές εγκαταστάσεις φροντίδας αλλά και η χρήση των διαθέσιμων υπηρεσιών υποστήριξης για την ταυτοποίηση και ανάπτυξη ρεαλιστικών στόχων για το αναπτυσσόμενο μέλλον του παιδιού.

Aliases (separate with |): Σύνδρομο Down
σύνδρομο Ehlers-Danlos

[Edvard Ehlers, Δανός δερματολόγος, 18631937, H. A. Danlos, Γάλλος δερματολόγος, 1844- 1912]. Κληρονομούμενη διαταραχή του ελαστικού συνδετικού ιστού. Το χαρακτηριστικά μαλακό, βελούδινης υφής εύθραυστο δέρμα, υπερελαστικό που δημιουργεί εύκολα μώλωπες. Παρατηρούνται υπερεκτασιμότητα των αρθρώσεων, σπλαγχνικές δυσμορφίες, ατροφικές ουλές, ψευδοόγκοι και ασβεστοποιημένες υποδόριες κύστεις.

Aliases (separate with |): Σύνδρομο Ehlers-Danlos
σύνδρομο Guillain-Barré

[Georges Guillain, Γάλλος νευρολόγος, 1876-1961, J. A. Barré, Γάλλος νευρολόγος, γεν. 1880]. Μια σπάνια νευρολογική πάθηση με επίπτωση 1 ή 2 άτομα ανά 100.000 πληθυσμού, χαρακτηριζόμενη από ανιούσα παράλυση. Η απώλεια της κινητικής λειτουργίας ξεκινά από τα άκρα και μπορεί γρήγορα να επεκταθεί, ώστε να συμπεριλάβει τους αναπνευστικούς μυς, προκαλώντας αναπνευστική ανεπάρκεια. Η απώλεια της κινητικότητας μπορεί να εξελιχθεί σε διάστημα λίγων ημερών έως και 2 ή 3 εβδομάδων. Συχνά εκδηλώνεται άλγος στα ισχία, στους μηρούς και στη ράχη. Η ανάρρωση μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από ένα έτος. Το σύνδρομο μπορεί να προκαλέσει περιορισμένη μόνο μυϊκή αδυναμία ή πλήρη παράλυση που ακολουθείται από πλήρη ανάρρωση ή μερική ανάρρωση με υπολειπόμενη αδυναμία των άκρων.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΊΑ: Το σύνδρομο ταξινομείται ως μεταλοιμώδης, ανοσοεπαγόμενη νόσος, επειδή ακολουθεί συχνά μια οξεία λοίμωξη, ειδικά από Campylobacter jejuni, κυτταρομεγαλοϊό ή τον ιό Epstein-Barr. Η επίπτωση του GBS μετά από ιογενείς ή βακτηριακές λοιμώξεις υποδηλώνει ότι η νόσος μπορεί να προκαλείται από την ανοσολογική απάντηση του οργανισμού στα λοιμώδη αντιγόνα, τα οποία παρουσιάζουν κοινούς επιτόπους με τα αντιγόνα των νευρικών κυττάρων του σώματος. Τα αντισώματα εναντίον του οργανισμού παρουσιάζουν διασταυρούμενη αντίδραση με τα αντιγόνα στην επιφάνεια των νεύρων που φέρουν έλυτρο μυελίνης, προκαλώντας απομυελίνωση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία στοχεύει στην υποστήριξη των ασθενών έως ότου επανέλθει η κινητική λειτουργία. Περίπου το ένα τρίτο των ασθενών χρειάζονται διασωλήνωση και μηχανικό αερισμό, ώσπου να μπορέσουν και πάλι να αναπνεύσουν μόνοι τους. Η ολική παρεντερική διατροφή, η φυσικοθεραπεία, η παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας και η προσεκτική επιτήρηση για τυχόν λοιμώξεις αποτελούν σημαντικά μέτρα για τη μείωση των επιπλοκών. Η πλασμαφαίρεση και η χορήγηση ενδοφλέβιας άνοσης σφαιρίνης (IVIG) είναι περισσότερο χρήσιμες σε ασθενείς με ταχέως εξελισσόμενη παράλυση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής εκτιμάται προσεκτικά για το ενδεχόμενο επικείμενης αναπνευστικής ανεπάρκειας, με τη βοήθεια σπειρομέτρου που τοποθετείται δίπλα στην κλίνη του. Αν η εισπνευστική δύναμη ή η ζωτική χωρητικότητα ελαττωθούν, απαιτείται ενδοτραχειακή διασωλήνωση και μηχανικός αερισμός. Ο πόνος πρέπει να παρακολουθείται επιμελώς, ώστε να χορηγείται η κατάλληλη αναλγησία, εφόσον η παράλυση δε συνοδεύεται από αισθητική απώλεια. Η χορήγηση μαλακτικών των κοπράνων ή υπακτικών είναι απαραίτητη για τον περιορισμό της δυσκοιλιότητας που σχετίζεται με τη μακροχρόνια χορήγηση ναρκωτικών ουσιών. Μη επεμβατικές παρεμβάσεις, όπως οι παθητικές ασκήσεις ROM, οι μαλάξεις, η απόσπαση της προσοχής, οι τεχνικές φαντασίας, η εφαρμογή πάγου, θερμότητας, η δερματική διέγερση και η διαδερμική ηλεκτρική διέγερση των νεύρων θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στο σχεδιασμό της φροντίδας του ασθενή ανάλογα με την ανταπόκρισή του στα μέτρα αυτά. Ήπιες, παθητικού εύρους κινήσεις (μέσα σε νερό, αν είναι δυνατό) εκτελούνται τρεις έως τέσσερις φορές την ημέρα εντός των ορίων του πόνου του ασθενή. Καθώς η κατάσταση σταθεροποιείται, εκτελούνται ήπιες εκτατικές ασκήσεις και υποβοηθούμενες ενεργητικές κινήσεις. Ο ασθενής με GBS μπορεί να είναι αγχώδης, φοβισμένος ή καταθλιπτικός. Οι ερωτήσεις ή οι παρανοήσεις σχετικά με τη νόσο και τις μεθόδους αντιμετώπισής της θα πρέπει να εξηγούνται προσεκτικά και συμπονετικά. Τα συναισθήματα απομόνωσης και φόβου μπορούν να περιοριστούν με τις επισκέψεις της οικογένειας, την εκπαίδευση του ασθενή ή την υποστήριξη από ασθενείς που νόσησαν από GBS στο παρελθόν, οι οποίοι μπορούν να μοιράζονται τα συναισθήματά τους και να προσφέρουν ελπίδα και πληροφόρηση για την αντιμετώπιση της νόσου. Το δέρμα επισκοπείται για σημεία ρήξης. Για να αποφευχθούν οι κατακλίσεις, εφαρμόζεται ένα αυστηρό πρόγραμμα αλλαγής θέσης ανά 2 ώρες και τοποθετούνται εναλλάξ πιεστικά επιθέματα στα σημεία επαφής. Η εξασφάλιση ειδικής κλίνης ελαττώνει τον κίνδυνο ρήξης του δέρματος. θα πρέπει επιπλέον σε κάθε μετακίνησή του, ο ασθενής να καλύπτεται επαρκώς προκειμένου να διατηρείται ζεστός, καθώς το θερμορρυθμιστικό κέντρο μπορεί να πάσχει. Το ισοζύγιο υγρών και ηλεκτρολυτών θα πρέπει να διατηρείται σταθερό. Για την πρόληψη πιθανής εισρόφησης, η κεφαλή της κλίνης ανασηκώνεται και ελέγχεται το αντανακλαστικό της κατάποσης πριν από τη χορήγηση υγρών από το στόμα. Αν το ανακλαστικό είναι μειωμένο, παρέχεται τροφή μέσω ρινογαστρικού σωλήνα, ώσπου να επανέλθει στο φυσιολογικό. Ελέγχονται το υπερβολικό γαστρικό υπόλειμμα, η διάρροια και η δυσκοιλιότητα. Για να διευκολυνθεί η κένωση του εντέρου, χορηγείται μετοκλοπραμίδη. Το νοσηλευτικό προσωπικό φροντίζει για την κατάλληλη χορήγηση υγρών (2000 ml/ημέρα) από το στόμα, εντερικά ή, αν απαιτείται, παρεντερικά εκτός και αν υπάρχει κάποια αντένδειξη. Η ουροδόχος κύστη πρέπει να ψηλαφάται και να επικρούεται για τον προσδιορισμό του βαθμού επίσχεσης ούρων. Παρέχεται δοχείο ούρησης κάθε 3 ή 4 ώρες και εφαρμόζεται πίεση με τα χέρια πάνω στην κύστη. Εφαρμόζεται διαλείπων καθετηριασμός της κύστης, εφόσον κριθεί απαραίτητο. Για την πρόληψη ή την ανακούφιση της δυσκοιλιότητας χορηγούνται καθημερινά ή μέρα παρά μέρα χυμός από δαμάσκηνα, διατροφή υψηλού υπολείμματος, μαλακτικά κοπράνων και υπακτικά, υπόθετα γλυκερίνης ή βισακοδύλης και υποκλυσμοί (σύμφωνα με τις ιατρικές οδηγίες). Αν ο ασθενής παρουσιάζει παράλυση του προσώπου, το νοσηλευτικό προσωπικό παρέχει την κατάλληλη υγιεινή του στόματος και των οφθαλμών κάθε 4 ώρες, προστατεύοντας τους κερατοειδείς με προστατευτικά οφθαλμικά καλύμματα και ισότονα διαλύματα σε σταγόνες. Αν ο ασθενής δεν μπορεί να μιλήσει, χρησιμοποιούνται εναλλακτικές μέθοδοι επικοινωνίας, όπως το άνοιγμα και κλείσιμο των οφθαλμών ή πίνακες γραφής, που είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση της ικανοποίησης των αναγκών του. Η πλήρης ενημέρωση για τη φροντίδα και η συχνή επαφή συντελούν στη μείωση του φόβου και του αισθήματος αποξένωσης. Αν ο ασθενής δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τον συνήθη μηχανισμό φωτός για να ζητήσει βοήθεια, θα πρέπει να χορηγείται συσκευή ευαίσθητη στην πίεση που ενεργοποιείται με ελάχιστη πίεση και τοποθετείται δίπλα στο χέρι ή στην κεφαλή του· ή θα πρέπει να παρέχεται ειδικό σύστημα κλήσης που λειτουργεί με εισπνοή και φύσημα. Τα κάτω άκρα του ασθενή θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά για την ύπαρξη σημείων θρομβοφλεβίτιδας και θα πρέπει να τοποθετούνται συσκευές πρόληψης θρομβοεμβολής, ενώ χορηγούνται και αντιπηκτικά, σύμφωνα με τις ιατρικές οδηγίες. Θα πρέπει να ελέγχονται πιθανά σημεία δυσλειτουργίας του αυτόνομου νευρικού συστήματος, ενώ προκειμένου να μειωθεί αυτός ο κίνδυνος πρέπει να ανυψώνεται η κεφαλή της κλίνης κατά 30 μοίρες τη νύχτα, οπότε και ενισχύεται η έκκριση ρενίνης με αποτέλεσμα την κατακράτηση νατρίου και την αύξηση του όγκου του αίματος και τον έλεγχο της ορθοστατικής υπότασης. θα πρέπει να αντιμετωπίζεται η σοβαρή ή παρατεινόμενη υπέρταση, χορηγώντας αντιυπερτασικά φάρμακα βραχείας δράσης με προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης (νιτροπρωσσικό, εσμολόλη). Η καθημερινή φροντίδα του ασθενή με παράλυση συμπεριλαμβάνει ασκήσεις με ευρείες κινήσεις, περιστροφές και μετακινήσεις του σώματος ανά 2 ώρες και επιμελή φροντίδα του δέρματος. Κατά την περίοδο ανάρρωσης, οι ασθενείς χρειάζονται σωματική και επαγγελματική θεραπεία με έντονη σωματική δραστηριότητα και αποκατάσταση με στόχο τη μέγιστη βελτίωση. θα πρέπει ακόμα ο ασθενής και η οικογένειά του να συναντώνται με έναν κοινωνικό λειτουργό ή ειδικό διαχειριστή για να συζητούν τα οικονομικά θέματα (ασφαλιστική κάλυψη, απώλεια εισοδήματος λόγω αναπηρίας) και να ενημερώνονται για την ύπαρξη διαθέσιμων κοινωνικών πόρων. Περίπου το 65% των ασθενών με GBS εγκαταλείπονται με επίμονα προβλήματα που δεν παρεμποδίζουν τις καθημερινές δραστηριότητες, όπως η περιφερική αιμωδία ή η πτώση του άκρου ποδός. Μερικά άτομα εμφανίζουν πολλαπλά ιατρικά προβλήματα που οδηγούν σε μόνιμες διαταραχές. Το κέντρο θερμορρύθμισης του ασθενή μπορεί να δυσλειτουργεί, οπότε απαιτείται προσαρμογή της ποσότητας των σκεπασμάτων της κλίνης ανάλογα με την αίσθηση του κρύου ή του ζεστού. Καθώς οι ασθενείς αναρρώνουν, εφαρμόζεται σταδιακά η κατάλληλη φυσικοθεραπεία και παρακολουθείται προσεκτικά η ορθοστατική υπόταση. Πριν την έξοδο από το νοσοκομείο, το νοσηλευτικό προσωπικό βοηθά τον ασθενή και την οικογένειά του να εφαρμόσουν ένα κατάλληλο σχέδιο φροντίδας στο σπίτι και προβαίνουν στις κατάλληλες αναφορές για την κατ' οίκον φροντίδα, αν χρειάζεται. Ο ασθενής και η οικογένειά του διδάσκονται επίσης τις απαραίτητες ικανότητες για την κατ' οίκον φροντίδα ή παραπέμπονται για εκπαίδευση.

Aliases (separate with |): Guillain- Barré syndrome|Σύνδρομο Guillain-Barré
σύνδρομο Lennox-Gastaut

Επιληψία με έναρξη στην παιδική ηλικία. Ο τύπος αυτός της επιληψίας χαρακτηρίζεται από μια ποικιλία επιληπτικών εκδηλώσεων, από παθολογικό ηλεκτροεγκεφαλογράφημα και συνδέεται συχνά με αναπτυξιακή και νοητική καθυστέρηση. Οι σπασμοί δεν ελέγχονται από τα συνήθη αντιεπιληπτικά φάρμακα, η προσθήκη όμως του felbamate μπορεί να αποδειχθεί ωφέλιμη.

Aliases (separate with |): Σύνδρομο Lennox-Gastaut
σύνδρομο Lynch

Μια αυτοσωμική επικρατής προδιάθεση για καρκίνο του παχέος εντέρου και άλλων συμπαγών όγκων. Τα άτομα με σύνδρομο Lynch I είναι επιδεκτικά μόνο σε καρκίνο του παχέος εντέρου, ενώ αυτά με σύνδρομο Lynch II έχουν επιπλέον τάση για καρκίνους του παχέος εντέρου, των ωοθηκών, του στήθους ή/και της μήτρας.

Aliases (separate with |): Σύνδρομο Lynch
σύνδρομο Marfan

[Bernard-Jean Antonin Marfan, Γάλλος ιατρός, 1858-1942]. Μια κληρονομική διαταραχή του συνδετικού ιστού, των οστών, των μυών, των συνδέσμων και των σκελετικών δομών. Προσβάλλει περίπου ένα άτομο στα 7500.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα περιλαμβάνουν ψηλό και λεπτό σωματότυπο με μακριά άκρα, συμπεριλαμβανομένων των δακτύλων των χεριών και των ποδιών, αφύσικη ελαστικότητα των αρθρώσεων, πλατυποδία, πεσμένους ώμους και εκτοπία του φακού του οφθαλμού. Η αορτή είναι συνήθως διατεταμένη και το τοίχωμά της μπορεί να γίνει τόσο λεπτό, ώστε να επιτρέψει το σχηματισμό ενός ανευρύσματος.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η νόσος προκαλείται από διαταραχή στη δημιουργία μορίων ινιδίνης στην εξωκυττάρια θεμέλια ουσία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι ασθενείς με αυτή την κατάσταση ενθαρρύνονται να ζητήσουν ιατρική φροντίδα άμεσα για τις επιπλοκές, που μπορεί να είναι σοβαρές. Ο τρόπος ζωής του ασθενή απαιτεί συνεχή παρακολούθηση, ενώ πρέπει να δίνονται συνεχώς επιβεβαίωση και υποστήριξη.

Aliases (separate with |): Σύνδρομο Marfan
σύνδρομο Reiter

[Hans Conrad Julius Reiter, Γερμανός φυσικός. 1881-1969]. Σύνδρομο αποτελούμενο από ουρηθρίτιδα, η οποία εμφανίζεται συνήθως αρχικά· έπειτα, αρθρίτιδα και επιπεφυκίτιδα. Συμβαίνει συχνότερα σε νεαρούς άνδρες. Όταν εμπλέκεται κάποιος μικροοργανισμός, είναι συχνότερα χλαμνόια. Η πρόγνωση είναι γενικά καλή, οι υποτροπές όμως συχνές.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεραπεία. Τετρακυκλίνες ή ερυθρομυκίνη χρησιμοποιούνται στην ουρηθρίτιδα. Αγωγή πρέπει να δοθεί στο σεξουαλικό σύνδρομο, αν το RS μεταδόθηκε σεξουαλικά. Η αρθρίτιδα και η επιπεφυκίτιδα αντιμετωπίζονται συμπτωματικά.

Aliases (separate with |): Σύνδρομο Reiter
σύνδρομο Reye

[R. D. Κ. Reye, Αυστραλός παθολόγος 1912-1977]. Σύνδρομο χαρακτηριζόμενο από οξεία εγκεφαλοπάθεια και λιπώδη διήθηση του ήπατος και πιθανώς του παγκρέατος, της καρδιάς, των νεφρών, του σπληνός και των λεμφαδένων. Παρατηρείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 15 ετών μετά από οξεία ιογενή λοίμωξη, όπως ανεμευλογιά ή γρίπη. Η θνητότητα εξαρτάται από τη σοβαρότητα προσβολής του κεντρικού νευρικού συστήματος, αλλά μπορεί να φθάσει και έως 80%. Η αιτία της νόσου είναι άγνωστη, αλλά από επιδημιολογικές μελέτες αποδεικνύεται συσχέτιση με αυξημένη χρήση ασπιρίνης και άλλων σαλικυλικών.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Ο ασθενής εμφανίζει μια ιογενή λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού, που ακολουθείται εντός 6 ημερών περίπου από έντονη ναυτία και έμετο, αλλαγή της διανοητικής κατάστασης (αποπροσανατολισμός, σύγχυση, κώμα, επιληπτικές κρίσεις), και ηπατομεγαλία, χωρίς ίκτερο σε 40% των περιπτώσεων. Θα πρέπει να τίθεται υποψία της νόσου σε κάθε παιδί με οξεία έναρξη εγκεφαλοπάθειας, ναυτία και εμέτους ή τροποποίηση της ηπατικής λειτουργίας, ειδικά μετά από πρόσφατη πάθηση.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η ασπιρίνη και άλλα σαλικυλικά δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για κανένα λόγο στη θεραπεία ιογενών λοιμώξεων σε παιδιά.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η υποστηρικτική θεραπεία περιλαμβάνει την ενδοφλέβια χορήγηση υγρών και ηλεκτρολυτών. Οι ηλεκτρολύτες του αίματος θα πρέπει να ελέγχονται προσεκτικά.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Νευρολογική εκτίμηση γίνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Η θερμοκρασία παρακολουθείται και εφαρμόζονται συνταγογραφημένες οδηγίες για την ανακούφιση της υπερθερμίας. Επιπλέον, εφαρμόζονται προληπτικά μέτρα για το ενδεχόμενο επιληπτικών κρίσεων. Οι προσλαμβανόμενες και αποβαλλόμενες ποσότητες υγρών παρακολουθούνται προσεκτικά. Ο ασθενής παρακολουθείται για ενδείξεις επηρεασμένης ηπατικής λειτουργίας, όπως σημεία αιμορραγίας ή εγκεφαλοπάθειας.

Aliases (separate with |): Σύνδρομο Reye
σύνδρομο Sjögren

Αυτοάνοση διαταραχή, η οποία χαρακτηρίζεται από ελαττωμένες δακρυϊκές και σιελώδεις εκκρίσεις, προκαλώντας οφθαλμική ξηρότητα (ξηρά κερατοεπιπεφυκίτιδα) και ξηροστομία. Στο 50% των ασθενών το σύνδρομο εμφανίζεται μεμονωμένο· στο υπόλοιπο 50% παρατηρείται σε συνδυασμό με άλλα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, η θυρεοειδίτιδα, η σκληροδερμία, και ιδίως η ρευματοειδής αρθρίτιδα. Εμφανίζεται κυρίως σε μεσήλικες γυναίκες.

Στο σύνδρομο Sjögren, οι δακρυϊκοί και σιελογόνοι αδένες καταστρέφονται από αυτο-αντισώματα και Τ-λεμφοκύτταρα. Περίπου το 90% των ασθενών έχουν αντιριβονουκλεοπρωτεϊνικά αντισώματα στο αίμα (αντι-Ro ή αντι-La) τα οποία θεωρούνται διαγνωστικοί δείκτες· περίπου το 75% έχουν ρευματοειδή παράγοντα, ακόμα και αν δεν υπάρχουν αποδείξεις ρευματοειδούς αρθρίτιδας. Οι ασθενείς με σύνδρομο Sjögren έχουν κατά 40% έως 60% αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης non-Hodgkin λεμφώματος.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα πλέον κοινά σημεία και συμπτώματα περιλαμβάνουν θολή όραση, παχύρρευστες εκκρίσεις, κνησμό και καύσο των ματιών, ελαττωμένη αίσθηση της γεύσης, δυσκολία κατάποσης και ξηρούς, ρωγμώδεις στοματικούς βλεννογόνους. Μπορούν επίσης να παρατηρηθούν διογκωμένοι παρωτιδικοί αδένες, ξηρότητα ρινικών βλεννογόνων, βρογχίτιδα και πνευμονία, αρθρίτιδα, κολπική ξηρότητα, επιμολύνσεις από Candida και αγγειίτιδα. Οι ασθενείς συνήθως εμφανίζουν αναιμία, λευκοπενία και αυξημένη ταχύτητα καθίζησης ερυθροκυττάρων.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Το σύνδρομο Sjögren μπορεί να ελεγχθεί με συμπτωματική θεραπεία. Η προσεκτική στοματική υγιεινή, χρησιμοποιώντας φθοριούχο οδοντόκρεμα και στοματικό διάλυμα καθώς και πλύσεις με χλωρεξιδίνη, και οι τακτικές οδοντιατρικές εξετάσεις είναι απολύτως απαραίτητα για την ελαχιστοποίηση των στοματικών λοιμώξεων και της τερηδόνας. Γλυκά ή τσίχλες χωρίς ζάχαρη, συχνές γουλιές νερού και η πιλοκαρπίνη ενδέχεται να υποβοηθήσουν στην ανακούφιση της ξηροστομίας· η τεχνητή σίελος δεν είναι ανεκτή από την πλειοψηφία των ασθενών. Τα τεχνητά δάκρυα είναι αποτελεσματικά έναντι της ξηροφθαλμίας και προτείνονται γυαλιά ως αντιανεμική ασπίδα, όταν ο ασθενής βρίσκεται έξω. Οι κλινικές εκδηλώσεις παράλληλων αυτοάνοσων νόσων αντιμετωπίζονται συμπτωματικά.

Aliases (separate with |): Sjögren′s syndrome|Σύνδρομο Sjögren
σύνδρομο Stokes-Adams

[William Stokes, Ιρλανδός ιατρός 1804-1878, Robert Adams, Ιρλανδός ιατρός 1791-1875]. Απώλεια των αισθήσεων προκαλούμενη από ελάττωση της ροής του αίματος στον εγκέφαλο.

Μπορεί να προκληθεί από οποιαδήποτε παροδική διαταραχή της εξώθησης αίματος από την καρδιά, όπως ο ατελής ή πλήρης καρδιακός αποκλεισμός. Ο ασθενής μπορεί να εμφανίσει ζαλάδες ή να χάσει πλήρως τις αισθήσεις του και να εκδηλώσει σύντομες συσπαστικές σωματικές κινήσεις. Η θεραπεία περιλαμβάνει βασική και προχωρημένη καρδιακή υποστήριξη (π.χ. τεχνητή αναπνοή, μαλάξεις του στήθους, χορήγηση επινεφρίνης, τοποθέτηση καρδιακού βηματοδότη, όπως ενδείκνυται από τις αντιδράσεις του ασθενούς).

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Παρακολουθούνται και υποστηρίζονται οι αεραγωγοί του ασθενούς, η αναπνοή, οι κεντρικοί και περιφερειακοί παλμοί, η πίεση του αίματος και ο καρδιακός ρυθμός. Παρέχεται επείγουσα θεραπεία (θειική ατροπίνη, εξωτερική βηματοδότηση) όπως είναι αναγκαίο σύμφωνα με τα ενδεικνυόμενα πρωτόκολλα. Ο ασθενής προετοιμάζεται για την εμφύτευση καρδιακού βηματοδότη. Ο ασθενής και η οικογένειά του καθησυχάζονται, δέχονται υποστήριξη και διδάσκονται τη συντήρηση του βηματοδότη, ενώ ο ασθενής υποβοηθείται ώστε να επανέλθει στις συνήθεις δραστηριότητες.

Aliases (separate with |): Σύνδρομο Stokes-Adams
σύνδρομο Tourette, πάθηση Tourette

[Georges Giles de la Tourette, Γαλλ. νευρολόγος,1857-1904]. Μια νευρολογική πάθηση που χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα κινητικά και λεκτικά τικ. Τα προσβαλλόμενα άτομα μπορεί να ανοιγοκλείνουν τα βλέφαρα, να τινάζονται απότομα, να γογγύζουν, να καθαρίζουν τους λαιμούς τους, να κινούν τους βραχίονές τους, να αρπάζουν ή να αγκιστρώνουν άλλους, να έχουν έμμονες-καταπιεστικές συμπεριφορές, ή να χρησιμοποιούν ανεξέλεγκτα λεκτικά επιφωνήματα. Σε μερικές περιπτώσεις, άνθρωποι με αυτήν την κατάσταση μπορούν να ελέγξουν την παρόρμηση της έκφρασης αυτών των ιδιομορφιών μπροστά σε κοινό, αλλά τις εκφράζουν σθεναρά όταν είναι μόνοι. Η κατάσταση συχνά εμφανίζεται σε πολλαπλά μέλη της οικογένειας. Μπορεί να προκληθεί από μια διαταραχή πρόσληψης ντοπαμίνης στα βασικά γάγγλια. Για την θεραπεία αυτής της διαταραχής, μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποκλειστές των ντοπαμινεργικών υποδοχέων, όπως είναι η αλοπεριδόλη.

Aliases (separate with |): Σύνδρομο Tourette, πάθηση Tourette
σύνδρομο Turcot

Ένα αυτοσωμικό υπολειπόμενο σύνδρομο, στο οποίο πολλαπλοί κολικοί πολύποδες παρατηρούνται σε συνδυασμό με κακοήθεις όγκους εγκεφάλου.

Aliases (separate with |): Σύνδρομο Turcot
σύνδρομο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου

Ο αιφνίδιος θάνατος βρέφους ηλικίας μικρότερης του 1 έτους, ο οποίος δεν ερμηνεύεται ακόμα και μετά από ενδελεχή διερεύνηση με πλήρη αυτοψία, εξέταση του τόπου θανάτου και μελέτη του κλινικού ιστορικού. Πάνω από το 90% των θανάτων από SIDS συμβαίνουν πριν την ηλικία των 6 μηνών. Το SIDS είναι σημαντικός παράγοντας βρεφικής θνησιμότητας στις Η.Π.Α. και σε άλλα βιομηχανικά έθνη.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Τα αίτια του SIDS δεν είναι ακόμα απόλυτα κατανοητά. Κάποια στοιχεία συνδέουν το SIDS με μη αναγνωρισμένες συγγενείς ανωμαλίες είτε του κεντρικού νευρικού συστήματος είτε του συστήματος ηλεκτρικής αγωγής της καρδιάς, με σπάνιες μεταβολικές παθήσεις, με αδιευκρίνιστες λοιμώξεις, με ακούσιους τραυματισμούς ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, με παιδική κακοποίηση.

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ: Παρότι η αιτιολογία του SIDS είναι άγνωστη, ορισμένοι από τους γνωστούς παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο SIDS είναι ο ύπνος σε θέση πρηνηδόν, ο ύπνος στο ίδιο κρεβάτι με άλλα άτομα, ηλικία της μητέρας μικρότερη των 20 ετών, η χρήση προϊόντων καπνού (κάπνισμα) στο σπίτι και η έλλειψη προγεννητικής μέριμνας. Τα πολύ ελλιποβαρή βρέφη και τα βρέφη Αφροαμερικάνων και Ιθαγενών Αμερικάνων έχουν υψηλότερες συχνότητες SIDS σε σχέση με άλλα βρέφη. Περισσότερα περιστατικά SIDS εκδηλώνονται κατά τους χειμερινούς μήνες σε σχέση με άλλες εποχές του χρόνου.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Οι γονείς οφείλουν να απομακρύνουν εκείνους τους παράγοντες κινδύνου που αναφέρονται παραπάνω, στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό. Η πρηνής στάση κατά τον ύπνο πρέπει να αποφεύγεται. Το σύνθημα "Back to Sleep" (όπου "back" σημαίνει «πίσω» και «ράχη») επινοήθηκε για να υπενθυμίζει στους γονείς ότι το βρέφος πρέπει να τοποθετείται στο κρεβάτι με τη ράχη. Αφότου ξεκίνησε αυτή η εκστρατεία, οι θάνατοι από SIDS ελαττώθηκαν κατά 40% περίπου. Συνιστάται μια σκληρή επιφάνεια ύπνου. Μαλακά και ογκώδη αντικείμενα όπως μαξιλάρια, ρολά στρωσιδιών ή παπλώματα δεν πρέπει να τοποθετούνται στο περιβάλλον ύπνου του βρέφους. Αυτά τα αντικείμενα μπορεί να έλθουν σε επαφή με το πρόσωπο του βρέφους και συνεπώς να εμποδίσουν την αναπνοή ή να παγιδεύσουν το κεφάλι του βρέφους προκαλώντας ασφυξία. Η κατ' οίκον παρακολούθηση του βρέφους με οθόνες άπνοιας ή ακουστικές συσκευές καθησυχάζει τους γονείς σχετικά με την κατάσταση του βρέφους, αλλά δεν έχει αποδειχθεί σαφώς ότι προλαμβάνει το SIDS. Το κάπνισμα των γονέων πρέπει ασφαλώς να αποθαρρύνεται.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η απώλεια ενός βρέφους λόγω SIDS μπορεί να επιφέρει βαθιά λύπη και ενοχικές αντιδράσεις. Επομένως η οικογένεια χρειάζεται συμβουλές ειδικών για αρκετούς μήνες μετά από το θάνατο. Μια πολύτιμη πηγή υποστήριξης και πληροφοριών σχετικά με το SIDS είναι η First Candle / SIDS Alliance (www.sidsalliance.org). sudden infant death syndrome, risk for σύνδρομο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου, κίνδυνος. Η παρουσία παραγόντων κινδύνου για τον αιφνίδιο θάνατο βρέφους μικρότερου του 1 έτους.

Aliases (separate with |): Σύνδρομο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου
σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας πρόωρου βρέφους

Σοβαρή βλάβη της αναπνευστικής λειτουργίας σε ένα πρόωρο νεογνό, που οφείλεται σε ανωριμότητα των πνευμόνων. Η κατάσταση αυτή είναι σπάνια σε νεογνά με διάρκεια κύησης >37 εβδομάδες ή βάρους τουλάχιστον 2,2 kg. Το ΣΑΔ είναι η πρώτη αιτία θανάτου σε πρόωρα νεογνά στις ΗΠΑ.

Βλ.: Παράρτημα Νοσηλευτικών Διαγνώσεων.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ : Αμέσως μετά τη γέννηση, το πρόωρο βρέφος με ΣΑΔ έχει χαμηλό ^gar score και αναπτύσσει σημεία οξείας αναπνευστικής ανεπάρκειας, οφειλόμενης σε ατελεκτασία του πνεύμονα, κακή αιμάτωση του πνεύμονα και μειωμένη πνευμονική ενδοτικότητα. Παρατηρείται ταχύπνοια, ταχυκαρδία, σύσπαση του θωρακικού κλωβού κατά την εισπνοή, κυάνωση και εκπνευστικός συριγμός κατά την εκπνοή. Εξέταση των αερίων του αίματος αντανακλά τον κακό αερισμό. Ακτινογραφία του πνεύμονα αποκαλύπτει ατελεκτασία.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Πρόωρα βρέφη με ΣΑΔ απαιτούν θεραπεία σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας νεογνών με εξειδικευμένο προσωπικό και εξοπλισμό. Η θεραπεία είναι υποστηρικτική ώστε να διασφαλισθεί ικανοποιητική ενυδάτωση και ρύθμιση των ηλεκτρολυτών. Κάθε προσπάθεια θα πρέπει να γίνει ώστε να μειωθούν οι ανάγκες σε οξυγόνο με τη μείωση του πυρετού και τον περιορισμό των δραστηριοτήτων. Γίνεται συμπληρωματική χορήγηση οξυγόνου. Εάν είναι απαραίτητο, χρησιμοποιείται βοηθητικός αερισμός με σκοπό να αποτραπεί η δημιουργία τραύματος που οδηγεί σε πνευμονική διαφυγή αέρα και που μπορεί να προκαλέσει πνευμονικό εμφύσημα και υπό τάση πνευμοθώρακα. Ενστάλαξη επιφανειοδραστικού παράγοντα στο αναπνευστικό σύστημα είναι αναγκαία στην αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Για να αποτραπεί το ΣΑΔ, το συντομότερο δυνατό μετά τη γέννηση (κατά προτίμηση εντός 15 min), το ιατρικό προσωπικό χορηγεί στο νεογνικό πνεύμονα επιφανειοδραστικό παράγοντα ενδοτραχειακώς. Η αντίδραση του νεογνού στην αγωγή παρακολουθείται προσεκτικά και χρησιμοποιείται ως οδηγός για οποιαδήποτε αλλαγή στον αερισμό (π.χ. εισπνευστικές πιέσεις, αναπνεόμενος όγκος) και την οξυγόνωση. Το δέρμα και οι βλεννογόνοι επισκοπούνται συχνά και λιπαίνονται με ένα υδατοδιαλυτό λιπαντικό ώστε να εμποδισθεί οποιοσδήποτε ερεθισμός, φλεγμονή και διάτρηση. Το νεογέννητο φυλάσσεται σε ένα θερμικά ουδέτερο περιβάλλον, ώστε να σταθεροποιηθεί η θερμοκρασία του σώματος στους 36,5°C. Το νεογνό απαιτεί λεπτούς και τους ελάχιστα δυνατούς χειρισμούς, με τις διαδικασίες φροντίδας και υποβοήθησης να εναλλάσσονται με περιόδους ανάπαυσης. Η πρόσληψη θερμίδων παρέχεται από το στόμα ή με τεχνητή σίτιση σε τέτοια ποσά, ώστε να αποφευχθεί η καταβολική κατάρρευση. Οι συνεχιζόμενες εργαστηριακές εξετάσεις αίματος συμβάλλουν στην απώλεια αίματος, που μπορεί να απαιτήσει αποκατάσταση. Λόγω της υποξίας, της χαμηλής αλβουμίνης ορού και της οξέωσης, παρατηρείται περιορισμένη σύνδεση της αλβουμίνης στη χολερυθρίνη, έτσι ώστε τα νεογέννητα αυτά να διατρέχουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης πυρηνικού ίκτερου. Φωτοθεραπεία ή αφαιμαξομετάγγιση ή και τα δύο διατηρούν υψηλά επίπεδα χολερυθρίνης ορού. Οι γονείς απαιτούν συνεχή υποστήριξη, όντας αντιμέτωποι με μία τόσο σοβαρή νεογνική ασθένεια. Οι γονείς ενθαρρύνονται να κάνουν ερωτήσεις και να εκδηλώνουν την ανησυχία τους. Η παρουσία των γονέων στο πλευρό του νεογνού ενθαρρύνεται και υποδεικνύονται τρόποι προσέγγισης του βρέφους χωρίς να επιβαρύνουν την καταπόνησή του. Οι γονείς μπορεί να χρειασθούν κοινωνικές και ψυχολογικές υπηρεσίες ή την υποστήριξη από την οικογένεια, τους φίλους, την εκκλησία, ώστε να βοηθηθούν στην αντιμετώπιση οικογενειακών, οικονομικών και συναισθηματικών δυσκολιών που προέρχονται από την ασθένεια.

Aliases (separate with |): Σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας πρόωρου βρέφους
σύνδρομο ανήσυχων ποδιών

Κατάσταση άγνωστης αιτιολογίας που χαρακτηρίζεται από ανυπόφορη αίσθηση κνησμού ή αιμωδίας στα κάτω άκρα και έχει ως αποτέλεσμα μία σχεδόν ακατανίκητη επιθυμία για κίνηση των κάτω άκρων. Τα συμπτώματα είναι χειρότερα στο τέλος της ημέρας, όταν ο ασθενής είναι είτε καθισμένος, είτε κλινήρης και μπορεί να προκληθεί αϋπνία.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία περιλαμβάνει λεβοντόπα/καρβιντόπα, βενζοδιαζεπίνες ή τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά.

Aliases (separate with |): Σύνδρομο ανήσυχων ποδιών
σύνδρομο άπνοιας ύπνου

Τύπος διαταραχής της αναπνοής κατά τη διάρκεια του ύπνου που οφείλεται σε παροδική απόφραξη των ανώτερων αεραγωγών. Ο ασθενής ξυπνά αρκετές φορές το βράδυ και υποφέρει από υπνηλία και κούραση κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Aliases (separate with |): Σύνδρομο άπνοιας ύπνου
σύνδρομο εισρόφησης μηκωνίου

Εμβρυϊκή εισπνοή μηκωνίου μέσα στη μήτρα κατά τη διάρκεια επεισοδίων βαριάς εμβρυϊκής υποξίας ή με τις λίγες πρώτες αναπνοές μετά τη γέννηση. Τα συμπτώματα και σημεία, που συμβαίνουν σε άλλοτε άλλο βαθμό, περιλαμβάνουν αναπνευστική δυσχέρεια, ταχύπνοια, ρόγχους και συριγμό σε όλα τα πνευμονικά πεδία. Η εξέταση της ακτινογραφίας θώρακος μπορεί να αναδείξει περιοχές αυξημένης πυκνότητας από το εισροφημένο μηκώνιο, ενδείξεις χημικής πνευμονίτιδας, καθώς και περιοχές ατελεκτασίας, που προκαλούνται από απόφραξη βρογχιολίων και σύμπτυξη κυψελίδων περιφερικά. Πνευμοθώρακας μπορεί, επίσης, να συμβεί με μηχανισμό βαλβίδας από απόφραξη με μηκώνιο μικρών βρογχιολίων. Αυτές οι επιπλοκές μπορεί να οδηγήσουν σε υποξία, οξέωση και παραμονή της εμβρυϊκής κυκλοφορίας και εμμένουσα πνευμονική υπέρταση του νεογνού (PPHN).

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Προεκλαμψία, υπέρταση της κύησης, υπερωριμότητα (με ολιγοϋδράμνιο), ενδομήτρια υποξία και ασφυξία ή άλλες μορφές εμβρυϊκής δυσχέρειας. Η εμβρυϊκή δυσχέρεια μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη εντερική περισταλτικότητα, χαλάρωση του πρωκτικού σφιγκτήρα και αποβολή μηκωνίου μέσα στο αμνιακό υγρό. Όταν το έμβρυο αναπνέει σπασμωδικά μέσα στη μήτρα ή με τις λίγες πρώτες αναπνοές αέρα μετά τον τοκετό, το υγρό μπαίνει στο αναπνευστικό δέντρο.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Τα προληπτικά μέτρα περιλαμβάνουν ήπια αναρρόφηση της μύτης και του στόματος του βρέφους από τον μαιευτήρα, ενώ το κεφάλι του είναι ακόμα στο περίνεο της μητέρας, ακολουθούμενη από άμεση αναρρόφηση της τραχείας μέσω ενδοτραχειακής διασωλήνωσης, ώστε να αφαιρεθεί όσο περισσότερο μηκώνιο από τους αεραγωγούς είναι δυνατό πριν από την πρώτη αναπνοή του βρέφους.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Μπορεί να χρειαστούν οξυγόνο, ενδοτραχειακή διασωλήνωση και υποβοηθούμενος αερισμός. Σε βαριές περιπτώσεις, εξωσωματική οξυγόνωση μέσω μεμβράνης μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ξεκουράσει και να επουλώσει τον πνευμονικό ιστό.

Aliases (separate with |): meconium aspiration syndrome|Σύνδρομο εισρόφησης μηκωνίου
σύνδρομο επιδερμικών σπίλων

Η συσχέτιση πολλαπλών δερματικών ανωμαλιών, όπως πολλαπλοί σπίλοι, αιμαγγειώματα ή/και καρκίνοι του δέρματος με διάσπαρτες σκελετικές, νευρολογικές, ουρολογικές, οφθαλμικές και αγγειακές δυσμορφίες. Το σύνδρομο μερικές φορές μεταδίδεται στους απογόνους με τον αυτοσω-ματικό κυρίαρχο τύπο κληρονομικότητας.

Aliases (separate with |): epidermal nevus syndrome|Σύνδρομο επιδερμικών σπίλων
σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου

Μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από κοιλιακό άλγος (συχνά ανακουφιζόμενο από την διέλευση κοπράνων ή αερίων), διαταραχές κενώσεων (δυσκοιλιότητα, διάρροια ή εναλλαγή αυτών), μετεωρισμό και διάταση της κοιλιάς, και παρουσία βλέννας στα κόπρανα. Αυτά τα συμπτώματα πρέπει να είναι παρόντα σε απουσία ανατομικών, βιοχημικών ή κλινικών στοιχείων ενεργούς νόσου του εντέρου. Η κατάσταση είναι συχνή και παρουσιάζεται στο 15 με 25% των γυναικών στις Δυτικές κοινωνίες. Η πρόγνωση είναι καλή. Δεν συνδέεται με απώλεια βάρους, πυρετούς ή αιμορραγία του πεπτικού. Χαρακτηριστικό είναι πως ενώ οι ασθενείς έχουν συμπτώματα στην διάρκεια της ημέρας, δεν εμφανίζουν άλγος, μετεωρισμό ή άλλα συμπτώματα στον ύπνο. Οι γυναίκες προσβάλλονται τυπικά περισσότερο συχνά από τους άντρες. Σε ορισμένες μελέτες η αναλογία γυναικών προς άντρες είναι 3/1.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Τα συμπτώματα του ευερέθιστου εντέρου συχνότερα εμφανίζονται σε ασθενείς που είχαν ιστορικό φυσικής ή σεξουαλικής κακοποίησης στην παιδική ηλικία σε σχέση με ασθενείς χωρίς τέτοιο ιστορικό. Πολλές μελέτες έχουν βρει μία σχέση μεταξύ ευερέθιστου εντέρου και ιστορικού ανησυχίας, ψυχικού άγχους, ή διαταραχών προσωπικότητας. Από άποψη φυσιολογίας, οι ασθενείς με IBS έχουν πιθανά μία αυξημένη ή ελαττωμένη κινητικότητα του εντέρου.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η αντιμετώπιση του IBS πρέπει να ξεκινά με την εγκατάσταση μίας θεραπευτικής σχέσης ιατρού-ασθενή και με την εκπαίδευση του ασθενούς για την καλοήθη φύση της νόσου και την εξαιρετική μακροχρόνια πρόγνωση. Οι αρχικές συστάσεις αφορούν τροποποίηση του διαιτολογίου που μπορεί να ελαττώσει τα συμπτώματα. Αποκλείονται τροφές που ο ασθενής έχει διαπιστώσει πως προκαλούν δυσκολίες (γαλακτερά και τροφές που δημιουργούν αέρια συχνά προκαλούν συμπτώματα). Συγκεκριμένα συμπτώματα μπορεί να καταπραΰνονται με παράγοντες που δημιουργούν ογκώδη κόπρανα (π.χ. ψύλλιο), με αύξηση της πρόσληψης υγρών, και με αυξανόμενα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας. Μικρές δόσεις αντικαταθληπτικών φαρμάκων είναι ορισμένες φορές βοηθητικά. Εναλλακτική θεραπεία, συμπεριλαμβανομένων ψυχοθεραπείας, υπνοθεραπείας, φαντασία και η βιοανατροφοδότηση, μόνα ή σε συνδυασμό, είναι αποτελεσματικά σε ορισμένους ασθενείς.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Νέοι ασθενείς με υποψία IBS πρέπει να υποβάλλονται σε εξέταση για τον αποκλεισμό άλλων νόσων. Οι εξετάσεις πρέπει να περιλαμβάνουν μία προσεκτική, πλήρη φυσική εξέταση, γενική αίματος, βιοχημικό, εκτίμηση της θυρεοειδικής και της ηπατικής λειτουργίας, ταχύτητα καθίζησης, και εξέταση κοπράνων για την παρουσία αίματος. Ασθενείς άνω των 45 ετών πρέπει να υποβάλλονται σε σιγμοειδοσκόπηση για τον αποκλεισμό δομικών ή ανατομικών αλλοιώσεων του εντέρου.

Aliases (separate with |): Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου
σύνδρομο κακοποιημένου παιδιού

Σωματική κακοποίηση ενός παιδιού από κάποιον ενήλικα, συχνά υπό περιστάσεις που δίνουν την εικόνα ότι ο τραυματισμός ήταν τυχαίος. Το παιδί μπορεί να εμφανίσει μώλωπες, εκδορές, εγκαύματα, αιματώματα ή κατάγματα των μακριών οστών, των πλευρών ή του κρανίου. Ενδέχεται επίσης να υπάρχει φτωχή υγιεινή του δέρματος και κάποιος βαθμός υποσιτισμού.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Το άτομο που κακοποιεί είναι συνήθως ο γονιός ή ο κηδεμόνας, ο οποίος με τη σειρά του είχε κακοποιηθεί όταν ήταν παιδί. ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Τα περισσότερο ευδιάκριτα χαρακτηριστικά είναι η εντόπιση των τραυματισμών (πχ. η περιοχή του οφθαλμού), ο τύπος του κατάγματος και η απόκλιση στα στάδια επούλωσης των οστικών αλλοιώσεων που είναι ορατές στις ακτινογραφίες, υποδεικνύοντας ότι οιτραυματισμοί έλαβαν χώρα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Η πρόγνωση ποικίλλει. Το ποσοστό θανάτου είναι υψηλό και τα παιδιά που επιζούν υποφέρουν συχνά από μακροχρόνια σωματικά και ψυχικά τραύματα, ενώ ενδέχεται να γίνουν και αυτά γονείς που θα κακοποιούν τα παιδιά τους. Αν ένα παιδί έχει κακοποιηθεί από τους γονείς του, είναι σημαντικό να εξεταστούν χωρίς καθυστέρηση και τα αδέλφια του, διότι στο 20% των περιπτώσεων περίπου, τα αδέλφια του κακοποιημένου παιδιού θα επιδείξουν επίσης σημεία σωματικής κακοποίησης.

Aliases (separate with |): battered child syndrome|Σύνδρομο κακοποιημένου παιδιού
σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα

Πόνος, ή νωθρότητα, η οποία επηρεάζει ορισμένο τμήμα της διανομής του μέσου νεύρου του χεριού (την παλαμιαία περιοχή του αντίχειρα, το δείκτη, το κερκιδικό ήμιση του παράμεσου και το κερκιδικό ήμισυ της παλάμης), ενώ μπορεί να εξαπλωθεί και στον πήχη. Οι ασθενείς μπορεί να έχουν ιστορικό επανειλημμένων τραυματισμών στον καρπό, όπως είναι για παράδειγμα, εκείνοι οι οποίοι εργάζονται στην εριουργία, οι κωπηλάτες, δακτυλογράφοι, χρήστες Η/Υ, ή εκείνοι οι οποίοι χρησιμοποιούν τακτικά δονούμενα εργαλεία, ή μηχανήματα. Επιπροσθέτως, η πάθηση μπορεί να εμφανισθεί μετά από κάταγμα του καρπού κατά την εγκυμοσύνη, ή ως συνέπεια συστηματικών, ή μεταβολικών διαταραχών, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, ο υποθυρεοειδισμός, η ακρομεγαλία και η αμυλοείδωση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Ο ασθενής πρέπει να αναπαύσει το άκρο, αποφεύγοντας οτιδήποτε επιδεινώνει τα συμπτώματα. Αυτό μπορεί να απαιτήσει την τοποθέτηση νάρθηκα στον καρπό για αρκετές εβδομάδες προκειμένου να ανακουφισθεί η ένταση στο μέσο νεύρο. Οι εργασιακές απαιτήσεις του ασθενούς πρέπει να αναλυθούν και να δοθούν συστάσεις για τροποποιημένα εργαλεία ή για αλλαγή καθηκόντων. Ο ασθενής διδάσκεται σχετικά με το πώς θα αποφεύγει την ένταση στο μέσο νεύρο. Άλλες θεραπείες μπορεί να περιλάβουν γιόγκα, ενέσεις κορτικοστεροειδών ή χειρουργική επέμβαση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής αξιολογείται ως προς την απώλεια των αισθήσεων στην παλαμιαία επιφάνεια των ακροδακτύλων και για ατροφία των μυών του θέναρος - και τα δύο υποδεικνύουν προχωρημένο τραυματισμό του μέσου νεύρου. Εάν τα παρουσιάζει, τότε ενδείκνυται παραπομπή σε ειδικό. Η φυσική εξέταση του καρπιαίου σωλήνα (σημεία των Phalen και Tinel) έχει χαμηλή ακρίβεια, αλλά γενικά πραγματοποιείται.

Οι περισσότεροι ασθενείς με πόνο, ο οποίος πιθανώς προέρχεται από τον καρπιαίο σωλήνα, αντιμετωπίζονται με τροποποίηση της εργασίας, με την τοποθέτηση νάρθηκα στον καρπό για να διατηρήσουν το προσβεβλημένο χέρι σε ουδέτερη στάση και με ένα αντιφλεγμονώδες φάρμακο όπως το ibuprofen. Προτείνεται επαγγελματική συμβουλή, εάν το σύνδρομο υπαγορεύει παροδική ή μόνιμη αλλαγή επαγγέλματος.

Εξηγείται η ανάγκη διαγνωστικών εξετάσεων, όπως ελέγχων νευρικής αγωγής, ή ηλεκτρομυογραφίας και της αισθητικότητας. Ελέγχεται προσεκτικά η νευροαγγειακή κατάσταση μετεγχειρητικώς και ενθαρρύνεται ο ασθενής να κρατήσει το χέρι του ψηλά, ώστε να ελαττωθεί το οίδημα και η δυσφορία. Ο ασθενής πρέπει να πραγματοποιεί τις ενδεικνυόμενες ασκήσεις καρπού και δακτύλων καθημερινώς προκειμένου να βελτιώσει την κυκλοφορία και να ενισχύσει το μυικό τόνο. Ο ασθενής μπορεί να πραγματοποιεί τις ασκήσεις σε θερμό νερό εάν είναι επώδυνες (φορώντας χειρουργικό γάντι εάν είναι τοποθετημένοι ακόμα οι επίδεσμοι). Πρέπει να αποφεύγει το ανασήκωμα βάρους μεγαλύτερων από λίγες ουγγιές. Ο ασθενής πρέπει να αναφέρει έντονο, επίμονο πόνο ή ευαισθησία, τα οποία μπορεί να υποδηλώνουν τενοντοαρθρίτιδα ή σχηματισμό αιματώματος. Η τομή πρέπει να διατηρείται καθαρή και στεγνή και να αλλάζουν οι επίδεσμοι καθημερινώς, έως ότου επουλωθεί πλήρως η τομή. Οι επίδεσμοι πρέπει επίσης να ελέγχονται για αιμορραγία. Οποιαδήποτε ασυνήθης αιμορραγία ή έκκριση πρέπει να αναφέρεται. Ενθαρρύνεται ο ασθενής να εκφράζει οποιεσδήποτε ανησυχίες ενώ παρέχεται υποστήριξη.

Aliases (separate with |): carpal tunnel syndrome|Σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα
σύνδρομο μεθεμφραγματικού μυοκαρδίου

Μη-ισχαιμικό θωρακικό άλγος μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου, το οποίο επιδεινώνεται με την βαθιά αναπνοή, βελτιώνεται με την καθιστή κατακόρυφη θέση και χειροτερεύει με την κατάκλιση. Ο ασθενής μπορεί να αναπτύξει χαμηλό πυρετό, αυξημένη ταχύτητα καθίζησης και αυξημένα επίπεδα αντιμυοκαρδιακών αντισωμάτων. Η αιτία είναι άγνωστη. Οι ασθενείς θεραπεύονται συνήθως με μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα ή με κορτικοστεροειδή. Παρόμοιο σύνδρομο λαμβάνει χώρα σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε επέμβαση καρδιάς.

Aliases (separate with |): postmyocardial infarction syndrome|Σύνδρομο μεθεμφραγματικού μυοκαρδίου
σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS)

Αναπνευστική ανεπάρκεια που χαρακτηρίζεται από προοδευτική υποξαιμία εξαιτίας σοβαρής φλεγμονώδους βλάβης που προκαλεί παθολογική διαπερατότητα της κυψελιδο-τριχοειδικής μεμβράνης. Οι κυψελίδες γεμίζουν με υγρό, το οποίο παρεμποδίζει την ανταλλαγή αερίων.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Το σύνδρομο οξείας αναπνευστικής ανεπάρκειας μπορεί να οφείλεται σε κάποιο άμεσο τραυματισμό των πνευμόνων (π.χ. παρ' ολίγον πνιγμός, εισρόφηση γαστρικών οξέων, σοβαρή λοίμωξη των πνευμόνων) ή συστηματικές διαταραχές, όπως είναι το shock, η σηψαιμία, η διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη (ΔΕΠ), η εξωσωματική κυκλοφορία και να είναι αντίδραση σε πολλαπλές μεταγγίσεις αίματος. Η εκτεταμένη βλάβη στην κυψελιδο-τριχοειδική μεμβράνη ξεκινά με την συσσώρευση και την ενεργοποίηση των ουδετεροφίλων και των μακροφάγων και την ενεργοποίηση του συμπληρώματος. Οι κυτοκίνες, οι ελεύθερες ρίζες οξυγόνου και οι άλλοι παράγοντες της φλεγμονής προκαλούν βλάβες στα τοιχώματα των τριχοειδών και των κυψελίδων, προκαλώντας διάχυτο φλεγμονώδες διάμεσο και κυψελιδικό οίδημα, ινώδες εξίδρωμα και μεμβράνες υαλίνης που παρεμποδίζουν την μεταφορά του οξυγόνου στο αίμα.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Βασίζεται στο ιστορικό ενός πρόσφατου επεισοδίου που μπορεί να συσχετισθεί αιτιολογικά με την έναρξη του ARDS, την ύπαρξη μη καρδιογενούς πνευμονικού οιδήματος στην ακτινογραφία θώρακα και σταθερής υποξαιμίας στα αέρια αίματος.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η δύσπνοια και η ταχύπνοια ακολουθούνται από προοδευτική παρά τη χορήγηση οξυγόνου υποξαιμία, η οποία είναι και το χαρακτηριστικό του ARDS. Οι διάχυτες, ινώδεις διηθήσεις είναι δυνατόν να εντοπισθούν και με την ακτινογραφία του θώρακα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η ενδοτραχιακή διασωλήνωση, ο μηχανικός αερισμός με θετική τελοεκπνευ-στική πίεση, η συμπληρωματική παροχή οξυγόνου και η παροχή όγκων που κυμαίνονται από τα 6 μέχρι τα 12 ml/kg βελτιώνει την αναπνευστική λειτουργία. Ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται και να αντιμετωπίζεται σε περίπτωση που εμφανίσει οξέωση, καρδιακή αρρυθμία, ΔΕΠ, τοξικότητα από το οξυγόνο, νεφρική ανεπάρκεια και σήψη.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Η θνησιμότητα είναι υψηλή, περίπου 50-60%, ανάλογα με την έκταση του πνευμονικού ιστού που συμμετέχει και της ικανότητας διατήρησης επαρκούς ροής οξυγόνου στα ζωτικά όργανα. Μετά την υποχώρηση της φλεγμονής, ο πνευμονικός ιστός που έχει υποστεί βλάβη γίνεται ινώδης και είναι πιθανόν να εμφανισθεί χρόνια περιοριστική πνευμονοπάθεια. Η παρατεταμένη χορήγηση οξυγόνου περιεκτικότητας μεγαλύτερης από 50%, αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης υπολειμματικής πνευμονοπάθειας.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προκειμένου να προληφθεί το ARDS, θα πρέπει να παρακολουθείται η αναπνευστική λειτουργία των ασθενών που βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ARDS. Η αναγνώριση και η αντιμετώπιση των πρώιμων σημείων και συμπτωμάτων μπορεί να κρίνει την έκβαση της νόσου. Παρακολουθείται ο ρυθμός, το βάθος και η συχνότητα της αναπνοής και καταγράφονται οι όποιες αλλαγές. Η έναρξη του ARDS χαρακτηρίζεται από την έναρξη γρήγορου και επιπόλαιου τύπου αναπνοής. Ο ασθενής οξυμετράται συνέχεια για τυχόν αλλαγές. Εάν εκδηλωθεί shock και το αίμα απομακρυνθεί από την επιφάνεια του σώματος, με αποτέλεσμα την ψυχρότητα του δέρματος, οι τιμές του Ο που καταγράφονται από το οξύμετρο, δεν είναι πλέον αξιόπιστες., καθιστώντας αναγκαία την παρακολούθηση των αερίων του αίματος για τυχόν εμφάνιση αναπνευστικής οξέωσης (πρώιμα) ή μεικτής μεταβολικής και αναπνευστικής οξέωσης (αργότερα). Θα πρέπει να λαμβάνονται μια σειρά από ακτινογραφίες θώρακος προκειμένου να εκτιμηθεί η αμφοτερόπλευρη εξέλιξη της πύκνωσης του θώρακα. επίσης, ελέγχεται εάν υπάρχει εισολκή των θωρακικών τοιχωμάτων λόγω εισρόφησης, χρήση των επικουρικών αναπνευστικών μυών και εκτιμάται ο βαθμός της δύσπνοιας. Παρακολουθείται το επίπεδο συνείδησης του ασθενούς, η καρδιακή συχνότητα και ο ρυθμός, η αρτηριακή πίεση οι τιμές των αερίων του αρτηριακού αίματος (ABG), τα επίπεδα των ηλεκτρολυτών του ορού, τα ευρήματα από την ακτινογραφία του θώρακα. Το ισοζύγιο των υγρών θα πρέπει να παρακολουθείται στενά με την μέτρηση της ενδοφλέβιας (IV) πρόσληψης υγρών και της απέκκρισης ούρων, όπως επίσης και με την μέτρηση της κεντρικής φλεβικής πίεσης, της πίεσης ενσφήνωσης της πνευμονικής αρτηρίας· με την καθημερινή μέτρηση του βάρους του ασθενούς· και με τον έλεγχο τυχόν ύπαρξης περιφερικού οιδήματος. Διατηρείται η βατότητα των αεραγωγών του ασθενούς και συνεχίζεται η χορήγηση οξυγόνου με συνεχή θετική πίεση στους αεραγωγούς ή μηχανικό αερισμό με θετική τελο-εκπνευστική πίεση (ΡΕΕΡ) από τον ειδικό σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντα ιατρού. Η κλασική παρακολούθηση ενός ασθενή που βρίσκεται υπό μηχανικό αερισμό περιλαμβάνει το αναπνευστικό του ψιθύρισμα, τις κινήσεις του τοιχώματος του θώρακα, τα ζωτικά του σημεία και τη γενική του κατάσταση, τις ρυθμίσεις και τη λειτουργία του αναπνευστήρα· την αναρρόφηση του ενδοτραχειακού σωλήνα και του στοματοφάρυγγα· καθώς και την εκτίμηση τυχόν αλλαγών στις τιμές οξυμετρίας και των AGB.

Η καρδιακή παροχή μπορεί να είναι μειωμένη εξαιτίας του ότι η ΡΕΕΡ αυξάνει την ενδοθωρακική πίεση και μειώνει την φλεβική επιστροφή. Για αυτό το λόγο, οι ειδικοί θα πρέπει να παρακολουθούν την αρτηριακή πίεση, την αποβολή ούρων, την πνευματική κατάσταση, τις περιφερικές σφύ-ξεις και την πίεση ενσφήνωσης της πνευμονικής αρτηρίας για να εκτιμηθεί η επίδραση του αναπνευστήρα θετικής πίεσης στην αιμοδυναμική κατάσταση του ασθενούς. Ινστροπα φάρμακα χορηγούνται εάν μειωθεί η καρδιακή παροχή. Επίσης, παρακολουθούνται στενά τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης και ο κορεσμός του οξυγόνου, καθώς μπορεί να χρειασθεί μετάγγιση συμπυκνωμένων ερυθρών αιμοσφαιρίων εάν η αιμοσφαιρίνη δεν επαρκεί για την μεταφορά του οξυγόνου. Η νοσηλεύτρια και ο ειδικός ιατρός αναζητούν σημεία και συμπτώματα κάποιου τραυματισμού λόγω αυξημένης πίεσης όπως είναι το υποδόριο εμφύσημα, ο πνευμοθώρακας, το πνευμομεσοθωράκιο (διαφυγή αέρα λόγω ρήξης των κυψελίδων που οφείλεται σε αυξημένη πίεση των αεραγωγών). Εάν υπάρχει μηχανικός αερισμός, τα ηρεμιστικά μπορούν να βοηθήσουν στο να ηρεμήσει ο ασθενής και να περιορισθεί ο κακός συντονισμός του ασθενούς με τον αναπνευστήρα. Οι ασθενείς θα πρέπει να υποστηρίζονται διαιτητικά από την αρχή προκειμένου να υποβοηθηθεί η αναγέννηση των πνευμονικών κυττάρων αλλά και να εξασφαλίζονται επαρκείς πρωτεΐνες για την έξοδο του ασθενούς από τον μηχανικό αερισμό. Η εντερική διατροφή είναι προτιμότερη από την παρεντερική, καθώς μειώνει τον κίνδυνο λοίμωξης. Μια δίαιτα πτωχή σε υδατάνθρακες συμβάλλει στη μείωση της μεταβολικής παραγωγής CO2 σε ασθενείς με ARDS που κατακρατούν CO2. Με την αντικατάσταση των υγρών, θα πρέπει να διατηρείται επαρκής κυκλοφορούν όγκος χωρίς να προκληθεί υπερυδάτωση, σύμφωνα με τις τιμές τις κεντρικής φλεβικής πίεσης. Η νοσηλευτική φροντίδα θα περιορίσει τα προβλήματα που μπορούν να προκύψουν λόγω της ακινησίας. Εάν ο ασθενής θα πρέπει να βρίσκεται σε πρηνή θέση, θα πρέπει να είναι ενήμερο το προσωπικό ότι η λήψη αυτής της θέσης είναι εργώδης και ότι απαιτείται πολυάριθμο προσωπικό για να τοποθετήσει τον ασθενή σε πρηνή θέση. Για να μειωθεί η πίεση που ασκείται στους πνεύμονες από την καρδία και από στο μεσοθωράκιο, τοποθετείται γύρω από τον ασθενή μια συσκευή πρηνισμού, ο οποίος στη συνέχεια στρέφεται από 3 μέλη του προσωπικού από την κάθε πλευρά και ένα το οποίο βρίσκεται στην κορυφή της κλίνης και προσέχει ώστε να μείνει στη σωστή θέση ο ενδοτραχειακός σωλήνας, οι φλεβοκαθετήρες και οι υπόλοιπες συνδέσεις. Η αρτηριακή πίεση, η καρδιακή και η αναπνευστική συχνότητα όταν ο ασθενής βρίσκεται σε πρηνή θέση θα πρέπει να ελέγχονται προκειμένου να βρεθεί κάποια θέση που είναι καλύτερα ανεκτή από τον ασθενή. Θα πρέπει κάθε ώρα να αλλάζει η θέση της κεφαλής του ασθενούς προκειμένου να αποφευχθεί η νέκρωση του δέρματος του προσώπου και να φροντίζεται η υγιεινή του στόματος και η αναρρόφηση των αεραγωγών. Ο ασθενής θα πρέπει να επανατοποθετείται στην ύπτια θέση κάθε 6 ώρες. Θα πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά μέτρα αντισηψίας στο ρουχισμό, στον σωλήνα αναρρόφησης, στα χέρια και στη φροντίδα της υγιεινής του στόματος. Ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά για τυχόν εμφάνιση πυρετού, αλλαγής του χρώματος των πτυέλων και αύξησης του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων. Θα πρέπει να αξιολογείται η ανταπόκριση στη θεραπεία και να σημειώνονται οι παρενέργειες. Θα πρέπει να ενθαρρύνεται η οικογένεια να μιλάει στον ασθενή ακόμα και αν εκείνος δεν μπορεί να απαντήσει λεκτικά.

Οι ειδικοί θεραπευτές παίζουν ένα πολύ σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση των ασθενών με ΑRDS. Εισάγουν τον ασθενή στον μηχανικό αερισμό σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού και παρακολουθούν τα αέρια αίματος και τις τιμές της οξυμετρίας για να βεβαιωθούν ότι τα επίπεδα του οξυγόνου είναι ικανοποιητικά. επίσης, ρυθμίζουν τον φυσιολογικό όγκο διακύμανσης, τη συχνότητα της αναπνοής και τα επίπεδα της PEEP προκειμένου να εξασφαλιστεί ικανοποιητική οξυγόνωση των ιστών. Επίσης, συμμετέχουν στο να εκτιμηθεί το πότε θα πρέπει ο ασθενής να εξέλθει από τον μηχανικό αερισμό, εκτιμώντας τακτικά την κατάσταση της καρδιοπνευμονικής λειτουργίας του ασθενούς.

Aliases (separate with |): acute respiratory distress syndrome|Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας
σύνδρομο παρατεταμένου QT

Επικίνδυνο για την ζωή σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από παράταση του διαστήματος QT και κοιλιακή ταχυκαρδία. Η πάθηση μπορεί να είναι συγγενής ή επίκτητη, σαν αποτέλεσμα χορήγησης φαρμάκων. Ονομάζεται επίσης και σύνδρομο QT ή σύνδρομο μακρού QT.

Aliases (separate with |): prolonged QT syndrome|Σύνδρομο παρατεταμένου QT
σύνδρομο πολυοργανικής ανεπάρκειας (MODS)

Σταδιακή ανεπάρκεια δύο ή περισσότερων οργανικών συστημάτων που προκύπτει από οξείες, βαριές νόσους ή τραυματισμούς (π.χ., σήψη, συστηματική φλεγμονώδης απάντηση, τραύμα, εγκαύματα) και οφείλεται στην ανικανότητα του οργανισμού να ενεργοποιήσει επαρκώς τους αμυντικούς του μηχανισμούς.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι ασθενείς που είναι σε κίνδυνο θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, ώστε να βοηθηθούν στην πρόληψη του MODS μέσω άμεσης αναγνώρισης και διόρθωσης των προβλημάτων της αιμάτωσης, της λοίμωξης και της οργανικής δυσλειτουργίας. Δείκτες υπερμεταβολικής, υπερδυναμικής κατάστασης θα πρέπει να εκτιμώνται, καθώς το σώμα προσπαθεί να αναπληρώσει για την αρχική προσβολή. Αυτό θα ακολουθηθεί από ένα υποδυναμικό στάδιο ανεπαρκούς αναπλήρωσης με διαταραχές στην ισορροπία μεταξύ αποθεμάτων και απαιτήσεων για οξυγόνο, στην κατανομή του κυκλοφορούντος όγκου και με μεταβολικές ανωμαλίες, που οδηγούν σε οργανική ανεπάρκεια. Συχνές διαταραχές αφορούν το αναπνευστικό, το καρδιαγγειακό, τους νεφρούς και το ήπαρ, που συχνά ακολουθούνται ή συνοδεύονται από σήψη με Gram αρνητικούς μικροοργανισμούς και διάχυτοι ενδοαγγειακή πήξη. Κατάλληλες ιατρικές παρεμβάσεις θα ξεκινήσουν για τα προβλήματα του κάθε ανεπαρκούς συστήματος. Οι νοσηλευτικές ευθύνες περιλαμβάνουν παρακολούθηση των ζωτικών σημείων και εκτίμηση των αποτελεσμάτων των διαγνωστικών εξετάσεων, συντονισμό και εκτέλεση των καθορισμένων θεραπειών και αξιολόγηση των απαντήσεων του ασθενή, ενώ ταυτόχρονα οι νοσηλευτές εκτιμούν τον ασθενή για ανεπιθύμητες ενέργειες, τον προστατεύουν από νοσοκομειακές λοιμώξεις και περιβαλλοντικά στρεσογόνα ερεθίσματα και προσφέρουν συναισθηματική υποστήριξη στον ασθενή και την οικογένειά του σε αυτόν τον τύπο καταστρεπτικής ασθένειας, που έχει 90% δείκτη θνησιμότητας.

Ο αναπνευστικός θεραπευτής βοηθά τον ιατρό να καθορίσει, πότε πρέπει να διασωληνώσει τον ασθενή και να ξεκινήσει το μηχανικό αερισμό. Ο ασθενής μπορεί να αναπτύξει βλάβη του πνεύμονα από καταπληξία και να χρειαστεί μηχανικό αερισμό με θετική τελοεκπνευστική πίεση για να διατηρήσει επαρκή οξυγόνωση. Ο μηχανικός αερισμός σε αυτούς τους ασθενείς εξυπηρετεί επίσης την ανάπαυση των αναπνευστικών μυών και μειώνει την κατανάλωση οξυγόνου. Ο υπεύθυνος θεραπευτής μετρά συχνά τα αέρια του αρτηριακού αίματος και την παλμική οξυμετρία για να εξασφαλίσει επαρκή οξυγόνωση στη χαμηλότερη δυνατή συγκέντρωση εισπνεόμενου οξυγόνου, για να προληφθεί η τοξικότητα από το οξυγόνο.

Aliases (separate with |): multiple organ dysfunction syndrome|Σύνδρομο πολυοργανικής ανεπάρκειας
σύνδρομο στέρησης αλκοόλ

Τα νευρολογικά, ψυχιατρικά και καρδιαγγειακά σημεία και συμπτώματα που λαμβάνουν χώρα όταν ένα άτομο εθισμένο να καταναλώνει μεγάλες ποσότητες αλκοόλ, το διακόπτει αιφνίδια. Η στέρηση του αλκοόλ συνήθως ακολουθείται από ένα προβλέψιμο μοντέλο. Στις πρώτες ώρες της αποχής οι ασθενείς είναι συνήθως ευερέθιστοι, αγχώδεις, με τρόμο και τρομάζουν εύκολα. Η αρτηριακή πίεση και η καρδιακή συχνότητα αυξάνονται αλλά παραμένουν σε εγρήγορση και προσανατολισμένοι. Αν δεν καταναλώσουν αλκοόλ (ή δεν λάβουν σχετική θεραπεία) στις πρώτες 12 με 48 ώρες ενδέχεται να εμφανίσουν κρίση στέρησης. Αποχή για 72 με 96 ώρες μπορεί να προκαλέσει σοβαρή αναστάτωση, παραισθήσεις και έντονες αυξομειώσεις της αρτηριακής πίεσης και συχνότητας. Αυτό το στάδιο της στέρησης είναι γνωστό ως τρομώδες παραλήρημα και μπορεί να αποβεί μοιραίο για ένα 15% των ασθενών.

Aliases (separate with |): alcohol withdrawal syndrome|Σύνδρομο στέρησης αλκοόλ
σύνδρομο ταχυκαρδίας-βραδυκαρδίας

Μία μορφή του συνδρόμου νοσούντος φλεβοκόμβου. Μία ομάδα αρρυθμιών που δημιουργούνται από ένα ελάττωμα στην παραγωγή ή μετάδοση του ερεθίσματος του φλεβόκομβου. Αρρυθμίες που σχετίζονται περιλαμβάνουν υπερκοιλιακές ταχυκαρδίες, κολπική μαρμαρυγή, κολπικό πτερυγισμό που εναλλάσσεται με κολπική παύση και κολπική βραδυκαρδία.

Aliases (separate with |): Σύνδρομο ταχυκαρδίας-βραδυκαρδίας
σύνδρομο του Cushing

Τα σημεία και συμπτώματα τα οποία προκαλούνται από την παρατεταμένη έκθεση σε περίσσεια γλυκοκορτικοειδών ορμονών. Τα γλυκοκορτικοειδή εκκρίνονται φυσιολογικά από τα επινεφρίδια· παρ' όλα αυτά, το σύνδρομο του Cushing είναι παρενέργεια της φαρμακολογικής χρήσης στεροειδών στη θεραπεία φλεγμονωδών νόσων, όπως η αντιδραστική αναπνευστική νόσος, ή η αρθρίτιδα. Η περίσσεια γλυκοκορτικοειδών, η οποία προέρχεται από υποφυσιακά ή επινεφριδιακά αδενώματα ή από την παραγωγή υπερβολικών επιπέδων φλοιοεπινεφριδιοτρόπου ορμόνης, είναι εξαιρετικώς σπάνια (καλείται νόσος του Cushing).

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Ο προσβεβλημένος ασθενής μπορεί να αναφέρει μυϊκή αδυναμία, λέπτυνση του δέρματος, ευκολία μωλωπισμού, πρόσληψη βάρους, αποστρογγύλωση των προσωπικών χαρακτηριστικών (φεγγαροπροσωπία), ή ψυχολογική κατάθλιψη. Μπορεί να παρουσιασθούν συμπτώματα σακχαρώδους διαβήτη, όπως δίψα, πολυουρία, και πολυφαγία επειδή οι γλυκοκορτικοειδείς ορμόνες διαταράσσουν τη δράση της ινσουλίνης. Κατά τη φυσική εξέταση, οι ασθενείς μπορεί να εμφανίζουν παχυσαρκία, η οποία επηρεάζει το πρόσωπο, την άνω ράχη και τον κορμό, αλλά όχι τα άκρα. Το κοιλιακό δέρμα μπορεί να σημαδεύεται από πορφυρές γραμμές καλούμενες ραβδώσεις. Συχνά, παρουσιάζεται υπέρταση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Το σύνδρομο του Cushing το οποίο προκαλείται από χρόνια χρήση στεροειδών ορμονών, μπορεί να βελτιωθεί εάν τα στεροειδή χορηγούνται κάθε δεύτερη ημέρα, ή εάν οι υψηλές δόσεις αυτών των φαρμάκων μπορούν να ελαττωθούν σταδιακά. Όταν εμφανίζεται νόσος του Cushing, συνήθως απαιτείται χειρουργική αφαίρεση του υπεύθυνου αδενώματος.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: όταν απαιτείται παρατεταμένη χορήγηση θεραπευτικών δόσεων φλοιοεπινεφριδιακών ορμονών, όπως π.χ. για υποκατάσταση, ο ασθενής παρακολουθείται για ανεπιθύμητες επιδράσεις. Χορηγείται δίαιτα υψηλή σε πρωτεΐνη και κάλιο, αλλά χαμηλή σε θερμίδες, υδατάνθρακες και νάτριο. Βοηθείται ο ασθενής να προσαρμοσθεί στις μεταβολές της σωματικής εικόνας του και της δύναμής του. Προσφέρεται ρεαλιστικός εφησυχασμός και συναισθηματική υποστήριξη και ο ασθενής ενθαρρύνεται να εκφράζει τα αισθήματά του σχετικά με τις απώλειες καθώς και να αναπτύξει θετικές στρατηγικές αντιμετώπισης. Συνιστάται περιοδική ανάπαυση και προσφέρεται βοήθεια για την κίνηση, ιδιαίτερα με τις κινήσεις που απαιτούν δύναμη στο βραχίονα και στον ώμο. Λαμβάνονται μέτρα ασφαλείας, ώστε να αποφευχθούν οι πτώσεις. Η διδασκαλία του ασθενούς, πρέπει να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τον κίνδυνο ανάπτυξης σακχαρώδους διαβήτη, καταρρακτών, ευκολίας μωλωπισμών και λοιμώξεων.

Aliases (separate with |): Cushing′s syndrome|Σύνδρομο του Cushing
σύνδρομο χρόνιας κόπωσης

Σύνδρομο χαρακτηριζόμενο από χρόνια περιοριστική κόπωση, η οποία δεν απαλύνεται με την ανάπαυση και την ελαττωμένη σωματική, διανοητική και κοινωνική λειτουργία. Επηρεάζει γυναίκες και άνδρες όλων των ηλικιών και φυλών. Συχνά σχετίζεται με ελαττωμένη συγκέντρωση, εκνευρισμό, διαταραχές ύπνου, υποτροπιάζοντες πονόλαιμους, χαμηλές θερμοκρασίες, πρησμένους αδένες και πόνους των οστών ή των μυών. Στο παρελθόν, αυτή η πάθηση καλείτο (χωρίς δικαιολόγηση) χρόνια λοίμωξη με τον ιό Epstein-Barr, μυαλγική εγκεφαλομυελίτιδα, γρίπη των γιάπηδων, και σύνδρομο χρόνιας κόπωσης και ανοσοανεπάρκειας (CFlDS).

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η αιτία του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης είναι άγνωστη. Σύμφωνα με τα κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Λοιμώξεων, το ΣΧΚ μπορεί να οφείλεται σε πολλές αιτίες, που όλες έχουν κοινή κατάληξη. Αυτές οι αιτίες μπορεί να περιλαμβάνουν ιική μόλυνση, ή διαταραχές της νευρολογικής και ενδοκρινούς λειτουργίας ή της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Λοιμώξεων καθιέρωσαν τα ακόλουθα κριτήρια για τη διάγνωση:

Βαριά χρόνια κόπωση διαρκείας ίσης ή μεγαλύτερης των έξι μηνών, έχοντας αποκλείσει άλλες γνωστές ιατρικές καταστάσεις με κλινική διάγνωση.

Τέσσερα ή περισσότερα από τα ακόλουθα συμπτώματα: σημαντική ελάττωση της βραχυπρόσθεσμης μνήμης, ή συγκέντρωσης, πονόλαιμος, ευαίσθητοι λεμφαδένες, μυικός πόνος, πολλαπλός πόνος αρθρώσεων χωρίς πρήξιμο ή ερύθημα, πονοκέφαλοι νέου τύπου, προτύπου ή οξύτητας, μη αναζωογονητικός ύπνος και αδυναμία μετά από σωματική άσκηση διαρκείας μεγαλύτερης των 24 ωρών.

Δεν υπάρχουν καθοριστικές εξετάσεις για αυτή τη διαταραχή. Οι διαγνωστικές εξετάσεις πρέπει να περιλάβουν ελέγχους για τον αποκλεισμό άλλων παρόμοιων κλινικών ασθενειών. Τα στοιχεία από μελέτες υποδεικνύουν ότι το 50% περίπου των πασχόντων ανακάμπτουν, παρ ότι δεν εξαφανίζονται όλα τα συμπτώματα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Επειδή δεν υπάρχει γνωστή αιτιολογία, η θεραπεία εστιάζει στην υποστηρικτική παρακολούθηση. Τα μη στεροειδικά αντιφλεγμονώδη φάρμακα (NSAID) μπορεί να είναι χρήσιμα στις μυαλγίες ή στις αρθραλγίες. Μικρές δόσεις τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών ενισχύουν μερικές φορές τον έλεγχο του πόνου και μπορεί να είναι χρήσιμα σε ασθενείς με διαταραχές ύπνου. Οι σύνθετες ανοσολογικές ή μεταβολικές θεραπείες δεν έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές σε συστηματική βάση. Οι νοητικές συμπεριφοριστικές θεραπείες έχουν αποδειχθεί χρήσιμες σε ορισμένους ασθενείς.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Εξετάζονται τα επίπεδα και ο βαθμός κόπωσης κατά τη διάρκεια καθημερινών δραστηριοτήτων. Αξιολογείται η συναισθηματική απόκριση του ασθενούς στην πάθηση καθώς και η ικανότητα του να αντεπεξέρχεται σε αυτήν. Παρέχεται συναισθηματική υποστήριξη κατά τη μακρά περίοδο διαγνωστικών ελέγχων και της παρατεταμένης και συχνά αποκαρδιωτικής πορείας της ασθένειας. Οι ασθενείς παραπέμπονται για ψυχολογική ή επαγγελματική συμβουλή όπως κρίνεται απαραίτητο ή σε μία τοπική ομάδα υποστήριξης εάν υπάρχει κάποια διαθέσιμη, ώστε να βοηθηθούν να επιστρέψουν σε μια όσο το δυνατό πιο φυσιολογική ζωή. Οι δραστηριότητες πρέπει να περιορίζονται το περισσότερο δυνατό κατά τη μεγαλύτερη κόπωση, αλλά πρέπει να αποθαρρύνεται η περαιτέρω κατάκλιση πλην της απαραίτητης για τον ύπνο, επειδή δεν απαλύνει την αδυναμία. Ο ασθενής πρέπει να συμμετέχει σε πρόγραμμα σωματικής άσκησης διαβαθμισμένης έντασης, το οποίο μπορεί να είναι δύσκολο στην αρχή και διατήρησή του, αλλά μπορεί να τον/ την βοηθήσει να αισθανθεί καλύτερα. Η άσκηση πρέπει να εκτελείται για μικρές περιόδους και να αυξηθεί αργά ώστε να αποφευχθεί αύξηση της κόπωσης.

Aliases (separate with |): chronic fatigue syndrome|Σύνδρομο χρόνιας κόπωσης
Page:  1 2 Next »
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL