Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
ρινική κοιλότητα

Μια εκ των δυο κοιλοτήτων μεταξύ της βάσης του κρανίου και της οροφής του στόματος, το οποίο διανοίγεται πρόσθια στη ρίνα και οπίσθια στον ρινοφάρυγγα Η επίστρωση του με τριχωτό επιθήλιο, θερμαίνει και υγραίνει τον εισπνεόμενο αέρα, παγιδεύει τη σκόνη και τα παθογόνα στη βλέννα που στη συνέχεια διοχετεύεται προς το φάρυγγα. Το ρινικό διάφραγμα (ηθμοειδές και ύνιδα) χωρίζει τις ρινικές κοιλότητες, και οι οσφρητικοί υποδοχείς ευρίσκονται στο άνω μέρος κάθε κοιλότητας. Οι παραρρίνιοι κόλποι (μετωπιαίοι, άνω γναθιαίοι, σφηνοειδείς και ηθμοειδείς) διοχετεύονται στον πόρο κάτωθεν των κογχών. Τα στόμια των μετωπιαίων, οπίσθιων ηθμοειδών, και άνω γναθιαίων κόλπων ευρίσκονται στο μέσο πόρο. Τα στόμια των πρόσθιων ηθμοειδών και σφηνοειδών κόλπων βρίσκονται στον άνω πόρο. Ο ρινικός βλενογόννος είναι αγγειοβριθής, η αιμάτωση προέρχεται από τις άνω γναθιαίες αρτηρίες από τις έξω καρωτίδες αρτηρίες, και από τις ηθμοειδείς αρτηρίες εκ των έσω καρωτίδων.

Aliases (separate with |): Ρινική κοιλότητα
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL