Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
ρενίνη

Ένζυμο που παράγεται από τους νεφρούς, το οποίο καταλύει τη μετατροπή του αγγειοτασινογόνου σε αγγειοτασίνη Ι, και στη συνέχεια μετατρέπεται σε αγγειοτασίνη ΙΙ, η οποία διεγείρει την αγγειοσύσπαση και την έκκριση αλδοστερόνης. Τα επίπεδα της ρενίνης στο αίμα είναι αυξημένα σε κάποιες μορφές υπέρτασης.

Aliases (separate with |): Ρενίνη
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL