Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
ξηροφθαλμία

Ανεπαρκής εφύγρανση του οφθαλμού και παθολογική έλλειψη υγρασίας του επιπεφυκότα. Η κατάσταση αυτή προκαλεί άλγος και δυσφορία στα μάτια. Η ξηροφθαλμία μπορεί να παρατηρηθεί σε οποιαδήποτε διαταραχή που προκαλεί ουλή στον κερατοειδή (π.χ. πολύμορφο ερύθημα, τράχωμα, ή εγκαύματα του κερατοειδούς), στο σύνδρομο Sjogren, στο λαγόφθαλμο, στο σύνδρομο Riley- Day, στην απουσία ενός ή και των δύο δακρυϊκών αδένων, στην παράλυση του τριδύμου ή του προσωπικού νεύρου, στην αγωγή με ατροπίνη, στη βαθιά αναισθησία και στις νόσους που προκαλούν εξασθένιση. Για τη θεραπεία της κατάστασης αυτής, χρησιμοποιούνται κατάλληλα παρασκευασμένα υδατοδιαλυτά πολυμερή.

Aliases (separate with |): Ξηροφθαλμία
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL