Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
λακτόζη
  1. Ένας δισακχαρίτης, ο οποίος κατά την υδρόλυση του δίνει γλυκόζη και γαλακτόζη. Συγκεκριμένα βακτήρια μπορούν να την μετατρέψουν σε γαλακτικό ή βουτυρικό οξύ, όπως στο όξινο γάλα. Το γάλα των θηλαστικών περιέχει 4% με 7% λακτόζη. Η παρουσία της στα ούρα μπορεί να δεικνύει απόφραξη της ροής του γάλακτος μετά τη διακοπή του θηλασμού. Η εμπορικά διαθέσιμη λακτόζη είναι μια λεπτή λευκή σκόνη που δεν διαλύεται σε κρύο νερό.
  2. Ένα σάκχαρο, C11H22O11, που αποκτάται κατά την εξάτμιση του αγελαδινού γάλακτος. Χρησιμοποιείται στην παρασκευή δισκίων και ως διαλυτικό μέσο.
Aliases (separate with |): Λακτόζη
λαμβλίαση

Λοίμωξη με το μαστιγοφόρο πρωτόζωο Giardia lamblia.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι επαγγελματίες της υγείας θα πρέπει να υποπτευθούν λοίμωξη από Giardia σε ταξιδιώτες με συμπτώματα από το γαστρεντερικό, οι οποίοι επιστρέφουν από περιοχές στις οποίες ενδημεί η συγκεκριμένη νόσος (αναπτυσσόμενες χώρες και άλλες περιοχές, π.χ., περιοχές του κόσμου με ελλιπή εξυγίανση και υγιεινή) και/ή σε κατασκηνωτές που κατανάλωσαν μολυσμένο νερό από μολυσμένα ποτάμια. Για την πρόληψη της νόσου οι ταξιδιώτες πρέπει να ενημερωθούν για τους κινδύνους της κατανάλωσης ωμών ή μη ξεφλουδισμένων φρούτων ή λαχανικών, τα οποία μπορεί να είναι μολυσμένα. Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών προτιμάται η κατανάλωση εμφιαλωμένου νερού, αντί του νερού της βρύσης. Το εμφιαλωμένο νερό θα πρέπει να χρησιμοποιείται για το βούρτσισμα των δοντιών και για τη παρασκευή πάγου ή διαλυμάτων ποτών. Κατά τη διάρκεια των δραστηριοτήτων εκτός του σπιτιού, το νερό θα πρέπει να απολυμαίνεται ή να βράζεται πριν καταναλωθεί. Τα αντιβιοτικά δε μπορούν να προλάβουν τη λοίμωξη από Giardia ή άλλες εντερικές λοιμώξεις, αλλά θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης τους κατά την έναρξη των συμπτωμάτων. Οι περισσότεροι ασθενείς με λοίμωξη από Giardia παρουσιάζουν ήπια ως μετρίως σοβαρή διάρροια με κάποιο βαθμό απώλειας υγρών και ηλεκτρολυτών. Η θεραπεία ενυδάτωσης και η χορήγηση αντιβιοτικών από το στόμα (όπως η μετρονιδαζόλη) παρέχουν χαρακτηριστικά αποτελεσματική ανακούφιση. Η νοσηλεία μπορεί να είναι απαραίτητη για έναν ασθενή με σοβαρή διάρροια ή σοβαρή υποκαλιαιμία ή υπονατριαιμία Στο νοσοκομείο θα πρέπει να χορηγούνται υγρά παρεντερικά, να καταγράφονται τα χαρακτηριστικά των κενώσεων και να μετράται η πρόσληψη και η αποβολή των υγρών. Ο νοσηλευόμενος ασθενής με λοίμωξη από Giardia ή άλλες λοιμώδεις διάρροιες θα πρέπει να λαμβάνει προληπτικά μέτρα, ώστε να περιοριστεί η εξάπλωση της λοίμωξης σε άλλους.

Aliases (separate with |): Λαμβλίαση
λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή με laser

Η αφαίρεση της χοληδόχου κύστης, χρησιμοποιώντας laser ως τμητικό εργαλείο, εφαρμοζόμενο λαπαροσκοπικά. Αυτή η διαδικασία μπορεί να είναι ακατάλληλη για ασθενείς με βαριά, οξεία χολοκυστίτιδα, ψηλαφήσιμη χοληδόχο κύστη ή ενδείξεις της παρουσίας λίθου στον κοινό χοληφόρο πόρο. Η χρήση laser έναντι ενδοσκοπικού ηλεκτροχειρουργικού εργαλείου εναπόκειται στις προτιμήσεις του χειρουργού.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο νοσηλευτής ή ο χειρουργός εξηγεί στον ασθενή ότι αυτός ο τύπος χειρουργικής δεν θα χρησιμοποιηθεί εάν ο ασθενής είναι έγκυος, ή υπέστη εκτεταμένη κοιλιακή επέμβαση (εξαιτίας ανησυχιών για συμφύσεις), πάσχει από βαριά οξεία χολοκυστίτιδα, έχει ενδείξεις παρουσίας λίθου στον κοινό χοληφόρο πόρο ή πρόβλημα αιμορραγίας. Ενημερώνεται επίσης ο ασθενής, ότι χρησιμοποιώντας την ενδοσκοπική τεχνική, ο χειρουργός θα μπορέσει να αφαιρέσει τη χοληδόχο κύστη χωρίς να δημιουργήσει ουλές, καθώς θα υπάρχουν μόνο τέσσερις μικρές οπές, ελαττώνοντας τον κίνδυνο για επιπλοκές των τραυμάτων (π.χ., μόλυνση, αιμάτωμα, διαχωρισμός). Ελαττώνεται επίσης ο κίνδυνος άλλων επιπλοκών όπως η πνευμονία, η θρομβοφλεβίτιδα, η κατακράτηση ούρων και ο παραλυτικός ειλεός, επειδή η διαδικασία επιτρέπει την πρώιμη κινητοποίηση και αποφεύγει τη χρήση παρεντερικής αναλγησίας. Συνήθως, είναι ευχάριστο για τους ασθενείς να γνωρίζουν ότι θα νιώσουν λιγότερο πόνο και ακινησία, ότι θα χρειασθούν λιγότερη αναλγησία, ότι θα τους δοθεί εξιτήριο την ίδια ή την επόμενη ημέρα και θα είναι έτοιμοι να επιστρέψουν στις συνήθεις δραστηριότητές τους (περιλαμβανομένης και της εργασίας τους) εντός 3 με 7 ημερών. Εξηγείται η προεγχειρητική προετοιμασία, η οποία είναι συνήθως όμοια με οποιαδήποτε άλλη χειρουργική επέμβαση στην κοιλιά.

Μετεγχειρητικά, ο ασθενής σταθεροποιείται με μια σύντομη παραμονή στη μονάδα αυξημένης φροντίδας και κατόπιν μεταφέρεται σε μία μονάδα χειρουργικής παρακολούθησης. Προσφέρονται στον ασθενή μόνο υγρά. Αποφεύγονται τα ανθρακούχα αναψυκτικά επειδή μπορεί να προκαλέσουν διαστολή και κοιλιακή δυσφορία. Εάν ο ασθενής ανέχεται τα υγρά, απομακρύνεται ο ενδοφλέβιος καθετήρας και προσφέρεται στον ασθενή μια κανονική δίαιτα. Χορηγούνται αναλγητικά ως ενδείκνυται μόλις ο ασθενής είναι ικανός να λάβει υγρά. Χορηγούνται παρεντερικώς ναρκωτικά (που μπορούν να επιφέρουν απάθεια, διαταραχές στις κενώσεις-δυσκοιλιότητα, ή/και έμεση) μόνο εάν ο ασθενής εξακολουθεί να αισθάνεται πόνο μετά τη χορήγηση αναλγητικού. Από τη στιγμή που ο ασθενής αισθάνεται άνετα, υποβοηθείται να περπατήσει, καθώς η έγκαιρη βάδιση επιταχύνει την ανάρρωση. Συνήθως, ο ασθενής είναι σε πλήρη εγρήγορση και περπατά εντός 3 ως 4 ωρών από την άφιξη του στη μονάδα. Εάν αισθάνεται πόνο στον ώμο, μπορεί να εφαρμοσθεί στην περιοχή θερμό επίθεμα. Παρ όλα αυτά, ο χειρουργός συνήθως απομακρύνει το διοξείδιο του άνθρακα κατά το πέρας της διαδικασίας ώστε να αποφευχθεί αυτό το πρόβλημα. Ο νοσηλευτής αξιολογεί την ικανότητα του ασθενούς για εξιτήριο, η οποία συνήθως μπορεί να επιτραπεί εάν ο ασθενής είναι απύρετος, περπατά, τρώει, έχει κανονικές κενώσεις και παρουσιάζει σταθερά ζωτικά σημεία χωρίς ενδείξεις αιμορραγίας ή διαρροής χολής. Προκειμένου να εξετασθούν οι ανωτέρω κίνδυνοι, παρακολουθείται ο ασθενής για έντονο πόνο και ευαισθησία στο δεξί, ανώτερο τεταρτημόριο, αύξηση της σκληρότητας της κοιλιάς, διαρροή εκκρίματος με το χρώμα της χολής από τη θέση παρακέντησης, ελάττωση της πίεσης του αίματος και αυξημένο καρδιακό ρυθμό.

Ο ασθενής καθοδηγείται να διατηρεί τους επιδέσμους που καλύπτουν τη θέση της παρακέντησης καθαρούς και στεγνούς. Μπορεί να τους αφαιρέσει την επομένη και να πάρει το λουτρό του ως συνήθως. Πιθανότατα, ο ασθενής θα χρειασθεί πολύ λίγη αναλγησία, παρ' όλα αυτά του χορηγείται συνταγή για χρήση εάν κριθεί απαραίτητο. Υπενθυμίζεται σε αυτόν να ρυθμίσει τη δραστηριότητά του σύμφωνα με τα ενεργειακά του επίπεδα. Ενώ δεν απαιτείται ιδιαίτερη δίαιτα, ίσως ο ασθενής να χρειάζεται να αποφύγει την υπερβολική κατανάλωση λιπών και τροφών που φέρνουν αέρια επί 4 έως 6 εβδομάδες. Πρέπει να επιστρέψει στον χειρουργό για την μετέπειτα αξιολόγησή του ως ενδείκνυται και να αναφέρει οποιαδήποτε παρουσία εμέ-των, κοιλιακής διάτασης, σημεία μόλυνσης και νέο πόνο ή επιδείνωση προυπάρχοντος πόνου.

Εάν ο ασθενής απαιτεί μια κοιλιακή προσέγγιση, μπορεί να τοποθετηθεί ρινογαστρικός σωλήνας προκειμένου να παροχετεύει το στομάχι και να προλαμβάνει την κοιλιακή διάταση. Μπορεί να τοποθετηθεί μία παροχέτευση σωλήνα T μέσω κοιλιακής θέσης εισόδου. Ο σάκος παροχέτευσης του σωλήνα T θα διατηρηθεί στο επίπεδο της κοιλιάς του ασθενούς, προκειμένου να αποφευχθεί η υπερβολική παροχέτευση. Όταν παρουσιασθούν εντερικοί ήχοι (σε 2 με 3 ημέρες), αφαιρείται ο ρινογαστρικός σωλήνας και ξεκινά δίαιτα με υγρά μόνο. Η δίαιτα προχωρεί αργά στο βαθμό που είναι ανεκτή και τοποθετείται ο σωλήνας T για μια ώρα πριν και μετά από κάθε γεύμα ως ενδείκνυται προκειμένου να επιτρέψει στη χολή να υποβοηθήσει στην πέψη. Ελέγχεται η θέση και βατότητα του σωλήνα T προκειμένου να προληφθεί η απόφραξή του από την παροχέτευση χολής. Παρακολουθούνται σημεία συνδρόμου μετα χολοκυστεκτομής (πυρετός, κοιλιακός πόνος, και ίκτερος). Ο ασθενής λαμβάνει φάρμακα για τον πόνο ως ενδείκνυται. Ο νοσηλευτής και ο αναπνευστικός θεραπευτής υποστηρίζουν την τομή και τον ασθενή ώστε να επιτρέψουν τη βαθιά αναπνοή, το βήχα και τη χρήση εισπνευστικής γυμναστικής με σπιρομετρία κάθε 3 με 4 ώρες. Εάν ο ασθενής εξέλθει με τον σωλήνα T τοποθετημένο, του/ της υποδεικνύεται πώς να φροντίζει το εξάρτημα και την πληγή και του υπενθυμίζεται να επισκέπτεται το χειρουργό σύμφωνα με τις οδηγίες. Προειδοποιείται ο ασθενής να αναφέρει αμέσως οποιαδήποτε σημεία χολικής απόφραξης, όπως πυρετό, ίκτερο, κνησμό, αυξημένο πόνο, σκούρα ούρα και κόπρανα στο χρώμα του πηλού.

Aliases (separate with |): Λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή με laser
λαπαροτομία, λαπαροτομή

Το χειρουργικό άνοιγμα της κοιλιάς.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προεγχειρητική: Προσδιορίζονται οι γνώσεις του ασθενούς αναφορικά με την επέμβαση, διασαφηνίζονται οι παρανοήσεις και αποκτάται ενυπόγραφη συγκατάθεση μετά από ενημέρωση. Διεξάγεται μια βασική εκτίμηση όλων των συστημάτων του οργανισμού. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να εκφράσει αισθήματα και ανησυχίες και προσφέρεται καθησυχασμός. Η προεγχειρητική ενημέρωση θα πρέπει να εστιάζεται στην επεξήγηση της επέμβασης, στην μετεγχειρητική φροντίδα και στο τι αναμένεται να αισθάνεται ο ασθενής κατά την διάρκεια της επέμβασης. Η προετοιμασία του σώματος του ασθενούς διεξάγεται σύμφωνα με το πρωτόκολλο του ινστιτούτου ή του χειρουργού αναφορικά με τη δίαιτα, το ξύρισμα της κοιλίας και του εφηβαίου, κλύσμα, ντους και συλλογή δειγμάτων ούρων. Εφαρμόζονται αντιθρομβωτικά φάρμακα και αντιεμβολικά μέτρα όπως παραγγέλνονται.

Μετεγχειρητική: Παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία και η κατάσταση της επίδεσης· η τελευταία περιλαμβάνει έλεγχο για διαρροές και την παρουσία κολπικής αιμορραγίας, εάν χρειάζεται. Η κατάσταση του αερισμού εκτιμάται με ακρόαση για πρόσθετους ή μειωμένους αναπνευστικούς ήχους, και παρέχεται αναπνευστική υγιεινή (βαθιά αναπνοή, βήχας, σπιρομέτρηση με υποκίνηση του ασθενούς, στοματική υγιεινή και επανατοποθέτηση) όπως προσδιορίζεται από την απόκριση του ασθενή. Η νοσηλεύτρια βοηθά τον ασθενή στη χρήση των μη-επεμβατικών μέτρων για την ανακούφιση του άλγους και των χορηγηθέντων αναλγητικών ή παρακολουθεί την αποτελεσματικότητα της αναλγησίας που ελέγχεται από τον ασθενή. Παρακολουθείται το ισοζύγιο των υγρών και χορηγείται η θεραπεία υποκατάστασης υγρών και ηλεκτρολυτών που έχει παραγγελθεί. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να κενωθεί μετά το χειρουργείο· η κύστη εκτιμάται για διάταση, που θα μπορούσε να υποδεικνύει κατακράτηση ούρων, και εφαρμόζεται καθετήρας μόνο όταν τα υπόλοιπα μέτρα αποτύχουν. Γίνεται ακρόαση της κοιλίας για επανεμφάνιση των εντερικών ήχων, και γίνεται έναρξη δίαιτας υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνες και βιταμίνη C, και πολλά υγρά όπως έχει παραγγελθεί. Ενθαρρύνεται η κινητοποίηση των ποδιών, το γύρισμα και η πρώιμη κινητοποίηση, ώστε να προωθηθεί η γαστρενετερική δραστηριότητα και να αποτραπεί η φλεβική θρόμβωση. Το προσωπικό του νοσοκομείου εκκινεί ένα πρόγραμμα πρώιμου εξιτηρίου, το οποίο περιλαμβάνει τη διεξαγωγή εκπαίδευσης του ασθενούς, εστιάζοντας στη φροντίδα της τομής, στην αναφορά των επιπλοκών και στη συνέχιση και τους περιορισμούς των δραστηριοτήτων· τον διακανονισμό ενός παραπεμπτικού για οικιακή περίθαλψη όπως κρίνεται απαραίτητο· και διασφαλίζοντας ότι ο ασθενής έχει προγραμματίσει (και σχεδιάζει να τηρήσει) μια επίσκεψη παρακολούθησης με τον χειρουργό.

Aliases (separate with |): Λαπαροτομία, λαπαροτομή
λάρυγγας

Μυοχόνδρινο όργανο στο ανώτερο άκρο της τραχείας, κάτω από τη ρίζα της γλώσσας, που επενδύεται με κροσσωτό βλεννογόνο, και αποτελεί τμήμα του αεραγωγού και της φωνητικής συσκευής.

Ανατομία: Ο λάρυγγας αποτελείται από εννέα χόνδρους, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους με έναν ελαστικό υμένα και κινούνται από μύες. Οι χόνδροι περιλαμβάνουν τρεις μονήρεις (κρικοειδής, θυρεοειδής και επιγλωττιδικός) και τρεις συνεζευγμένους (αρυταινοειδής, κερατοειδής, σφηνοειδής). Ο θυρεοειδής χόνδρος ωθεί τα μαλακά μόρια προς τα εμπρός, σχηματίζοντας το μήλο του Αδάμ. Οι εξωτερικοί μύες περιλαμβάνουν τον ωμοϋοειδή, τον στερνοϋοειδή, τον στερνοθυρεοειδή και αρκετούς άλλους· οι εσωτερικοί μύες περιλαμβάνουν τον κρικοθυρεοειδή, τον έξω και έσω θυρεοαρυταινοειδή και τον εγκάρσιο και λοξό αρυταινοειδή. Η κοιλότητα του λάρυγγος περιέχει δύο ζεύγη πτυχών -τις κοιλιακές πτυχές (ψευδείς φωνητικές χορδές) και τις φωνητικές πτυχές (αληθείς φωνητικές χορδές)- και χωρίζεται σε τρεις περιοχές: την αίθουσα, την κοιλία και την κάτω είσοδο στη γλωττίδα. Ένα άνοιγμα μεταξύ των αληθών φωνητικών πτυχών δημιουργεί μια στενή σχισμή, τη γλωττίδα.

ΝΕΥΡΑ: Ο λάρυγγας νευρώνεται από τους έσω και έξω κλάδους του άνω λαρυγγικού νεύρου.

ΑΙΜΑΤΩΣΗ: Από την κάτω θυρεοειδική, που αποτελεί κλάδο του θυρεοειδούς στελέχους και από άνω θυρεοειδική, που αποτελεί κλάδο της έξω καρωτίδας.

Aliases (separate with |): Λάρυγγας
λαρυγγεκτομή

Αφαίρεση ολόκληρου ή τμήματος του λάρυγγα, για την αντιμετώπιση των καρκίνων του λάρυγγα, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι καρκινώματα πλακωδών κυττάρων. Η επιπρόσθετη θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει ακτινοβολίες, χημειοθεραπεία ή και τα δύο. Η επέμβαση μπορεί να θεραπεύσει τον καρκίνο εάν είναι περιορισμένος στο όργανο. Οι συνήθεις επιπλοκές του χειρουργείου είναι η απώλεια της φωνής, η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση και προσαρμοστικές διαταραχές ως αποτέλεσμα των αλλαγών στην εικόνα του σώματος που προκαλούνται από την επέμβαση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προεγχειρητική: Ο ασθενής προετοιμάζεται για τις μεταβολές στη φωνή και στον αεραγωγό καθώς και για την απώλεια άλλων λειτουργιών μετά την εγχείρηση. Οι εξηγήσεις συμπληρώνονται με διαγράμματα και δείγματα του απαιτούμενου εξοπλισμού. Επεξηγούνται οι μετεγχειρητικές μέθοδοι επικοινωνίας που είναι περισσότερο κατάλληλοι και αποδεκτοί από το συγκεκριμένο ασθενή (πχ. η απλή γλώσσα των χεριών, οι κάρτες διδασκαλίας, ο μαγικός πίνακας, πίνακας αλφαβήτου). Περιγράφεται στον ασθενή το μετεγχειρητικό περιβάλλον και η περίθαλψη, περιλαμβάνοντας τις διαδικασίες εκτίμησης, τον εξοπλισμό που χρησιμοποιείται, τα αναμενόμενα συναισθήματα, αισθήσεις και σκέψεις, τις μεθόδους διατροφής και τη χρήση οικογενειακών, ψυχολογικών ή πνευματικών μορφών υποστήριξης. Παρέχεται ενυπόγραφη συγκατάθεση μετά από ενημέρωση.

Μετεγχειρητική: Παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία, ιδιαίτερα ο ρυθμός αερισμού και η προσπάθεια, καθώς και το επίπεδο συνείδησης, οι τιμές των αερίων στο αρτηριακό αίμα, το επίπεδο κορεσμού οξυγόνου της περιφέρειας και την κατάσταση των επιδέσμων και των παροχετεύσεων, περιλαμβάνοντας την οπίσθια περιοχή. Εκτιμάται η βατότητα του αεραγωγού· ο σωλήνας λαρυγγοστομίας αναρροφάται ήπια (αλλά όχι βαθιά), όπως και η στοματική κοιλότητα και η μύτη, όπως απαιτείται. Η δημιουργία εφελκίδας αποτρέπεται αυξάνοντας την υγρασία και την πρόσληψη υγρών, και παρέχεται συχνή στοματική υγιεινή και βοήθεια στη διαχείριση του σιέλου. Ο ασθενής τοποθετείται στο ένα πλευρό, με το κεφάλι υπερυψωμένο στις 30 με 45 μοίρες. Παρέχεται οπίσθια υποστήριξη στο λαιμό του ασθενούς κατά τη μετακίνηση. Παρακολουθείται η ισορροπία των υγρών και παρέχεται η θεραπεία υποκατάστασης που έχει παραγγελθεί και ενθαρρύνεται η ούρηση. Ο ασθενής εκτιμάται για πρόωρες επιπλοκές όπως αναπνευστική δυσχέρεια λόγω οιδήματος, λοίμωξης, αφυδάτωσης και αιμορραγίας (εξετάζοντας την οπίσθια πλευρά του αυχένα καθώς και τους επιδέσμους, τις παροχετεύσεις και τα ζωτικά σημεία), καθώς και για όψιμες όπως τη δημιουργία συριγγίου, τη στένωση του τραχήλου και ρήξη της καρωτίδας. Παρέχεται διατροφή πλούσια σε πρωτεΐνες και βιταμίνη C, διά της οδού που έχει παραγγελθεί, για την υποβοήθηση της επούλωσης. Παρέχονται μη-επεμβατικά μέτρα και αναλγητικά για τη λύση του άλγους. Δίδεται χρόνος στον ασθενή για επικοινωνία και καθησυχάζεται ότι η ικανότητα λεκτικής επικοινωνίας θα αποκατασταθεί μέσω χειρουργικώς εμφυτευμένων προσθέσεων, λεκτικής θεραπείας για οισοφαγική ομιλία, ή εξωτερικών μηχανικών ή ηλεκτρονικών συσκευών ομιλίας (voice boxes). Εξειδικευμένο προσωπικό υποστηρίζει τον ασθενή και την οικογένεια στη θλίψη για τις απώλειες (συμπεριλαμβανομένης της απώλειας της φωνής, του σφυρίγματος, της ικανότητας ρουφήγματος, της αίσθησης της οσμής, του φυσήματος της μύτης, δραστηριοτήτων όπως το κολύμπι) και στη απώλεια του αυτοσεβασμού. Ο ασθενής προετοιμάζεται για τις πιθανές επακόλουθες θεραπείες, όπως η ακτινοβολία και η χημειοθεραπεία. Η εκπαίδευση του ασθενούς θα πρέπει να περιλαμβάνει δραστηριότητες αυτοφροντίδας και οδηγίες για σημαντικές επιπλοκές. Θα πρέπει να παρέχεται ένας κατάλογος με τις υποστηρικτικές, συμβουλευτικές και εκπαιδευτικές πηγές της κοινότητας.Οι ασθενείς ενθαρρύνονται να συμμετέχουν σε τοπικά παραρτήματα ομάδων όπως η Αμερικανική Εταιρεία Ομιλίας-Μάθησης-Ακοής, (American Speech-Learning-Hearing Association), η Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία (American Cancer Society), η Διεθνής Εταιρεία Λαρυγγεκτομηθέντων Ατόμων (International Association of Laryngectomees), ή τη Λέσχη Απωλεσμένων Φωνητικών Χορδών (Lost Chord Club). Ενθαρρύνεται η ταχεία επιστροφή στην εργασία. Οι καπνιστές και οι αλκοολικοί ενθαρρύνονται να ζητήσουν βοήθεια για να διακόψουν.

Aliases (separate with |): Λαρυγγεκτομή
λεϊσμανίαση

Μια χρόνια παρασιτική νόσος του δέρματος, των σπλάγχνων ή των βλεννογόνων, η οποία προκαλείται από το γένος Leishmania και μεταδίδεται στους ανθρώπους με το δήγμα μολυσμένων φλεβοτόμων. Η λεϊσμανίαση εθεωρείτο ότι συμβαίνει με μορφή επιδημιών, αλλά εμφανίζεται κυρίως ως ενδημική νόσος στην Ασία, στην Αφρική, στη Λατινική Αμερική και στη Μέση Ανατολή. Το στρατιωτικό προσωπικό των Η.Π.Α. μπορεί να μολυνθεί σε επιχειρήσεις εκτός των συνόρων. Ένας τύπος λεϊσμανίασης, η καλά-αζάρ, προκαλεί σπλαγχνική λοίμωξη και αφορά το σύστημα των μονοπύρηνων φαγοκυττάρων, προκαλώντας φλεγμονή και ίνωση του σπλήνα και του ήπατος. Η βλεννογόνιος λεϊσμανίαση προκαλεί βλάβες ιδιαίτερα στο λάρυγγα, στον πρωκτό και στο αιδοίο. Στις δύο δερματικές μορφές λεϊσμανίασης, δημιουργούνται εξελκώσεις. Οι λεϊσμάνιες προσβάλλουν και αναπαράγονται μέσα στα μακροφάγα, ενώ ελέγχονται από την απόκριση που μεσολαβείται από τα Τ-κύτταρα. Η ισχύς του ανοσολογικού συστήματος του ασθενούς προσδιορίζει τη βαρύτητα της νόσου.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Το αντιμόνιο αποτελεί αποτελεσματική θεραπεία. Δεν διατίθεται στις Η.Π.Α., αλλά μπορεί να ληφθεί από τα Κέντρα Ελέγχου Νόσων. Τα εναλλακτικά φάρμακα περιλαμβάνουν την αμφοτερικίνη B, την παρομομυκίνη, και την πενταμιδίνη.

Aliases (separate with |): Λεϊσμανίαση
λειχήνας
  1. Οποιαδήποτε μορφή βλατιδώδους δερματοπάθειας, συνήθως δηλώνει τον ομαλό λειχήνα.
  2. Στην βοτανική, οποιοσδήποτε μύκητας αυξάνει συμβιωτικά με συγκεκριμένα φύκη. Δημιουργούν χαρακτηριστικές λεπιδώδεις ή διακλαδωτές αυξήσεις σε βράχους ή κορμούς δέντρων.
Aliases (separate with |): Λειχήνας
λεκιθίνη

Ένα φωσφολιπίδιο (φωσφογλυκερίδιο) που αποτελεί τμήμα των κυτταρικών μεμβρανών· εντοπίζεται επίσης στο αίμα και στη λέκιθο του αυγού. Η υδρόλυσή της έχει ως προϊόντα στεατικό οξύ, γλυκερόλη, φωσφορικό οξύ και χολίνη.

Aliases (separate with |): Λεκιθίνη
λεμφαγγειογραφία

Ακτινολογική απεικόνιση των λεμφαγγείων, μετά από έγχυση σκιαγραφικού. Συμβάλλει στον εντοπισμό της διασποράς της νόσου, ειδικά στους λεμφαδένες της κοιλιάς.

Aliases (separate with |): Λεμφαγγειογραφία
λεμφαδενεκτομή ή λεμφαδενικός καθαρισμός

Η χειρουργική αφαίρεση λεμφαδένων και λεμφικών αγγείων.

Aliases (separate with |): Λεμφαδενεκτομή ή λεμφαδενικός καθαρισμός
λεμφαδένες

Όργανα ωοειδούς σχήματος και μεγέθους φασολιού ή μπιζελιού. Βρίσκονται σε διάφορες θέσεις στο σώμα, συνδέονται με τα λεμφαγγεία και αποτελούνται από λεμφοκύτταρα. Συμβάλλουν στην καταπολέμηση των λοιμώξεων. Σε περίπτωση κακοήθους όγκου, καρκινικά κύτταρα είναι δυνατό να μεταναστεύσουν και να εγκατασταθούν σε λεμφαδένες, που βρίσκονται σε ανατομική σχέση με την περιοχή της πρωτοπαθούς εστίας της νόσου (λεμφαδενικές μεταστάσεις).

Aliases (separate with |): Λεμφαδένες
λεμφαδενίτιδα

Φλεγμονή των λεμφαδένων, η οποία οφείλεται σε ενεργοποίηση των φαγοκυττάρων και των λεμφοκυττάρων, που συναντούν μεγάλους αριθμούς μικροοργανισμών, καρκινικών κυττάρων ή άλλου αντιγονικού υλικού. Το τοπικό οίδημα και το άλγος αποτελούν τα συνήθη συμπτώματα και συχνά βοηθούν τους κλινικούς γιατρούς στη διάγνωση τοπικών νόσων (π.χ., οι πρόσθιοι αυχενικοί λεμφαδένες καθίστανται ευαίσθητοι και μεγεθύνονται σε άτομα με σηπτική κυνάγχη, οι βουβωνικοί λεμφαδένες μεγεθύνονται και προκαλούν άλγος σε κάποιες σεξουαλικά μεταδιδόμενες νόσους). Η φλεγμονή των λεμφαδένων σχετίζεται κάποιες φορές με φλεγμονή των λεμφαγγείων (λεμφαγγειίτιδα), η οποία μεταφέρεται στο λεμφαδένα. Η λεμφική φλεγμονή υποχωρεί όταν αντιμετωπισθεί η υποκείμενη λοίμωξη. Η λεμφαδενίτιδα άγνωστης αιτιολογίας μπορεί να απαιτεί βιοψία του λεμφαδένος (π.χ., βιοψίες διά εκτομής ή βελόνης) ή αναρρόφηση.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η νόσος χαρακτηρίζεται από μια σημαντική διόγκωση του ιστού, με πιθανή πυόρροια. Εντοπίζεται οίδημα, άλγος και ευαισθησία. Η νόσος συνήθως συνοδεύει λεμφαγγειίτιδα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η πάθηση προκαλείται από παροχέτευση βακτηρίων ή τοξικών ουσιών στους λεμφαδένες. Η αιτιολογία μπορεί να είναι ειδική, όπως όταν προκαλείται από τους οργανισμούς τους τύφου, της σύφιλης ή της φυματίωσης, ή μη-ειδική, όταν ο αιτιολογικός οργανισμός δεν αναγνωρίζεται.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Θα πρέπει να εφαρμόζονται θερμές, υγρές κομπρέσες. Εάν εμφανισθούν αποστήματα, είναι απαραίτητη η εκτομή και η παροχέτευση. Αντιβιοτικά θα πρέπει να χορηγούνται όπως ενδείκνυται.

Aliases (separate with |): lymphadenitis|Λεμφαδενίτιδα
λεμφοίδημα

Μια παθολογική συγκέντρωση ιστικού υγρού (δυνητικά λέμφος) στους διάμεσους χώρους. Ο μηχανισμός της άθροισης είναι είτε η διαταραχή της φυσιολογικής πρόσληψης του ιστικού υγρού από τα λεμφαγγεία ή η υπέρμετρη παραγωγή ιστικού υγρού οφειλόμενη σε φλεβική απόφραξη η οποία αυξάνει την αρτηριακή πίεση στα τριχοειδή. Η διαταραγμένη ροή του ιστικού υγρού μέσω των ανατομικών δομών ενδέχεται να τις καταστήσει επιρρεπείς σε λοιμώξεις που είναι δύσκολο να αντιμετωπισθούν. Ως αποτέλεσμα τα λεμφοιδηματικά άκρα θα πρέπει να προστατεύονται από κοψίματα, αμυχές, εγκαύματα και λήψεις αίματος. Τα κοινά αίτια του λεμφοιδήματος περιλαμβάνουν νεοπλασματική απόφραξη της ροής (π.χ., στη μασχάλη, σε μεταστατικό καρκίνο του στήθους), μετεγχειρητική παρεμβολή στη λεμφική ροή (π.χ., μετά από μασχαλιαία τομή), λοιμώδη αποκλεισμό των λεμφαγγείων (π.χ., στη φιλαρίαση), βλάβη των λεμφαγγείων από ακτινοβολία (π.χ., μετά από αντιμετώπιση καρκίνου της πυέλου, του στήθους ή του πνεύμονος). Σπανίως, το λεμφοίδημα εμφανίζεται συγγενώς.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ένας συνδυασμός χειροκίνητης λεμφικής παροχέτευσης, συσκευών συμπίεσης και προστασίας του πάσχοντος μέλους μπορεί να μεταβάλει την ποιστητα ζωής ενός ασθενούς με λεμφοίδημα. Στη χειροκίνητη λεμφική παροχέτευση, χρησιμοποιείται απαλή μάλαξη της επιφάνειας για τη μετακίνηση του λεμφικού υγρού από το άκρο. Οι ασθενείς και οι σύντροφοί τους μπορούν να διδαχθούν τις τεχνικές μάλαξης ώστε να τις εφαρμόζουν κατ' οίκον. Οι συσκευές συμπίεσης εφαρμόζονται πάνω από το πάσχον άκρο για τη διατήρηση ή μείωση του οιδήματος. Οι αντλίες συμπίεσης χρησιμοποιούν της πίεση αέρα ή υγρού, μιμούμενες τις επωφελείς επιδράσεις της μάλαξης. Έχουν σχεδιασθεί έτσι ώστε να μετακινούν το λεμφικό υγρό προς τους λειτουργικούς λεμφαδένες παρέχοντας διαδοχική, ομοιόμορφη πίεση από τα άπω προς τα εγγύς τμήματα του πάσχοντος μέλους. Οι συμπιεστικοί ελαστικοί νάρθηκες θα πρέπει να εφαρμόζονται από έναν επαγγελματία, καθώς μια συσκευή που δεν έχει προσαρμοσθεί κατάλληλα μπορεί να ερεθίσει το δέρμα και άλλους ιστούς, και να επιτείνει το οίδημα. Ένας επαγγελματίας μπορεί να βοηθήσει τους ασθενείς να προσδιορίσουν ποιος τύπος είναι καλύτερος για τις ανάγκες τους. Τα άκρα μπορούν επίσης να επιδεθούν με ελαστικούς επιδέσμους για τη μείωση και τον έλεγχο του οιδήματος. Οι ελαστικοί επίδεσμοι μπορεί να είναι δυσκολότερο να διατηρηθούν και λιγότερο άνετοι από μια προσαρμοσμένη συσκευή. Για την προστασία της πάσχουσας περιοχής, ο ασθενής θα πρέπει να διδαχθεί τα μέσα για τη διατήρηση της ευκαμψίας και της υγείας του δέρματος και θα πρέπει να αποφεύγει ο,τιδήποτε θα μπορούσε να οδηγήσει σε λοίμωξη και φλεγμονή. Οι ασθενείς μπορούν να βοηθήσουν στην αποφυγή της συνάθροισης λεμφικού υγρού φορώντας ένα συμπιεστικό ένδυμα όταν ταξιδεύουν (ιδιαιτέρως σε αεροπορικά ταξίδια που συνοδεύονται από σημαντικές μεταβολές πίεσης) ή ακόμα και όταν ασκούνται. Η περίσσεια σωματικού βάρους αποτελεί έναν άλλο παράγοντα κινδύνου για λεμφοίδημα· τα προγράμματα λογικής απώλειας βάρους, που βασίζονται σε ήπια δίαιτα και άσκηση, βοηθούν στην άρση των συμπτωμάτων. Η υπερβολική χρήση του πάσχοντος άκρου θα πρέπει να αποφεύγεται. Μια τακτική, ήπια αγωγή άσκησης (π.χ., γιόγκα, αεροβική σε νερό ή κολύμβηση), ενώ φέρει ένα κατάλληλα προσαρμοσμένο ένδυμα συμπίεσης, μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση ης φλεβικής ροής. Πηγές για περαιτέρω πληροφόρηση για τη διαχείριση του λεμφοιδήματος υπάρχουν στο Εθνικό Δίκτυο Λεμφοιδήματος (National Lymphedema Network) και σε άλλους οργανισμούς υποστήριξης όπως η Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία (American Cancer Society).

Aliases (separate with |): Λεμφοίδημα
λεμφοκύτταρο

Ένα λευκό αιμοσφαίριο, υπεύθυνο για μεγάλο τμήμα της ανοσολογικής προστασίας του οργανισμού. Στο αίμα κυκλοφορούν λιγότερα από το 1%, με τα υπόλοιπα να βρίσκονται στους λεμφαδένες, στον σπλήνα και σε άλλα λεμφικά όργανα, όπου μεγιστοποιείται η επαφή με τα ξένα αντιγόνα.

Η διάμετρος των λεμφοκυττάρων κυμαίνεται από 5 έως 12 οι υποπληθυσμοί μπορούν να αναγνωρισθούν από μοναδικές ομάδες πρωτεϊνών στην κυτταρική επιφάνεια, που ονομάζονται συμπλέγματα διαφοροποίησης. Τα Τ κύτταρα, τα οποία προέρχονται από το θύμο αδένα, αποτελούν περίπου το 75% του συνόλου των λεμφοκυττάρων· τα Β κύτταρα, τα οποία προέρχονται από το μυελό των οστών, αποτελούν το 10%. Μια τρίτη κατηγορία είναι τα φυσικά φονικά κύτταρα. Στο αίμα, το 20% με 40% των λευκών αιμοσφαιρίων είναι λεμφοκύτταρα.

Aliases (separate with |): Λεμφοκύτταρο
λέμφος

Το όνομα που δίνεται στο ιστικό υγρό που εισέρχεται στα λεμφικά τριχοειδή και εντοπίζεται στα μεγαλύτερα λεμφαγγεία. Είναι αλκαλικό, διαυγές και άχρωμο, αν και η λέμφος από το λεπτό έντερο εμφανίζεται γαλακτώδης, λόγω των απορροφημένων λιπών (χυλός). Το πρωτεϊνικό περιεχόμενο της λέμφου είναι χαμηλότερο από εκείνο του πλάσματος, η οσμωτική πίεση ελάχιστα υψηλότερη και το ιξώδες ελάχιστα μικρότερο. Το ειδικό βάρος της κυμαίνεται από 1,016 έως 1,023. Η λέμφος αποτελείται κυρίως από ύδωρ, και περιέχει αλβουμίνη, σφαιρίνες, άλατα, ουρία, ουδέτερα λίπη και γλυκόζη. Τα κύτταρά της είναι κυρίως λεμφοκύτταρα και μονοκύτταρα που δημιουργούνται στους λεμφαδένες και στα λεμφοζίδια. Τα λεμφικά τριχοειδή, τα οποία εντοπίζονται στους περισσότερους ιστικούς χώρους, συλλέγουν ιστικό υγρό, το οποίο καλείται τότε λέμφος. Η λέμφος από to κατώτερο τμήμα του σώματος ρέει στη χυλοφόρο δεξαμενή στην κοιλιακή χώρα και συνεχίζει προς τα άνω μέσω του θωρακικού πόρου, όπου εκβάλλουν τα μεσοπλεύρια λεμφαγγεία, ο αριστερός υποκλείδιος κορμός από το αριστερό χέρι και ο αριστερός σφαγιτιδικός κορμός από την αριστερή πλευρά της κεφαλής. Ο θωρακικός πόρος παροχετεύει τη λέμφο στο αίμα, στην αριστερή υποκλείδιο φλέβα κοντά στη συμβολή της με την αριστερά σφαγίτιδα φλέβα. Ο δεξιός λεμφικός πόρος παροχετεύει τη λέμφο από το άνω δεξιό τεταρτημόριο του σώματος στη δεξιά υποκλείδιο φλέβα.

Καθώς η λέμφος ρέει μέσω των λεμφαγγείων προς τις υποκλείδιες φλέβες, διέρχεται από λεμφαγγεία που περιέχουν μακροφάγα για τη φαγοκυττάρωση βακτηρίων ή άλλων παθογόνων τα οποία μπορεί να εντοπίζονται στη λέμφο.

Aliases (separate with |): Λέμφος
λεπτίνη

Μια πεπτιδική ορμόνη που παράγεται από το λιπώδη ιστό, αυξάνει την αποθήκευση του σωματικού λίπους και καταστέλλει την όρεξη. Η λεπτίνη συμβάλλει επίσης στην εκδήλωση της εφηβείας και στην εκκρίση της ινσουλίνης από το πάγκρεας.

Aliases (separate with |): Λεπτίνη
λεπτό έντερο

Το πρώτο τμήμα του λεπτού εντέρου είναι το δωδεκαδάκτυλο, περίπου 8 με 20 με 28 εκ. μήκος, το οποίο λαμβάνει πολτο-ποιημένη τροφή από τον στόμαχο μέσω του πυλωρικού στομίου, και μέσω του κοινού χοληδόχου πόρου, χολή από το ήπαρ και την χοληδόχο κύστη, και παγκρεατικό υγρό από το πάγκρεας. Το δεύτερο τμήμα είναι η νήστιδα, μήκους περίπου 2,8 μέτρα. Το τρίτο τμήμα είναι ο ειλεός, μήκους περίπου 4 μέτρα. Ο ειλεός ανοίγει μέσα στο τυφλό του παχέος εντέρου και η ειλεοτυφλική βαλβίδα εμποδίζει την παλινδρόμηση του εντερικού περιεχομένου.

Το τοίχωμα του λεπτού εντέρου έχει κυκλοτερείς πτυχές οι οποίες είναι πτυχές του βλεννογόνου και του υποβλεννογόνου που μοιάζουν με πτυχές ακορντεόν. Ο βλεννογόνος αναδιπλώνεται περαιτέρω σε λάχνες, οι οποίες μοιάζουν με μικρές προσεκβολές (μήκος 0,5 με 1,5 χιλ.). Οι ελεύθερες επιφάνειες των επιθηλιακών κυττάρων έχουν μικροσκοπικές πτυχές που ονομάζονται μικρολάχνες και συνολικά καλούνται ψυκτροειδής παρυφή. Οι πτυχές αυξάνουν την επιφάνεια για την απορρόφηση των τελικών προϊόντων της πέψης. Οι εντερικοί αδένες (του Lieberkuhn) που βρίσκονται ανάμεσα στις βάσεις των λαχνών παράγουν ένζυμα. Το δωδεκαδάκτυλο έχει τους υποβλεννογόνιους αδένες του Brunner που εκκρίνουν βλέννα. Τα ένζυμα που εκκρίνονται από το λεπτό έντερο είναι πεπτιδάσες, οι οποίες ολοκληρώνουν την πέψη των πρωτεϊνών, και σακχαράση, μαλτάση και λακτάση, που μετατρέπουν τους δισακχαρίτες σε μονοσακχαρίτες. Ορισμένα από αυτά τα ένζυμα λειτουργούν περισσότερο στην ψυκτροειδή παρυφή απ'στι στον εντερικό αυλό. Οι ορμόνες που εκκρίνονται από το δωδεκαδάκτυλο είναι το γαστρικό ανασταλτικό πεπτίδιο, η σεκρετίνη και η χολοκυστοκινίνη. Οι ορμόνες αυτές επηρεάζουν τις εκκρίσεις ή την κινητικότητα άλλων τμημάτων του πεπτικού σωλήνα.

Τα τελικά προϊόντα της πέψης (αμινοξέα, μονοσακχαρίτες, λιπαρά οξέα, γλυκερόλη, βιταμίνες, ιχνοστοιχεία, και νερό) απορροφούνται στα τριχοειδή ή γαλακτοποιούνται στις λάχνες. Το αίμα από το λεπτό έντερο διέρχεται από το ήπαρ μέσω της πυλαίας φλέβας πριν να επιστρέψει στην καρδιά.

Aliases (separate with |): Λεπτό έντερο
λευκοκυτταρικός τύπος

Ο αριθμός και ο τύπος των λευκών αιμοσφαιρίων, όπως αυτός προσδιορίζεται από την μικροσκοπική εξέταση ενός λεπτού επιχρίσματος αίματος πάνω σε γυάλινη πλάκα (πλακάκι), αφού πρώτα έχει βαφτεί κατάλληλα με χρωστική, ώστε να γίνει ορατό το σχήμα των διαφόρων κυττάρων. Προσδιορίζεται ο αριθμός και η ποικιλία των λευκοκυττάρων σε ένα δείγμα δεδομένου μεγέθους. Αν και με αυτή την μέθοδο δεν γίνεται καταμέτρηση του αριθμού των ερυθρών αιμοσφαιρίων, μπορεί παρόλα αυτά να αξιολογηθεί το σχήμα τους, το μέγεθος τους και το χρώμα τους. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν επίσης να αναγνωριστούν μερικές αιματολογικές ασθένειες και φλεγμονώδεις καταστάσεις. Κατά τον προσδιορισμό του λευκοκυτταρικού τύπου, ο αριθμός και ο τύπος των λευκοκυττάρων θα πρέπει να είναι ο εξής: ουδετερόφιλα 40%-60%, ηωσινόφιλα 1%-3%, βασεόφιλα 0,5%-1%, λεμφοκύτταρα 20%-40%, μονοκύτταρα 4%-8%.

Aliases (separate with |): Λευκοκυτταρικός τύπος
λευκοκύτταρο

Ένα λευκό αιμοσφαίριο (WBC). Υπάρχουν δύο τύποι: τα κοκκιοκύτταρα (αυτά που έχουν στο κυτόπλασμά τους μεγάλα κοκκία που χρωματίζονται με διάφορα χρώματα στο μικροσκόπιο) και τα ακοκκιοκύτταρα (αυτά που δεν περιέχουν κοκκία). Τα κοκκιοκύτταρα περιλαμβάνουν τα βασεόφιλα, τα ηωσινόφιλα και τα ουδετερόφιλα. Τα ακοκκιοκύτταρα περιλαμβάνουν τα μονοκύτταρα και τα λεμφοκύτταρα. Κλινικά, τα κοκκιοκύτταρα αναφέρονται συχνά ως «polys» καθώς είναι όλα πολυμορφοπύρηνα (πολυλοβωτοί πυρήνες), ενώ τα ακοκκιοκύτταρα είναι μονοπύρηνα (ένας πυρήνας).

Τα ουδετερόφιλα, το 55% με 70% του συνόλου των WBCs, είναι τα πιο πολυάριθμα φαγοκύτταρα και αποτελούν τα πρωταρχικά κύτταρα τελεστές στη φλεγμονή. Τα ηωσινόφιλα, το 1% με 3% του συνόλου των WBCs, καταστρέφουν παράσιτα και ενέχονται στις αλλεργικές αντιδράσεις. Τα βασεόφιλα, λιγότερα από το 1% του συνόλου των WBCs, περιέχουν κοκκία ισταμίνης και ηπαρίνης και αποτελούν τμήμα της φλεγμονώδους απόκρισης στον τραυματισμό. Τα μονοκύτταρα, το 3% με 8% του συνόλου των WBCs, μετατρέπονται σε μακροφάγα και φαγοκυτταρώνουν παθογόνα και κατεστραμμένα κύτταρα, ιδιαίτερα στα υγρά των ιστών. Τα λεμφοκύτταρα, το 20% με 35% του συνόλου των WBCs, έχουν αρκετές λειτουργίες: την αναγνώριση ξένων αντιγόνων, την παραγωγή αντισωμάτων, την καταστολή της ανοσολογικής απόκρισης για την αποφυγή της πλεονάζουσας ιστικής βλάβης και τη μετατροπή τους σε κύτταρα μνήμης. Τα λευκοκύτταρα δημιουργούνται από τα μη-διαφοροποιημένα βλαστοκύτταρα που δίνουν γένεση σε όλα τα αιμοσφαίρια. Αυτά που βρίσκονται στον ερυθρό μυελό των οστών μπορούν να μετατραπούν σε οποιονδήποτε από τους πέντε τύπους WBCs. Αυτά στον σπλήνα και στους λεμφαδένες μπορούν να μετατραπούν σε λεμφοκύτταρα ή μονοκύτταρα. Αυτά στο θύμο μετατρέπονται σε Τ λεμφοκύτταρα.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Τα λευκοκύτταρα είναι τα πρωταρχικά κύτταρα τελεστές έναντι των λοιμώξεων και της ιστικής βλάβης. Δεν εξουδετερώνουν ή καταστρέφουν μόνο οργανισμούς, αλλά δρουν και ως καθαριστές, απομακρύνοντας κατεστραμμένα κύτταρα εξαιτίας της φαγοκυττάρωσης, διευκολύνοντας την έναρξη της διαδικασίας αναδόμησης. Τα λευκοκύτταρα μετακινούνται με αμοιβαδοειδείς κινήσεις και είναι ικανά να διεισδύουν σε ιστούς και να επιστρέφουν στη συνέχεια στην κυκλοφορία. Η κίνησή τους κατευθύνεται από χημικά που απελευθερώνονται από τραυματισμένα κύτταρα, μια διαδικασία που καλείται χημειοτακτισμός. Μετά την επαφή με ένα αντιγόνο και την αναγνώρισή του, τα ουδετερόφιλα ή τα μακροφάγα το φαγοκυτταρώνουν σε ένα μικρό κενοτόπιο, το οποίο συντήκεται με ένα λυσόσωμα, ώστε τα λυσοσωμικά ένζυμα να πέψουν το φαγοκυτταρωμένο υλικό. Όταν τα λευκοκύτταρα καταστρέφονται μαζί με τους παθογόνους οργανισμούς που έχουν καταστρέψει, δημιουργείται το πύο, το οποίο εντοπίζεται τυπικά στα σημεία τοπικών λοιμώξεων. Η συλλογή πύου λόγω ανεπαρκούς παροχέτευσης αίματος ή λέμφου ονομάζεται απόστημα.

Μικροσκοπική εξέταση: Τα λευκοκύτταρα μπορούν να μετρηθούν σε οποιαδήποτε σωματική έκκριση. Εντοπίζονται φυσιολογικά στο αίμα και, σε μικρά ποσά, στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό και στη βλέννη. Η παρουσία WBCs στα ούρα, στα πτύελα ή σε υγρό που λαμβάνεται από την κοιλιά αποτελεί ένδειξη λοίμωξης ή τραύματος. Ο τύπος WBC που εντοπίζεται, αναγνωρίζεται από το σχήμα του κυττάρου και τη χρήση χρωστικών (Wright's) για τη χρώση των κοκκίων: τα κοκκία στα ηωσινόφιλα βάφονται ερυθρά, αυτά στα βασεόφιλα κυανά και αυτά στα ουδετερόφιλα ιώδη. Κλινικά, οι αριθμοί των WBC είναι σημαντικοί στον εντοπισμό μιας λοίμωξης ή δυσλειτουργίας του ανοσολογικού συστήματος. Ο φυσιολογικός αριθμός των WBC είναι 5000 με 10.000/mm3. Ένας αυξημένος αριθμός λευκοκυττάρων (μεγαλύτερος από 10.000) (λευκοκυττάρωση) υποδεικνύει μια οξεία λοίμωξη ή διαδικασία νόσου (όπως συγκεκριμένοι τύποι λευχαιμιών), ενώ ο μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων (λιγότερα από 5000) υποδεικνύει είτε ανοσολογική ανεπάρκεια ή μια σαρωτική λοίμωξη που έχει εξαντλήσει τα αποθέματα των WBC. Επιπρόσθετα στον απόλυτο αριθμό των WBC, η ποσοστιαία μέτρηση είναι επίσης συχνά σημαντική. Μια ποσοστιαία μέτρηση υπολογίζει το ποσοστό κάθε τύπου WBC (π.χ., ουδετερόφιλα, μονοκύτταρα, λεμφοκύτταρα). Επίσης, υπολογίζεται ο αριθμός των ανώριμων κυττάρων κάθε τύπου, ως μια ένδειξη της παραγωγής από το μυελό των οστών. Τα ανώριμα κύτταρα ονομάζονται «βλάστες» (π.χ., λεμφοβλάστες, μυελοβλάστες). Στη διάρκεια λοιμώξεων ή συγκεκριμένων τύπων λευχαιμιών, οι βλάστες μπορεί να εντοπισθούν στο περιφερειακό αίμα.

Aliases (separate with |): Λευκοκύτταρο
λευκοπλακία

Παρουσία λευκωπής πλάκας στον βλεννογόνο του στόματος ή των ούλων. Μπορεί να είναι προκαρκινωματώδης.

Aliases (separate with |): Λευκοπλακία
λευχαιμία

Μια τάξη αιματολογικών κακοηθειών, στις οποίες αθάνατοι κλώνοι ανώριμων κυττάρων του αίματος πολλαπλασιάζονται σε βάρος των φυσιολογικών κυττάρων. Καθώς τα φυσιολογικά κύτταρα του αίματος εξαλείφονται από το αίμα, προκύπτει αναιμία, λοίμωξη, αιμορραγία ή θάνατος. Οι λευχαιμίες κατηγοριοποιούνται ως οξείες ή χρόνιες, ανάλογα με τον κυτταρικό τύπο που συμμετέχει και από τη γενετική, χρωμοσωμική ή αυξητικού παράγοντα ανωμαλία που εντοπίζεται στα κακοήθη κύτταρα. Οι χρόνιες λευχαιμίες, οι οποίες έχουν μια σχετικά αργή εξέλιξη, περιλαμβάνουν τη χρόνια λεμφοκυτταρική, τη χρόνια μυελογενή και τη λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων. Η μέση επιβίωση σε αυτές τις νόσους είναι περίπου τα 4 έτη. Οι οξείες λευχαιμίες περιλαμβάνουν την οξεία λεμφοκυτταρική και την οξεία μυελοειδή (μυελογενή) λευχαιμία. Εάν δεν αντιμετωπισθούν οι νόσοι αυτές, είναι θανατηφόρες μέσα σε εβδομάδες ή μήνες.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Όλα τα διαφορετικά μοριακά γεγονότα που οδηγούν στην ανάπτυξη ανεξέλεγκτου κυτταρικού πολλαπλασιασμού στις λευχαιμίες, οφείλονται σε γενετικές ή χρωμοσωμικές βλάβες στα αιμοποιητικά κύτταρα. Οι διπλασιασμοί του γενετικού υλικού (υπερ-διπλοειδία), η απώλεια γενετικής πληροφορίας (υπο-διπλοειδία), η αδρανοποίηση γονιδίων που φυσιολογικά καταστέλλουν την ανάπτυξη όγκων, οι χρωμοσωμικές μεταθέσεις και η απελευθέρωση ανώμαλων ανασυνδυασμένων πρωτεϊνών, μπορούν να προκαλέσουν λευχαιμία. Αυτές οι γενετικές βλάβες μπορούν να προκληθούν από ιούς, ιονίζουσα ακτινοβολία, χημειοθεραπευτικά φάρμακα και τοξικά φάρμακα. Σπάνια, οι λευχαιμίες προκαλούνται από συγγενή γενετικά σύνδρομα, όπως η αταξία τηλεαγγειεκτασία, το σύνδρομο του Bloom ή το σύνδρομο του Fanconi.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Μπορεί να υπάρχουν κλινικά ευρήματα όπως αναιμία, κόπωση, λήθαργος, πυρετός και άλγος στα οστά και στις αρθρώσεις. Τα φυσικά ευρήματα περιλαμβάνουν, ωχρότητα, πετέχειες ή πορφύρα, αιμορραγία των βλεννογόνων υμένων, διόγκωση του ήπατος, του σπλήνα και των νεφρών, και ευαισθησία επί του στέρνου και άλλων οστών.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Για τη διάγνωση, χρησιμοποιείται η εξέταση του περιφερειακού αίματος και δειγμάτων του μυελού των οστών.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Για την αντιμετώπιση των λευχαιμιών χρησιμοποιείται τόσο η χημειοθεραπεία όσο και η μεταμόσχευση μυελού των οστών. Νέες αγωγές επινοούνται συχνά, προσαρμοσμένες σε συγκεκριμένες νόσους. Η θεραπεία συχνά γίνεται σε αρκετές φάσεις, με μια περίοδο χορήγησης της χημειοθεραπείας για την επαγωγή ύφεσης, ακολουθούμενη από φάσεις παγίωσης και διατήρησης. Αυτή η πολυ-σταδιακή αντιμετώπιση έχει σχεδιασθεί για την περαιτέρω εξάλειψη των κακοηθών κυττάρων από τον μυελό των οστών και την επίτευξη πλήρους ίασης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Τα μέτρα περίθαλψης εστιάζονται στην παρηγορία, σε προσπάθειες ελάττωσης των συνεπειών της χημειοθεραπείας, στη διατήρηση των φλεβών, στη διαχείριση των επιπλοκών, στην εκπαίδευση και ψυχολογική υποστήριξη. Θα πρέπει να εξετάζονται οι ειδικές ανάγκες του ασθενούς (κάποιοι από τους οποίους είναι παιδιά) και των οικογενειών τους. Παρέχονται οδηγίες για τα φάρμακα που πρόκειται να χορηγηθούν, συμπεριλαμβανομένων των όποιων ανεπιθύμητων αντιδράσεων και των μέτρων που μπορούν να ληφθούν για την αποτροπή ή την άρση των επιδράσεων αυτών. Χορηγείται χημειοθεραπεία με ειδικές προφυλάξεις, άπου ενδείκνυται, για την έγχυση και την απόρριψη του φαρμάκου. Εάν η χημειοθεραπεία προκαλέσει απώλεια βάρους ή ανορεξία, παρέχεται διατροφική καθοδήγηση. Η φροντίδα του στόματος, του δέρματος και του ορθού πρέπει να είναι επιμελής. Η νοσηλεύτρια, π.χ., καθαρίζει καλά το δέρμα πριν από όλες τις επεμβατικές διαδικασίες, εξετάζει τον ασθενή για περιεδρικές εξελκώσεις, χρησιμοποιεί αυστηρά άσηπτες τεχνικές όταν εγκαθίσταται ενδοφλέβια γραμμή, και αλλάζει διατάξεις (δηλαδή, την ενδοφλέβια διασωλήνωση και το σχετιζόμενο εξοπλισμό) σύμφωνα με τα χημειοθεραπευτικά πρωτόκολλα. Εάν ο ασθενής λαμβάνει ενδοραχιαίως χημειοθεραπεία, το σημείο της οσφυονωτιαίας παρακέντησης ελέγχεται συχνά για αιμορραγία ή διαρροή. Ο ασθενής και η οικογένεια μαθαίνουν να αναγνωρίζουν τα σημεία της λοίμωξης (πυρετός, ρίγη, πονόλαιμος, βήχας, δυσκολίες στην ούρηση) και παροτρύνονται να τα αναφέρουν άμεσα στον ογκολόγο. Για την αποφυγή των λοιμώξεων σε ουδετεροπενικούς ασθενείς, εφαρμόζονται αυστηρά πρωτόκολλα για το πλύσιμο των χεριών, ειδικές δίαιτες και ροή αέρα με αρνητική πίεση ή άλλα μέτρα απομόνωσης. Ο ασθενής παρακολουθείται για αιμορραγία. Εάν συμβεί αιμορραγία, εφαρμόζονται κομπρέσες και το σημείο της αιμορραγίας ανυψώνεται. Συχνά, χρειάζεται μετάγγιση αιμοπεταλίων ή άλλων έμμορφων συστατικών. Αναλγητικά χορηγούνται όπως κρίνεται αναγκαίο, ενώ μπορούν να χρησιμοποιηθούν μη επεμβατικές τεχνικές για τη λύση του άλγους και μέτρα ανακούφισης, όπως αλλαγές στη θέση, διέγερση του δέρματος, περισπασμό, αναπνοή χαλάρωσης και άλλες τεχνικές. Επιπλοκές της περίθαλψης όπως ναυτία, έμεση, στοματικές εξελκώσεις, πυρετός και τροποποίηση της νοητικής κατάστασης αναφέρονται άμεσα στο θεράποντα ιατρό. Το πρόγραμμα περίθαλψης και επισκέψεων θα πρέπει να είναι ευέλικτο. Τόσο ο ασθενής όσο και η οικογένεια ενθαρρύνονται να συμμετέχουν στην περίθαλψη όσο γίνεται περισσότερο. Γίνονται παραπομπές σε κέντρα κοινωνικών υπηρεσιών, σε κέντρα οικιακής περίθαλψης και σε ομάδες υποστήριξης. Εάν ο ασθενής δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία και έχει φθάσει στο τελικό στάδιο της νόσου, μπορεί να ενδείκνυται η υποστηρικτική νοσηλευτική φροντίδα.

Aliases (separate with |): Λευχαιμία
λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων

Μια χρόνια, χαμηλού βαθμού αιματολογική κακοήθεια Β λεμφοκυττάρων ανώμαλου σχήματος ("τριχωτά κύτταρα"). Η νόσος χαρακτηρίζεται από πανκυτταροπενία και σπληνομεγαλία. Η μέση επιβίωση ασθενών που δεν υποβάλλονται σε θεραπεία είναι περίπου 5 έτη. Η νόσος είναι σπάνια, αποτελώντας μόνο το 1% με 2% του συνόλου των λευχαιμιών. Η μέση ηλικία των ασθενών είναι τα 50 έτη, η νόσος προσβάλλει συνηθέστερα τους άντρες, σε αναλογία 4 προς 1 σε σχέση με τις γυναίκες.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Είναι συνηθισμένη η απώλεια βάρους, ο υπερμεταβολισμός, οι λοιμώδεις επιπλοκές και η κοιλιακή δυσφορία εξαιτίας της σπληνομεγαλίας.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Έχουν χρησιμοποιηθεί η κλαδριβίνη, η πεντοστατίνη, η 2-χλωροδεοξυαδενοσίνη και η φλουδαραβίνη.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Πριν τη διαθεσιμότητα των χημειοθεραπευτικών παραγόντων, η μέση επιβίωση ήταν τα 4,6 έτη για ασθενείς χωρίς σπληνεκτομή και 6,4 για αυτούς που είχαν υποβληθεί σε σπληνεκτομή. Η χρήση της χημειοθεραπείας σε ασθενείς με HCL ενδέχεται να παρατείνει το χρόνο επιβίωσης.

Aliases (separate with |): Λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων
ληθαργικη εγκεφαλίτιδα

Μια μορφή εγκεφαλίτιδας που εμφανιζόταν συχνά μετά από την πανδημία γρίπης του 1917 και 1918 και σπάνια έκτοτε. Τα κύρια χαρακτηριστικά της περιλαμβάνουν παράλυση των οφθαλμοκινητικών μυών και έντονη υπνηλία η κώμα. Τα άτομα που επιβίωσαν, ανέπτυξαν μια παρκινσονικού τύπου νόσο.

Aliases (separate with |): Ληθαργικη εγκεφαλίτιδα
λίθος

Οποιαδήποτε παθολογική εναπόθεση, κοινώς καλούμενος λίθος, μέσα σε έναν ζωικό οργανισμό. Ένας λίθος αποτελείται συνήθως από μεταλλικά άλατα. Αυτές οι παθολογικές εναποθέσεις μπορούν να εμφανιστούν στη χοληδόχο κύστη, στους νεφρούς, στους ουρητήρες, στην ουροδόχο κύστη, ή στην ουρήθρα και σχηματίζονται συνήθως από κρυσταλλικά ουρικά άλατα συγκρατημένα μεταξύ τους με πυκνή οργανική ύλη. Βλ.: gallstone kidney stone.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι νεφρικοί λίθοι μπορούν να προκληθούν από την ανώμαλη λειτουργία των παραθυρεοειδών αδένων, διαταραγμένο μεταβολισμό του ουρικού οξέος, όπως στην ουρική αρθρίτιδα, ή από την υπερβολική κατανάλωση γάλακτος, οξαλικών και αλκάλεων. Το αίτιο πολλών λίθων των νεφρών είναι άγνωστο.

Aliases (separate with |): Λίθος
λιπαρό οξύ

Ένας υδατάνθρακας στον οποίο έναν από τα άτομα υδρογόνου έχει αντικατασταθεί από μια καρβοξυλομάδα (COOH) ένα μονοβασικό αλειφατικό οξύ που σχηματίζεται με τη σύνδεση μιας αλκυλικής ρίζας και μια καρβοξυλομάδας.

Τα κορεσμένα λιπαρά οξέα έχουν απλούς δεσμούς στην καρβονική τους αλυσίδα με τον γενικό τύπο Cn+1H2n+3-COOH. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται το οξικό, μυρμηκικό, βουτυρικό, καπρικό, καπρονικό, καπρυλικό, λουρικό, μυριστικό, παλμιτικό και στεατικό οξύ. Τα ακόρεστα λιπαρά οξέα έχουν έναν ή δύο διπλούς ή τριπλούς δεσμούς στην καρβονική αλυσίδα τους. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται τα της ελαϊκής σειράς (ελαϊκό, τιγλικό, υπογεϊκό και παλμιτοελαϊκό) και τα λινελαϊκά (λινελαϊκό, λινολενικό, κλουπανοδονικό, αραχιδονικό, υδροκαπρικό και χαλμουγρικό). Τα λιπαρά οξέα δεν διαλύονται στο νερό. Αυτή τους η ιδιότητα θα εμπόδιζε την απορρόφηση τους από το έντερο εάν δεν δρούσαν τα χολικά άλατα στα λιπαρά οξέα προκειμένου να τα μετατρέψουν σε απορροφήσιμα.

Aliases (separate with |): Λιπαρό οξύ
λιποπρωτεΐνη

Συνεζευγμένες χημικές ενώσεις στην κυκλοφορία του αίματος, που αποτελούνται από απλές πρωτεΐνες προσδεδεμένες σε λίπος. Η χοληστερόλη, τα φωσφολιπίδια και τα τριγλυκερίδια αποτελούν όλα λιπώδη συστατικά των λιποπρωτεϊνών. Η ανάλυση των συγκεντρώσεων και των αναλογιών των λιποπρωτεϊνών στο αίμα παρέχει σημαντικές πληροφορίες για τον κίνδυνο που διατρέχει ο ασθενής για αθηροσκλήρωση, στεφανιαία αρτηριακή νόσο και θάνατο. Οι λιποπρωτεΐνες ταξινομούνται ως πολύ χαμηλής πυκνότητας (very low-density, VLDL), χαμηλής πυκνότητας (low-density, LDL), ενδιάμεσης πυκνότητας (intermediate-density, IDL) και υψηλής πυκνότητας (high-density, HDL). Τα αυξημένα επίπεδα των LDL και της ολικής χοληστερόλης αυξάνουν άμεσα τις πιθανότητες που διατρέχει κάποιος για στεφανιαία νόσο (ΣΝ). Για το λόγο αυτό, οι LDL αναφέρονται κοινώς ως «κακή» χοληστερόλη. Αντίθετα, τα αυξημένα επίπεδα των HDL («καλή» χοληστερόλη) συνδέονται με μειωμένο κίνδυνο για ΣΝ. Το Εθνικό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης για τη Χοληστερόλη (National Education Cholesterol Program) έχει ορίσει ότι το επιθυμητό επίπεδο της LDL για άτομα που έχουν ΣΝ είναι τα 70-100 mg/dl· για άτομα χωρίς ΣΝ, το επιθυμητό επίπεδο είναι τα 130 mg/dl ή λιγότερο.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Τα αυξημένα επίπεδα των λιποπρωτεϊνών συνήθως είναι το αποτέλεσμα μιας δίαιτας ιδιαίτερα πλούσιας σε λιπαρά, κορεσμένα λιπαρά και χοληστερόλες. Σε έναν μικρό αριθμό ασθενών με υπερβολικά υψηλά επίπεδα λιποπρωτεϊνών, κάποιο ρόλο διαδραματίζουν οι γενετικές νόσοι.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα υψηλά επίπεδα των λιποπρωτεϊνών μπορεί να μην προκαλούν συμπτώματα αυτά καθ' αυτά, μέχρι την ανάπτυξη αρτηριακών αποφράξεων. Εάν οι αρτηρίες αποφραχθούν από λιποπρωτεΐνες, ενδέχεται να αναπτυχθούν ισχαιμικά συμπτώματα.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Τα παθολογικά επίπεδα των λιποπρωτεϊνών επανέρχονται στα φυσιολογικά όρια σε πολλούς ασθενείς που καταναλώνουν λιγότερα διαιτητικά λιπαρά και αυξάνουν το επίπεδο άσκησής τους. Όταν οι λιποπρωτεΐνες δεν προσεγγίζουν τα αναμενόμενα επίπεδα παρά τη δίαιτα και την άσκηση, χορηγούνται φάρμακα για την βελτίωση του λιποπρωτεϊνικού προφίλ. Σε αυτά περιλαμβάνονται φάρμακα όπως η νιασίνη, οι ρητίνες ανταλλαγής ιόντων και οι στατίνες.

Aliases (separate with |): Λιποπρωτεΐνη
λίπος

Εμβολισμός προκαλούμενος από σφαιρίδια λίπους, που αποφράσσουν τα αιμοφόρα αγγεία. Συμβαίνει συχνά μετά από κάταγμα μακρών και πυελικών οστών, μερικές φορές μετά από έγχυση λιπωδών διαλυμάτων και μπορεί να προκαλέσει διάχυτη ενδαγγειακή πήξη, μεταξύ άλλων σοβαρών προβλημάτων.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα ευρήματα περιλαμβάνουν διέγερση, ανησυχία, παραλήρημα, σπασμούς, κώμα, ταχυκαρδία, ταχύπνοια, δύσπνοια, συρίττουσα αναπνοή, αιμόφυρτα πτύελα και πυρετό, ειδικά τις πρώτες 24- 48 ώρες μετά τον τραυματισμό, οπότε και είναι πιο συχνή η εμφάνιση των λιπωδών εμβόλων. Μπορεί να εμφανισθούν πετέχειες στο στοματικό βλεννογόνο, στους επιπεφυκότες, στο στήθος και στις μασχάλες. Αιμορραγίες στον αμφιβληστροειδή μπορεί να γίνουν αντιληπτές κατά τη βυθοσκόπηση. Οι εργαστηριακές εξετάσεις μπορεί να αναδείξουν υποξαιμία, χαμηλή αιμοσφαιρίνη, λευκοκυττάρωση, θρομβο-κυττοπενία, αυξημένη λιπάση ορού και σφαιρίδια λίπους στα ούρα και στα πτύελα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Τα κατάγματα των μακρών οστών πρέπει να ανατάσσονται άμεσα. Οι περιορισμένες κινήσεις και ο ήπιος χειρισμός των καταγμάτων πριν την ανάταξη μπορεί να βοηθήσουν στην αποφυγή διαφυγής σφαιριδίων λίπους. Οι ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο (δηλ. αυτοί με κατάγματα μακρών οστών, σοβαρή κάκωση των μαλακών μορίων, τραυματισμό σε ήπαρ με λιπώδη διήθηση ή πολλαπλές κακώσεις) εκτιμώνται για συμπτώματα λιπώδους εμβολής. Οι ακτινογραφίες θώρακος εξετάζονται για στοιχεία διάστικτης σκίασης των πνευμονικών πεδίων και διάταση της δεξιάς κοιλίας και το καρδιογράφημα του ασθενούς εξετάζεται για ύπαρξη βαθέων κυμάτων S στην απαγωγή Ι, βαθέων κυμάτων Q στην απαγωγή ΠΙ και δεξιά απόκλιση του άξονα. Πρέπει να παρακολουθείται συχνά η αναπνευστική και νευρολογική κατάσταση του ασθενούς για σημεία υποξαιμίας. Ο ασθενής τοποθετείται σε θέση κατά Fowler, σε ορθοπνοϊκή ή όποια άλλη άνετη στάση για τη βελτίωση του αερισμού. Χορηγείται οξυγόνο σε υψηλή συγκέντρωση, ενώ σε περίπτωση που ο ασθενής δεν μπορεί να διατηρήσει μερική πίεση οξυγόνου PaO2 πάνω από 60 mmHg ενώ λαμβάνει οξυγόνο 40% με μάσκα, γίνεται διασωλήνωση και μηχανική υποστήριξη της αναπνοής. Θετική τελοεκπνευστική πίεση μπορεί να χρειαστεί για να διατηρηθούν οι λειτουργικές κυψελίδες διατεταμένες, βελτιώνοντας έτσι τη λειτουργική υπολειπόμενη χωρητικότητα. Η ενδοφλέβια χορήγηση υγρών βοηθά στην αποφυγή του σοκ. Πρέπει να παρακολουθείται και να καταγράφεται η χορήγηση και αποβολή υγρών για να αποφευχθεί η υπερφόρτωση με υγρά. Οι ασκήσεις με βαθιές εισπνοές και η σπιρομέτρηση με ελατήριο για τη διάνοιξη των ατελεκτατικών περιοχών του πνεύμονα μπορεί να βελτιώσουν την πνευμονική χωρητικότητα και τον αερισμό. Χορηγούνται τα κατάλληλα φάρμακα, που περιλαμβάνουν στεροειδή, ηπα-ρίνη και αγχολυτικά όπως η διαζεπάμη.

Aliases (separate with |): Λίπος
λιστερίωση

Λοίμωξη που οφείλεται στο είδος Listeria monocytogenes- ένα ενδοκυτταρικό βακτήριο που εντοπίζεται στο έδαφος και προκαλεί ήπια τροφική δηλητηρίαση σε υγιή άτομα και βαριά συστηματική νόσο σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς, μεγαλύτερους ενήλικες, εγκύους και νεογνά. Ο οργανισμός μπορεί να εντοπισθεί στο κρέας ή στα γαλακτοκομικά προϊόντα από μολυσμένα ζώα, σε λαχανικά μολυσμένα από χώμα ή νερό που περιέχουν τον οργανισμό, ή σε παρασκευασμένα τρόφιμα, όπως το ζαμπόν, που μολύνονται μετά την παραγωγή τους. Αντίθετα με άλλα παθογόνα που μεταφέρονται με τα τρόφιμα, η Listeria αυξάνεται στα τρόφιμα ακόμα και εάν καταψυχθούν. Αυξάνεται επίσης στα τοιχώματα των καταψυκτών και μπορεί να μολύνει και άλλα τρόφιμα. Ο οργανισμός καταστρέφεται με θέρμανση, και έτσι ο κίνδυνος εντοπίζεται σε τρόφιμα που σερβίρονται κρύα ή δεν θερμαίνονται στους 70°C επί τουλάχιστον 2 λεπτά. Το Υπουργείο Γεωργίας συνιστά στα άτομα που βρίσκονται σε κίνδυνο λοιμώξεως να μην καταναλώνουν hot dogs, ζαμπόν, ξηρά λουκάνικα, άβρα-στο γάλα και μαλακά τυριά (π.χ. μπρι, μπλε τυρί) ή τυριά που παρασκευάζονται από απεξέργαστο γάλα. Στις εγκύους, η Listeria προσβάλλει το αμνιακό υγρό και προκαλεί αυτόματη αποβολή. Σε ανοσοκατεσταλμένους ενήλικες και σε νεογνά προκαλεί συνήθως μηνιγγίτιδα.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Η αμπικιλλίνη με κεφτριαξόνη ή κεφοταξίμη, ή η αμπικιλλίνη με μια αμινογλυκοσίδη έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση της μηνιγγίτιδας που οφείλεται σε Listeria. Εάν ο ασθενής είναι αλλεργικός στην πενικιλλίνη, τότε θα πρέπει να χρησιμοποιείται τριμεθοπρίμη ή σουλφαμεθοξαζόλη. Η δεξαμεθαζόνη μπορεί να χορηγηθεί πριν την αντιβιοτική θεραπεία για την μείωση του εγκεφαλικού οιδήματος.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Δημόσια εκπαίδευση απαιτείται για την ενημέρωση των εγκύων, των μεγαλύτερων ενηλίκων, των ανοσοκατεσταλμένων ατόμων ή εκείνων που έχουν προσβληθεί από HIV, για τον κίνδυνο των έτοιμων προς βρώση τροφίμων, όπως τα αλλαντικά και τα μαλακά τυριά. Οι τεχνικές ασφαλούς διαχείρισης των τροφίμων για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου λοίμωξης, περιλαμβάνουν το καλό πλύσιμο των χεριών (επί τουλάχιστον 20 δευτερόλεπτα) όταν γίνεται μεταχείριση έτοιμων προς βρώση κρύων τροφίμων, πλύσιμο των επιφανειών κοπής και των άλλων σκευών με ζεστό νερό και σαπούνι πριν τη χρήση τους για άλλα τρόφιμα, διατήρηση των αμαγείρευτων τροφίμων ξεχωριστά από τα μαγειρεμένα, και πλύσιμο όλων των φρούτων και λαχανικών πριν τη βρώση τους, ακόμα και αυτών που προέρχονται από έναν ιδιωτικό κήπο.

Aliases (separate with |): Λιστερίωση
λόγος αναπνευστικής συχνότητας προς τον αναπνεόμενο όγκο

Στο μηχανικό αερισμό, η μέτρηση της ταχύτητας και του βάθους της αυθόρμητης αναπνοής, που χρησιμοποιείται στην αξιολόγηση της εξάρτησης του ασθενή από το μηχανικό αερισμό. Όσο υψηλότερος είναι ο λόγος, τόσο μικρότερη η πιθανότητα να είναι ο ασθενής σε θέση να αναπνέει, χωρίς τη βοήθεια μηχανικού αερισμού.

Aliases (separate with |): Λόγος αναπνευστικής συχνότητας προς τον αναπνεόμενο όγκο
λόγος, ομιλία
  1. Η προφορική έκφραση των σκέψεων ενός ατόμου.
  2. Η πράξη εκφοράς έναρθρων λέξεων ή ήχων.
  3. Λέξεις που χρησιμοποιούνται στην ομιλία με στόχο την επικοινωνία.

Ιστορικά, ορισμένοι αδροί ήχοι θεωρείται ότι εξυπηρέτησαν ως προειδοποιήσεις ή απειλές μαζί με προσωπικές ή σωματικές εκφράσεις. Καθώς οι ήχοι διαφοροποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό κάθε ένας συνδέθηκε και σταδιακά ταυτίσθηκε με συγκεκριμένη έννοια. Αυτές οι λέξεις-σύμβολα είναι πολύτιμα εργαλεία στη νοερή σύλληψη ενώ η σκέψη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτό το νοερό λόγο. Περαιτέρω ταυτίσεις κατέστησαν εφικτά τα οπτικά σύμβολα (γραπτός λόγος) παρότι η πρωτόγονη γραπτή γλώσσα ήταν εντελώς άσχετη προς την προφορική. Τα σύμβολα ήταν αδρές αναπαραστάσεις αντικειμένων.

Ο έναρθρος λόγος προϋποθέτει το συντονισμό του λάρυγγα, του στόματος, των χειλιών, του θώρακα και των σπλαγχνικών μυών. Τα όργανα αυτά δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη νεύρωση για την εκφορά λόγου αλλά οι ανώτεροι νευρώνες ανταποκρίνονται σε σύνθετα κινητικά πρότυπα πεδία, τα οποία μετατρέπουν την ιδέα σε κατάλληλες κινητικές διεγέρσεις.

Aliases (separate with |): Λόγος, ομιλία
λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα

Ενδοκαρδίτιδα που οφείλεται σε μικροοργανισμούς, π.χ. οποιοδήποτε στέλεχος στρεπτόκοκκου η σταφυλόκοκκου, τα είδη του Haemophilus η άλλων HACEK βακτηρίων (π.χ. Actinobacillus actinomycetem comitans, Cardiobacterium hominis, Eikenella corrodens και Kingella kingae), εντερικά βακτήρια, ρικέτσιες, χλαμύδια η μύκητες. Παραδοσιακά, η λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα έχει ταξινομηθεί ως οξεία, όταν η νόσος εμφανίζει απότομη έναρξη, οφειλόμενη σε καθετήρες, όταν το υπεύθυνο μικρόβιο έχει φθάσει στην καρδιά μέσω ενός καθετήρα, με αρνητική καλλιέργεια όταν το ηχοκαρδιογράφημα αποκαλύπτει εκβλαστήσεις και πληρούνται και άλλα κριτήρια της νόσου, αλλά ο υπεύθυνος μικροοργανισμός δεν απομονώνεται στις καλλιέργειες αίματος, προσθετική, όταν εμφανίζεται μετά από εμφύτευση προσθετικής καρδιακής βαλβίδας, δεξιά, όταν εμφανίζεται στην τριγλώχινα η στην πνευμονική βαλβίδα και υποξεία, όταν εκδηλώνεται μετά από αρκετές εβδομάδες η μήνες από την εμφάνιση ανορεξίας, χαμηλής πυρετικής κίνησης και κακουχίας. Στις ΗΠΑ, οι άνδρες πάσχουν πιο συχνά από τις γυναίκες.

Ασθενείς με ιστορικό κατάχρησης ναρκωτικών ουσιών, σακχαρώδους διαβήτη, ανοσοκαταστολής η ρευματικής καρδιακής νόσου είναι πιο πιθανό να νοσήσουν απ ό,τι άλλα άτομα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Ασθενείς με υποξεία λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα μπορεί να εμφανίζουν ασαφή συμπτώματα, όπως χαμηλή πυρετική κίνηση, ανορεξία, κακουχία και μυαλγίες. Ασθενείς με οξεία λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα παρουσιάζουν συχνά υψηλό πυρετό, καταβολή, ρίγη και εφιδρώσεις, δυσκαμψία στις αρθρώσεις η οσφυαλγία, συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας (ιδίως αν η λοίμωξη έχει παραμορφώσει πλήρως μια καρδιακή βαλβίδα η τις προσφύσεις της), καρδιακό αποκλεισμό (εάν η λοίμωξη έχει διαβρώσει το σύστημα αγωγής της καρδιάς), συμπτώματα από την εξάπλωση της λοίμωξης στους πνεύμονες η στις μήνιγγες (π.χ. βήχας, κεφαλαλγία, αυχενική δυσκαμψία η σύγχυση), συμπτώματα εγκεφαλικού επεισοδίου, νεφρικής ανεπάρκειας, εξανθήματα (όπως πετέχειες) η άλλα ευρήματα. Τα σημεία της νόσου περιλαμβάνουν πυρετό, καρδιακά φυσήματα η οζώδεις βλάβες στα χέρια και στα πόδια (οζίδια του Osler και βλάβες του Janeway). Σε μερικούς ασθενείς παρατηρούνται βαμβακόμορφες κηλίδες στον αμφιβληστροειδή (κηλίδες του Roth).

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Οι καλλιέργειες αίματος, ειδικά όταν αποβαίνουν σταθερώς θετικές, θέτουν τη βάση για τη διάγνωση της λοιμώδους ενδοκαρδίτιδας. Τα σύγχρονα κριτήρια για τη διάγνωση περιλαμβάνουν επίσης την οπτική επιβεβαίωση των ενδοκαρδιακών βλαβών με το υπερηχογράφημα, την ύπαρξη και άλλων διαταραχών, όπως εμμένοντες πυρετοί σε άτομο που έχει γνωστό ιστορικό ενδοφλέβιας χρήσης ουσιών η προσθετικής καρδιακής βαλβίδας, σηπτικά έμβολα στους πνεύμονες η άλλα όργανα και χαρακτηριστικά ευρήματα από το δέρμα. Μερικές φορές, σε άτομα που καταλήγουν από εμπύρετη νόσο ανακαλύπτονται λοιμώδεις εκβλαστήσεις στις καρδιακές βαλβίδες κατά τη νεκροτομή.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Η λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα είναι θανατηφόρα στο 10- 25% των περιπτώσεων. Ο θάνατος είναι πιο πιθανό να επέλθει σε ασθενείς που έχουν υποστεί εγκεφαλικά έμφρακτα από σηπτικά έμβολα η σε ασθενείς που αναπτύσσουν συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Οι ασθενείς με δεξιά ενδοκαρδίτιδα έχουν καλύτερη πρόγνωση απ ότι ασθενείς με άλλες μορφές της νόσου.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Πολλοί ασθενείς αναρρώνουν μετά από μακροχρόνια θεραπεία με ενδοφλέβια χορήγηση αντιβιοτικών. Μερικοί (π.χ. αυτοί με καρδιακή ανεπάρκεια η σοβαρές βλάβες στην καρδιά) μπορεί να χρειαστεί να υποβληθούν σε επέμβαση για αντικατάσταση των προσβεβλημένων βαλβίδων η για αφαίρεση των αποστημάτων από το μυοκάρδιο.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Κατά την οξεία φάση της νόσου, οι ασθενείς παρακολουθούνται για σημεία καρδιακής ανεπάρκειας (π.χ. ρόγχοι, οίδημα, μεταβολές η εμφάνιση νέου καρδιακού φυσήματος), εγκεφαλικών εμφράκτων (π.χ. παράλυση, αφασία, μεταβολές του επιπέδου συνείδησης) και έμβολα στους νεφρούς (π.χ. μείωση της αποβολής ούρων, αιματουρία) ή στο σπλήνα (π.χ. άλγος στο αριστερό άνω τεταρτημόριο της κοιλίας). Λαμβάνονται τακτικά καλλιέργειες αίματος για να διαπιστωθεί η αποτελεσματικότητα της αντιβιοτικής θεραπείας. Γίνονται παθητικές και ενεργητικές ασκήσεις των άκρων για διατήρηση του μυϊκού τόνου ώσπου να μπορέσει να εφαρμοστεί ένα ήπιο, προοδευτικά αυξανόμενης έντασης πρόγραμμα άσκησης που δεν επιβαρύνει το καρδιακό φορτίο.

Aliases (separate with |): Λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα
λοιμώδης κολίτιδα

Φλεγμονή του κόλου, προκαλούμενη από λοιμογόνους οργανισμούς όπως οι αμοιβάδες, τα βακτήρια και τα πρωτόζωα. Μπορεί να προκληθεί από ποικιλία παθογόνων, περιλαμβανομένων των Campylobacter, Cryptosporidium, Escherichia coli, Entamoeba histolytica, Giardia, Salmonella και Shigella.

Aliases (separate with |): Λοιμώδης κολίτιδα
λοιμώδης μονοπυρήνωση

Μια οξεία λοιμώδης νόσος που προκαλείται από τον ιό Epstein-Barr (EBV), μέλος της ομάδας των ερπητοϊών. Είναι πιο κοινή στις Η.Π.Α σε άτομα ηλικίας μεταξύ 15 και 25 ετών (δηλ., σε εφήβους και νέους ενήλικες της ηλικίας του λυκείου ή του κολεγίου)· μετά από αυτή την ηλικία, οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άνοσοι για τον EBV. Η νόσος αναφέρεται κάποιες φορές στην καθομιλουμένη ως «η νόσος του φιλιού».

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ Ο ιός μεταδίδεται με το σίελο και μολύνει τα επιθηλιακά κύτταρα του στοματοφάρυγγα, του ρινοφάρυγγα και των σιελογόνων αδένων πριν τη διασπορά στο λεμφοειδή ιστό (π.χ., λεμφαδένες, σπλήνας, ήπαρ) μέσω μολυσμένων Β λεμφοκυττάρων. Η περίοδος επώασης είναι 30 ως 45 μέρες.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τυπικά, η λοιμώδης μονοπυρήνωση προκαλεί μια αιφνίδια ή σταδιακή έναρξη (7 ως 14 μέρες) με συμπτώματα κρυολογήματος, συμπεριλαμβανομένων έντονης κυνάγχης, κόπωσης, κεφαλαλγίας, θωρακικού άλγους και μυαλγίας. Τα ευρήματα περιλαμβάνουν διογκωμένους, ευαίσθητους λεμφαδένες (λεμφαδενοπάθεια), εξιδρωματική αμυγδαλίτιδα και έναν διογκωμένο σπλήνα. Παρατηρείται λευ-κοκυττάρωση με άτυπα λεμφοκύτταρα. Η λοίμωξη συνήθως διαρκεί 2 με 4 εβδομάδες.

Σπανίως, η λοιμώδης μονοπυρήνωση επιπλέκεται με αιμολυτική αναιμία, ηπατομεγαλία, ίκτερο, μηνιγγοεγκεφαλίτιδα ή πνευμονίτιδα. Στην Αφρική, λανθάνουσα λοίμωξη από EBV μπορεί να σχετίζεται με την ανάπτυξη λεμφώματος Burkitt.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η διάγνωση της λοιμώδους μονοπυρήνωσης βασίζεται στην εκτίμηση των σημείων και των συμπτωμάτων, στην παρουσία άτυπων λεμφοκυττάρων και IgM αντισωμάτων στο αίμα και σε θετική ετερόφιλη αντίδραση με ερυθρά αιμοσφαίρια προβάτου (μονοτέστ). Η διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει τη λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό, τη νόσο εξ ονύχων γαλής, τη λοίμωξη από τοξόπλασμα και την οξεία έναρξη λοίμωξης με HIV.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία για τη λοιμώδη μονοπυρήνωση· μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση του πυρετού, της κεφαλαλγίας, της κυνάγχης και των μυαλγιών. Κορτικοστεροειδή μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τις επιπλοκές. Η πλήρης ανάρρωση είναι συνήθης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Κατά την οξεία φάση, ο ασθενής ενθαρρύνεται να απέχει από τη δραστηριότητα και να διατηρεί επαρκή ανάπαυση για τη μείωση της κόπωσης. Γενικά, οι ασθενείς μπορούν να αναλάβουν δραστηριότητα που δεν προϋποθέτει μεγάλη προσπάθεια μετά από 1 με 2 εβδομάδες και να ανακτήσουν το επίπεδο της φυσιολογικής τους δραστηριότητας σε 4 με 6 εβδομάδες. Αν ο σπλήνας είναι μεγεθυσμένος, οι ασθενείς θα πρέπει να αποφύγουν αθλήματα με επαφή και να μην σηκώνουν περισσότερες από 4,5 κιλά μέχρι να επιτραπεί από τον ιατρό, ώστε να προληφθεί τραυματισμός ή ρήξη του σπλήνα.

Aliases (separate with |): Λοιμώδης μονοπυρήνωση
λοίμωξη με κυτταρομεγαλοϊό

Επίμονη, λανθάνουσα μόλυνση των λευκοκυττάρων, προκαλούμενη από τον κυτταρομεγαλοϊό (CMV), έναν ερπητοϊό της β-ομάδας, συνήθως κατά την παιδική ηλικία ή την αρχική ενηλικίωση. Τα περιστατικά είναι αυξημένα σε άτομα χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Η πρωτογενής λοίμωξη είναι συνήθως ήπια σε άτομα με φυσιολογική ανοσολογική λειτουργία, αλλά ο CMV μπορεί να επανενεργοποιηθεί και να προκαλέσει εκτεταμένη ασθένεια σε εγκύους γυναίκες, άτομα με AIDS, ή σε εκείνους που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτική θεραπεία κατόπιν μεταμόσχευσης οργάνου.

Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η γυναίκα μπορεί να μεταδώσει τον ιό στο έμβρυο, με καταστροφικά αποτελέσματα. Περίπου 10% των βρεφών αναπτύσσουν ασθένεια εγκλείστων CMV, χαρακτηριζόμενη από αναιμία, θρομβοκυτταροπενία, πορφύρα, ηπατοσπληνομεγαλία, μικροκεφαλία και ανώμαλη διανοητική ή κινητική ανάπτυξη. Περισσότερο από το 50% αυτών των βρεφών αποθνήσκουν. Οι περισσότερες εμβρυϊκές μολύνσεις συμβαίνουν, όταν η μητέρα μολύνεται για πρώτη φορά με τον CMV κατά τη διάρκεια αυτής της εγκυμοσύνης, αλλά μπορεί επίσης να συμβεί μετά από επανα-μόλυνση ή επανενεργοποίηση του ιού. Οι ασθενείς με AIDS ή μεταμοσχεύσεις οργάνων μπορεί να αναπτύξουν γενικευμένη λοίμωξη η οποία προκαλεί αμφιβληστροειδίτιδα, οισο-φαγίτιδα, κολίτιδα, μηνιγγοεγκεφαλίτιδα και φλεγμονή των νεφρικών σωληναρίων.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ο CMV μεταδίδεται από άτομο σε άτομο μέσω της σεξουαλικής δραστηριότητας, κατά την εγκυμοσύνη ή τον τοκετό, κατά τη διάρκεια μεταμόσχευσης οργάνων, ή από μολυσμένες εκκρίσεις. Σπανίως, οι μεταγγίσεις αίματος (σε ποσοστό 5%) περιέχουν λανθάνοντα CMV. Οι ιατροί ή άλλοι επαγγελματίες υγείας, οι οποίοι περιθάλπουν μολυσμένα νεογέννητα ή ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς, δεν διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να τους μεταδοθεί μόλυνση CMV από εκείνους που περιθάλπουν άλλες ομάδες ασθενών (περίπου 3%). Οι έγκυες γυναίκες και όλοι οι ιατρικοί επαγγελματίες πρέπει να ακολουθούν αυστηρά στις πρότυπες προφυλάξεις πρόληψης μολύνσεων.

ΣΥΜΠΤΏΜΑΤΑ: Η πρωτογενής λοίμωξη στα υγιή άτομα είναι συνήθως ασυπτωματική, αλλά ορισμένα άτομα αναπτύσσουν συμπτώματα τύπου μονοπυρήνωσης (πυρετό, πονόλαιμο, πρησμένους αδένες). Τα συμπτώματα στους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς σχετίζονται προς το οργανικό σύστηματο οποίο έχει μολυνθεί από CMV και περιλαμβάνουν θολή όραση η οποία εξελίσσεται προοδευτικώς σε τύφλωση, βαριά διάρροια και βήχα, δύσπνοια και υποξυαιμία. Τα αντισώματα τα οποία ανιχνεύονται στο αίμα ταυτοποιούν τη μόλυνση αλλά δεν προστατεύουν έναντι της επανενεργοποίησης του ιού.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Χρησιμοποιούνται αντιικοί παράγοντες, όπως το ganciclovir και το foscarnet, για τη θεραπεία αμφιβληστροειδίτιδας, κολίτιδας και πνευμονίτιδας στους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς. Η χρόνια αντιική θεραπεία έχει χρησιμοποιηθεί ώστε να καταστείλει τον CMV, αλλά αυτό το πρωτόκολλο δεν έχει αποδειχθεί αποτελεσματικό στην πρόληψη της υποτροπής του CMV, ή της ανάπτυξης μηνιγγοεγκεφαλίτιδας. H ganciclovir έχει περιορισμένη δράση στη συγγενή λοίμωξη με CMV. Δεν υπάρχει διαθέσιμο εμβόλιο.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι επαγγελματίες υγείας μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη μολύνσεων CMV, συμβουλεύοντας τις εγκύους, τις γυναίκες σε ηλικία μητρότητας και τα ανοσοκατεσταλμένα άτομα να αποφεύγουν την έκθεση με άτομα τα οποία έχουν επιβεβαιωμένη ή είναι ύποπτα για μόλυνση με CMV. Ο ιός εξαπλώνεται από άτομο σε άτομο, λόγω της έκθεσης στο αίμα (π.χ., στις μεταγγίσεις) και σε άλλα σωματικά υγρά περιλαμβανομένων των κοπράνων, των ούρων και του σιέλου. Η επαφή με τις πάνες ή τα σάλια μολυσμένου παιδιού μπορεί να επιφέρει μόλυνση σε άτομο το οποίο δεν είχε εκτεθεί σε αυτή προηγουμένως. Η CMV λοίμωξη είναι η συνηθέστερη συγγενής λοίμωξη. Προσβάλλει περίπου 35.000 νεογέννητα ετησίως. Η πρόσφατη λοίμωξη με CMV κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικίνδυνη στο αναπτυσσόμενο έμβρυο. Ώς αποτέλεσμα, οι νεαρές γυναίκες στις οποίες δεν ανιχνεύονται αντισώματα έναντι του CMV πρέπει να αποφεύγουν να φροντίζουν μολυσμένα παιδιά. Στις ΗΠΑ, οι νοσηλευτές οι οποίοι δεν συμβούλευσαν μολυσμένους ασθενείς σχετικά με τον κίνδυνο να μεταδώσουν τον CMV σε άλλους, έχουν κριθεί αμελείς από τα δικαστήρια. Οι γονείς παιδιών με βαριά συγγενή μόλυνση με CMV χρήζουν υποστήριξης και συμβουλευτικής αγωγής. Παρότι η λοίμωξη με CMV στις περισσότερες μη εγκύους ενήλικες γυναίκες δεν είναι επιβλαβής, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ασθένειες ή θάνατο σε άτομα με AIDS/HIV, μεταμοσχεύσεις οργάνων και άτομα τα οποία λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά ή χημειοθεραπευτικά φάρμακα. Οι μολυσμένοι με CMV ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς πρέπει να συμβουλευθούν σχετικά με τις χρήσεις των ενδεικνυόμενων φαρμακευτικών αγωγών, τη σημασία ολοκλήρωσης της πορείας της θεραπείας και τις παρενέργειες ώστε να τις αναφέρουν προκειμένου να βοηθηθούν για να τις αντιμετωπίσουν. Οι παροχείς ιατρικής βοήθειας των μολυσμένων ατόμων πρέπει να ακολουθούν γενικές προφυλάξεις, όταν χειρίζονται σωματικές εκκρίσεις.

Aliases (separate with |): Λοίμωξη με κυτταρομεγαλοϊό
λόχια

Το επιλόχειο έκκριμα αίματος, βλέννης και ιστών από τη μήτρα. Καθώς εξελίσσεται η φυσιολογική αυτολυτική διαδικασία επούλωσης, ο χαρακτήρας του εκκρίματος εξελίσσεται σε τρία στάδια:

1) αιματηρά λόχια· για τις πρώτες 2 έως 4 ημέρες, το έκκριμα έχει σαφή αιματηρή χροιά, 2) ορώδη λόχια· μεταξύ της 7ης και 10ης ημέρας, η γυναίκα εμφανίζει συνήθως ένα ορώδες ροδόχρουν έκκριμα, 3) λευκά λόχια· περί τη 10η ημέρα μετά τον τοκετό, το έκκριμα καθίσταται λευκό. Μια έντονη οσμή υποδεικνύει μόλυνση με σαπροφυτικούς οργανισμούς.

Aliases (separate with |): Λόχια
λύσσα

Θανατηφόρος νόσος του κεντρικού νευρικού συστήματος που προκαλείται από τον ιό της λύσσας. Η λοίμωξη ανθρώπου συμβαίνει ως αποτέλεσμα δήγματος από άγριο ζώο στο οποίο υπάρχει ο ιός. Σπάνια, μπορεί να μεταδοθεί με την εισπνοή λοιμογόνου αερίου μορίου ή με τη μόλυνση του επιπεφυκώτος ή άλλης βλεννογόνου μεμβράνης από τη σίελο μολυσμένου ζώου. Η μακρά περίοδος επώασης πριν τα σημεία της λύσσας γίνουν εμφανή είναι 3-12 εβδομάδες. Αυτό σημαίνει ότι τα άγρια ζώα που δεν εμφανίζουν κανένα σημείο της νόσου είναι πιθανόν να είναι μολυσμένα αυξάνοντας έτσι το κίνδυνο της ανθρώπινης λοίμωξης.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η λύσσα συναντάται σχεδόν αποκλειστικά σε άγρια ζώα (ρακούν, ασβοί, τσακάλια, αλεπούδες, νυχτερίδες τα οποία αποτελούν πηγή λοίμωξης. Η λοίμωξη κατοικίδιων ζώων είναι σπάνια στις ΗΠΑ από το 1960, αλλά είναι πιθανόν να είναι προσβεβλημένοι σκύλοι και γάτες στις αναπτυσσόμενες χώρες Μετά τη λοίμωξη ο ιός πολλαπλασιάζεται στο ζώο επί μερικές ημέρες έως μήνες. Αυτή η περίοδος διεγείρει ανοσολογική απάντηση στα ιικά αντιγόνα. Ο ιός στη συνέχεια εξαπλώνεται διαμέσου του κυτταροπλάσματος των περιφερικών νευρικών αξόνων στο κεντρικό νευρικό σύστημα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα πρώιμα συμπτώματα στους ανθρώπους δεν είναι συνήθως συγκεκριμένα και περιλαμβάνουν πυρετό, αδιαθεσία και κεφαλαλγία. Τα εξελικτικά σημεία της εγκεφαλικής λοίμωξης είναι αυτά της εγκεφαλίτιδας και περιλαμβάνουν άγχος, σύγχυση, αϋπνία, υπερδιέγερση, παραλήρημα, ψευδαισθήσεις, σιελόρροια, έντονα αντανακλαστικά, σπασμούς και περιόδους λήθαργου που εναλλάσσονται κυκλικά με επεισόδια έντονης διέγερσης. Το κλασικό σύμπτωμα της υδροφοβίας (φοβίας του ύδατος) πιθανόν σχετίζεται με την επώδυνη σύσπαση των φαρυγγικών μυών που συμβαίνει κατά την κατάποση. Μόλις εμφανισθούν τα κλινικά σημεία, η νόσος είναι συνήθως θανατηφόρος εντός ημερών.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ:. Η διάγνωση της λύσσας γίνεται στα ζώα με αντισώματα άμεσου ανο-σοφθορισμού στον εγκεφαλικό ιστό. Στους ανθρώπους, εκτελούνται βιοψίες εγκεφάλου, δέρματος από τον αυχένα του τραχήλου, δοκιμασίες του εντυπώματος του κερατοειδούς, ή/και αντισώματα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, στο αίμα ή στους σιελογόνους αδένες.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Οι κτηνίατροι, όσοι χειρίζονται ζώα και όσοι έρχονται σε συχνή επαφή με ζώα πρέπει να λαμβάνουν πριν την έκθεση, προφύλαξη με εμβόλιο κατά της λύσσας. Το εμβόλιο δεν προλαμβάνει τη λοίμωξη με λύσσα αλλά απλοποιεί τη θεραπεία γιατί εξαλείφει την ανάγκη για ανοσοσφαιρίνη και μειώνει την ποσότητα του εμβολίου κατά της λύσσας που απαιτείται μετά την έκθεση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Ο ιατρός πρέπει να έλθει σε επαφή με την τοπική Υγειονομική Υπηρεσία ή την αντίστοιχη του Νομού για να καθορισθεί η ανάγκη για προφύλαξη μετά από έκθεση. Όλες οι πληγές πρέπει να καθαριστούν επιμελώς. Ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη που περιέχει προσχηματισμένα αντισώματα και μία δόση του εμβολίου κατά της λύσσας δίδονται άμεσα (πρώτη ημέρα). Επιπροσθέτως, τέσσερις δόσεις του εμβολίου χορηγούνται την 3η, 7η, 14η και 28η ημέρα. Καμία περίπτωση λύσσας δεν έχει εμφανισθεί όταν το πρωτόκολλο αυτό ακολουθείται αμέσως μετά την έκθεση. Οι περισσότεροι θάνατοι συμβαίνουν όταν οι άνθρωποι δεν αναζητούν ιατρική βοήθεια λόγω του οτι δεν είναι ενήμεροι για την πιθανότητα της λοίμωξης με λύσσα.

Aliases (separate with |): Λύσσα
λυτική βλάβη

Οστική βλάβη, όπου υπάρχει μικρότερη ποσότητα ασβεστίου από το φυσιολογικό.

Aliases (separate with |): Λυτική βλάβη
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL