Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Page:  1 2 Next »
Term Definition
κάθαρση κρεατινίνης

Ευαίσθητη μέθοδος εξέτασης της νεφρικής λειτουργίας, για την οποία απαιτείται συλλογή ούρων 24ώρου και δείγμα αίματος. Μερικές φορές πραγματοποιείται για να επιβεβαιωθεί εάν είναι ασφαλής η χορήγηση αντικαρκινικών φαρμάκων, που είναι νεφροτοξικά.

Aliases (separate with |): Κάθαρση κρεατινίνης
καθετηριασμός ουροδόχου κύστης

Η εισαγωγή σωλήνα παροχέτευσης μέσω της ουρήθρας στην ουροδόχο κύστη για την απομάκρυνση των ούρων. Ο καθετηριασμός της ουροδόχου κύστης μπορεί να πραγματοποιηθεί όταν απαιτούνται στείρα δείγματα ούρων για εργαστηριακή ανάλυση, όταν απαιτείται η ακριβής παρακολούθηση της παραγωγής ούρων (π.χ., σε μονάδες εντατικής παρακολούθησης), ή όταν οι ασθενείς παρουσιάζουν χρόνιες δυσκολίες κένωσης της κύστης.

Ασθενείς με χρόνιες δυσκολίες ούρησης φέρουν ορισμένες φορές μόνιμους καθετήρες, εναλλακτικά όμως μπορεί να τους δοθούν οδηγίες για τεχνικές άσηπτου, περιοδικού αυτοκαθετηριασμού. Για να το κάνουν αυτό, χρειάζεται να μάθουν για την ανατομίατης ουρήθρας τους και μεθόδους τις οποίες μπορούν να χρησιμοποιήσουν ώστε να αποφύγουν την είσοδο μικροβίων στην ουροδόχο κύστη (πλύσιμο των χεριών, περιουρηθρικός καθαρισμός και καθαρισμός του καθετήρα και αποθήκευση του καθετήρα). Οι περισσότεροι ασθενείς χρειάζεται να αυτοκαθετηριάζονιαι τέσσερις έως πέντε φορές ημερησίως. Ο προσεκτικά πραγματοποιούμενος περιοδικός καθετηριασμός παρουσιάζει λιγότερες πιθανότητες να προκαλέσει μόλυνση του ουροποιητικού σε σχέση με τον χρόνια εγκατεστημένο καθετήρα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Αφ' ότου εξηγηθεί η διαδικασία στον ασθενή, συναρμολογείται ο απαραίτητος εξοπλισμός και συνδέεται, εάν χρειάζεται, ο καθετήρας σε κλειστό σάκο παροχέτευσης. Το μπαλόνι στο άκρο του καθετήρα φουσκώνεται (και ξεφουσκώνεται) πριν από την εισαγωγή του για να εξασφαλίσει ότι ο καθετήρας θα παραμείνει εις θέση μετά την είσοδο του στην ουροδόχο κύστη. Ο ασθενής τοποθετείται σωστά και σκεπάζεται (βλ. οδηγίες για γυναίκες και άνδρες ασθενείς), προετοιμάζεται η περιοχή με αντισηπτικό διάλυμα και ο καθετήρας εισάγεται απαλά. Η άσηπτη τεχνική ακολουθείται διαρκώς καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και ο καθετήρας συνδέεται με κλειστό σύστημα παροχέτευσης πριν από την εισαγωγή. Ο σωλήνας ασφαλίζεται στο πόδι του ασθενούς, ο σωλήνας παροχέτευσης τυλίγεται στο κρεβάτι και ο σωλήνας που οδηγεί στο σάκο περισυλλογής ευθυγραμμίζεται προκειμένου να διευκολύνει την παροχέτευση μέσω βαρύτητας. Ο σάκος περισυλλογής αναρτάται πάνω από το δάπεδο. Προστατεύεται ο σωλήνας παροχέτευσης από το να έλθει σε επαφή με κάποια επιφάνεια κατά το άδειασμα του σάκου περισυλλογής. Το άνοιγμα εκροής σκουπίζεται με μάκτρο εμποτισμένο σε οινόπνευμα πριν ξαναδεθεί στο σάκο. Η περιοχή του αυλού πρέπει να καθαρίζεται σε ημερήσια βάση. Η ικανότητα του ασθενούς να κενώνει και να παραμένει εγκρατής αξιολογείται περιοδικά και διακόπτεται ο καθετηριασμός όταν αυτό είναι δυνατό. Παρατηρούνται και καταγράφονται τα αποτελέσματα της διαδικασίας, περιλαμβανομένου του χαρακτήρα και του όγκου των παροχετευόμενων ούρων καθώς και η αντίδραση του ασθενούς.

Γυναικείος (καθετηριασμός ουροδόχου κύστης): Η ασθενής πρέπει να είναι σε ραχιαία, ύπτια στάση σε σκληρό στρώμα ή σε εξεταστική κλίνη για να διευκολυνθεί η παρατήρηση του πόρου της ουρήθρας. Εναλλακτικά, λαμβάνεται η στάση λιθοτομής, με τους γλουτούς στο άκρο της εξεταστικής κλίνης και τα πόδια στους αναβολείς. Για γυναίκες ασθενείς με δυσκολίες κίνησης που περιλαμβάνουν τους γοφούς και τα γόνατα, η στάση του Sims, ή η αριστερή πλάγια στάση, μπορεί να είναι πιο άνετες και να επιτρέπουν την καλύτερη παρατήρηση. Μπορούν να τοποθετηθούν μαξιλάρια κάτω από το κεφάλι και τους ώμους προκειμένου να χαλαρώσουν οι κοιλιακοί μυς.

Ανδρικός (καθετηριασμός ουροδόχου κύστης): Ο ασθενής πρέπει να είναι σε ύπτια στάση με τα πόδια εκτεταμένα. Ενσταλάζεται λιπαντικό απευθείας μέσα στην ουρήθρα με μία προγεμισμένη σύριγγα, ώστε να διευκολύνει τη διέλευση του σωλήνα. Μετά τη διαδικασία, πρέπει να επιμεληθεί η επαναφορά της ακροποσθίας στην αρχική της θέση για να αποφευχθεί επακόλουθο πρήξιμο.

Aliases (separate with |): Καθετηριασμός ουροδόχου κύστης
κακοήθης αναιμία

Χρόνια μακροκυτταρική αναιμία που χαρακτηρίζεται από αχλωρυδρία Εμφανίζεται συχνότερα στις ηλικίες μεταξύ 40 και 80 ετών, σε Βορειοευρωπαίους με ανοικτόχρωμο δέρμα, αλλά έχει αναφερθεί και σε άλλες φυλές και εθνότητες. Είναι σπάνια στους νέγρους και στους Ασιάτες.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η κακοήθης αναιμία είναι ένα αυτοάνοσο νόσημα. Τα τοιχωματικά κύτταρα του στομάχου δεν μπορούν να εκκρίνουν σε επαρκή ποσότητα ενδογενή παράγοντα που είναι απαραίτητος για την εντερική απορρόφηση της Β12, του εξωγενή παράγοντα. Αυτό οφείλεται στην ατροφία του βλεννογόνου του θόλου του στομάχου και σχετίζεται με απουσία υδροχλωρικού οξέος.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Στα συμπτώματα της κακοήθους αναιμίας συμπεριλαμβάνεται η αδυναμία, τα έλκη της γλώσσας, οι παραισθησίες (τσιμπήματα και μουδιάσματα) των άκρων και τα συμπτώματα από το γαστρεντερικό, όπως είναι η διάρροια, η ναυτία, ο εμετός και ο πόνος· στην σοβαρή αναιμία, είναι δυνατόν να εκδηλωθούν και σημεία καρδιακής ανεπάρκειας.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Χορηγείται βιταμίνη Β12 παρεντερικά ή σε όσους ασθενείς ανταποκρίνονται καλά στην από του στόματος χορήγηση, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και αυτή η οδός.

Aliases (separate with |): Κακοήθης αναιμία
καλής διαφοροποίησης

Όγκος, τα κύτταρα του οποίου στο μικροσκόπιο μοιάζουν με του φυσιολογικού ιστού από τον οποίο προέρχεται (βλ. και πτωχής διαφοροποίησης, αδιαφοροποίητος όγκος).

Aliases (separate with |): Καλής διαφοροποίησης
κάλιο

ΣΥΜΒ: Κ. Μεταλλικό στοιχείο που αποτελεί το κύριο κατιόν του ενδοκυττάριου υγρού και σημαντικό ηλεκτρολύτη στο εξωκυττάριο υγρό. Μαζί με άλλους ηλεκτρολύτες (π.χ. νάτριο, μαγνήσιο, ασβέστιο, χλώριο), το κάλιο συμμετέχει σε πολλές λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένων της ομοιόστασης της κυτταρικής μεμβράνης, της μεταβίβασης των νευρικών ερεθισμάτων και της μυϊκής σύσπασης.

Το κάλιο, το οποίο αποτελεί το 0,35% του σωματικού βάρους ανευρίσκεται στις περισσότερες τροφές, περιλαμβανομένων των δημητριακών, του αρακά και των φασολιών, των νωπών λαχανικών, των νωπών ή αποξηραμένων φρούτων, των φρουτοχυμών, των καρπών ήλιου, των καρυδιών, της μελάσας, του κακάου, και των φρέσκων ψαριών, του βοδινού, του χοιρινού ή των πουλερικών. Η συνήθης ποσότητα καλίου που λαμβάνεται με την διατροφή ανέρχεται σε 50-150 mEq/ημέρα. Στα υγιή άτομα, οι νεφροί αποβάλλουν οποιαδήποτε περίσσεια καλίου που καταναλώνεται με την τροφή. Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, υπέρταση ή άλλες παθήσεις, το κάλιο του ορού θα πρέπει να ρυθμίζεται προσεκτικά στα κατάλληλα επίπεδα, ώστε να αποφευχθούν οι δυσμενείς συνέπειες της ανεπάρκειας ή της περίσσειας καλίου.

ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ: Σε έλλειψη καλίου (υποκαλιαιμία) ενδέχεται να εμφανιστούν μυϊκή αδυναμία, ζάλη, δίψα, σύγχυση, αλλαγές του ηλεκτροκαρδιογραφήματος και απειλητικές για τη ζωή αρρυθμίες.

ΠΕΡΙΣΣΕΙΑ: Το εξωκυττάριο κάλιο αυξάνεται στην νεφρική ανεπάρκεια, στα εγκαύματα, με καταστροφή των κυττάρων και απελευθέρωση του ενδοκυττάριου καλίου, στα συντριπτικά τραύματα ή σε σοβαρές λοιμώξεις, στην επινεφριδιακή ανεπάρκεια, στην υπερθεραπεία με άλατα καλίου και στη μεταβολική οξέωση. Η υπερκαλιαιμία προκαλεί αδυναμία και παράλυση, διαταραχή της ηλεκτρικής αγωγιμότητας της καρδιάς και ενδεχομένως κοιλιακή μαρμαρυγή και θάνατο. Μπορεί να αντιμετωπιστεί με την κατακράτηση καλίου, χορηγώντας φάρμακα, όπως σουλφονικό πολυστυρολιοϊκό νάτριο, μια ρητίνη ανταλλαγής κατιόντων για την ελάττωση της συγκέντρωσης του καλίου στα κύτταρα και γλυκονικό ασβέστιο, το οποίο εξουδετερώνει τις επιδράσεις του καλίου στην καρδιά.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η ταχεία έγχυση καλίου είναι επώδυνη και μπορεί να προκαλέσει σοβαρή υπερκαλιαιμία, η οποία επιπλέκεται από καρδιακές αρρυθμίες. Τα νοσοκομειακά πρωτόκολλα για την ενδοφλέβια χορήγηση καλίου θα πρέπει να τηρούνται προσεκτικά.

Aliases (separate with |): Κάλιο
καλσιτονίνη

Ορμόνη η οποία παράγεται από τον ανθρώπινο θυρεοειδή αδένα και η οποία είναι σημαντική για τη διατήρηση πυκνού, ισχυρού οστικού πλέγματος και για τη ρύθμιση των επιπέδων του ασβεστίου στο αίμα. Σε ασθενείς με μυελώδες καρκίνωμα του θυρεοειδούς, τα επίπεδα καλσιτονίνης είναι ιδιαίτερα αυξημένα και εξυπηρετούν ως καρκινικός δείκτης. H καλσιτονίνη του σολομού, χορηγούμενη ρινικά, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης.

Aliases (separate with |): calcitonin|hormone|Καλσιτονίνη
κανόνας των εννέα

Ένας τύπος αξιολόγησης του ποσοστού των περιοχών της επιφάνειας του σώματος, ιδιαίτερα χρήσιμος στην εκτίμηση του ποσοστού του δέρματος που έχει υποστεί έγκαυμα. Για τον ενήλικα η κεφαλή αναπαριστά το 9%· κάθε άνω άκρο 9%· η πρόσθια επιφάνεια του κορμού 18%· η οπίσθια επιφάνεια του κορμού 18%· κάθε κάτω άκρο 9%· και το περίνεο το υπόλοιπο 1%.

Aliases (separate with |): Κανόνας των εννέα
καντιντίαση

Μόλυνση του δέρματος ή των βλεννογόνων μεμβρανών από οποιοδήποτε είδος Candida αλλά κυρίως από την Candida albicans. Τα είδη Candida αποτελούν τμήμα της φυσιολογικής χλωρίδας του σώματος. Η candida αναπτύσσεται σε θερμές, υγρές περιοχές προκαλώντας επιπόλαιες μολύνσεις του στόματος, του κόλπου, των νυχιών και των δερματικών πτυχών των υγιών ανθρώπων. Σε ασθενείς με ανοσοα-νεπάρκειες, κεντρικές φλεβικές γραμμές και εγκαύματα ή σε εκείνους που υποβάλλονται σε περιτοναϊκή διάλυση, μπορεί να εισβάλλει στην κυκλοφορία προκαλώντας γενικευμένες μολύνσεις. ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι μολύνσεις με Candida προκαλούνται λογω διαταραχής της σύστασης της φυσιολογικής χλωρίδας ή μεταβολές στην άμυνα του ξενιστή. Η αντιβιοτική θεραπεία, η οποία καταστρέφει τα βακτήρια της φυσιολογικής χλωρίδας, και η εισπνεόμενη ή συστηματική θεραπεία με κορτικοστεροειδή που μειώνουν τη δραστηριότητα των λευκών αιμοσφαιρίων, αποτελούν κοινές διαδικασίες οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν καντιντίαση. Η αιδοιοκολπική καντιντίαση είναι συνήθης κατά την εγκυμοσύνη, πιθανώς ως το αποτέλεσμα αυξημένων επιπέδων οιστρογόνων.

ΚΑΝΤΙΝΤΙΑΣΗ

Μόλυνση των βάσεων των νυχιών (παρονυχία) μπορεί να συμβεί σε ανθρώπους τα χέρια των οποίων τοποθετούνται συχνά σε νερό, ή που φορούν κλειστά γάντια, ή λαμβάνουν χημειοθεραπεία. Η χρόνια βλεννογονο-δερματική καντιντίαση είναι συνήθης μεταξύ ασθενών με AIDS ή άλλες ανοσοκατασταλτικές ασθένειες. Οι συστηματικές μυκητιασικές μολύνσεις μπορεί να εντοπίζονται σε οποιοδήποτε όργανο, περιλαμβανομένου του εγκεφάλου, της καρδιάς, των νεφρών και των ματιών.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι στοματικές εξελκώσεις (άφθες) είναι ανορθωμένες, λευκές κηλίδες οι οποίες μπορούν εύκολα να αποξεσθούν, αποκαλύπτοντας μια ερυθρή, ερεθισμένη επιφάνεια. Οι δερματικές αλλοιώσεις είναι κόκκινες και κατακερματισμένες, και εντοπίζονται συνήθως στις δερματικές πτυχές του οσχέου ή της κοιλίας και κάτω από χαλαρά στήθη. Οι κολπικές μολύνσεις χαρακτηρίζονται από λευκό, τυρώδες έκκριμα και κνησμό. Η θολή όραση είναι το πρώτο σύμπτωμα το οποίο σημειώνεται στην οφθαλμική καντιντίαση. Τα συμπτώματα, τα οποία προκαλούνται από συστηματικές μολύνσεις, εξαρτώνται από την έκταση της μόλυνσης και το προσβεβλημένο όργανο, δηλ. από το εάν η Candida εισβάλλει στην καρδιά, στον οισοφάγο, στις μήνιγγες, στους νεφρούς ή στους πνεύμονες. Η σηψαιμία λόγω Candida μπορεί να προκαλέσει πυρετό, ρίγη και καταπληξία με ολιγουρία η οποία οδηγεί σε νεφρική ανεπάρκεια.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η στοματική καντιντίαση αντιμετωπίζεται με απλή δόση φλουκοναζόλης ή με παστίλιες κλοτριμαζόλης ή στοματικά διαλύματα νυστατίνης (τα οποία πρέπει να διατηρηθούν στο στόμα για αρκετά λεπτά πριν από την κατάποση) για 14 ημέρες. Τοπικές μορφές αμ-φοτερικίνης Β, κλοτριμαζόλης, εκοναζόλης, νυ-στατίνης ή μυκοναζόλης είναι αποτελεσματικές έναντι δερματικών μολύνσεων. Η φλουκονα-ζόλη χρησιμοποιείται έναντι στοματικών ή κολπικών μολύνσεων ασθενών με AIDS. Η αμφο-τερικίνη Β, η φλουκυτοσίνη και η κετοκοναζό-λη αποτελούν τα φάρμακα εκλογής για τη θεραπεία ασθενών με συστηματικές μολύνσεις, εκτός αν έχουν εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο ου-δετεροφίλων (ουδετεροπενία), το οποίο τους προδιαθέτει για μόλυνση, περίπτωση στην οποία χορηγείται φλουκοναζόλη. Για ασθενείς με παθήσεις των νεφρών, η κετοκοναζόλη έχει το πλεονέκτημα του μεταβολισμού στο ήπαρ και της αποβολής με τα κόπρανα. Ορισμένα στελέχη Candida, είναι ανθεκτικά στη φλουκοναζόλη. Οι έγκυες γυναίκες οφείλουν να συμβουλεύονται το γυναικολόγο τους προτού πάρουν ή εφαρμόσουν αυτά τα φάρμακα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι ασθενείς με άφθες χρήζουν εξηγήσεων σχετικά με την ανάγκη να κάνουν πλύσεις με διαλύματα νυ-στατίνης στο στόμα τους για αρκετά λεπτά πριν την κατάποση ώστε να λάβουν τη μεγαλύτερη δυνατή ωφέλεια. Παρέχεται μη ερεθιστικό στοματικό διάλυμα και μαλακή οδοντόβουρτσα προκειμένου να μαλακώσουν οι σκληρές εκκρίσεις χωρίς να προκληθεί ερεθισμός.

Aliases (separate with |): Καντιντίαση
καραντίνα
  1. Η περίοδος κατά την οποία απαγορεύεται η ελεύθερη είσοδος σε μια χώρα σε ανθρώπους, ζώα, φυτά ή γεωργικά προϊόντα για να περιοριστεί η μετάδοση δυνητικά λοιμωδών νόσων.

  2. Περίοδος επιβεβλημένης απομόνωσης από την υπόλοιπη κοινωνία για να προληφθεί η μετάδοση μιας μεταδοτικής νόσου. Η καραντίνα τυπικά χρησιμοποιείται για να απομονωθούν μόνο εκείνοι οι άνθρωποι, τα ζώα ή τα φυτά που θεωρείται ότι αποτελούν σημαντικό κίνδυνο για την υγεία του πληθυσμού. Η διάρκεια της επιβεβλημένης απομόνωσης κανονικά ισοδυναμεί με τη μεγαλύτερη γνωστή περίοδο επώασης της νόσου.

Aliases (separate with |): Καραντίνα
καρδιά

Ένα κοίλο, μυώδες όργανο, η αντλία του κυκλοφορικού συστήματος. Το τοίχωμά της έχει 3 χιτώνες: τον εξωτερικό που ονομάζεται επικάρδιο, μία ορώδη μεμβράνη· το μέσο που ονομάζεται μυοκάρδιο και αποτελείται από τον καρδιακό μυ· και τον έσω που καλείται ενδοκάρδιο, το ενδοθήλιο που επενδύει τις κοιλότητες και καλύπτει τις βαλβίδες. Η καρδιά περικλείεται σε έναν ινοορογόνο σάκο, το περικάρδιο· ο δυνητικός χώρος ανάμεσα στο τοιχωματικό περικάρδιο και στο επικάρδιο είναι η περικαρδιακή κοιλότητα, η οποία περιέχει ορώδες υγρό που προλαμβάνει την τριβή, καθώς η καρδιά συστέλλεται.

ΚΟΙΛΟΤΗΤΕΣ: Πάνω ο δεξιός και ο αριστερός κόλπος είναι λεπτοτοιχωματικές κοιλότητες που δέχονται το αίμα και διαχωρίζονται με το μεσοκολπικό διάφραγμα. Κάτω η δεξιά και η αριστερή κοιλία είναι κοιλότητες με παχύτερα τοιχώματα που αντλούν το αίμα, οι οποίες διαχωρίζονται με το μεσοκοιλιακό διάφραγμα· φυσιολογικά η δεξιά πλευρά δεν επικοινωνεί με την αριστερή. Η δεξιά πλευρά λαμβάνει αποξυγονωμένο αίμα μέσω των κοίλων φλεβών από το σώμα και το εξωθεί στους πνεύμονες· η αριστερή πλευρά λαμβάνει οξυγονωμένο αίμα από τους πνεύμονες και το εξωθεί μέσω της αορτής και των αρτηριών στο σώμα. Η σύσπαση των καρδιακών κοιλοτήτων ονομάζεται συστολή· η χάλαση, που συνοδεύεται με πλήρωσή τους με αίμα, καλείται διαστολή. Η αλληλουχία των γεγονότων που λαμβάνουν χώρα σε έναν καρδιακό παλμό, ονομάζεται καρδιακός κύκλος, με την κολπική συστολή να ακολουθείται από την κοιλιακή συστολή. Για καρδιακή συχνότητα 70 παλμών ανά λεπτό, κάθε κύκλος διαρκεί περίπου 0,85 δευτερόλεπτα.

ΒΑΛΒΙΔΕΣ: Σε υγιή κατάσταση, και οι τέσσερις καρδιακές βαλβίδες εμποδίζουν την παλινδρόμηση του αίματος. Οι κολποκοιλιακές βαλβίδες βρίσκονται στο άνοιγμα μεταξύ κάθε κόλπου και κοιλίας· η τριγλώχινα βαλβίδα βρίσκεται ανάμεσα στο δεξιό κόλπο και τη δεξιά κοιλία· και η διγλώχινα ή μιτροειδής βαλβίδα ανάμεσα στον αριστερό κόλπο και την αριστερή κοιλία. Η πνευμονική μηνοειδής βαλβίδα βρίσκεται στο σημείο που η δεξιά κοιλία επικοινωνεί με την πνευμονική αρτηρία· η αορτική μηνοειδής βαλβίδα βρίσκεται στο σημείο που η αριστερή κοιλία επικοινωνεί με την αορτή.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Στους ενήλικες, η καρδιακή παροχή κυμαίνεται από 5L/min στην ηρεμία μέχρι 20L/min στη διάρκεια έντονης άσκησης. Στη συχνότητα των 72 παλμών ανά λεπτό, η καρδιά του ενήλικα ανθρώπου χτυπάει 104.000 φορές την ημέρα, 38.000.000 φορές το χρόνο. Με κάθε παλμό αντλούνται περίπου 82ml αίματος στο σώμα, δηλαδή περίπου 8193l την ημέρα. Όσον αφορά το έργο, αυτό ισοδυναμεί με άρση 1 τόνου (907 κιλά) σε ένα ύψος 12,5 μέτρων κάθε 24 ώρες.

ΑΙΜΑΤΩΣΗ: Το μυοκάρδιο αιματώνεται από τις στεφανιαίες αρτηρίες που εκφύονται από την ανιούσα αορτή. Το αίμα από το μυοκάρδιο παροχετεύεται με πολλές καρδιακές φλέβες.

ΝΕΥΡΩΣΗ: Η καρδιά έχει το δικό της ρυθμό, που συνήθως κυμαίνεται από 60 μέχρι 80 παλμούς ανά λεπτό, αλλά η συχνότητά της μπορεί να μεταβληθεί από ερεθίσματα που προέρχονται από τα καρδιακά κέντρα στον προμήκη μυελό. Τα ερεθίσματα που προκαλούν επιτάχυνση μεταφέρονται με τα συμπαθητικά νεύρα. Προγαγγλιακοί νευρώνες στη θωρακική μοίρα του νωτιαίου μυελού συνάπτονται με μεταγαγγλιακούς νευρώνες στα αυχενικά γάγγλια του συμπαθητικού στελέχους· οι άξονές τους συνεχίζουν στην καρδιά. Τα συμπαθητικά ερεθίσματα μεταδίδονται στο φλεβόκομβο (ΦΚ), στον κολποκοιλιακό κόμβο (ΚΚ), στο δεμάτιο του His και στο μυοκάρδιο των κοιλιών και αυξάνουν την καρδιακή συχνότητα καιτην ισχύ της συστολής. Ανασταλτικά ερεθίσματα μεταφέρονται με τα πνευμονογαστρικά νεύρα (παρασυμπαθητικό). Προγαγγλιακοί νευρώνες (πνευμονογαστρικό) που προέρχονται από το μυελό συνάπτονται με μεταγαγγλιακούς νευρώνες στα τελικά γάγγλια στο τοίχωμα της καρδιάς. Παρασυμπαθητικά ερεθίσματα μεταδίδονται στο (ΦΚ) και στον (ΚΚ) κόμβο και μειώνουν την καρδιακή συχνότητα. Τα αισθητικά νεύρα που προέρχονται από την καρδιά είναι για την αίσθηση του άλγους, που προκαλείται από ανεπαρκή παροχή οξυγόνου στο μυοκάρδιο. Τα αισθητικά νεύρα που συμμετέχουν στις αντανακλαστικές μεταβολές της καρδιακής συχνότητας είναιτο πνευμονογαστρικό και το γλωσσοφαρυγγικό, που προέρχονται από τασεοϋποδοχείς ή χημειοϋποδοχείς στο αορτικό τόξο και στον καρωτιδικό κόλπο, αντίστοιχα.

ΑΚΡΟΑΣΗ: Η ακρόαση της καρδιάς με ένα στηθοσκόπιο αποκαλύπτει την ένταση, την ποιότητα και το ρυθμό των καρδιακών ήχων και ανιχνεύει επιπρόσθετους ήχους, όπως είναι τα φυσήματα ή ο ήχος περικαρδιακής τριβής. Οι δύο χαρακτηριστικοί ήχοι που ακούγονται με το στηθοσκόπιο πάνω από την καρδιά αναπαρίστανται με τις συλλαβές «λουμπ», «ντουπ». Ο πρώτος ήχος (συστολικός), ο οποίος είναι παρατεταμένος και αμβλύς, οφείλεται στη συστολή της κοιλίας, στην τάση των κολποκοιλιακών βαλβίδων και στην πρόσκρουση της καρδιάς στο θωρακικό τοίχωμα και είναι σύγχρονος με την ώση της κορυφής και τον καρωτιδικό παλμό. Ο πρώτος τόνος ακολουθείται από μία βραχεία παύση και μετά ακούγεται ο δεύτερος τόνος (διαστολικός), που οφείλεται στη σύγκλειση της αορτικής και της πνευμονικής βαλβίδας. Αυτός ο τόνος είναι βραχύς και υψίσυχνος. Μετά το δεύτερο τόνο υπάρχει μεγαλύτερη παύση πριν ακουστεί και πάλι και ο πρώτος τόνος. Μια πολύ χρήσιμη τεχνική για την ακρόαση των παραλλαγών των τόνων από τη μία περιοχή στην άλλη είναι η μετακίνηση του στηθοσκοπίου με μικρά βήματα από τη μία θέση στην άλλη.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ: Ο ασθενής πρέπει να είναι σε ύπτια θέση, όταν αρχίζει η εξέταση. Αφού αναζητηθούν όλα τα πιθανά σημεία, η εξέταση πρέπει να επαναληφθεί με τον ασθενή καθιστό, όρθιο ή με κλίση προς τα εμπρός, σημειώνοντας οποιεσδήποτε μεταβολές κατά την αλλαγή της θέσης. Η ακρόαση γίνεται πρώτα με τον ασθενή να αναπνέει κανονικά, μετά ενώ κρατάει την αναπνοή του τόσο σε βαθιά εισπνοή όσο και σε εκπνοή και τέλος με τον ασθενή να παίρνει τρεις ή τέσσερις βαθιές εισπνοές. Ακούγοντας όλη τη θωρακική κοιλότητα, ο εξεταστής πρέπει να προσπαθήσει να εντοπίσει τις θέσεις στις οποίες οι καρδιακοί ήχοι, φυσιολογικοί και παθολογικοί, έχουν τη μεγαλύτερή τους ένταση. Η εξέταση πρέπει να διενεργείται από κάτω προς τα πάνω και από αριστερά προς τα δεξιά.

Πρέπει να σημειωθεί η φυσιολογική θέση για την ακρόαση των βαλβίδων. Η αορτική βαλβίδα ακούγεται στο τρίτο μεσοπλεύριο διάστημα, κοντά στην αριστερή πλευρά του στέρνου· η πνευμονική βαλβίδα ακούγεται μπροστά από την αορτή, πίσω από τη συμβολή του τρίτου πλευρικού χόνδρου με το στέρνο, στην αριστερή πλευρα. Η τριγλώχινα βαλβίδα εντοπίζεται πίσω από τη μεσότητα του στέρνου, περίπου στο επίπεδο του τέταρτου πλευρικού χόνδρου. Τέλος, η μιτροειδής βαλβίδα ακούγεται πίσω από το τρίτο μεσοπλεύριο διάστημα, περίπου 2,5 cm αριστερά του στέρνου.

Και οι δύο καρδιακοί τόνοι είτε ακούγονται καλύτερα είτε επιτείνονται, όταν αυξάνεται η δραστηριότητα της καρδιάς από οποιαδήποτε αιτία, φυσιλογική ή παθολογική, όπως είναι η αναιμία, η έντονη άσκηση, η υπερτροφία της καρδιάς, τα λεπτά θωρακικά τοιχώματα και η πύκνωση που εμφανίζουν οι πνεύμονες, όπως στην πνευμονία. Η επίταση του αορτικού στοιχείου του δεύτερου καρδιακού τόνου οφείλεται σε υπερτροφία της αριστερής κοιλίας, σε αυξημένες αρτηριακές αντιστάσεις, όπως στην αρτηριοσκλήρυνση με υπέρταση, ή στο ανεύρυσματης αορτής. Η επίταση του πνευμονικού στοιχείου του δεύτερου καρδιακού τόνου οφείλεται σε πνευμονική απόφραξη, όπως στο εμφύσημα, στην πνευμονία ή στην υπερτροφία της δεξιάς κοιλίας. Και οι δύο καρδιακοί τόνοι ακούγονται πτωχά ή μειώνεται η έντασή τους στη γενικευμένη παχυσαρκία, στη γενικευμένη αδυναμία, στην εκφύλιση ή στη διάταση της καρδιάς, στην περικαρδιακή ή στην υπεζωκοτική συλλογή και στο εμφύσημα.

Ο διχασμός των καρδιακών τόνων μπορεί να οφείλεται σε έλλειψη συγχρονισμένης λειτουργίας των βαλβίδων στις δύο πλευρές της καρδιάς. Οφείλεται σε πολλές καταστάσεις, αλλά κυρίως σε αυξημένες αντιστάσεις της συστηματικής ή της πνευμονικής κυκλοφορίας, όπως στην αρτηριοσκλήρυνση ή στο εμφύσημα. Επίσης συχνά απαντάται στη στένωση της μιτροειδούς και στην περικαρδίτιδα.

Ένα φύσημα, ένας παθολογικός ήχος της καρδιάς ή των αγγείων, μπορεί να οφείλεται σε στένωση ή σε ανεπάρκεια των βαλβίδων μετά από ενδοκαρδίτιδα· διαστολή της κοιλίας ή χάλαση των τοιχωμάτων της, καθιστώντας τις βαλβίδες σχετικά ανεπαρκείς· σε κάποιο ανεύρυσμα· σε μεταβολή των συστατικών του αίματος, όπως στην αναιμία· σε τραχύτητα των επιφανειών του περικαρδίου, όπως στην περικαρδίτιδα· και σε αρρυθμίες. Τα φυσήματα που παράγονται μέσα στην καρδιά ονομάζονται ενδοκαρδιακά· εκείνα που παράγονται έξω από αυτήν εξωκαρδιακά· αυτά που παράγονται επί ανευρυσμάτων ονομάζονται θορυβώδη φυσήματα· εκείνα που απαντώνται στην αναιμία, φυσήματα του αίματος.

Τα φυσήματα του αίματος, τα οποία είναι μαλακά και ακούγονται σαν φύσημα αέρα και είναι συνήθως συστολικά, ακούγονται καλύτερα στην πνευμονική βαλβίδα. Σχετίζονται με συμπτώματα αναιμίας.

Ένα φύσημα που οφείλεται σε ανεύρυσμα είναι συνήθως δυνατό και υπόκωφο, συστολικό και ακούγεται καλύτερα στην αορτή ή στη βάση της καρδιάς. Συχνά συσχετίζεται με μια παθολογική περιοχή αμβλύτητας, που μπορεί να σφύζει και με συμπτώματα που οφείλονται σε πίεση των παρακείμενων δομών.

Οι ήχοι περικαρδιακής τριβής είναι επιπολής, τραχείς και τρίζοντες, μεταβάλλονται με το χρόνο και δε μεταδίδονται περά από το προκάρδιο. Αυτοί οι ήχοι μπορεί να τροποποιηθούν με την πίεση του στηθοσκοπίου.

Ένταση και μορφολογία των φυσημάτων: Η ένταση των φυσημάτων μπορεί να βαθμολογηθεί από I ως VI ως εξής:

  1. Βαθμού I - αμυδρό, μπορεί να ακουστεί μόνο με πολύ προσεκτική ακρόαση σε ήσυχο περιβάλλον.
  2. Βαθμού II - ήπιο, αλλά μπορεί να γίνει ακουστό αμέσως.
  3. Βαθμού III - μέτρια δυνατό.
  4. Βαθμού IV - αρκετά δυνατό· συνήθως γίνεται αισθητός ένας ροίζος (σαν το γουργούρισμα της γάτας) πάνω από την καρδιά.
  5. Βαθμού V - αρκετά δυνατό ώστε να ακούγεται χωρίς το στηθοσκόπιο να βρίσκεται σε πλήρη επαφή με το θωρακικό τοίχωμα.
  6. Βαθμού VI - αρκετά δυνατό, ώστε να ακούγεται με το στηθοσκόπιο αρκετά κοντά, αλλά χωρίς να ακουμπάει πραγματικά το θώρακα.

Η ένταση ενός φυσήματος μπορεί να αρχίζει από χαμηλά και να αυξάνεται (crescendo) ή να είναι σχετικά υψηλή και μετά να μειώνεται (decrescendo) ή μπορεί να υπάρχει κάποιος συνδυασμός αυτών των χαρακτηριστικών· ή μπορεί να εμφανίζει την ίδια ένταση από την αρχή ως το τέλος.

ΨΗΛΑΦΗΣΗ: Αυτή η διαδικασία δεν προσδιορίζει μόνο τη θέση, την ισχύ, την έκταση και το ρυθμό του παλμού στην κορυφή της καρδιάς, αλλά ανιχνεύει οποιοαδήποτε δόνηση ή ροίζο κατά την ψηλάφιση. Ο ροίζος είναι μια αίσθηση δόνησης που μοιάζει με αυτή που αντιλαμβάνεται κανείς, όταν τοποθετεί το χέρι του στη ράχη μιας γάτας που γουργουρίζει. Οι ροίζοι στη βάση της καρδιάς μπορεί να οφείλονται σε βαλβιδικές βλάβες, αθηρωμάτωση της αορτής, ανεύρυσμα και τραχείες περικαρδιακές επιφάνειες, όπως στην περικαρδίτιδα. Ένας προσυστολικός ροίζος στην κορυφή της καρδιάς είναι σχεδόν παθογνωμονικός μιτροειδικής στένωσης. Σε παιδιά ειδικά., η προκάρδια διόγκωση, η υποστερνική πίεση ή το φύσημα στην κορυφή της καρδιάς υποδεικινύουν αύξηση του μεγέθους της καρδιάς.

EΠIKPOYΣΗ: Με την τεχνική αυτή προσδιορίζεται το σχήμα και η έκταση της καρδιακής αμβλύτητας. Η φυσιολογική περιοχή της επιπολής ή της απόλυτης επικρουστικής αμβλύτητας (το τμήμα που δεν καλύπτεται από τους πνεύμονες) ανιχνεύεται με ήπια επίκρουση και εκτείνεται από την τρίτη αριστερή πλευροστερνική συμβολή μέχρι την κορυφή της καρδιάς· από την κορυφή της καρδιάς μέχρι τη συνένωση της ξιφοειδούς απόφυσης με το σώμα του στέρνου· και από εκεί μέχρι το δεξιό χείλος του στέρνου. Το κατώτερο επίπεδο της καρδιακής αμβλύτητας επικαλύπτεται από την ηπατική αμβλύτητα και σπάνια μπορεί να προσδιοριστεί. Η επιφάνεια της καρδιακής αμβλύτητας αυξάνεται στην υπερτροφία και στη διάταση της καρδιάς και στην περικαρδιακή συλλογή· μειώνεται στο εμφύσημα, στον πνευμοθώρακα και στο πνευμοπερικάρδιο.

Aliases (separate with |): Καρδιά
καρδιακή ανακοπή

Ξαφνική παύση της λειτουργικής κυκλοφορίας. Στις ΗΠΑ, 1000 άνθρωποι πεθαίνουν ημερησίως ως αποτέλεσμα καρδιακής ανακοπής.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Στην πλειοψηφία των θυμάτων, εντοπίζεται στεφανιαία νόσος και η καρδιακή ανακοπή συνήθως προκαλείται από έμφραγμα του μυοκαρδίου ή κοιλιακές αρρυθμίες. Άλλες αιτίες περιλαμβάνουν καρδιομυοπάθειες, βαλβι-δοπάθειες, παθήσεις στο σύστημα ηλεκτρικής αγωγής της καρδιάς (όπως στο σύνδρομο μακρού QT ή στο σύνδρομο Wolff-Parkinson-White), μυοκαρδίτιδα, τραυματισμό του θώρακα, βαριές ηλεκτρολυτικές διαταραχές και δηλητηρίαση λόγω κατάχρησης παράνομων ή χορηγούμενων φαρμάκων (πχ., δακτυλίτιδα). Η φυσική άσκηση ή ακραίες καταστάσεις συναισθηματικής έντασης προκαλούν ορισμένες φορές καρδιακή ανακοπή.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η τυπική παρουσίαση της καρδιακής ανακοπής, συνίσταται στην ξαφνική απώλεια των αισθήσεων, ακολουθούμενη από θάνατο εντός μιας ώρας από την έναρξη της πάθησης (δηλ. αιφνίδιος θάνατος).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η διάνοιξη των αεραγωγών, η εφαρμογή αποτελεσματικής αναπνευστικής λειτουργίας και η αποκατάσταση της κυκλοφορίας (με έγκαιρη απινίδωση) είναι κλειδιά στην αντιμετώπιση της καρδιακής ανακοπής. Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας εξαρτάται από την ταχύτητα έναρξης της ανάνηψης και την κατάσταση του ασθενούς. Επειδή τα περισσότερα επεισόδια αιφνίδιας καρδιακής ανακοπής λαμβάνουν χώρα απουσία τρίτων, συνήθως δεν λαμβάνονται μέτρα. Η αυτόματη ανάνηψη από την καρδιακή ανακοπή είναι σπάνια. Για τους ασθενείς που συνέρχονται, η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει εμφυτεύσιμους απινιδωτές, βήτα αποκλειστές, αντιαρρυθμικά φάρμακα και σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο, τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου (δηλ. αντιμετώπιση υπέρτασης, διακοπή του καπνίσματος, φάρμακα και δίαιτες ελάττωσης του λίπους).

Aliases (separate with |): Καρδιακή ανακοπή
καρδιακή ανεπάρκεια

Η αδυναμία της καρδιάς να κυκλοφορήσει το αίμα αποτελεσματικά, ώστε να ικανοποιήσει τις μεταβολικές απαιτήσεις του σώματος. Η καρδιακή ανεπάρκεια μπορεί να προσβάλλει την αριστερή κοιλία, τη δεξιά κοιλία ή και τις δύο. Μπορεί να οφείλεται σε διαταραχή της εξώθησης του αίματος από την καρδιά στη διάρκεια της συστολής ή σε διαταραχή της χάλασης της καρδιάς στη διάρκεια της διαστολής. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, 400.000 άνθρωποι περίπου διαγιγνώσκονται με καρδιακή ανεπάρκεια κάθε χρόνο και περίπου το 10-20% των προσβεβλημένων ατόμων πεθαίνουν από τη νόσο αυτή ετησίως. Η καρδιακή ανεπάρκεια είναι μια από τις συχνότερες αιτίες νοσηλείας και επανανοσηλείας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πρόγνωση των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια εξαρτάται από το κλάσμα εξώθησης, που είναι το ποσοστό του αίματος που βρίσκεται στην κοιλία, το οποίο εξωθείται από την καρδιά στη διάρκεια κάθε συστολής. Σε υγιείςανθρώπους, το κλάσμα εξώθησης κυμαίνεται από 55% έως 78%.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η καρδιακή ανεπάρκεια διαγιγνώσκεται εύκολα σε έναν ασθενή με τυπικά συμπτώματα και σημεία, ειδ. όταν τα ευρήματα αυτά συνοδεύονται από μια ακτινογραφία θώρακος που δείχνει διάταση της καρδιάς και πνευμονικό οίδημα. Σε ασθενείς με αβέβαιη κλινική εικόνα, τα αυξημένα επίπεδα του Β-τύπου νατριουρητικού πεπτίδιου (ΒΝΡ) μπορούν να βοηθήσουν στη διάγνωση.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η δύσπνοια είναι το κύριο σύμπτωμα της καρδιακής ανεπάρκειας. Σε ασθενείς με ήπια διαταραχή του κλάσματος εξώθησης (π.χ., 45% με 50%), η αναπνοή είναι φυσιολογική στην ηρεμία, αλλά υπάρχει δυσκολία κατά την άνοδο μιας σκάλας ή κατά την άρση ελαφρών αντικειμένων. Οι ασθενείς με προχωρημένη καρδιακή ανεπάρκεια (π.χ. κλάσμα εξώθησης 20%) μπορεί να εμφανίζουν κάποια δυσκολία στην αναπνοή, όταν σηκώνονται από το κρεβάτι ή η πραγματοποίηση λίγων βημάτων μπορεί να είναι πολύ κοπιαστική.

Η δύσπνοια ενώ βρίσκεται κανείς ξαπλωμένος (ορθόπνοια) ή εκείνη που αφυπνίζει τον ασθενή το βράδυ (παροξυσμική νυχτερινή δύσπνοια) αποτελούν επίσης οδηγά σημεία της καρδιακής ανεπάρκειας, όπως και η δύσπνοια προσπάθειας και το οίδημα των κάτω άκρων.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η καρδιακή ανεπάρκεια μπορεί να οφείλεται σε έμφραγμα του μυοκαρδίου, μυοκαρδιακή ισχαιμία, αρρυθμίες, βλάβες των καρδιακών βαλβίδων, συγγενή δυσπλασία της καρδιάς ή των μεγάλων αγγείων, συμπιεστική περικαρδίτιδα, μυοκαρδιοπάθειες ή σε καταστάσεις που προσβάλλουν την καρδιά έμμεσα, συμπεριλαμβανομένων της νεφρικής ανεπάρκειας, της υπερφόρτωσης με υγρά, της θυρεοτοξίκωσης, της σοβαρής αναιμίας και της σήψης. Από όλες αυτές, η ισχαιμία και το έμφραγμα του μυοκαρδίου είναι οι συχνότερες αιτίες.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα διουρητικά (συμπεριλαμβανομένων της φουροσεμίδης, της βουμετανίδης και της σπιρονολακτόνης), τα φάρμακα που μειώνουν το μεταφόρτιο (π.χ., αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης) και εκείνα που βελτιώνουν τη συσταλτικότητα της καρδιάς (π.χ., διγοξίνη, δοβουταμίνη) συχνά συνδυάζονται στην οξεία και στη χρόνια θεραπεία της καρδιακής ανεπάρκειας. Άλλα φάρμακα που έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά είναι η νεσιριτίδη (ένας ανασυνδυασμένος τύπος του ΒΝΡ), τα νιτρώδη και η υδραλαζίνη και κάποιοι βήτα αποκλειστές. Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που οφείλεται σε βαλβιδοπάθεια, η επέμβαση αντικατάστασης της πάσχουσας βαλβίδας μπορεί να είναι αποτελεσματική. Η μεταμόσχευση καρδιάς μπορεί να εφαρμοστεί σε προχωρημένη καρδιακή ανεπάρκεια, όταν υπάρχει διαθέσιμο μόσχευμα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής εκτιμάται για σημεία και συμπτώματα. Τα ζωτικά του σημεία παρακολουθούνται για αυξημένη καρδιακή και αναπνευστική συχνότητα, καθώς και για μείωση της διαφορικής πίεσης, ενώ η διανοητική του κατάσταση εκτιμάται χρησιμοποιώντας το AVPU. Γίνεται ακρόαση του θώρακα για παθολογικούς καρδιακούς ήχους και για τρίζοντες ή ρόγχους στους πνεύμονες. Καθημερινά ο ασθενής ζυγίζεται για να ανιχνευθεί πιθανή κατακράτηση υγρών και τα άκρα του επισκοπούνται για στοιχεία περιφερικού οιδήματος. Αν ο ασθενής είναι κλινήρης, η ιερή περιοχή της σπονδυλικής στήλης εκτιμάται για οίδημα. Παρακολουθείται η πρόσληψη και η αποβολή υγρών (ειδ. εάν ο ασθενής λαμβάνει διουρητικά). Τα επίπεδα της ουρίας, της κρεατινίνης, του καλίου, του νατρίου, του χλωρίου και των διττανθρακικών στον ορό παρακολουθούνται συχνά. Γενική εξέταση αίματος, ηπατικές δοκιμασίες, εξέταση της λειτουργίας του θυρεοειδούς και εξέταση των νεφρών πρέπει να διενεργούνται για να προσδιοριστεί αν οποιεσδήποτε ταυτόχρονες παθολογικές καταστάσεις, όπως η αναιμία, το νεφρωσικό σύνδρομο, η κίρρωση ή ο υπερθυρεοειδισμός συμβάλλουν ή επιδεινώνουν την καρδιακή ανεπάρκεια. Το υπερηχοκαρδιογράφημα βοηθάει στη μέτρηση του κλάσματος εξώθησης, βασικού στοιχείου για τη διάκριση ανάμεσα στη συστολική καρδιακή ανεπάρκεια και στη διαστολική δυσλειτουργία. Χρησιμοποιείται επίσης για την εκτίμηση της δυσλειτουργίας της κοιλίας, τη μέτρηση των ενδοκαρδιακών πιέσεων και της κινητικότητας των τοιχωμάτων, την εκτίμηση της χάλασης και της ευενδοτότητας της κοιλίας και την κατάδειξη του παθολογικού μεγέθους των κοιλοτήτων της καρδιάς, των ανωμαλιών των βαλβίδων, των περικαρδιακών συλλογών και των κοιλιακών θρόμβων. Ο καθετηριασμός της καρδιάς, που συνίσταται σε ασθενείς με στηθάγχη ή με μεγάλες ισχαιμικές περιοχές, μπορεί να αποκλείσει την στεφανιαία νόσο ως αιτία της καρδιακής ανεπάρκειας (ΚΑ). Η καρδιοπνευμονική δοκιμασία κόπωσης, χρησιμοποιώντας υπολογιστές και αναλυτές των αερίων για την εκτίμηση της μεγίστης κατανάλωσης οξυγόνου, εκτιμά τη λειτουργικότητα της κοιλίας στη διάρκεια της κόπωσης. Η αποδεκτή συνολική πρόσληψη οξυγόνου είναι 20ml/kg/min ή υψηλότερη. Ένα αποτέλεσμα μικρότερο από 12, υποδεικνύει σοβαρή ΚΑ. Συνεχής ΗΚΓ παρακολούθηση παρέχεται στη διάρκεια των οξέων και των προχωρημένων σταδίων της νόσου για την αναγνώριση και την έγκαιρη αντιμετώπιση των αρρυθμιών. Εκτιμήστε την αρτηριακή πίεση και το σφυγμό, ενώ ο ασθενής είναι σε ύπτια θέση, καθιστός και όρθιος για να ανιχνεύσετε την ορθοστατική υπόταση, ειδ. στη διάρκεια θεραπείας με διουρητικά. Τα κάτω άκρα εκτιμώνται για συμμετρικό οίδημα που αφήνει εντύπωμα, το οποίο αποτελεί συχνό εύρημα. Ο ασθενής τοποθετείται σε υψηλή θέση Fowler, συστήνεται κλινήρης ανάπαυση και χορηγείται υψηλή συγκέντρωση οξυγόνου, σύμφωνα με τις οδηγίες, για να διευκολυνθεί η αναπνοή του ασθενή. Τα συνταγογραφούμενα φάρμακα, όπως είναι η φουροσεμίδη και το κάλιο, χορηγούνται και εκτιμώνται οι επιθυμητές απαντήσεις και οποιεσδήποτε ανεπιθύμητες αντιδράσεις και δίνονται οδηγίες στον ασθενή σχετικά με τη χρήση τους. Όλες οι δραστηριότητες του ασθενή οργανώνονται έτσι, ώστε να μεγιστοποιηθούν οι περίοδοι ανάπαυσης. Για να προληφθεί η εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση λόγω της αγγειακής συμφόρησης, το άτομο που φροντίζει τον ασθενή το βοηθάει με κάποιες κινήσεις και εφαρμόζει κάλτσες κατά των εμβολών ή χρησιμοποιεί ηπαρίνες ή βαρφαρίνη. Οποιαδήποτε επιδείνωση της κατάστασης του ασθενή καταγράφεται και αναφέρεται αμέσως. Μερικές φορές μπορεί να παρέχεται δίαιτα με υψηλή περιεκτικότητα σε κάλιο (για να αναπληρωθούν οι απώλειες που οφείλονται στη διούρηση), συμπεριλαμβανομένων τροφών που είναι πλούσιες σε κάλιο, όπως είναι οι μπανάνες, τα βερίκοκα και ο χυμός πορτοκαλιού και δίνονται οδηγίες στον ασθενή για να ακολουθεί αυτόν τον τύπο διατροφής. Για να μειωθεί η υπερφόρτωση με υγρά, ο ασθενής πρέπει να αποφεύγει τις τροφές που είναι πλούσιες σε νάτριο, όπως είναι οι κονσέρβες και τα προπαρασκευασμένα φαγητά του εμπορίου, καθώς και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, περιορίζοντας έτσι το νάτριο που προσλαμβάνεται με τις τροφές σε 2 με 3 γραμμάρια την ημέρα και την πρόσληψη υγρών στα 2 λίτρα την ημέρα. Τονίζεται η σημασία των συχνών ιατρικών εξετάσεων και ο ασθενής συμβουλεύεται να ενημερώσει το θεράποντα γιατρό, αν η καρδιακή του συχνότητα είναι ασυνήθιστα άρρυθμη, μειωθεί κάτω από 60 ή αυξηθεί πάνω από 120 ή αν ο ασθενής εμφανίσει αίσθημα παλμών, ζάλη, θόλωση της όρασης, δύσπνοια, επίμονο ξηρό βήχα, αυξημένη κόπωση, παροξυσμική νυχτερινή δύσπνοια, οίδημα των σφυρών, μειωμένη αποβολή ούρων ή αύξηση του σωματικού του βάρους κατά 1,4 με 2,.3 κιλά σε μία εβδομάδα.

Βεβαιωθείτε ότι οι ασθενείς γνωρίζουν τη δράση κάθε φαρμάκου, τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειές τους και τι πρέπει να κάνουν, αν χάσουν κάποια δόση. Τονίστε στους ασθενείς και στην οικογένειά τους τη σημασία του να έχουν προμηθευτεί αρκετά δισκία από κάθε φάρμακο έτσι, ώστε να μη χάσουν κάποια δόση. Ενθαρρύνετε τις δραστηριότητες του ασθενή, διαιρώντας τες σε μικρότερα μέρη για να αποφευχθεί η δύσπνοια.

Τα ετήσια εμβόλια της γρίπης και ένα εμβόλιο κατά του πνευμονιόκοκκου (που επαναλαμβάνεται κάθε 5 χρόνια) βοηθούν τους ασθενείς να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο συστηματικών λοιμώξεων. Οι συχνές νοσηλείες είναι ο κανόνας παρά η εξαίρεση στην καρδιακή ανεπάρκεια. Η αποτελεσματική θεραπεία μπορεί να εξαρτάται από μια πολυπαραγοντική προσέγγιση που περιλαμβάνει ενεργητική συμμετοχή του ασθενή, του θεράποντα ιατρού και της νοσηλεύτριας της πρωτοβάθμιας περίθαλψης, του υπεύθυνου για την περίπτωση, του φαρμακοποιού, του διαιτολόγου και του κοινωνικού λειτουργού, μεταξύ άλλων.

Aliases (separate with |): Καρδιακή ανεπάρκεια
καρδιακή βαλβίδα

Μία από τις τέσσερεις βαλβίδες που εμποδίζουν την παλινδρόμηση του αίματος, καθώς αυτό διέρχεται εντός, μέσω και εκτός της καρδιάς. Κατά τη σειρά εισόδου του φλεβικού αίματος στον δεξιό κόλπο, οι βαλβίδες είναι η δεξιά κολποκοιλιακή (τριγλώχινα), η πνευμονική, η αριστερή κολποκοιλιακή (μιτροειδής) και η αορτική.

Aliases (separate with |): Καρδιακή βαλβίδα
καρδιακή ρήξη

Σχίσιμο του καρδιακού μυός, που μπορεί να συμβεί μετά από σοβαρό θωρακικό τραύμα (ή σε περίπου 2% των ασθενών που έχουν υποστεί ένα έμφρακτο του μυοκαρδίου). Συνήθως οδηγεί σε αιφνίδιο καρδιακό θάνατο ή επιπωματισμό.

Aliases (separate with |): Καρδιακή ρήξη
καρδιακός επιπωματιομός

Μια επικίνδυνη κατάσταση στην οποία αυξημένες ενδοπερικαρδιακές πιέσεις εξασθενούν την πλήρωση της καρδιάς κατά την διαστολή.

Ο επιπωματιομός μπορεί να προκύψει από τραυματισμούς στην καρδιά ή στα μεγάλα αγγεία, από καρδιακή ρήξη, ή από άλλες καταστάσεις που παράγουν μεγάλες περικαρδιακές εκχύσεις. Εάν το υγρό συσσωρεύεται ταχέως, μόλις 250 ml μπορούν να εξασθενήσουν την πλήρωση της καρδιάς. Αργή συσσώρευση, όπως στην περικαρδιακή έκχυση που σχετίζεται με καρκίνο, ίσως δεν παράγει άμεσα σημεία και συμπτώματα επειδή το ινώδες τοίχωμα του περικαρδιακού σάκου μπορεί σταδιακά να διαταθεί για να χωρέσει 1 με 2 L υγρού.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ο καρδιακός επιπωματισμός μπορεί να είναι ιδιοπαθής (Σύνδρομο Dressier) ή να προκύψει από κάποια από τις ακόλουθες αιτίες: έκχυση (σε καρκίνο, βακτηριακές μολύνσεις, φυματίωση, και σπανίως οξύ ρευματικό πυρετό), αιμορραγία από τραύμα (όπως πληγές από πυροβολισμό ή μαχαίρωμα στο στήθος, διάτρηση με καθετήρα κατά τη διάρκεια καρδιακού ή κεντρικού φλεβικού καθετηριασμού ή ύστερα από εγχείρηση καρδιάς), αιμορραγία από μη τραυματικές αιτίες (όπως ρήξη της καρδιάς ή των μεγάλων αγγείων, ή αντιθρομβωτική θεραπεία σε ασθενή με περικαρδίτιδα), ιογενής, μετακτινική, ή ιδιοπαθής περικαρδίτιδα, οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, αντίδραση σε φάρμακα (προκαϊναμίδη, υδραλαζίνη, μινοξιδίλη, ισονιαζίδη, πενικιλλίνη, μεθυλσεργίδη, και ντονορουμπικίνη) ή διαταραχές του συνδετικού ιστού (όπως ρευματοειδής αρθρίτιδα, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, ρευματικός πυρετός, αγγειίτιδα, και σκληρόδερμα).

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Ο καρδιακός επιπωματισμός υποδεικνύεται από ακτινογραφία θώρακος (ελαφρώς διευρυμένο μεσοθωράκιο και μεγέθυνση του καρδιακού σχήματος), ΗΚΓ (μειωμένο εύρος του QRS, ηλεκτρικές εναλλαγές του P κύματος, του συμπλόκου QRS, και του Τ κύματος και γενικευμένη ανύψωση του τμήματος ST), και παρακολούθηση της πνευμονικής αρτηριακής πίεσης (αυξημένη η πίεση του δεξιού κόλπου, η διαστολική πίεση της δεξιάς κοιλίας και η πίεση της κεντρικής φλέβας). Η οριστική διάγνωση γίνεται με ηχωκαρδιογραφία, ή MRI ή CT θώρακος.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Η αντιμετώπιση προσανατολίζεται προς την ανακούφιση της ενδοπερικαρδιακής πίεσης και καρδιακής συμπίεσης, απομακρύνοντας το συσσωρευμένο αίμα ή υγρό. Η περικαρδιοκέντηση (αναρρόφηση με βελόνα της περικαρδιακής κοιλότητας) ή η δημιουργία ενός περικαρδιακού ανοίγματος χειρουργικά («ένα παράθυρο») βελτιώνει δραματικά την συστηματική αρτηριακή πίεση και την καρδιακή παροχή. Σε ασθενείς με κακοήθη επιπωματισμό, μπορεί να δημιουργηθεί ένα άνοιγμα υποβοηθούμενο από μπαλόνι στο περικάρδιο (αποκαλούμενο «περικαρδιοτομή μπαλονιού»).

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής εκτιμάται για ιστορικό διαταραχών που προκαλούν επιπωματισμό και για συμπτώματα όπως θωρακικό άλγος και δύσπνοια. Άλλες ενδείξεις περιλαμβάνουν ορθόπνοια, εφίδρωση, άγχος, ανησυχία, και ωχρότητα ή κυάνωση. Οι φλέβες του λαιμού είναι ύποπτες για διόγκωση. Οι περιφερικοί παλμοί ψηλαφώνται για ταχύτητα και αδυναμία. Το ήπαρ ψηλαφείται και επικρούεται για ηπατομεγαλία. Το πρόσθιο θωρακικό τοίχωμα επικρούεται για μια ευρεία περιοχή αμβλύτητας. Και ακροάται η πίεση του αίματος για μειωμένη αρτηριακή πίεση, παράδοξο παλμό ( μια ανώμαλη εισπνευστική πτώση μεγαλύτερη από 15 mm Hg σε συστηματική αρτηριακή πίεση), και πίεση με παλμό περιορισμένου εύρους. Οι καρδιακοί ήχοι μπορεί να είναι βύθιοι. Μία καρδιά με εξασθενημένους ήχους συνήθως συνοδεύει μόνο σοβαρό επιπωματισμό και παρατηρείται μέσα σε λεπτά από τον επιπωματισμό (όπως στην καρδιακή ρήξη ή στο τραύμα). Οι πνεύμονες είναι καθαροί.

Ο ασθενής εκτιμάται για ιστορικό διαταραχών που προκαλούν επιπωματισμό και για συμπτώματα όπως θωρακικό άλγος και δύσπνοια. Άλλες ενδείξεις περιλαμβάνουν ορθόπνοια, εφίδρωση, άγχος, ανησυχία, και ωχρότητα ή κυάνωση. Οι φλέβες του λαιμού είναι ύποπτες για διόγκωση. Οι περιφερικοί παλμοί ψηλαφώνται για ταχύτητα και αδυναμία. Το ήπαρ ψηλαφείται και επικρούεται για ηπατομεγαλία. Το πρόσθιο θωρακικό τοίχωμα επικρούεται για μια ευρεία περιοχή αμβλύτητας. Και ακροάται η πίεση του αίματος για μειωμένη αρτηριακή πίεση, παράδοξο παλμό ( μια ανώμαλη εισπνευστική πτώση μεγαλύτερη από 15 mm Hg σε συστηματική αρτηριακή πίεση), και πίεση με παλμό περιορισμένου εύρους. Οι καρδιακοί ήχοι μπορεί να είναι βύθιοι. Μία καρδιά με εξασθενημένους ήχους συνήθως συνοδεύει μόνο σοβαρό επιπωματισμό και παρατηρείται μέσα σε λεπτά από τον επιπωματισμό (όπως στην καρδιακή ρήξη ή στο τραύμα). Οι πνεύμονες είναι καθαροί.

Όταν εμφανισθούν αυτές οι ενδείξεις, ο ασθενής μεταφέρεται σε μονάδα εντατικής θεραπείας αμέσως, για αιμοδυναμική παρακολούθηση και υποστήριξη. Ινότροπα φάρμακα, ενδοφλέβια διαλύματα για την διατήρηση της πίεσης του αίματος του ασθενούς και οξυγόνο χορηγούνται σαν απαραίτητα.

Ο ασθενής προετοιμάζεται για εισαγωγή κεντρικής γραμμής, περικαρδιοκέντηση, θωρακοτομή ή άλλα θεραπευτικά μέτρα όπως υποδεικνύεται. Παρέχονται σύντομες εξηγήσεις των διαδικασιών και των αναμενόμενων αισθήσεων. Ο ασθενής καθησυχάζεται για την ελάττωση του άγχους. Ο ασθενής παρατηρείται για μείωση της κεντρικής φλεβικής πίεσης σε συνδυασμό με μία αύξηση στην πίεση του αίματος μετά τη θεραπεία, που υποδεικνύει ανακούφιση της καρδιακής συμπίεσης.

Εάν ο ασθενής δεν είναι οξέως πάσχων, ενημερώνεται για την κατάσταση, συμπεριλαμβανομένων της αιτίας και της θεραπείας. Η σημαντικότητα της αναφοράς οποιασδήποτε επιδείνωσης των συμπτωμάτων τονίζεται.

Aliases (separate with |): Καρδιακός επιπωματιομός
καρδιακός καθετηριασμός

Διαδερμική, ενδοαγγειακή εισαγωγή καθετήρα σε οποιονδήποτε θάλαμο της καρδιάς ή των μεγάλων αγγείων για τη διάγνωση, εκτίμηση ανωμαλιών, παρεμβατική θεραπεία και αξιολόγηση διαφόρων παθολογικών καταστάσεων στην καρδιά και στα μεγάλα αγγεία. Οι διαγνωστικοί έλεγχοι, οι οποίοι μπορούν να πραγματοποιηθούν με τον καρδιακό καθετηριασμό, περιλαμβάνουν τους ακόλουθους:

  1. Εξετάσεις της ανατομίας και της βατότητας των στεφανιαίων αρτηριών.

  2. Εκτιμήσεις του κλάσματος εξωθήσεως της καρδιάς και της κινητικότητας των τοιχωμάτων.

  3. Αξιολογήσεις των καρδιακών βαλβίδων.

  4. Μετρήσεις των ενδοκαρδιακών πιέσεων.

  5. Βιοψίες του ενδομυοκάρδιου.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προ του καθετηριασμού: Ο νοσηλευτής προετοιμάζει τον ασθενή σωματικά και ψυχολογικά εξηγώντας τη διαδικασία και τις αναμενόμενες αισθήσεις. Εκτιμώνται τα ζωτικά σημεία του ασθενούς, περιλαμβανομένης της πίεσης και της έντασης των περιφερειακών σφυγμών, προκειμένου να καθιερωθεί ένα μέτρο βασικών τιμών. Καταγράφονται τα επίπεδα άγχους και δραστηριότητας καθώς επίσης και η παρουσία και το πρότυπο οποιουδήποτε πόνου στο στήθος. Καταγράφονται επίσης οποιεσδήποτε γνωστές αλλεργίες, ιδιαίτερα σε οστρακόδερμα ή το ιώδιο (ενδεικτικές για ευαισθησία σε ακτινοαδιαφανή μέσα) και ενημερώνεται ο καρδιολόγος για αυτές τις αλλεργίες ή μεταβολές στην κατάσταση του ασθενούς. Ξυρίζονται και καθαρίζονται οι βουβώνες και ενημερώνεται ο ασθενής ότι πιθανώς θα του χορηγηθεί ένα από του στόματος ή ενδοφλέβιο ήπιο καταπραϋντικό (παρά γενική αναισθησία) πριν ή κατά τη διάρκεια της επέμβασης έτσι ώστε να είναι ικανός να βήξει ή να αναπνεύσει βαθιά, όπως θα του υποδειχθεί κατά τον έλεγχο. Ενίεται ακτινοσκιερό μέσο στις αρτηρίες, ενώ μπορεί να χορηγηθεί και νιτρογλυκερίνη προκειμένου να βοηθήσει στην απεικόνιση. Μετά την ένεση, ο ασθενής μπορεί να αισθανθεί ζαλισμένος, θερμός ή να του προκληθεί ναυτία για λίγες στιγμές. Ο ασθενής θα πρέπει να ξαπλώσει με την πλάτη για αρκετές ώρες μετά την επέμβαση και θα πρέπει να αναφέρει αμέσως πόνο στο στήθος τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά από τη διαδικασία.

Κατά τον καθετηριασμό: Το προσωπικό υποστήριξης βοηθά στη διαδικασία σύμφωνα με το πρωτόκολλο παρακολουθώντας της καρδιακές πιέσεις και το ρυθμό και τα αποτελέσματα των αιμοδυναμικών εξετάσεων. Εξασφαλίζεται η ασφάλεια και η άνεση του ασθενούς. Εκτιμώνται μεταβολές στη συναισθηματική κατάσταση, στο επίπεδο συνείδησης καθώς και οι προφορικές και μη προφορικές αντιδράσεις προκειμένου να προσδιορισθεί η αντίδραση του ασθενούς στη διαδικασία και η ανάγκη επιβεβαίωσης και φαρμακευτικής θεραπείας ώστε να προληφθούν βαγοτονικές αντιδράσεις ή σπασμός της στεφανιαίας αρτηρίας. Οποιεσδήποτε επιπλοκές όπως καρδιακές δυσρρυθμίες ή αλλεργικές αντιδράσεις στο μέσο αντίθεσης αξιολογούνται και αναφέρονται.

Μετά τον καθετηριασμό: Ο νοσηλευτής παρέχει συναισθηματική υποστήριξη στον ασθενή και απαντά σε ερωτήσεις του. Καταγράφονται ο καρδιακός ρυθμός και τα ζωτικά σημεία (περιλαμβανομένης της καρδιακής ώσης και της θερμοκρασίας) έως ότου σταθεροποιηθούν, σύμφωνα με το πρωτόκολλο (συνήθως κάθε 15 λεπτά για τις πρώτες 1 έως 2 ώρες), ή συχνότερα ανάλογα με τη κατάσταση του ασθενούς. Δεν πρέπει να ελέγχεται η πίεση σε οποιοδήποτε μέλος χρησιμοποιείται για την εισαγωγή του καθετήρα. Ο επίδεσμος επιθεωρείται συχνά για σημάδια αιμορραγίας και συμβουλεύεται ο ασθενής να αναφέρει οποιαδήποτε αύξηση στο σφίξιμο του επιδέσμου (η οποία μπορεί να υποδεικνύει το σχηματισμό αιματώματος). Εφαρμόζεται πίεση πάνω από τη θέση εισόδου και το άκρο διατηρείται εν εκτάσει σύμφωνα με το πρωτόκολλο. Εφιστάται η προσοχή του ασθενούς να αποφύγει την κάμψη ή υπερέκταση του επηρεασμένου άκρου για 12 έως 24 ώρες αναλόγως του πρωτοκόλλου.

Παρακολουθείται η νευρομυϊκή κατάσταση του άκρου μακριά από τη θέση εισαγωγής, για μεταβολές ενδεικτικές αρτηριακής θρόμβωσης (η συχνότερη επιπλοκή), εμβολή ή άλλη επιπλοκή η οποία να χρήζει άμεσης προσοχής. Η κεφαλή του κρεβατιού ανασηκώνεται για όχι περισσότερο από 30 μοίρες και ο ασθενής περιορίζεται στο κρεβάτι. Ο ασθενής μπορεί να παραπονεθεί για επείγουσα ανάγκη διούρησης αμέσως μετά από τη διαδικασία. Χορηγούνται υγρά προκειμένου να ξεπλύνουν το σκιαγραφικό μέσο και παρακολουθείται η παραγωγή ούρων, ιδιαίτερα σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία. Ο ασθενής εξετάζεται για επιπλοκές όπως ο περικαρδιακός επιπωματισμός, έμφραγμα του μυοκαρδίου, πνευμονική εμβολή, εγκεφαλικό επεισόδιο, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιακή δυσρρυθμία, μόλυνση και θρομβοφλεβίτιδα. Αρχίζει εκ νέου η ενδεικνυόμενη (ή αναθεωρημένη) προ-εγχειρητική φαρμακευτική αγωγή του ασθενούς.

Ο ασθενής θα πρέπει να οδηγηθεί σπίτι και θα πρέπει να υπάρχει ένας υπεύθυνος ενήλικας παρών μέχρι το επόμενο πρωί. Παρέχονται τόσο στον ασθενή όσο και στην οικογένειά του γραπτές οδηγίες μετά το εξιτήριο, εξηγώντας την ανάγκη αναφοράς στον ιατρό οποιουδήποτε από τα ακόλουθα συμπτώματα: αιμορραγία, ή οίδημα στη θέση εισόδου, αυξημένη ευαισθησία, ερυθρότητα, έκκριση ή πόνος στη θέση εισόδου, πυρετό, οποιεσδήποτε μεταβολές στο χρώμα, θερμοκρασία ή αίσθηση στο προσβεβλημένο άκρο. Ο ασθενής μπορεί να λάβει ακεταμινοφαίνη ή άλλο μη ασπιρινούχο αναλγητικό κάθε 3 έως 4 ώρες όπως χρειάζεται για τον πόνο. Η θέση εισαγωγής θα πρέπει να καλυφθεί με αυτοκόλλητο επίδεσμο επί 24 ώρες ή έως ότου αφαιρεθούν τα ράμματα (εάν υπάρχουν) (συνήθως εντός 6 ημερών). Επιτρέπεται στον ασθενή να πλυθεί σε ντους την επόμενη ημέρα της διαδικασίας και να κάνει λουτρό 48 ώρες μετά τη διαδικασία (εάν δεν υπάρχουν ράμματα). Πρέπει να αποφεύγεται η έντονη δραστηριότητα επί 24 ώρες μετά τη διαδικασία.

Aliases (separate with |): Καρδιακός καθετηριασμός
καρδιακός κύκλος

Η περίοδος απότην έναρξη ενός καρδιακού κτύπου, έως την έναρξη του επόμενου κτύπου, ο οποίος περιλαμβάνειτη συστολή, τη σύσπαση των κόλπων και των κοιλιών, που εξωθεί το αίμα καιτη διαστολή, την περίοδο κατάτην οποία οι κοιλότητες επαναπληρώνονται με αίμα. Φυσιολογικώς, οι κόλποι συσπώνται αμέσως πριν από τις κοιλίες. Ο συνήθης κύκλος διαρκεί 0,8 δευτερόλεπτα με 60 έως 85 καρδιακούς κτύπους περίπου ανά λεπτό σε ενήλικα σε ηρεμία. Η κολπική συστολή διαρκεί 0,1 δευτερόλεπτα, η κοιλιακή συστολή 0,3 δευτερόλεπτακαι η διαστολή 0,4 δευτερόλεπτα. Παρ ότι φαίνεται πως η καρδιά λειτουργεί ακατάπαυστα, στην πραγματικότητα ηρεμεί για ικανό τμήμα κάθε καρδιακού κύκλου.

Aliases (separate with |): Καρδιακός κύκλος
καρδιομετατροπή

Η αποκατάσταση του φυσιολογικού κολπικού ρυθμού με χημικά ή ηλεκτρικά μέσα. Όταν πραγματοποιείται φαρμακευτικώς, η διαδικασία συνίσταται στη από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση αντιαρρυθμικών φαρμάκων. Π ηλεκτρική καρδιομετατροπή συνίσταται στην απευθείας χορήγηση συγχρονισμένων σοκ κατά μήκος του θωρακικού τοιχώματος. Χρησιμοποιείται για την ανάταξη της κολπικής μαρμαρυγής, κολπικού πτερυγισμού, υπερκοιλιακής ταχυκαρδίας και καλά ανεκτής κοιλιακής ταχυκαρδίας. Αντίθετα από την απινίδωση στην οποία εφαρμόζεται ασύγχρονο σοκ κατά τη διάρκεια εξαιρετικά επειγόντων καταστάσεων, η ηλεκτρική καρδιομετατροπή συγχρονίζεται προκειμένου να αποφευχθεί το κύμα T της καρδιακής επαναπόλωσης ώστε να προληφθεί η πυροδότηση κακοήθων αρρυθμιών. Ο ασθενής χρήζει σχεδόν πάντα νάρκωσης και αναλγησίας πριν από τη διαδικασία.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η ηλεκτρική καρδιομετατροπή δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς που έφαγαν πρόσφατα (εξαιτίας κινδύνου παλινδρόμησης των περιεχομένων του στομάχου), σε ασθενείς με βαριές ηλεκτρολυτικές διαταραχές, σε ασθενείς με σχετική υπερδοσολογία φαρμάκων ή σε ασθενείς ανίκανους ή απρόθυμους να δώσουν επίσημη συγκατάθεση. Οι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται ως προς τους κινδύνους της καρδιομετατροπής, περιλαμβανομένης της σπάνιας εμφάνισης κοιλιακής μαρμαρυγής και κοιλιακής ταχυκαρδίας, της ανάπτυξης βραδυαρρυθμιών ή καρδιακών ανακοπών και την πιθανότητα εμβολικού εγκεφαλικού επεισοδίου.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Εξηγούνται και διευκρινίζονται στον ασθενή η διαδικασία, τα αναμενόμενα αισθήματα, οι επιπλοκές και οι κίνδυνοι. Παρέχεται συναισθηματική υποστήριξη καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και μετά από αυτήν. Ανασκοπείται το φαρμακευτικό ιστορικό του ασθενούς και αναφέρεται η χρήση καρδιακών γλυκοζιτών καθώς και τα επίπεδα ηλεκτρολυτών στον θεράποντα ιατρό. Δίπλα από το κρεβάτι τοποθετούνται συσκευές επειγόντων περιστατικών (περιλαμβανομένων φαρμάκων καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης, συσκευή ανάνηψης με μάσκα ασκού - βαλβίδας, οξυγόνο, αναρρόφηση, λαρυγγοσκόπιο και ενδοτραχειακοί σωλήνες κατάλληλου μεγέθους, απινιδωτής και υλικά για ενδοφλέβιες ενέσεις). Στο νοσοκομείο, προσωπικό επειγόντων (αναπνευστικοί τεχνικοί, αναισθησιολόγοι, νοσηλευτές και παραϊατρικοί) μπορούν να βοηθήσουν τον επιβλέποντα ιατρό. Ελέγχονται τα ζωτικά σημεία του ασθενούς, ξεκινά η ενδοφλέβια έγχυση και ο ασθενής συνδέεται με οθόνη ηλεκτροκαρδιογράφου συνεχούς καταγραφής. Αφαιρούνται οι τεχνητές οδοντοστοιχίες από το στόμα καθώς και κοσμήματα, όπως επίσης και επιθέματα νιτρογλυκερίνης από το στήθος και από το λαιμό. Τοποθετούνται ηλεκτρόδια στήθους για να διευκολύνουν την καταγραφή των υψηλών κυμάτων R, χωρίς όμως να παρεμβαίνουν στην τοποθέτηση των ηλεκτροδίων. Λαμβάνεται ηλεκτροκαρδιογράφημα 12 απαγωγών και χορηγείται στον ασθενή να αναπνεύσει εμπλουτισμένο οξυγόνο. Ο ασθενής τοποθετείται σε ύπτια θέση και διασφαλίζεται επαρκής αερισμός και οξυγόνωση με παρατήρηση και οξυμετρία. Χορηγείται ως ενδείκνυται καταπραϋντικό, όπως η διαζεπάμη, εκτός εάν ο ασθενής είναι ιδιαίτερα υποτασικός. Συνδέονται στον ασθενή τα άκρα του απινιδωτή. Ο καρδιομετατροπέας/απινιδωτής ρυθμίζεται ώστε να συγχρονισθεί με το σύμπλεγμα QRS του ασθενούς και ελέγχεται η καταγραφή προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι σημειώνεται κάθε κύμα R. Το σύστημα ελέγχου ρυθμίζεται στο επίπεδο το οποίο έχει υποδειχθεί από τον θεράποντα ιατρό ή το πρωτόκολλο. Τοποθετούνται στις προδιαγεγραμμένες θέσεις του θωρακικού τοιχώματος τα πέλματα του απινιδωτή για χειροκίνητο ή μη χειρισμό. Όλο το παρευρισκόμενο προσωπικό απομακρύνεται από την απευθείας επαφή με τον ασθενή ή το κρεβάτι του/της. Αφού αυτό επιβεβαιωθεί προσεκτικά, δίδεται το ηλεκτρικό ρεύμα. Αμέσως ελέγχεται η οθόνη ώστε να εξασφαλισθεί η ανάταξη της αρρυθμίας. Εάν δεν έχει αναταχθεί, επαναλαμβάνεται η διαδικασία συνήθως με ρύθμιση της ενέργειας σε υψηλότερα επίπεδα. Μετά από μια επιτυχή καρδιομετατροπή, το προσωπικό ιατρικής παρακολούθησης παρακολουθεί τον ρυθμό και τα ζωτικά σημεία μετά την ανάταξη έως ότου εξασφαλισθεί η σταθερότητα του ασθενούς. Ελέγχεται το δέρμα του ασθενούς για εγκαύματα.

Aliases (separate with |): Καρδιομετατροπή
καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση

Βασική υποστήριξη ζωτικών σημείων. Σε επείγουσα καρδιακή φροντίδα, η ΚΑΡΠΑ περιλαμβάνει απελευθέρωση του αεραγωγού, παρέχοντας τεχνητό αερισμό και υποστήριξη της κυκλοφορίας, μέχρι οριστική αντιμετώπιση να επαναφέρει την αυτόματη καρδιακή, πνευμονική και εγκεφαλική λειτουργία. Όταν είναι διαθέσιμο εκπαιδευμένο προσωπικό, η ΚΑΡΠΑ περιλαμβάνει απινίδωση με αυτόματο φορητό απινιδωτή. Στις Η.Π.Α., η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία αναπτύσσει και κυκλοφορεί πρωτόκολλα επείγουσας καρδιακής φροντίδας. Το πρώτο βήμα στην ΚΑΡΠΑ είναι να επιβεβαιωθεί ότι ένας ασθενής, που δεν αντιδρά, χρειάζεται καρδιοπνευμονική υποστήριξη και δεν είναι απλώς λιπόθυμος ή κοιμισμένος. Εάν ο ασθενής δεν αντιδρά σε δυνατή φωνή ή διακριτικό σπρώξιμο, ο πιο σημαντικός ρόλος του διασώστη είναι να καλέσει επαγγελματική βοήθεια, γιατί η πιθανότητα μίας επιτυχημένης αναζωογόνησης εξαρτάται συνήθως από την ταχύτητα με την οποία ο ασθενής θα υποστεί απινίδωση.

Πριν φτάσει ο απινιδωτής, ο διασώστης μπορεί να τοποθετήσει τον ασθενή και να αρχίσει τον τεχνητό αερισμό. Ο ασθενής θα πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση σε μία στέρεη και επίπεδη επιφάνεια, λαμβάνοντας μέριμνα για την προστασία του αυχένα του, εάν υπάρχει υποψία κάκωσης. Γονατίζοντας στο ύψος των ώμων του ασθενούς, ο διασώστης θα πρέπει να απελευθερώσει τον αεραγωγό του ασθενούς είτε με την τεχνική ώθησης της γνάθου, είτε με την τεχνική της πίεσης της κεφαλής προς τα πίσω με ταυτόχρονη ανύψωση του πιγουνιού. Αν υπάρχουν ξένα σώματα, θα πρέπει να απομακρυνθούν· οι οδοντοστοιχίες απομακρύνονται επίσης, αν παρεμβαίνουν στην αναπνοή. Ακολούθως, εκτιμάται η αναπνοή, ελέγχοντας για αναπνευστικούς ήχους στη μύτη και στα χείλη και παρατηρώντας την ανύψωση και την πτώση του θώρακα. Εάν τα σημεία αυτά δεν είναι παρόντα, ο ασθενής είναι απνοϊκός και πρέπει να αρχίσει τεχνητός αερισμός.

Η τεχνητή αναπνοή μπορεί να πραγματοποιηθεί με την τεχνική στόμα με στόμα ή μέσο μάσκας με βαλβίδα μίας κατεύθυνσης (ambu), αν αυτή είναι διαθέσιμη. Δύο βαθιές, αργές, θετικής πίεσης αναπνοές παρέχονται στον ασθενή· η διάρκεια της καθεμίας εξαρτάται από την ηλικία του ασθενή. Εάν οι παρεχόμενες αναπνοές συναντούν εμφανή αντίσταση, πρέπει να ξαναγίνει προσπάθεια απελευθέρωσης του αεραγωγού και αν αυτό είναι αναποτελεσματικό, απελευθέρωση του αεραγωγού με το χειρισμό του Heimlich σε παιδιά και ενήλικες. Στα βρέφη, θα πρέπει να γίνουν καρδιακές μαλάξεις και χτυπήματα στην πλάτη αντί του χειρισμού του Heimlich.

Μετά τις δύο πρώτες αναπνοές, η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία πρότεινε παλαιότερα να ελέγχεται το θύμα για παρουσία σφυγμού. Στις αναθεωρημένες κατευθυντήριες οδηγίες του 2000, αφαιρέθηκε ο έλεγχος του σφυγμού. Αν ο ασθενής δεν αναπνέει από μόνος του, η τεχνητή αναπνοή συνεχίζεται. Αν δεν υπάρχει σφυγμός, ξεκινούν εξωτερικές καρδιακές μαλάξεις και συνεχίζουν με περιοδικά παρεμβαλλόμενες αναπνοές μέχρι να φτάσει ο απινιδωτής ή ο ασθενής να ανανήψει. Ο ακριβής αριθμός των αναπνοών και των καρδιακών μαλάξεων ανά λεπτό εξαρτάται από την ηλικία του ασθενούς και τον αριθμό των διασωστών. Για ένα μόνο διασώστη, που φροντίζει έναν ενήλικα ασθενή, παρέχονται δύο αναπνοές για κάθε 15 καρδιακές μαλάξεις. Σύμφωνα με την Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία, για τους σκοπούς της αναζωογόνησης, τα βρέφη θεωρούνται ως ενός χρόνου, τα παιδιά από 1 ως 8 χρονών και οι ενήλικες άνω των 8. Καρδιακές μαλάξεις γίνονται στους ενήλικες (τα πιο συχνά θύματα καρδιακής ανακοπής) στο κέντρο του στέρνου ανάμεσα στις θηλές, τοποθετώντας τη ραχιαία επιφάνεια του ενός χεριού κάτω από το άλλο χέρι. Τα δάκτυλα των δύο χεριών είναι τοποθετημένα το ένα ανάμεσα στο άλλο για υποστήριξη και ελαχιστοποίηση της πιθανότητας κατάγματος των πλευρών. Οι αγκώνες του διασώστη πρέπει να είναι σταθεροί και σε ευθεία και η κατεύθυνση της μάλαξης πρέπει να είναι ακριβώς κάθετη στο θώρακα του ασθενούς.Ο θώρακας του ασθενή πιέζεται 1,52,0 για έναν ενήλικα μέσου μεγέθους. Σε παιδί, ο θώρακας πιέζεται 1,0-1,5· για ένα βρέφος, 0,5-1,0. Ο θώρακας θα πρέπει να επανέρχεται στη φυσιολογική διατεταμένη θέση του μετά από κάθε μάλαξη. Όταν φτάσουν επαγγελματίες διασώστες, ο ασθενής θα πρέπει να απινιδωθεί άμεσα. Εάν δεν υπάρχει διαθέσιμος απινιδωτής, συνεχίζεται η ΚΑΡΠΑ με δύο άτομα. Οι δύο διασώστες εναλλάσσονται στις τεχνητές αναπνοές και καρδιακές μαλάξεις, ώστε να ελαχιστοποιηθεί η κόπωσή τους. Η τεχνητή αναπνοή και οι καρδιακές μαλάξεις διακόπτονται για 5 sec στο τέλος του πρώτου λεπτού και από εκεί και έπειτα κάθε λίγα λεπτά, ώστε να εκτιμηθεί η ανταπόκριση του ασθενή.

Aliases (separate with |): Καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση
καρκινικοί δείκτες

Πρωτεΐνες και άλλες ουσίες που ανευρίσκονται στο αίμα και υποδηλώνουν την παρουσία καρκίνου σε κάποιο σημείο του σώματος.

Aliases (separate with |): Καρκινικοί δείκτες
καρκινοειδές σύνδρομο

Ομάδα συμπτωμάτων παραγόμενων από καρκινοειδείς όγκους οι οποίοι εκκρίνουν υπέρμετρα ποσά σεροτονίνης, βραδυκινίνης και άλλων ισχυρών αγγειοενεργών ουσιών.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Μπορεί να παρουσιασθούν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα: σύντομα επεισόδια ερυθρότητας, ιδιαίτερα στο πρόσωπο και στο λαιμό, ταχυκαρδία, προσωπικό και περικογ-χικό οίδημα, υπόταση, διαλείπων κοιλιακός πόνος με διάρροια, βλάβες των καρδιακών βαλβίδων, απώλεια βάρους, υποπρωτεϊναιμία και ασκίτης. Μπορεί να παρουσιασθούν περιστασιακά ενδο-καρδιακή ίνωση και συμπτώματα πελάγρας.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική παρουσίαση, στην αυξημένη έκκριση 5-ΗΙΑΑ στα ούρα και στην πρόσληψη ειδικών ραδιοϊσοτόπων, όπως το MIBG και το πεντρεοτίδιο, από τους όγκους.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Οι απομονωμένοι όγκοι μπορούν να αφαιρεθούν χειρουργικά. Οι μεταστατικοί όγκοι μπορούν να αντιμετωπισθούν με αρτηριακή εμβολή και με χημειοθεραπεία με διάφορο βαθμό επιτυχίας.

Aliases (separate with |): Καρκινοειδές σύνδρομο
καρκινοεμβρυϊκό αντιγόνο (CEA)

Νεοπλασματικός δείκτης του αίματος, που μπορεί να υποδηλώνει την παρουσία καρκίνου. Ανευρίσκεται αυξημένος σε ορισμένες μορφές καρκίνου (π.χ. μαστού, εντέρου, πνευμόνων). Παρακολουθώντας τα επίπεδα του CEA, ο ιατρός εκτιμά την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου και την πρόοδο της θεραπείας.

Aliases (separate with |): Καρκινοεμβρυϊκό αντιγόνο (CEA)
καρκίνος

Κακοήθης νεοπλασία χαρακτηριζόμενη από την ανεξέλεγκτη αύξηση των κυττάρων, συχνά με διήθηση σε υγιείς ιστούς τοπικά ή σε όλη την έκταση του σώματος. Ο καρκίνος είναι η δεύτερη κυριότερη αιτία θνησιμότητας στις ΠΠΑ μετά από τις καρδιαγγειακές νόσους. Το 2003, η Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία εκτίμησε ότι περίπου 560.000 Αμερικανοί απεβίωσαν από καρκίνο, ενώ ο διπλάσιος αριθμός διαγνώσθηκε για τη μία ή την άλλη μορφή της νόσου. Οι πλέον κοινοί καρκίνοι στις HΠΑ είναι ο καρκίνος του πνεύμονα, του στήθους, του εντέρου, του προστάτη και του δέρματος. Επειδή οι περισσότεροι καρκίνοι εκδηλώνονται σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω, αναμένεται να αυξηθούν τα κρούσματα καθώς ο πληθυσμός γηράσκει. Έχουν ταυτοποιηθεί περισσότερα από 200 είδη καρκίνου. Οι καρκίνοι οι οποίοι δημιουργούνται από επιθηλιακούς ιστούς καλούνται καρκινώματα, από μεσεγχυματικούς ιστούς, σαρκώματα, από λεμφοκύτταρα, λεμφώματα, από αιμοποιητικά κύτταρα, λευχαιμίες.

Τα καρκινικά κύτταρα έχουν πολλά αναπαραγωγικά πλεονεκτήματα έναντι των φυσιολογικών κυττάρων. Μπορούν να συνθέσουν πρωτεΐνες οι οποίες διεγείρουν την αύξησή τους, ή διεγείρουν το σχηματισμό νέων αιμοφόρων αγγείων που θα μεταφέρουν στον όγκο θρεπτικά στοιχεία. Μπορούν να συνθέσουν ένζυμα τα οποία αποτρέπουν τη γήρανση των χρωμοσωμάτων. Μπορούν να εισβάλλουν στη ροή του αίματος και να εντοπίζουν θέσεις για να αναπτυχθούν σε νέους ιστούς.

Συνήθως, καθώς τα καρκινικά κύτταρα πολλαπλασιάζονται γίνονται ολοένα και περισσότερο ανώμαλα και απαιτούν ολοένα και περισσότερο από το προϊόν του σωματικού μεταβολισμού για την αύξηση και ανάπτυξή τους. Η βλάβη, η οποία προκαλείται από τη διήθησή τους σε υγιής ιστούς έχει ως αποτέλεσμα οργανική δυσλειτουργία, πόνο και συχνά, θάνατο. ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι ιοντίζουσες ακτινοβολίες, το υπεριώδες φως, ορισμένοι ιοί και φάρμακα τα οποία προκαλούν βλάβες στα νουκλεϊκά οξέα μπορεί να προκαλέσουν γενετικές βλάβες που θα έχουν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη καρκίνων. H πλέον γνωστή και ευρύτερα διαδεδομένη έκθεση σε καρκινογόνο, παρ όλα αυτά, προκαλείται από την κατανάλωση καπνού. Η Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία, εκτιμά ότι το ένα τρίτο των θανάτων από καρκίνο σχετίζονται με τη διατροφή και άλλους παράγοντες του τρόπου διαβίωσης. Ορισμένοι καρκίνοι είναι οικογενείς (δηλ., προκαλούνται από γενετικές βλάβες, οι οποίες μεταδίδονται από τους γονείς στους απογόνους), άλλοι προκύπτουν από την επαγγελματική έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες. Παραδόξως, ορισμένα κυτταροτοξικά φάρμακα τα οποία χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ορισμένων καρκίνων μπορεί να προκαλέσουν χρωμοσωμικές βλάβες και περιστασιακά να οδηγήσουν σε δευτερογενείς κακοήθειες.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα συμπτώματα εξαπλωμένων καρκίνων περιλαμβάνουν πόνο, υποσιτισμό, αδυναμία, εξάντληση, κατάγματα οστών και συνδρόμων όμοιων των εγκεφαλικών επεισοδίων και πολλά άλλα. Τα πρώιμα προειδοποιητικά σημάδια του καρκίνου μπορούν να απομνημονευθούν με τη βοήθεια του αρκτικόλεξου CAUTION: αλλαγή (Change) στις συνήθεις λειτουργίες του εντέρου και της ουροδόχου κύστης, μία (A) πληγή, η οποία δεν επουλώνεται, ασυνήθιστη (Unusual) αιμορραγία ή εκκρίσεις, παχύνσεις (Thickening) ή μάζες στο στήθος ή σε άλλα σωματικά μέλη, δυσπεψία (Indigestion) ή δυσκολία κατάποσης, εμφανής (Obvious) μεταβολή ενός σπίλου, επίμονος (Nagging) βήχας ή βραχνάδα. Ο καθένας πρέπει να αναζητήσει άμεση ιατρική προσοχή στην παρατήρηση οποιουδήποτε από τα παραπάνω σημάδια.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η θέση μιας ύποπτης πληγής συχνά υπαγορεύει τον χρησιμοποιούμενο τρόπο για τη διάγνωση καρκίνου. Η ενδοσκόπηση και η ακτινογραφία (όπως οι εξετάσεις ακτίνων Χ, η αξονική τομογραφία η απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού, PET scanning, υπερηχογραφία και μαστογραφία) χρησιμοποιούνται τυπικά για τον εντοπισμό και για την εκτίμηση της έκτασης της νόσου, αλλά η οριστική διάγνωση ακόμα στηρίζεται στην εξέταση κυτταρολογικών δειγμάτων (π.χ., ο έλεγχος Παπανικολάου) ή την παθολογοανατομική εξέταση δειγμάτων βιοψίας.

Η εξέταση για καρκίνους μπορεί να ταυτοποιήσει ορισμένες κακοήθειες πριν διηθήσουν γειτονικούς ιστούς ή εξαπλωθούν. Οι ευρύτερα χρησιμοποιούμενες δοκιμασίες περιλαμβάνουν το τεστ Παπανικολάου για καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, μαστογραφία για καρκίνο του μαστού, έλεγχοι του προστατικού αντιγόνου για καρκινώματα του προστάτη και εξετάσεις για μικροσκοπική λανθάνουσα αιμορραγία για καρκίνους του εντέρου.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η χειρουργική επέμβαση, η χημειοθεραπεία, η ορμονοθεραπεία, η ακτινοθεραπεία και συνδυαστικές θεραπείες συχνά είναι αποτελεσματικές μέθοδοι για τη θεραπεία ασθενών με καρκίνο. Η ειδική θεραπεία, εξαρτάται από τον τύπο των καρκινικών κυττάρων, το στάδιο, τη θέση και την κατάσταση της γενικής υγείας του ασθενούς.

Ο πόνος, ο οποίος συνδέεται με τον καρκίνο, συχνά είναι πολύ έντονος. Οι ασθενείς με καρκίνο μπορεί επίσης να πάσχουν από κατάθλιψη και σημαντικό άγχος και να παρουσιάζουν διατροφικές διαταραχές. Το γενικό πλαίσιο προσέγγισης των παραπάνω κρίσιμων θεμάτων, έχει δημοσιευθεί ευρύτατα, για παράδειγμα, από το Υπουργείο Υγείας των ΗΠΑ και από την Υπηρεσία Ανθρωπίνων Υπηρεσιών Πολιτικής Ιατρικής Παρακολούθησης και Έρευνας. Τα δημοσιεύματα μπορούν να αποκτηθούν σε ιστοσελίδες όπως αυτή της Αμερικανικής Αντικαρκινικής Εταιρείας (www.cancer.org).

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι συνολικές προσπάθειες ολόκληρης της ομάδας ιατρικής παρακολούθησης πρέπει να συντονισθούν καθώς και να ενθαρρυνθεί η συμμετοχή του ασθενούς και της οικογένειάς του στην παρακολούθηση. Προσδιορίζεται η γνώση της πορείας της ασθένειας από τον ασθενή, διορθώνεται η παραπληροφόρηση και παρέχονται προφορικές και γραπτές πληροφορίες σχετικά με την ασθένεια, την πρόοδο της, τη θεραπεία της και το αναμενόμενο αποτέλεσμα αυτής. Ταυτοποιούνται και υποστηρίζονται θετικοί μηχανισμοί αντιμετώπισης του ασθενούς και της οικογένειάς του και ενθαρρύνεται η εξωτερίκευση αισθημάτων και φόβων, ιδιαίτερα με αναφορά στις μεταβολές της εικόνας του σώματος, στον πόνο στη δοκιμασία και στο θάνατο. Ενθαρρύνεται η συμμετοχή σε τοπικές ομάδες υποστήριξης τόσο των ασθενών όσο και των οικογενειών τους.

Παρέχεται βοήθεια στην προσωπική υγιεινή και φυσική φροντίδα. Η φυσική φροντίδα στοχεύει στη διατήρηση της ισορροπίας υγρών και ηλεκτρολυτών και στη σωστή διατροφή. Η διατροφή χρήζει ιδιαίτερης προσοχής καθότι οι όγκοι ανταγωνίζονται τους φυσιολογικούς ιστούς για τα θρεπτικά συστατικά και αναπτύσσονται εις βάρος τους και επειδή η ασθένεια ή η θεραπεία μπορούν να προκαλέσουν ανορεξία, αλλοιωμένη αίσθηση της γεύσης, στοματικές εξελκώσεις, ναυτία, εμέτους, διάρροια και παροχετεύσεις. Η διατροφική υποστήριξη περιλαμβάνει τον προσδιορισμό της κατάστασης του ασθενούς και των προβλημάτων του, τον πειραματισμό για την εξεύρεση τροφών τις οποίες μπορεί να ανεχθεί ο ασθενής, την αποφυγή έντονα αρωματικών τροφών και την προσφορά συχνών, μικρών γευμάτων μαλακής τροφής υψηλής θερμιδικής και θρεπτικής αξίας μαζί με υγρά προκειμένου να περιορισθεί η εξάντληση και να ενθαρρυνθεί η συνολική πρόσληψη. Η κένωση διατηρείται φυσιολογική, με τη χορήγηση μαλακτικών κοπράνων ως ενδείκνυται εάν τα αναλγητικά φάρμακα προκαλούν δυσκοιλιότητα.

Χρησιμοποιώντας προσεκτικές και ήπιες τεχνικές χειρισμού, ο ειδικός θεραπευτής βοηθά με ασκήσεις εύρους κίνησης, ενθαρρύνει τη βάδιση όποτε είναι δυνατό και στρέφει και επανατοποθετεί τον ασθενή συχνά, προκειμένου να ελαττώσει τις βλαπτικές πολυσυστηματικές συνέπειες της ακινητοποίησης (κατάκλισης). Η άνεση επιτυγχάνεται μέσω της σωστής ευθυγράμμισης του σώματος, μη επεμβατικών μέτρων, όπως η καθοδηγούμενη προβολή εικόνων και η δερματική διέγερση και ενδεικνυόμενων φαρμακολογικών μέτρων, χορηγούμενων κατά προτίμηση σε ένα τακτικό πρόγραμμα για την πρόληψη του πόνου, ενώ επιπρόσθετη δοσολογία δίδεται για την ανακούφιση κρίσεων πόνου. Η συναισθηματική υποστήριξη περιλαμβάνει την ελάττωση των φόβων της σωματικής κατάπτωσης και απώλειας του ελέγχου του ασθενούς, την παροχή ελπίδας για ύφεση, ή μακροπρόθεσμη επιβίωση, αλλά αποφεύγοντας τη δημιουργία ψευδών ελπίδων και την παροχή στον ασθενή ρεαλιστικής επιβεβαίωσης σχετικά με τον έλεγχο του πόνου, την άνεση και την ανάπαυση.

Εάν είναι απαραίτητο συζητείται με την οικογένεια το ενδεχόμενο της παρακολούθησης σε άσυλο ανιάτων. Τα μέλη της οικογένειας ενθαρρύνονται να αναλάβουν ενεργό ρόλο στην παρακολούθηση του ασθενούς. Καλλιεργείται η επικοινωνία μεταξύ του ασθενούς και της οικογένειάς του και των επαγγελματιών της ιατρικής φροντίδας, και υποβοηθείται ο ασθενής να διατηρήσει τον έλεγχο και να κάνει ρεαλιστικές επιλογές πάνω σε θέματα που άπτονται της ζωής και του θανάτου.

Προκειμένου να παρασχεθεί αποτελεσματική συναισθηματική υποστήριξη στον ασθενή και στην οικογένειά του, οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να αντιληφθούν και να συμβιβασθούν με τα προσωπικά αισθήματα σχετικά με την καταληκτική ασθένεια και το θάνατο, με την αναζήτηση βοήθειας για τη θλίψη και με την ανάπτυξη μίας προσωπικής φιλοσοφίας σχετικής με το θάνατο. Θα είναι περισσότερο ικανοί να ακούσουν με ευαισθησία τις ανησυχίες του ασθενούς, να προσφέρουν γνήσια κατανόηση και παρηγοριάκαινα υποστηρίξουντον ασθενή και την οικογένειά του στη θλίψη τους.

Aliases (separate with |): Καρκίνος
καρκίνος του αιδοίου

Οποιοδήποτε κακοήθες νεόπλασμα του αιδοίου. Από αυτά, το 90% είναι καρκινώματα πλακωδών κυττάρων και το υπόλοιπο προκαλείται από αδενοκαρκινώματα, σαρκώματα ή νόσο του Paget.

Στους καρκίνους του αιδοίου αποδίδεται το 4% όλων των γυναικολογικών κακοηθειών. Περισσότερο από το 50% των περιπτώσεων αφορούν σε μετεμμηνοπαυσικές γυναίκες με ηλικία μεταξύ των 65 και 70 ετών. Γενικά, οι καρκίνοι του αιδοίου είναι εντοπισμένοι, βραδέως αναπτυσσόμενοι και χαρακτηριζόμενοι από όψιμη μετάσταση στους περιφερειακούς λεμφαδένες. Η θεραπεία μπορεί να περιλάβει χειρουργική επέμβαση ή/και ακτινοθεραπεία.

Aliases (separate with |): Καρκίνος του αιδοίου
καρκίνος του δέρματος

Ευρύς όρος που περιλαμβάνει καρκινώματα βασικών κυττάρων, καρκινωμάτων πλακωδών κυττάρων και μελανώματα. Συνολικά οι καρκίνοι του δέρματος αποτελούν τους πλέον κοινούς καρκίνους στις HΠΑ. Όλοι σχετίζονται με υπερβολική έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία (π.χ. έκθεση στον ήλιο).

ΠΕΡΙΘΑΛΨH ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Σύμφωνα με την USPSTF, η συστηματική αναζήτηση καρκίνων του δέρματος δεν έχει αποδεδειγμένα οφέλη ακόμα και για ασθενείς υψηλού κινδύνου.

Aliases (separate with |): Καρκίνος του δέρματος
καρκίνος του ήπατος

Κακοήθεια του ήπατος που οφείλεται είτε σε μετάσταση από μια πρωτοπαθή πηγή ή σε πρωτοπαθή όγκο του ήπατος. Συχνότερη είναι η πρώτη αιτία. Παράγοντες που προδιαθέτουν είναι το άρρεν φύλο, η ηπατίτιδα Β ή C, η κίρρωση και άλλες ηπατοπάθειες. Το ήπαρ είναι το συνηθέστερο σημείο μετάστασης όγκων που διασπείρονται μέσω της κυκλοφορίας του αίματος. Η πρόγνωση για την επιβίωση κυμαίνεται από λίγους μήνες έως 1 έτος.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η νόσος μπορεί να προκαλέσει σοβαρό άλγος και ευαισθησία, καχεξία (δηλαδή απώλεια βάρους) και εγκεφαλοπάθεια. Ο ίκτερος είναι συνήθης. Το ήπαρ είναι διογκωμένο, η επιφάνειά του φυματιώδης και συχνά μπορεί να εντοπισθεί ένα κεντρικό εντύπωμα ή ομφαλωτά εντυπώματα.

Aliases (separate with |): Καρκίνος του ήπατος
καρκίνος του μαστού

Κακόηθες νεόπλασμα (συνήθως αδενοκαρκίνωμα) του μαστού, αποτελεί την πιο συχνή κακοήθεια των Αμερικανίδων και την κύρια αιτία θανάτου στις Αμερικανίδες ηλικίας 40-55 ετών. Το 2003 ο Αμερικανικός Σύλλογος Καρκίνου εκτίμησε ότι θα διαγνωσθούν 211.000 νέες περιπτώσεις με διηθητικό καρκίνο του μαστού και ότι 40.000 θα καταλήξουν από αυτόν. Ο καρκίνος του μαστού εμφανίζεται συνήθως ως μία εμφανής μάζα σε έναν μαστό, αν και αρχικά μπορεί να γίνει εμφανής με την έκκριση υγρού από τη θηλή, την εισολκή της θηλής, το εντύπωμα του δέρματος ή το ασύμμετρο οίδημα του μαστού. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αναγνώριση του καρκίνου γίνεται από τις γυναίκες που εξετάζουν τον μαστό τους. Ένας μικρότερος, αλλά σημαντικός αριθμός ανιχνεύεται με την εξέταση από κάποιον ειδικό ή με τη μαστογραφία. Κάθε χρόνο διαγιγνώσκονται περίπου 1.000 άνδρες με καρκίνο του μαστού. Ο καρκίνος του μαστού έχει διάφορες παθολογικές παραλλαγές. Το πορώδες καρκίνωμα in situ, η πιο εντοπισμένη μορφή της νόσου, αντιπροσωπεύει ένα προδιηθητικό στάδιο του καρκίνου του μαστού, το οποίο θα εξαπλωθεί, αν μείνει αθεράπευτο. Άλλοι ιστολογικοί τύποι περιλαμβάνουν το λοβώδες καρκίνωμα, το διηθητικό πορώδες καρκίνωμα, το φλεγμονώδες καρκίνωμα και τη νόσο Paget της θηλής.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Υπάρχουν διάφοροι γνωστοί παράγοντες κινδύνου για τον καρκίνο του μαστού.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η εμφανής μάζα του μαστού, το αιματηρό, σκουρόχρωμο ή ορώδες έκκριμα από τη θηλή, ή/και η οζώδης ή συμπαγής σύσταση του μαστού αποτελούν τα πιο συχνά συμπτώματα του καρκίνου.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η τακτική αυτοεξέταση του μαστού, η εξέταση από κάποιον ειδικό και η μαστογραφία αποτελούν τα κλειδιά για τον προσυμπτωματικό έλεγχο του καρκίνου. Όλοι αυτοί οι προσυμπτωματικοί έλεγχοι εξακριβώνουν πολλές περισσότερες καλοήθεις βλάβες από ότι κακοήθεις, ειδικά σε νέες ασθενείς, ενώ καμιά από αυτές τις τεχνικές δεν μπορεί να αποκλείσει οριστικά τον καρκίνο του μαστού. Περισσότερο από το 70% των βλαβών που διαγιγνώσκονται με τη μαστογραφία, είναι, για παράδειγμα, καλοήθεις και στο 15% των περιπτώσεων η μαστογραφία θα αποτύχει να ανιχνεύσει βλάβες που είναι πραγματικά κακοήθεις. Αν αναγνωριστεί μια ύποπτη μάζα, θα πρέπει να εκτελεστεί βιοψία δια βελόνης, κωνοειδής βιοψία ή βιοψία δια εκτομής, ώστε να ληφθεί ιστός για ανάλυση. Πριν τη βιοψία, μπορεί να χρησιμοποιηθεί υπερηχογραφία, ώστε να αναγνωριστούν συμπαγείς μάζες και κύστες. Οι συμπαγείς μάζες έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι κακοήθεις από ό,τι οι κύστεις.

ΣΤΑΔΙΟΠΟΙΗΣΗ: Το μέγεθος του όγκου και η πιθανή μετάστασή του στο θωρακικό τοίχωμα, το δέρμα, τη μασχάλη ή απομακρυσμένες περιοχές μπορούν να καθορίσουν το στάδιο του καρκίνου του μαστού. Η λεμφική χαρτογράφηση κατά τη χειρουργική επέμβαση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανεύρεση μεταστάσεων σε λεμφαδένες φρουρούς και να καθορίσουν τη θεραπεία. Η σταδιοποίηση παρέχει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με την ανάγκη ειδικών μορφών θεραπείας και για την πρόγνωση.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η βιοψία προτείνεται συνήθως για κάθε μάζα του μαστού, η οποία δεν υποχωρεί αυτόματα εντός ενός ή δύο εμμηνορυσιακών κύκλων. Τα αρνητικά αποτελέσματα από τη μαστογραφία και την υπερηχογραφία δεν είναι πάντα αρκετά ακριβή, ώστε να αποκλείσουν την ύπαρξη κακοήθειας.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Προσφέρονται συνδυασμένες επιλογές (συμπεριλαμβανομένων της χειρουργικής επέμβασης, της ακτινοβολίας ή της φαρμακευτικής θεραπείας) σε πολλές γυναίκες με καρκίνο του μαστού, ανάλογα με την εμμηνοπαυσιακή τους κατάσταση και το στάδιο της νόσου τη χρονική στιγμή της διάγνωσης. Σε ασθενείς σταδίου Ι ή ΙΙ μπορεί να γίνει, είτε τροποποιημένη ριζική μαστεκτομή, είτε αφαίρεση του όγκου με εκτομή των μασχαλιαίων λεμφαδένων και ακτινοθεραπεία, με την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχουν αντενδείξεις για καθεμία από αυτές τις επιλογές. Σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με όγκους πάνω από 1 cm, η επικουρική χημειοθεραπεία παρατείνει το προσδόκιμο ζωής, πιθανώς με την καταστροφή μικροσκοπικών μεταστάσεων. Τα συχνότερα χρησιμοποιούμενα χημειοθεραπευτικά σχήματα περιλαμβάνουν το CMF (κυκλοφωσφαμίδη, μεθοτρε-ξάτη και φθοριοουρακίλη) ή το CA (κυκλοφωσφαμίδη και δοξορουβικίνη {αδριαμυκίνη}). Αυτά τα ίδια σχήματα χορηγούνται και στις εμμηνοπαυσιακές γυναίκες, στις οποίες ο καρκίνος έχει εξαπλωθεί στους μασχαλιαίους λεμφαδένες. Ωφέλιμες επίσης είναι οι ορμονικές θεραπείες, όπως η ταμοξιφαίνη, ειδικά σε ασθενείς με θετικούς οιστρογονικούς υποδοχείς και σε μεγαλύτερες γυναίκες, οι οποίες ενδέχεται να μην ανεχθούν τα έντονα χημειοθεραπευτικά σχήματα. Μετά τη χειρουργική επέμβαση, μερικές γυναίκες επιλέγουν την πλαστική επιδιόρθωση του μαστού, είτε με εμφυτεύματα, είτε με την χρήση κρημνών που λαμβάνονται από τους κοιλιακούς μυς. Αν ο καρκίνος υποτροπιάσει μετά από τη θεραπεία, επιχειρείται κάποιες φορές η χορήγηση χημειοθεραπείας υψηλής δόσης και η μεταμόσχευση περιφερικών αρχέγονων κυττάρων, αν και η αξία τους δεν έχει αποδειχτεί ακόμα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προσδιορίζονται τα συναισθήματα της ασθενούς και η γνώση της σχετικά με τη νόσο. Παροτρύνεται να εκφράσει τους φόβους και τις ανησυχίες της, ενώ η οικογένειά της ή οι νοσηλευτές και οι ιατροί μένουν μαζί της σε περιόδους άγχους ή αγωνίας. Αν προγραμματίζεται χειρουργική επέμβαση, τις παρέχονται εξηγήσεις σχετικά με τη διαδικασία, τη μετεγχειρητική φροντίδα και τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Χορηγείται η προσδιορισμένη χημειοθεραπεία και η ασθενής παρακολουθείται για δυσμενείς αντιδράσεις, όπως ναυτία, έμετος, ανορεξία, στοματίτιδα, έλκος του γαστρεντερικού, λευκοπενία, θρομβοκυτταροπενία και αιμορραγία, έτσι ώστε να μπορούν να αντιμετωπιστούν νωρίς. Αξιολογείται το βάρος και η θρέψη της ασθενούς. Αν έχει εφαρμοσθεί ακτινοθεραπεία, επισκοπείται το δέρμα για ερυθρότητα, ερεθισμό ή λύση. Χορηγούνται αναλγητικά, ενώ εφαρμόζονται μη επεμβατικά νοσηλευτικά μέτρα για την ανακούφιση του άλγους, τα οποία διδάσκονται και στις ασθενείς. Επίσης εφαρμόζονται ανακουφιστικά μέτρα για τη χαλάρωση και την ανάπαυση της ασθενούς, καθώς και για την υποχώρηση του άγχους. Αν υπάρξει ακινησία αργότερα κατά την πορεία της νόσου, η προσεκτική αλλαγή της θέσης, η άριστη φροντίδα του δέρματος, η αναπνευστική γυμναστική (παροχέτευση βρογχικών εκκρίσεων) και τα στρώματα χαμηλής πίεσης, χρησιμοποιούνται για την αποτροπή επιπλοκών (λύση του δέρματος, αναπνευστικά προβλήματα, παθολογικά κατάγματα). Αξιολογείται η ικανότητα αντιμετώπισης της κατάστασης από την ασθενή και την οικογένειά της, ώστε αν καταστεί αναγκαίο, να υπάρχει η δυνατότητα παραπομπής για την παροχή συμβουλών και υποστήριξης.

Aliases (separate with |): Καρκίνος του μαστού
καρκίνος του οισοφάγου

Αδενοκαρκίνωμα ή καρκίνωμα από πλακώδη κύτταρα του οισοφάγου. Η νόσος είναι υπεύθυνη για περισσότερους από 10.000 θανάτους κάθε χρόνο στις ΗΠΑ. Εμφανίζεται πιο συχνά σε άνδρες ηλικίας άνω των 60 ετών.

Οι όγκοι του οισοφάγου είναι συνήθως ανθοκραμβοειδείς και διηθητικοί, και στις περισσότερες περιπτώσεις αποφράσσουν μερικώς τον αυλό του οισοφάγου. Η τοπική μετάσταση συμβαίνει πρώιμα μέσω των υποβλεννογόνιων λεμφαγγείων, συχνά προσβάλλοντας μοιραία άλλα ενδοθωρακικά όργανα. Το ήπαρ και οι πνεύμονες είναι οι συνήθεις θέσεις απομακρυσμένης μετάστασης.

ΠΡΟΔΙΑΘΕΣΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ: Η αιτία του καρκίνου του οισοφάγου είναι άγνωστη. Ωστόσο, διάφοροι προδιαθεσικοί παράγοντες έχουν αναγνωριστεί. Αυτοί περιλαμβάνουν το χρόνιο κάπνισμα ή την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, τη φλεγμονή που επάγεται από τη στάση, όπως στην αχαλασία ή τη στένωση, προηγούμενους όγκους της κεφαλής και του τραχήλου και τη διατροφική ανεπάρκεια, όπως η ιδιοπαθής στεατόρροια και το σύνδρομο Plummer- Vinson.

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ: Η άμεση διήθηση παρακείμενων δομών μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές, όπως μεσοθωρακίτιδα, τραχειοοισοφαγικό ή βρογχοοισοφαγικό συρίγγιο (προκαλώντας έντονο βήχα κατά την κατάποση υγρών) και διάτρηση της αορτής με αιφνίδια απώλεια αίματος. Άλλες επιπλοκές περιλαμβάνουν την αδυναμία ελέγχου των εκκρίσεων, απόφραξη του οισοφάγου, την κακή θρέψη και την απώλεια ελέγχου του κατώτερου οισοφαγικού σφιγκτήρα, που μπορεί να οδηγήσει σε πνευμονία από εισρόφηση.

ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Κατά τα πρώιμα στάδια της νόσου ο ασθενής μπορεί να αναφέρει ένα αίσθημα πληρότητας, πίεσης, δυσπεψίας ή υποστερνικού καύσου και μπορεί να αναφέρει τη χρήση αντιόξινων για την ανακούφιση της γαστρεντερικής δυσφορίας. Αργότερα, ο ασθενής μπορεί να παραπονεθεί για δυσφαγία και απώλεια βάρους. Ο βαθμός της δυσφαγίας ποικίλλει, ανάλογα με την έκταση της βλάβης, από ήπια δυσφαγία που εμφανίζεται μόνο μετά από την κατάποση στερεάς τροφής (ιδίως κρέατος) μέχρι τη δυσκολία να καταπιεί χοντροκομμένες τροφές ή ακόμη και υγρά. Ο ασθενής μπορεί να παραπονείται για βράγχος φωνής (από διήθηση του λαρυγγικού νεύρου), χρόνιο βήχα (πιθανότατα από εισρόφηση), ανορεξία, εμέτους και αναγωγές τροφών. Τα τελευταία συμπτώματα είναι αποτέλεσμα αύξησης του όγκου πέρα από τα όρια του οισοφάγου. Ο ασθενής μπορεί επίσης να αναφέρει άλγος κατά την κατάποση ή άλγος που αντανακλά στη ράχη. Στα τελευταία στάδια της νόσου, ο ασθενής εμφανίζεται αδύνατος, καχεκτικός και αφυδατωμένος.

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ: Ακτινογραφία του οισοφάγου μετά από κατάποση βαρίου και εξετάσεις κινητικότητας, ακτινογραφία θώρακος ή οισοφαγογραφία, οισοφαγοσκόπηση, βιοψίες μετά από λήψη ιστού του όγκου με βελόνη ή ψήκτρα, κυτταρολογικές εξετάσεις κυττάρων που αποπίπτουν, βρογχοσκόπηση, ενδοσκοπική υπερηχογραφία του οισοφάγου, αξονική τομογραφία, μαγνητική τομογραφία, εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας, απεικονιστικές εξετάσεις ήπατος και τομογραφία του μεσοθωρακίου μπορεί να διενεργηθούν για την απεικόνιση του όγκου, τον καθορισμό του τύπου του, να αποκαλύψουν επέκταση σε παρακείμενα όργανα και να αποκαλύψουν απομακρυσμένες μεταστάσεις.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Επειδή ο καρκίνος του οισοφάγου διαπιστώνεται όταν ήδη είναι σε προχωρημένο στάδιο, η θεραπεία τις περισσότερες φορές είναι παρηγορητική παρά θεραπευτική. Η θεραπεία για τη διατήρηση της βατότητας του οισοφάγου περιλαμβάνει τη διάταση του αυλού, τη θεραπεία με λέιζερ, την ακτινοθεραπεία και την τοποθέτηση ενδοαυλικά σωλήνων για τη γεφύρωση του όγκου. Η ριζική χειρουργική επέμβαση μπορεί να εξαιρέσει τον όγκο και να οδηγήσει σε εκτομή μόνο του οισοφάγου ή του οισοφάγου και του στομάχου μαζί. Η χημειοθεραπεία και η ακτινοθεραπεία μπορεί να επιβραδύνουν την αύξηση του όγκου. Η γαστροστομία και η νηστιδοστομία μπορεί να βοηθήσουν στην παροχή της κατάλληλης θρέψης. Ένα εμβάλωμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την απόφραξη των συριγγίων. Η ενδοσκοπική θεραπεία με λέιζερ και η διπολική ηλεκτροπηξία μπορεί να βοηθήσουν στην αποκατάσταση της κατάποσης με την εξάχνωση του καρκινικού ιστού. Ωστόσο, αν ο όγκος εντοπίζεται στον ανώτερο οισοφάγο, το λέιζερ δεν μπορεί να τοποθετηθεί κατάλληλα. Τα αναλγητικά προσφέρουν ανακούφιση από το άλγος.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Ανεξάρτητα από τον κυτταρικό τύπο, η πρόγνωση του καρκίνου του οισοφάγου είναι φτωχή. Η 5ετής επιβίωση φθάνει μόλις το 5% και οι περισσότεροι ασθενείς καταλήγουν εντός 6 μηνών από τη διάγνωση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής εκτιμάται για την παρουσία σημείων και συμπτωμάτων όπως αυτά που προαναφέρθηκαν. Παρακολουθείται η πρόσληψη τροφών και υγρών καθώς και το σωματικό βάρος. Εξηγούνται στον ασθενή όλες οι διαδικασίες. Ο ασθενής προετοιμάζεται σωματικά και ψυχολογικά για την επέμβαση και τη μετεγχειρητική φροντίδα ανάλογα με την ένδειξη.

Παρέχεται διατροφή πλούσια σε θερμίδες και πρωτεΐνες. Προσφέρονται πολτοποιημένες ή υγροποιημένες τροφές και τα διαθέσιμα στο εμπόριο σκευάσματα συμπληρωμάτων διατροφής. Χορηγείται ανάλογα με τις ανάγκες συμπληρωματική παρεντερική διατροφή. Ο ασθενής τοποθετείται σε θέση κατά Fowler κατά τη διάρκεια των γευμάτων και παρέχεται επαρκής χρόνος ώστε να αποφευχθεί η εισρόφηση. Καταγράφεται τυχόν επεισόδιο αναγωγής και παρέχεται η κατάλληλη στοματική υγιεινή. Παρέχονται επίσης τα κατάλληλα αναλγητικά φάρμακα και οι μη επεμβατικές μέθοδοι αναλγησίας.

Όταν χρησιμοποιείται σωλήνας γαστροστομίας, οι τροφές χορηγούνται αργά με φυσική ροή σε προκαθορισμένες ποσότητες (συνήθως 200-500 ml) και στον ασθενή μπορεί να δοθεί κάτι να μασήσει πριν και κατά τη διάρκεια της σίτισης, προκειμένου να διεγερθούν οι γαστρικές εκκρίσεις και να υπάρξει μια εξομοίωση με τη φυσιολογική σίτιση. Ο ασθενής και η οικογένειά του καθοδηγούνται σχετικά με τις διατροφικές απαιτήσεις (π.χ. φροντίδα του σωλήνα σίτισης και έλεγχος της βατότητάς του, χορήγηση της τροφής, φροντίδα του δέρματος στο σημείο εισόδου του σωλήνα και η τοποθέτηση του ασθενούς σε ανασηκωμένη θέση κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά τα γεύματα).

Μετά τη χειρουργική επέμβαση, παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία, το ισοζύγιο υγρών και ηλεκτρολυτών (περιλαμβανομένης της πρόσληψης και αποβολής). Ο ασθενής παρακολουθείται για επιπλοκές, όπως λοίμωξη, σχηματισμό συριγγίου, πνευμονία, εμπύημα και κακή θρέψη. Εάν πραγματοποιήθηκε χειρουργική εκτομή με οισοφαγική αναστόμωση, ο ασθενής παρακολουθείται για εμφάνιση σημείων διαφυγής από την αναστόμωση. Εάν τοποθετήθηκε ενδοπροσθετικός σωλήνας, ο ασθενής παρακολουθείται για εμφάνιση σημείων απόφραξης ή μετατόπισης, η οποία μπορεί να προκαλέσει διάτρηση του μεσοθωρακίου ή να επιταχύνει τη διάβρωση του όγκου.

Εάν χορηγηθεί χημειοθεραπεία, ο ασθενής παρακολουθείται για εμφάνιση επιπλοκών όπως η καταστολή του μυελού και γαστρεντερικές αντιδράσεις. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ελαχιστοποιούνται με τη χρήση στοματικών πλύσεων με φυσιολογικό ορό. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να ξεκουράζεται για μεγάλα διαστήματα και χορηγούνται τα κατάλληλα φάρμακα. Εάν χρησιμοποιηθεί ακτινοθεραπεία, ο ασθενής παρακολουθείται για εμφάνιση επιπλοκών όπως διάτρηση οισοφάγου, πνευμονίτιδα, πνευμονική ίνωση ή φλεγμονή του νωτιαίου μυελού (μυελίτιδα).

Τα αναμενόμενα αποτελέσματα της εκάστοτε θεραπείας εξηγούνται στον ασθενή και τους συγγενείς του. Παρέχεται η διαβεβαίωση ότι το άλγος θα αντιμετωπιστεί και η νοσηλεύτρια ή άλλος επαγγελματίας υγείας παραμένουν στο πλευρό του ασθενή σε περιόδους άγχους ή δυσφορίας. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να συμμετέχει στη διαδικασία λήψης αποφάσεων για τη φροντίδα του.

Ο ασθενής πρέπει να συνεχίσει να έχει μια φυσιολογική καθημερινότητα κατά τη φάση της ανάρρωσης, προκειμένου να διατηρηθεί ένα αίσθημα ελέγχου και να αποφευχθούν οι επιπλοκές που σχετίζονται με την ακινησία. Τόσο ο ασθενής όσο και η οικογένειά του παραπέμπονται σε κατάλληλες ομάδες για πληροφόρηση και υποστήριξη.

Aliases (separate with |): Καρκίνος του οισοφάγου
καρκίνος του πνεύμονα

Η πλέον θανατηφόρα μορφή καρκίνου στις ΗΠΑ, υπεύθυνη για περίπου 157.000 θανάτους ετησίως, σύμφωνα με στατιστικές δημοσιευμένες από την Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία το 2003. Ο όρος περιλαμβάνει τέσσερις κυτταρικούς τύπους: καρκίνωμα πλακωδών κυττάρων (πλακώδες καρκίνωμα), αδενοκαρκίνωμα, μεγαλοκυτταρικό καρκίνο και μικροκυτταρικό καρκίνο. Η συντριπτική πλειοψηφία τους προκαλείται από καρκινογόνα στον καπνό του τσιγάρου. Η επιβίωση μετά τη διάγνωση είναι χαμηλή - μόνο 1 στους 7 πάσχοντες ζουν για 5 χρόνια. Οι θεραπείες περιλαμβάνουν χειρουργική επέμβαση στον πνεύμονα, ακτινοθεραπεία και χημειοθεραπεία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο καρκίνος του πνεύμονα είναι σχετικά δύσκολο να θεραπευθεί αλλά πολύ ευκολότερο να προληφθεί. Τα παιδιά και οι έφηβοι πρέπει να αποθαρρυνθούν από το κάπνισμα και οι ήδη καπνιστές πρέπει να υποστηριχθούν στις προσπάθειές τους να το κόψουν.

ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΓΕΙΑ: Η αξονική τομογραφία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εξέταση ατόμων με μακροχρόνιο ιστορικό καπνίσματος και οι οποίοι έχουν ηλικία 50-60 ετών. Σε αυτή την ομάδα υψηλού κινδύνου, ο έλεγχος ανιχνεύει τη νόσο στα πρώιμα στάδιά της όταν έχει τις περισσότερες πιθανότητες θεραπείας. Παρόλα αυτά, επειδή ο έλεγχος είναι πολύ ακριβός, και υπάρχουν εκατομμύρια καπνιστές, τα έξοδα της δημόσιας υγείας για μαζικό έλεγχο είναι υψηλά συγκρινόμενα με το κόστος εκστρατειών ενθάρρυνσης των καπνιστών να διακόψουν ή της διδασκαλίας των εφήβων προκειμένου να μην ξεκινήσουν το κάπνισμα.

Aliases (separate with |): Καρκίνος του πνεύμονα
καρκίνος του προστάτη

Κακοήθης όγκος (σχεδόν πάντοτε αδενοκαρκίνωμα) του προστάτη. Εκτός από τον καρκίνο του δέρματος, αποτελεί τον πιο συχνό νεόπλασμα στους άνδρες. Το 2003, η Αμερικανική Ένωση Καρκίνου υπολόγισε ότι θα διαγνωστούν 221.000 Αμερικανοί με καρκίνο του προστάτη και ότι οι 29.000 θα πεθάνουν από αυτόν.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Αν και μπορεί να έχει πολλές αιτίες, ο καρκίνος του προστάτη αποτελεί έναν ορμονοευαίσθητο όγκο (δηλ. τεστοστερόνη).

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η νόσος είναι συχνά ασυμπτωματική ή μπορεί να εμφανίσει συμπτώματα, όπως δυσκολία και δισταγμό κατά την ούρηση, νυκτουρία, συμπτώματα ουρολοίμωξης ή στην περίπτωση που ο καρκίνος έχει κάνει μετάσταση στα οστά, εντοπισμένο ή γενικευμένο οστικό άλγος.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Οι θεραπευτικές επιλογές περιλαμβάνουν την συντηρητική αντιμετώπιση (σε ασθενείς με εντοπισμένη νόσο), την ορχεκτομή, την χορήγηση φαρμάκων για την ελάττωση της συγκέντρωσης τεστοστερόνης, την χειρουργική εκτομή ή την ακτινοθεραπεία. Η επέμβαση επιλέγεται ανάλογα με το προσδόκιμο ζωής του ασθενούς (η νόσος διαγιγνώσκεται συχνά σε ηλικιωμένους ασθενείς), την επιθετικότητα του όγκου και την απόφαση του ασθενούς μετά την συζήτηση που θα έχει με την ιατρική του ομάδα.

ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι περισσότερες ιατρικές κοινότητες συστήνουν στους άνδρες ηλικίας άνω των 50 ετών που έχουν θετικό οικογενειακό ιστορικό της νόσου να συζητούν τον προσυμπτωματικό έλεγχο για τον καρκίνο του προστάτη με τον οικογενειακό τους ιατρό. Οι διαθέσιμες επιλογές περιλαμβάνουν τις εξετάσεις αίματος για την μέτρηση των επιπέδων του ειδικού προστατικού αντιγόνου (PSA), την δακτυλική εξέταση από το ορθό ή την αξιολόγηση του αδένα με υπερηχογράφημα. Ο μαζικός προσυμπτωματικός έλεγχος για τον καρκίνο του προστάτη δεν συστήνεται από καμιά μεγάλη ιατρική κοινότητα, επειδή μπορεί να αποδώσει ψευδώς- θετικά αποτελέσματα, να οδηγήσει σε μη αναγκαίες ή πολύπλοκες θεραπείες ή να προκαλέσει μη αναγκαίο άγχος. Όταν με τους προσυμπτωματικούς ελέγχους εγείρεται η υποψία καρκίνου του προστάτη, για την επιβεβαίωση της διάγνωσης θα χρειαστούν βιοψίες.

Ανάλογα με τις θεραπευτικές επιλογές που θα αποφασιστούν, ο ασθενής θα χρειαστεί υποστήριξη και ενημέρωση. Για παράδειγμα, στην περίπτωση επιλογής της αναμονής και παρακολούθησης, θα ενημερωθεί για τα συμπτώματα που χρήζουν άμεσης παρέμβασης και θα βοηθηθεί, ώστε να καθιερώσει και να θυμάται τις προγραμματισμένες επισκέψεις στον ιατρό για παρακολούθηση. Αν ο ασθενής επιλέξει την εξωτερική ακτινοβολία, θα ενημερωθεί για τις συχνότερες παρενέργειες, συμπεριλαμβανομένων του ερεθισμού του δέρματος, της διάρροιας, της έπειξης προς ούρηση, της συχνοουρίας, την διστακτικότητας κατά την ούρηση και της επώδυνης στυτικής δυσλειτουργίας, της κόπωσης και της καταστολής του μυελού των οστών. Οι πληροφορίες σχετικά με τα συχνά υποστηρικτικά μέτρα για την αντιμετώπιση αυτών των παρενεργειών παρέχονται σε έντυπη μορφή, έτσι ώστε ο ασθενής να μπορεί να ανατρέχει σε αυτά όταν το χρειάζεται. Αν ο ασθενής επιλέξει την βραχυθεραπεία, ενημερώνεται ότι θα τοποθετηθούν ραδιενεργά εμφυτεύματα στον προστάτη, ενώ αυτός κατά την διάρκεια της διαδικασίας θα βρίσκεται υπό καταστολή. Για την ακτινοβολία χρειάζονται προληπτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της ακολούθησης συγκεκριμένης μεθόδου στην περίπτωση απώλειας του ραδιενεργού εμφυτεύματος. Πρέπει να γίνει χρήση προφυλακτικού κατά την ανάκτηση της σεξουαλικής δραστηριότητας δύο εβδομάδες μετά. Οι συχνότερες παρενέργειες είναι ο ερεθισμός και η απόφραξη του ουροποιητικού συστήματος. Οι ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε βραχυθεραπεία, θα πρέπει να αναφέρουν αμέσως στον ιατρό τους την αδυναμία κένωσης, την αιμορραγία ή τον ερεθισμό του ορθού ή την διάρροια. Ο ορμονική θεραπεία (δηλ. γοναδορελίνη, οιστρογόνα και αναστολείς των υποδοχέων των ανδρογόνων) μπορεί να χορηγηθεί μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με ορχεκτομή. Οι παρενέργειες περιλαμβάνουν την γυναικομαστία, την ευαισθησία στους μαστούς, την σεξουαλική ανικανότητα, τις εξάψεις, τις αλλαγές της εικόνας του σώματος και την κόπωση. Η χημειοθεραπεία για την μεταστατική, ανθεκτική στις ορμόνες νόσο μπορεί να προκαλέσει παρενέργειες, όπως μεταξύ άλλων κόπωση, ανορεξία, ναυτία, έμετο, τριχόπτωση και οίδημα.

Aliases (separate with |): Καρκίνος του προστάτη
καρκίνος του τραχήλου

Κακοήθες νεόπλασμα του τραχήλου της μήτρας. Με συχνότητα 15:100.000, είναι ο τρίτος συχνότερος καρκίνος της γυναικείας αναπαραγωγικής οδού και προκαλεί το 5% των συνολικών θανάτων από καρκίνο μεταξύ των γυναικών. Παρ' ότι μπορεί να συμβεί σε νεότερες γυναίκες, η μέση ηλικία διάγνωσης είναι τα 54. Η ασθένεια θεραπεύεται αποτελεσματικότερα κατά τα πρώιμα στάδια, είναι όμως τότε λανθάνουσα και ασυμπτωματική.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ορισμένα στελέχη του ανθρώπινου ιού θηλωμάτων (HPV), μια συχνή σεξουαλικά μεταδιδόμενη νόσος, είναι καρκινογόνος έναντι του τραχηλικού επιθηλίου. Μαζί με άλλους παράγοντες κινδύνου (όπως το κάπνισμα, η πρώτη σεξουαλική επαφή σε μικρή ηλικία και οι πολλαπλοί σεξουαλικοί σύντροφοι), ο HPV διαδραματίζει ρόλο στην ανάπτυξη του καρκίνου του τραχήλου.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Συνιστώνται περιοδικοί έλεγχοι Παπανικολάου για όλες τις σεξουαλικά ενεργές γυναίκες. Οι έλεγχοι ταυτοποιούν κυτταρικές αλλοιώσεις με ακρίβεια 95%. Διαστολή και απόξεση, βιοψία με παρακέντηση και κολποσκόπηση μπορούν να πραγματοποιηθούν εάν τα αποτελέσματα του ελέγχου Παπανικολάου εγείρουν την υποψία καρκίνου.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η αντιμετώπιση ποικίλλει μεταξύ της κρυοθεραπείας ή της θεραπείας με laser για χαμηλού βαθμού πλακώδεις ενδοεπιθηλια-κές βλάβες, της κωνοειδούς εκτομής για ενδοεπιθηλιακό (in situ) καρκίνωμα ως και της υστερεκτομής για προδιηθητικό τραχηλικό καρκίνο σε γυναίκες που δε σχεδιάζουν να συλλάβουν. Η σταδιοεξαρτώμενη αντιμετώπιση διηθητικού καρκινώματος του τραχήλου περιλαμβάνει ακτινοβολία ή/και υστερεκτομή.

Aliases (separate with |): Καρκίνος του τραχήλου
καρκίνος των οστών

Οποιαδήποτε κακοήθεια του οστίτη ιστού. Οι πρωτογενείς όγκοι των οστών (όπως τα οστεοσαρκώματα) είναι σπάνιοι στους ενήλικες και παρατηρούνται συχνότερα σε παιδιά και εφήβους. Οι δευτερογενείς ή μεταστατικοί καρκίνοι των οστών είναι μακράν πιο κοινοί. Όγκοι οι οποίοι δημιουργούνται σε άλλες περιοχές και κάνουν μεταστάσεις στα οστά, εξορμούνται συχνότερα από όργανα, όπως ο προστάτης, ή το στήθος.

Aliases (separate with |): Καρκίνος των οστών
καρκίνος των ωοθηκών

Οποιαδήποτε κακοήθης ανάπτυξη σε μία ωοθήκη. Περίπου το 85% με 90% των καρκίνων της ωοθήκης προέρχονται από το επιφανειακό επιθήλιο της ωοθήκης. Στις ΗΠΑ το 2003, η Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία εκτίμησε on θα διαγνωσθούν περίπου 25.000 νέοι ασθενείς με καρκίνο των ωοθηκών και θα προκύψουν περίπου 14.000 θάνατοι από την ασθένεια. Τα περισσότερα περιστατικά διαγιγνώσκονται όταν η ασθένεια βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο στάδιο επειδή οι μέθοδοι πρώιμης ανίχνευσης είναι ακόμα μη ικανοποιητικές. Επί του παρόντος, περισσότερες γυναίκες πεθαίνουν από επιθηλιακό καρκίνο των ωοθηκών παρά από το σύνολο των υπόλοιπων γυναικολογικών καρκίνων. Ορισμένοι ασθενείς με καρκίνο των ωοθηκών ενδέχεται να έχουν γενετική προδιάθεση όπως πχ., το να φέρουν τα γονίδια BRCA-1 ή BRCA-2.

Aliases (separate with |): Καρκίνος των ωοθηκών
καρκίνωμα βασικών κυττάρων

Ο πλέον κοινός ανθρώπινος καρκίνος, κακοήθεια, η οποία τυπικά εντοπίζεται σε δέρμα εκτεθειμένο στην ηλιακή ακτινοβολία, ή άλλες μορφές υπεριώδους φωτός. Παρ ότι μερικές φορές είναι τοπικά διηθητικό, σπάνια κάνει μεταστάσεις σε άλλα όργανα. Τυπικά, ξεκινά ως μικρή, φωτεινή βλατίδα. Π πληγή μεγεθύνεται, σχηματίζοντας λευκωπό όριο γύρω από μια κεντρική υποχώρηση ή έλκος, το οποίο μπορεί να αιμορραγεί. Όταν η πληγή φθάσει σε αυτό το στάδιο, συχνά καλείται τρωκτικό έλκος. Μετά τη βιοψία, προσδιορίζεται η μέθοδος αφαίρεσης βάσει του μεγέθους, της θέσης και της εμφάνισης της πληγής.

Aliases (separate with |): basal cell carcinoma|Καρκίνωμα βασικών κυττάρων
καρκίνωμα του παγκρέατος

Παγκρεατικός καρκίνος. Η Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία εκτίμησε ότι θα εμφανιστούν 31.860 νέες περιπτώσεις της νόσου το 2004, με σχεδόν ισάριθμους θανάτους προκαλούμενους από την ασθένεια την ίδια χρονιά. Παρ ότι οι αιτίες του παγκρεατικού καρκίνου είναι άγνωστες, εντοπίζεται περισσότερο στους άνδρες από ό,τι στις γυναίκες, στους έγχρωμους από ό,τι στους λευκούς, στους καπνιστές από ό,τι στους μη καπνιστές και σε ασθενείς με ιστορικό χρόνιας παγκρεατίτιδας ή σακχαρώδους διαβήτη. Όταν ο καρκίνος εκδηλώνεται στην κεφαλή του παγκρέατος, άπου μπορεί να αποφράξει τους χοληφόρους αγωγούς και να προκαλέσει ίκτερο, τότε η ασθένεια είναι πιθανό να διαγνωσθεί σε πρώιμο στάδιο, οπότε και μπορεί να ανταποκριθεί καλύτερα στη θεραπεία. Ηχειρουργική εκτομή του καρκίνου και η αντιμετώπιση με χημειοθεραπεία, ή ακτινοθεραπεία μπορεί να παρατείνει την επιβίωση ορισμένων ασθενών. Μόνο το 4% των προσβεβλημένων από παγκρεατικό καρκίνο επιζούν επί 5 έτη.

Aliases (separate with |): Καρκίνωμα του παγκρέατος
καροτένιο

Οποιαδήποτε από τις κίτρινες έως ερυθρές αντιοξειδωτικές ενώσεις, οι οποίες είναι τα βιοχημικά πρόδρομα της βιταμίνης Α. Πολλά φρέσκα φρούτα και λαχανικά (περιλαμβανομένου του καρότου, της κολοκύθας, της γλυκοπατάτας, του καλαμποκιού, των βερύκοκων και των πορτοκαλιών) είναι εμπλουτισμένα σε αυτές τις χημικές ουσίες. Μπορεί να παίζουν ρόλο στην πρόληψη της αθηροσκλήρωσης, των νευροεκφυλιστικών νόσων, καρκίνων και του εκφυλισμού του αμφιβληστροειδούς.

Η ρετινόλη είναι η μορφή της βιταμίνης Απου ευρίσκεται στα θηλαστικά. Ένα ισοδύναμο ρετινόλης ισούται προς 6 μg βήτα-καροτενίου. Το βήτα-καροτένιο είναι ασφαλέστερο διατροφικό συμπλήρωμα από τη βιταμίνη Α, διότι η τελευταία έχει μεγαλύτερο δυναμικό τοξικότητας σε μεγάλες δόσεις.

Aliases (separate with |): Καροτένιο
καρυότυπος

Μια μικροφωτογραφία των χρωμοσωμάτων ενός κυττάρου, που λαμβάνεται στη διάρκεια της μετάφασης, όταν κάθε χρωμόσωμα αποτελείται από ένα ζεύγος χρωματίδων. Τα χρωμοσώματα στη συνέχεια τοποθετούνται σε αριθμητική σειρά, με φθίνουσα σειρά μεγέθους.

Aliases (separate with |): Καρυότυπος
καρωτιδική ενδαρτηριεκτομή

Χειρουργική μέθοδος για την απομάκρυνση ενδαρτηριακών κωλυμάτων από το εγγύς τμήμα της τραχηλικής μοίρας της έσω καρωτίδας αρτηρίας. Με τη μέθοδο αυτή, ελαττώνεται ο κίνδυνος εγκεφαλικού επεισοδίου όταν διενεργείται σε ασθενείς με μέτριες ή σοβαρές στενώσεις της καρωτίδας, με ή χωρίς ιστορικό παροδικών ισχαιμικών επεισοδίων (ΤΙΑ).

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προεγχειρητική: Για μείωση του άγχους, εξηγείται η διαδικασία και το αναμενόμενο αίσθημα στον ασθενή και στην οικογένειά του και απαντώνται οι ερωτήσεις τους. Συζητώνται επίσης η εντόπιση της βλάβης, η αθηροσκληρωτική διαδικασία και η ανάγκη για τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου μετά την επέμβαση. Εξηγούνται όλες οι διαγνωστικές εξετάσεις για τη διερεύνηση της καρωτιδικής στένωσης. Εάν ο ασθενής παρουσιάζει ταυτόχρονα και στεφανιαία νόσο, εξηγούνται επίσης το ηλεκτροκαρδιογράφημα (ECG) , η στεφανιογραφία και η δοκιμασία κοπώσεως. Οι διαδικασίες και ο εξοπλισμός της εντατικής φροντίδας (καθετήρες, σωλήνες, μηχανήματα) περιγράφονται επίσης για να προετοιμαστεί ο ασθενής και οι συγγενείς του για τη μετεγχειρητική πορεία. Εφόσον είναι εφικτό, κανονίζεται μια επίσκεψη στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Εξηγούνται στον ασθενή ο αναμενόμενος μετεγχειρητικός πόνος και δυσφορία και ο ασθενής καθοδηγείται σχετικά με την εκτίμηση του πόνου, της λήψης αναλγητικών φαρμάκων και άλλων μέτρων ανακούφισης του πόνου. Εξηγούνται στον ασθενή οι συνήθεις νευρολογικές εξετάσεις που θα διενεργούνται μετά την επέμβαση και οι φυσιολογικές αντιδράσεις σε αυτές. Μπορεί να χρειαστεί να εισαχθεί ένας αρτηριακός καθετήρας για την παρακολούθηση των αερίων και της πίεσης του αίματος, διενεργείται ECG και λαμβάνεται η έγγραφη συγκατάθεση του ασθενούς πριν την αναισθησία, γίνεται προετοιμασία του χειρουργικού πεδίου σύμφωνα με το πρωτόκολλο η την προτίμηση του χειρουργού και χορηγείται καταστολή.

Μετεγχειρητική: Τα ζωτικά σημεία (περιλαμβανομένων και των μεταβολών του μεγέθους της κόρης) παρακολουθούνται ανά 15 λεπτά για την πρώτη ώρα (η σύμφωνα με το πρωτόκολλο) έως ότου σταθεροποιηθεί ο ασθενής. (Μεταβολές στην αρτηριακή πίεση και στον καρδιακό η ρυθμό η στις αναπνοές μπορεί να υποδηλώνουν εγκεφαλική ισχαιμία). Διενεργείται νευρολογική εκτίμηση τις πρώτες 24 ώρες (η σύμφωνα με το πρωτόκολλο) για την αξιολόγηση της μυϊκής ισχύος των άκρων, των λεπτών κινήσεων, του επιπέδου συνείδησης και του προσανατολισμού.

Η πρόσληψη και αποβολή υγρών παρακολουθούνται ανά ώρα για τις πρώτες 24 ώρες (η σύμφωνα με το πρωτόκολλο). Διενεργείται συνεχής παρακολούθηση της καρδιακής και αιμοδυναμικής κατάστασης για τις πρώτες 24 ώρες (η σύμφωνα με το πρωτόκολλο). Χορηγούνται τα απαραίτητα αναλγητικά φάρμακα καθώς και άλλα μη επεμβατικά αναλγητικά μέτρα.

Παρέχεται φροντίδα του χειρουργικού τραύματος και καθοδηγείται ο ασθενής και η οικογένειά του γι αυτήν, καθώς και για την παρατήρηση και αναφορά στον χειρουργό τυχόν σημείων και συμπτωμάτων μόλυνσης (ερυθρότητα, οίδημα η εκροή από το τραύμα, πυρετός και πονόλαιμος). Οι ασθενείς που καπνίζουν, ενθαρρύνονται να διακόψουν το κάπνισμα και μπορεί να παραπεμφθούν σε πρόγραμμα διακοπής καπνίσματος η να ακολουθήσουν θεραπεία υποκατάστασης με επιθέματα νικοτίνης. Η τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου, όπως τα υψηλά επίπεδα λιπιδίων και το πλεονάζον βάρος, επίσης συζητείται. Χορηγούνται τα απαραίτητα φάρμακα και ο ασθενής καθοδηγείται για τη χρήση τους καθώς και για την αναφορά ανεπιθύμητων ενεργειών στο θεράποντα ιατρό του.

Ο ασθενής που έχει υποστεί αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και χρειάζεται παρακολούθηση παραπέμπεται σε κέντρο αποκατάστασης η για κατ οίκον φροντίδα. Δίνονται οδηγίες για την αντιμετώπιση των μετεγχειρητικών νευρολογικών, αισθητηριακών η κινητικών διαταραχών και εξηγείται η σημασία των τακτικών επισκέψεων επανελέγχου. Ο χειρουργός η ο νευρολόγος πρέπει να ενημερωθούν άμεσα εάν εμφανισθούν νέα νευρολογικά συμπτώματα. Ο ασθενής πρέπει να φέρει μαζί του μια καρτέλα όπου να αναφέρεται η πάθηση του και η αγωγή του σε περίπτωση ατυχήματος.

Aliases (separate with |): Καρωτιδική ενδαρτηριεκτομή
κάταγμα
  1. Τραυματισμός που είναι επίπονος, οιδηματώδης και παραμορφωτικός.
  2. Θραύσμα οστού.

ΑΙΤΙΕΣ: Παθολογική: Σε ορισμένες νόσους όπως καρκίνος, οστεομαλάκυνση, σύφιλη και οστεομυελίτιδα τα οστά εμφανίζουν αυτόματα κατάγματα χωρίς τραυματισμό. Άμεση άσκηση βίαιης δύναμης: Το οστό εμφανίζει άμεσα κάταγμα στο σημείο που εφαρμόζεται η δύναμη (π.χ. κάταγμα της κνήμης από χτύπημα). Έμμεση άσκηση βίαιης δύναμης: Το οστό εμφανίζει κάταγμα έμμεσα λόγω μίας δύναμης που εφαρμόζεται σε απόσταση από τη θέση του κατάγματος και μεταδίδεται (π.χ. κάταγμα της κλείδας από πτώση με τεντωμένο χέρι). Μυϊκή συστολή: Το οστό σπάει από ξαφνική βίαια σύσπαση των μυών.

ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ: Περιλαμβάνουν την απώλεια της ικανότητας κίνησης, πόνο με οξεία εμφάνιση ευαισθησίας πάνω από το σημείο της θραύσης, οίδημα και μώλωπες, παραμόρφωση και πιθανή βράχυνση, αφύσικη κινητικότητα και τριβή που γίνεται αντιληπτή όταν τα άκρα του οστού τρίβονται μεταξύ τους. Είναι σημαντικό να μην γίνει προσπάθεια να αναπαραχθούν τα δύο τελευταία αυτά ευρήματα. Η ακτινογραφία επιβεβαιώνει το κάταγμα και την ακριβή θέση των οστικών θραυσμάτων.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Σε απλά κατάγματα, το μέλος ή τμήμα πρέπει να διατηρείται ακίνητο με νάρθηκες. Εάν ραγίσει ένα ανώτερο άκρο, πρέπει να υποστηριχτεί με κρεμαστό επίδεσμο και ο ασθενής να μπορεί στη συνέχεια να περπατήσει. Εάν τραυματιστεί ένα κατώτερο μέλος, ο ασθενής πρέπει να παραμείνει ύπτιος και να μην κάνει προσπάθεια να περπατήσει.

Ο ιατρός μειώνει την έκταση του κατάγματος (ανατάσσει, τοποθετεί τα τεμάχια σε σωστή θέση). Το οστό διατηρείται στην θέση του με γύψινο επίδεσμο έως ότου επιτευχθεί η συνένωση. Ύστερα το μέλος επανέρχεται σε πλήρη λειτουργία με φυσιοθεραπεία και άσκηση.

Σε επιλεγμένα κατάγματα αρχικά πρέπει να σταματήσει ενδεχόμενη αιμορραγία ενώ πιθανά να απαιτηθεί ανοιχτή ανάταξη. Το τραύμα στη συνέχεια πλένεται και καθαρίζεται με αποστειρωμένο ορό. Εάν η περιοχή έχει μολυνθεί σε μεγάλο βαθμό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ήπιο διάλυμα σαπουνιού και αποστειρωμένου ορού. Όταν η πληγή είναι καθαρή τοποθετείται αποστειρωμένος επίδεσμος. Το οστό μπορεί στη συνέχεια να ακινητοποιηθεί με εξωτερική σταθεροποίηση-οστεοσύνθεση.

Σκελετική έλξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί αντί για γύψινο επίδεσμο ή εξωτερική σταθεροποίηση για συγκεκριμένα κατάγματα (μηριαίας διάφυσης). Τοποθετούνται ειδικοί ήλοι στο οστό και τα οστικά άκρα συγκρατούνται σταθερά μέσω συστήματος τροχαλιών και βαρών εωσότου επιτευχθεί η συνένωση τους.

Εάν δεν παρατηρείται ικανή συνένωση εφαρμόζεται ηλεκτρικό ρεύμα στα οστικά άκρα (οστική διέγερση) που προάγει την ίαση.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι πρώτες βοήθειες για κατάγματα της σπονδυλικής στήλης απαιτούν τη μέγιστη φροντίδα για τη μετακίνηση του ασθενούς. Η ακατάλληλη ή περιττή μετακίνηση μπορεί να τραυματίσει ακόμα περισσότερο τη σπονδυλική στήλη. Σταθεροποίηση του ασθενούς σε άκαμπτο στρώμα με πλήρη προστασία της σπονδυλικής στήλης είναι απαραίτητη εωσότου ο ακτινολογικός έλεγχος ότι η σπονδυλική στήλη δεν έχει υποστεί βλάβες.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Το κάταγμα ακινητοποιείται με νάρθηκα που τοποθετείται στα οστικά άκρα και στις δύο γειτονικές αρθρώσεις. Ένα ανοιχτό κάταγμα καλύπτεται με αποστειρωμένο επίδεσμο. Το άκρο ανυψώνεται και εφαρμόζεται κρύο επίθεμα για την ελαχιστοποίηση του οιδήματος ενώ ταυτόχρονα παρατηρείται στενά η συνολική κατάσταση του ασθενούς για πιθανή καταπληξία ή άλλες επιπλοκές. Χορηγούνται αναλγητικά και ο ασθενής προετοιμάζεται σωματικά και ψυχολογικά για κλειστή ή ανοιχτή ανάταξη και σταθεροποίηση του κατάγματος. Η αγγειακή και νευρολογική κατάσταση του μέλους που είναι απομακρυσμένο από τη θέση του κατάγματος παρακολουθείται πριν και μετά την ακινητοποίηση με συσκευές έλκυσης, τοποθέτησης γύψινου επιδέσμου ή στερέωσης.

Ο ασθενής εκτιμάται για εμβολή λίπους ύστερα από κατάγματα επιμηκών οστών, για υπερβολική απώλεια αίματος και αιμοαραίωσης, και για καθυστερημένη πώρωση ή μη πώρωση κατά τη διάρκεια της ίασης και συμπληρωματικής αγωγής. Ο ασθενής πρέπει να αναφέρει σημεία ελαττωμένης κυκλοφορίας (ψυχρότητα δέρματος, μούδιασμα, κνησμό, αποχρωματισμό, και αλλαγές στην κινητικότητα) και διδάσκεται η σωστή χρήση των βοηθητικών συσκευών (κρεμαστός επίδεσμος, δεκανίκια, και περιπατητής Π).

Aliases (separate with |): Κάταγμα
κάταγμα του ισχίου

Ένα κάταγμα της εγγύς μοίρας του μηριαίου οστού, δηλ. κεφαλής, αυχένα ή μεσοτροχαντήριων ή υποτροχαντήριων περιοχών αυτού του οστού. Παρατηρείται κάθε χρόνο σε σχεδόν 225.000 Αμερικανούς μεγαλύτερους των 50. Είναι πιο κοινό σε γυναίκες από άνδρες ως αποτέλεσμα οστεοπόρωσης και είναι ιδιαίτερα σύνηθες σε αδύνατες, ηλικιωμένες γυναίκες. Τουλάχιστον 50% των ηλικιωμένων ασθενών που βιώνουν ένα κάταγμα ισχίου πεθαίνουν εντός ενός χρόνου από τον τραυματισμό.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η οστεοπόρωση προδιαθέτει ένα ηλικιωμένο άτομο σε κάταγμα ισχίου.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Πόνος στο γόνατο ή στη βουβωνική χώρα είναι το κλασικό σημείο ενός κατάγματος ισχίου. Εάν ο μηρός εξαρθρωθεί, μπορεί να εμφανιστούν βράχυνση και στροφή του ποδός.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Προεγχειρητικά, η έλξη Buck μπορεί να χρησιμοποιηθεί βραχυπρόθεσμα για την ανακούφιση των μυϊκών σπασμών. Μία ανοιχτή ανάταξη, εσωτερική καθήλωση του ισχίου για την ευθυγράμμιση των οστικών ακρών με σκοπό την ίαση είναι η προτιμώμενη χειρουργική θεραπεία ή μια μηριαία πρόσθεση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κατάγματα του αυχένα ή της κεφαλής του μηριαίου. Το οστό απαιτεί 6 με 12 εβδομάδες να θεραπευθεί σε έναν ηλικιωμένο ασθενή. Ο ασθενής χρησιμοποιεί έναν βοήθημα βάδισης, ωσότου το οστό θεραπευτεί πλήρως.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ανακούφιση του πόνου και πρόληψη και παρακολούθηση των μετεγχειρητικών επιπλοκών, συμπεριλαμβανομένων της λοίμωξης, της εξάρθρωσης ισχίου και της εν τω βάθει φλεβοθρόμβωσης ή της πνευμονικής εμβολής, είναι οι κύριες ανησυχίες. Προφυλακτικά αντιβιοτικά και αντιπηκτικά χορηγούνται όπως ορίζεται, ενώ εφαρμόζονται μέτρα πρόληψης για την αποφυγή εξάρθρωσης των ισχίων. Αυτές οι προφυλάξεις περιλαμβάνουν την αποφυγή προσαγωγής, στροφής και κάμψης των ισχίων σε γωνία μεγαλύτερη από 90 μοίρες κατά τη διάρκεια μεταφοράς και δραστηριοτήτων βάδισης του ασθενή. Ο ασθενής νοσηλεύεται τυπικά για 3 με 4 ημέρες και στη συνέχεια μεταφέρεται σε μία κλινική, μια μονάδα υποξείας φροντίδας, μια μονάδα μεταβατικής περίθαλψης ή στο σπίτι για αποκατάσταση πολλών εβδομάδων.

Aliases (separate with |): Κάταγμα του ισχίου
κατάθλιψη λοχείας

Κατάθλιψη. η οποία εμφανίζεται 1 έως 6 μήνες μετά τη γέννηση του παιδιού χωρίς να επιλύεται σε 1 έως 2 εβδομάδες. Η πάθηση εμφανίζεται στο 10-20% περίπου των γυναικών με πρόσφατη γέννα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι μητέρες που προσβάλλονται αναφέρουν τυπικά συνεχή δάκρυα, απόγνωση, αισθήματα απελπισίας, ανεπάρκεια, ανικανότητα να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες φροντίδας του βρέφους, μεταπτώσεις στη διάθεση, ευερεθιστότητα, κόπωση, απώλεια κανονικών ενδιαφερόντων ή αϋπνία.

ANTIMETΟΠΙΣH: Αποτελεσματικές θεραπείες είναι τα φάρμακα όπως τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και οι αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης· η παροχή συμβουλών· ή ηλεκτροσυσπαστική θεραπεία.

Aliases (separate with |): Κατάθλιψη λοχείας
κατάθλιψη μετά από έμφραγμα

Δυσφορική διαταραχή της διάθεσης μετά από εγκεφαλικό έμφρακτο, και η οποία απαντάται στο ένα τέταρτο περίπου όλων των ασθενών που έχουν υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο. Αν και για πολλά χρόνια η κατάθλιψη μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο θεωρούνταν ότι παρουσιάζεται κυρίως σε ασθενείς που υπέστησαν βλάβη στο μη επικρατές ημισφαίριο του εγκεφάλου, η έρευνα αποκάλυψε ότι το φαινόμενο αυτό είναι πολύ συνηθισμένο στις γυναίκες ασθενείς και σε ασθενείς ανώτατης εκπαίδευσης.

Aliases (separate with |): Κατάθλιψη μετά από έμφραγμα
καταπληξία, σοκ
  1. Κλινικό σύνδρομο το οποίο χαρακτηρίζεται από ανεπαρκή αιμάτωση, και οξυγόνωση κυττάρων, ιστών, και οργάνων· συνήθως είναι το αποτέλεσμα οριακής ή εξαιρετικά χαμηλής πίεσης του αίματος.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η καταπληξία μπορεί να προκληθεί από αφυδάτωση, αιμορραγία, σήψη, έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή επιπωμάτωση, επινεφριδική ανεπάρκεια, τραύμα, τραυματισμό της σπονδυλικής στήλης, υποξία, αναφυλαξία, δηλητηρίαση και άλλες σοβαρές προσβολές του σώματος.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η καταπληξία έχει ως αποτέλεσμα την ανεπάρκεια πολλαπλών οργανικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου, της καρδιάς, των νεφρών, των πνευμόνων, του δέρματος και της γαστρεντερικής οδού. Συνήθεις συνέπειες της καταπληξίας είναι σύγχυση, αναστάτωση, αγωνία ή κώμα· συγκοπή ή προσυγκοπή· αυξημένη αναπνευστική προσπάθεια· αναπνευστική δυσχέρεια· πνευμονικό οίδημα· ελαττωμένη παραγωγή ούρων· και/ή οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Διαγνωστικά σημεία της καταπληξίας αποτελούν η ταχυκαρδία, η ταχύπνοια, η υπόταση και το ψυχρό, εφιδρωμένο ή κυανωτικό δέρμα.

Η τοποθέτηση εξαρτάται από τον ιδιαίτερο τύπο της καταπληξίας. Παρότι οι καταστάσεις υπογλυκαιμικού σοκ ανταποκρίνονται καλύτερα σε ύπτια στάση ή σε ανασήκωση των ποδιών, οι καταστάσεις καρδιακού ή αναφυλακτικού σοκ απαιτούν την ανασήκωση της κεφαλής για τη διευκόλυνση της αναπνοής. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από το ποια πρέπει να είναι η σωστή τοποθέτηση του σώματος, αυτή θα πρέπει να διατηρείται διαρκώς. Τα στοματικά υγρά συνήθως συγκεντρώνονται για την πρόληψη εμετού και αναρρόφησης. Στοματική φροντίδα και ενυδάτωση παρέχονται σε συχνή βάση για την αποφυγή ξηρότητας, στοματίτιδας, αφθών, και αποφράξεων των σιελογόνων αδένων. Οι αισθητήριες ικανότητες του ασθενούς παρακολουθούνται στενά και αποφεύγεται όσο το δυνατό η αισθητηριακή υπερφόρτιση. Παράλληλα με την παροχή μέσων ανακούφισης στον ασθενή, το επαγγελματικό νοσηλευτικό προσωπικό λειτουργεί ως σύνδεσμος με τα μέλη της οικογένειας ή άλλους σημαντικούς ανθρώπους, παρέχοντάς τους πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση του ασθενούς και τη θεραπευτική αγωγή. Εάν η κατάσταση καταπληξίας είναι μη αναστρέψιμη η οικογένεια πρέπει να προετοιμασθεί για τον επικείμενο θάνατο του ασθενούς. Τα μέλη της οικογένειας ενθαρρύνονται να βρίσκονται μαζί, να συζητούν, και να αγγίζουν τον ασθενή. Παράλληλα μπορούν να παρασχεθούν κοινωνικές και ψυχολογικές συμβουλές στον ασθενή και την οικογένειά του με τρόπο που αρμόζει στις πεποιθήσεις και επιθυμίες τους. 2. Ηλεκτρικό σοκ, όπως για παράδειγμα μια ηλεκτρική εκκένωση από έναν απινιδωτή.

Aliases (separate with |): Καταπληξία, σοκ
καταπόνηση, τάση
  1. Οποιαδήποτε φυσική, φυσιολογική ή ψυχολογική δύναμη διαταράσσει την ισορροπία.
  2. Οι συνέπειες των δυνάμεων που διαταράσσουν την ισορροπία.
  3. Εφαρμοζόμενη δύναμη ανά μονάδα επιφανείας. Στη φυσική, οι καταπονήσεις είναι δυνάμεις οι οποίες παραμορφώνουν ή καταστρέφουν το υλικό, όπως η πρόσκρουση, η διάτμηση, η στρέψη, η συμπίεση και η έκταση. Αυτές οι φυσικές καταπονήσεις είναι ιδιαίτερα σημαντικές σε ορισμένους κλάδους της ιατρικής μέριμνας (π.χ. οδοντιατρική ή ορθοπαιδική χειρουργική) και στην τεχνολογία εμβιομηχανικής (π.χ. σχεδιασμός και εφαρμογή προθέσεων, μοσχευμάτων και αντλιών έγχυσης).

Οι φυσιολογικές καταπονήσεις περιλαμβάνουν παράγοντες οι οποίοι διαταράσσουν την ομοιόσταση, όπως οι λοιμώξεις, οι τραυματισμοί, οι ασθένειες, οι πιέσεις στα εσωτερικά όργανα και η ψυχική καταπόνηση.

Στην ψυχολογία, οι καταπονήσεις περιλαμβάνουν ερεθίσματα, αισθήματα, άγχος και διαπροσωπικές, κοινωνικές ή οικονομικές καταστάσεις οι οποίες θεωρούνται απειλητικές για τη φυσική υγεία, την ατομική ασφάλεια ή την ευζωία. Οι συζυγικές διαφωνίες, οι συγκρούσεις με άλλους, οι μάχες, τα βασανιστήρια, η κακοποίηση, η χρεωκοπία, η φυλάκιση, οι κρίσεις της ιατρικής μέριμνας και η έλλειψη αυτοπεποίθησης είναι όλα παραδείγματα καταστάσεων οι οποίες αυξάνουν τις ψυχικές καταπονήσεις. Η απόκριση ενός οργανισμού ή υλικού στις καταπονήσεις είναι γνωστή ως προσαρμογή.

Aliases (separate with |): Καταπόνηση, τάση
κατάποση γλώσσας

Μια κατάσταση στην οποία η γλώσσα τείνει να πίπτει όπισθεν και να φράσσει τα ανοίγματα του λάρυγγα καιτου οισοφάγου. Η γλώσσα δεν καταπίνεται και ο όρος είναι ανακριβής. Παρ όλα αυτά, χρησιμοποιείται περιστασιακά. Η κατάσταση οφείλεται σε υπερβολική χαλαρότητα της γλώσσας κατά τη διάρκεια της αναισθησίας. Ο έλεγχος του αεραγωγού επιτυγχάνεται μέσω ενός από τους ακόλουθους χειρισμούς: δυνατή ανύψωση του πηγουνιού και έκταση του κεφαλιού κατά τη διάρκεια τεχνητής αναπνοής, έτσι ώστε να διανοιχθεί ο αεραγωγός, ή εισαγωγή μιας συσκευής μηχανικού αεραγωγού, όπως ένας στοματοφαρυγγικός αεραγωγός, για την ώθηση της γλώσσας εκτός του αεραγωγού.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο διασώστης ποτέ δεν πρέπει να τοποθετεί το χέρι του μέσα στο στόμα του θύματος για την μετακίνηση της γλώσσας.

Aliases (separate with |): Κατάποση γλώσσας
καταρράκτης

Αδιαφάνεια του φακού του οφθαλμού, η οποία προκύπτει συνήθως ως το αποτέλεσμα της γήρανσης, τραύματος, ενδοκρινών ή μεταβολικών παθήσεων, ενδοφθάλμιων παθήσεων, ή ως παρενέργεια της χρήσης καπνού ή ορισμένων φαρμάκων όπως τα στεροειδή. Οι καταρράκτες είναι η πιο κοινή αιτία τύφλωσης στους ενήλικες.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Αρχικά, αλλοιώνεται η όραση, ιδιαίτερα κατά τη νυχτερινή οδήγηση, ή στο πολύ έντονο φως λόγω φωτοευαισθησίας (φωτοφοβίας). Καθώς ο καταρράκτης εξελίσσεται, αναπτύσσεται έντονη ελάττωση της όρασης.

ΕΞΑΠΛΩΣΗ: Μετά την ηλικία των 65, το 90% όλων των ενηλίκων έχουν καταρράκτες.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η χειρουργική αφαίρεση του φακού είναι η μόνη αποτελεσματική θεραπεία. Στις ΗΠΑ πραγματοποιούνται περίπου ένα εκατομμύριο επεμβάσεις καταρράκτη ετησίως. Τυπικά, αφαιρούνται ο φακός και η πρόσθια κάψα του, αφήνοντας στη θέση της την οπίσθια κάψα του φακού. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν υπέρηχοι για τη θραύση του καταρράκτη (διαδικασία η οποία καλείται φακογαλακτωματοποίηση) έτσι ώστε τα σωματίδια του φακού να μπορούν να απομακρυνθούν μέσω μικροσκοπικής τομής και να εισαχθεί ενδοφθάλμιος φακός. Το βλέφαρο επαλείφεται με φάρμακα ώστε να λειτουργήσει ως παροδικό επίρραμα για τις πρώτες 8 μετεγχειρητικές ώρες.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προεγχειρητικά: Επεξηγείται η διαδικασία στον ασθενή. Πραγματοποιείται αντισηπτικός καθαρισμός του προσώπου. Ενσταλάζονται μυδριατικές και κυκλοπληγικές σταγόνες προκειμένου να διασταλεί η κόρη και χορηγούνται ωσμωτικά διουρητικά για να ελαττωθεί η ενδοφθάλμια πίεση. Χορηγούνται αντιβιοτικά, ένα καταπραϋντικό και ένα τοπικό αναισθητικό.

Μετεγχειρητικά: Ο νοσηλευτής προσανατολίζει τον ασθενή στον περίγυρο και του μιλά σε τακτά διαστήματα για να ελαττώσει τις επιδράσεις της αισθητήριας αποστέρησης. Οποιοσδήποτε έντονος πόνος, ο οποίος μπορεί να υποδηλώνει αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης ή αιμορραγία, αυξημένη παροχέτευση, αιμορραγία ή πυρετός, εξετάζονται, τεκμηριώνονται και αναφέρονται. Χορηγούνται τα κατάλληλα αντιεμετικά και ο ασθενής καθοδηγείται σχετικά με τη χρήση των χορηγούμενων αναλγητικών. Πολλές φορές απαιτείται η τοποθέτηση επιθέματος για την προστασία του οφθαλμού μετά από την επέμβαση, παρότι δε χρησιμοποιείται τόσο συχνά όσο στο παρελθόν. Το επίθεμα ενδεχομένως να επιφέρει παροδική απώλεια της περιφερειακής όρασης, παρεμποδίζοντας την όραση από τον εγχειρισμένο οφθαλμό. Τόσο ο ασθενής όσο και η οικογένειά του διδάσκονται πώς να επιθεωρούν τον οφθαλμό για ερυθρότητα ή εφύγρανση και να αναφέρουν αυτές τις καταστάσεις όπως επίσης και φωτοφοβία ή ξαφνικές μεταβολές της όρασης, να ενσταλάζουν κολλύρια ως ενδείκνυται και να διατηρούν το οφθαλμικό επίθεμα και μάσκα όπως τους υποδεικνύεται (συνήθως για αρκετές εβδομάδες ιδιαίτερα κατά τον ύπνο).

Δραστηριότητες οι οποίες αυξάνουν την ενδοφθάλμια πίεση, όπως η άρση βαρών, το σκύψιμο και η ένταση κατά την αφόδευση, ή ο έντονος βήχας και το φτέρνισμα, πρέπει να αποφεύγονται. Οι έντονες δραστηριότητες πρέπει επίσης να αποφεύγονται για 6 ως 10 εβδομάδες ή για όσο έχει υποδειχθεί από τον οφθαλμίατρο. Η τήρηση των ακόλουθων συναντήσεων με τον οφθαλμίατρο είναι σημαντική. Πρέπει να φοριούνται σκούρα γυαλιά προκειμένου να αντισταθμιστεί η λάμψη. Εάν ο ασθενής πρόκειται να φορά φακούς επαφής, εξηγείται σε αυτόν, η σωστή εισαγωγή, αφαίρεση και φροντίδα τους, όπως και η ανάγκη επίσκεψης στον οφθαλμίατρο συχνά για την αφαίρεση, καθαρισμό και επανεισαγωγή φακών μακράς χρήσης.

Aliases (separate with |): Καταρράκτης
κατασταλτική ανοσοθεραπεία

Τα κορτικοστεροειδή, οι πλέον ευρέως γνωστοί αντιφλεγμονώδεις παράγοντες, αυξάνουν τον αριθμό των ουδετεροφίλων στο αίμα αλλά ελαττώνουν την συσσώρευσή τους στα σημεία φλεγμονής, ελαττώνουν τον αριθμό και την λειτουργικότητα των άλλων λευκών αιμοσφαιρίων και αναστέλλουν την παραγωγή των κυτοκινών. Είναι περισσότερο αποτελεσματικά στην οξεία έξαρση μίας χρόνιας αυτοάνοσης νόσου και σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες λόγω του ότι όταν χορηγούνται μόνα τους δεν εμποδίζουν επαρκώς τα αυτό-αντισώματα.

Τα κυτταροτοξικά φάρμακα φονεύουν όλα τα λευκά αιμοσφαίρια και τις πρόδρομες μορφές τους και αρχικά αναπτύχθηκαν ως αντικαρκινικοί παράγοντες. Ωστόσο, στις μέρες μας είναι γνωστό πως μικρές δόσεις μεθοτρεξάτης είναι αποτελεσματικές στην ελάττωση των συμπτωμάτων και στην αναγκαιότητα για κορτικοστεροειδή σε χρόνιες φλεγμονώδεις νόσους όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η νόσος του Crohn, η ψωρίαση και το άσθμα.

Η κυκλοσπορίνη και η τακρολίμη είναι ουσίες σχετικές με τα κυτταροτοξικά φάρμακα, αλλά τα φάρμακα αυτά αναστέλλουν εκλεκτικά την παραγωγή της ιντερλευκίνης-2 από τα βοηθητικά Τ κύτταρα, περισσότερο αναστέλλοντας αποτελεσματικά τον αναδιπλασιασμό τους παρά φονεύοντάς τα. Χρησιμοποιούνται ευρέως στην πρόληψη της απόρριψης μεταμοσχευμένων ιστών και στη νόσο του μοσχεύματος έναντι του ξενιστή.

Η ενδοφλέβια γ-σφαιρίνη (IVIG) χρησιμοποιείται κλασικά στην αναπλήρωση αντισωμάτων σε ασθενείς με διαταραχές ανοσοανεπάρκειας. Μπορεί ωστόσο να χρησιμοποιηθεί ως ανοσοκατασταλτικό. Η IVIG αναστέλλει την φαγοκυττάρωση των αιμοπεταλίων στην ιδιοπαθή θρομβοπενική πορφύρα· έχει εφαρμοστεί με επιτυχία στη θεραπεία παιδιών αλλά επίσης προκαλεί μία βραχυχρόνια ύφεση στους ενήλικες. Λόγω του ότι φαίνεται να αναστέλλει τα φυσικά φονικά κύτταρα και αυξάνει τα κατασταλτικά Τ κύτταρα, έχει επίσης χρησιμοποιηθεί στην θεραπεία και άλλων αυτοάνοσων νοσημάτων, η κλινική της όμως αποτελεσματικότητα δεν έχει καθοριστεί.

Τα αντιλεμφοκυτταρικά αντισώματα αναστέλλουν την μεσολαβούμενη από τα Τ κύτταρα ανοσολογικά απάντηση. Οι δύο μορφές τους είναι τα μονοκλωνικά αντισώματα, που αντιδρούν με ένα συγκεκριμένο αντιγόνο, και τα πολυκλωνικά αντισώματα τα οποία στοχεύουν σε ποικίλα διαφορετικά αντισώματα. Τα πολυκλωνικά αντισώματα δημιουργούνται μετά από ένεση ανθρωπίνων λεμφοκυττάρων σε ζώα (συνήθως ποντίκια). Τα Β κύτταρα των ζώων συλλέγονται από τον λεμφικό ιστό ή το περιφερικό αίμα και χρησιμοποιούνται για την δημιουργία αντιλεμφοκυτταρικού ορού (ALS). Tα αντισώματα που απομονώνονται από αυτά τα Β κύτταρα αποτελούν τους ενεργούς παράγοντες της αντιλεμφοκυτταρικής σφαιρίνης (ALG). Οι ALS και ALG χρησιμοποιούνται κλασικά στην θεραπεία της απόρριψης μοσχευμάτων και στις αντιδράσεις του μοσχεύματος έναντι του ξενιστή. Ωστόσο, επειδή προέρχονται από ζώα, μπορεί να προκαλέσουν ορονοσία. Επιπλέον, δεν είναι ειδικά για τα Τ κύτταρα και μπορεί να καταστρέψουν επίσης και αιμοπετάλια.

Τα μονοκλωνικά αντισώματα είναι αντισώματα που παρασκευάζονται στο εργαστήριο και παράγονται από μία μοναδική κυτταρική σειρά, τα οποία παρεμποδίζουν τα μόρια του υποδοχέα που συνδέουν και μεταφέρουν τα σήματα των κυτταροκινών στα Τ κύτταρα. Το ΟΚΤ3, ένα μονοκλωνικό αντίσωμα που λαμβάνεται από ποντίκια, αποτελεί ένα ισχυρό ανοσοκατασταλτικό που χρησιμοποιείται στην πρωτογενή θεραπεία της οξείας απόρριψης του μοσχεύματος; πιθανόν να είναι επίσης αποτελεσματικό στην πρόληψη της απόρριψης. Συχνά προκαλεί μία μαζική απελευθέρωση κυτταροκινών οι επιδράσεις των οποίων πρέπει να ελεγχθούν, συνήθως με την χρήση κορτικοστεροειδών, μετά την πρώτη ή την δεύτερη δόση. Επιπλέον, με την πάροδο του χρόνου το αντίσωμα διεγείρει την παραγωγή αντισωμάτων έναντι του ποντικού, τα οποία ελαττώνουν την αποτελεσματικότητά του.

Η πλασμαφαίρεση, ο διαχωρισμός και η απομάκρυνση του πλάσματος που περιέχει αυτοαντισώματα (AAb), είναι περισσότερο αποτελεσματική σε διαταραχές όπου τα AAb είναι συγκεκριμένα ως προς τον ιστό, όπως στην βαρεία μυασθένια, και σε διαταραχές όπου περισσότερα AAb βρίσκονται στο αίμα παρά σε εξωαγγειακούς χώρους.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Πολλά ανοσοκατασταλτικά φάρμακα αυξάνουν την ευαισθησία του ασθενούς σε λοιμώξεις, ειδ. σε ευκαιριακές λοιμώξεις, και αυξάνουν επίσης τον κίνδυνο ανάπτυξης κακοηθών όγκων, λόγω απώλειας της ανοσοεπίβλεψης. Οι ασθενείς πρέπει να μάθουν να ελαχιστοποιούν την έκθεσή τους σε λοιμώδεις μικρο-οργανισμούς και να εφαρμόζουν συνέχεια καλό πλύσιμο των χεριών και μέτρα στοματικής υγιεινής. Η φαρμακευτική αγωγή πρέπει να είναι ακριβής και πρέπει να συνοδεύεται από εντατική εκπαίδευση του ασθενούς γύρω από τους στόχους και τις παρενέργειες των φαρμάκων και την αναγκαιότητα συχνών εργαστηριακών εξετάσεων αίματος. Πρέπει να παρέχονται τόσο προφορικές όσο και γραπτές οδηγίες.

Aliases (separate with |): Κατασταλτική ανοσοθεραπεία
καταστολή
  1. Έλεγχος αλλά όχι πλήρης εξάλειψη μιας ασθένειας, ιδιαίτερα μόλυνσης. Για παράδειγμα, στην αντιμετώπιση του HIV/AIDS, οι φαρμακολογικές θεραπείες σχεδιάζονται ώστε να καταστείλουν τα ιικά φορτία σε πολύ χαμηλά επίπεδα.
  2. Πλήρης αδυναμία φυσικής παραγωγής μιας έκκρισης ή απέκκρισης, η οποία διακρίνεται από την κατακράτηση καθώς στη δεύτερη περίπτωση η έκκριση συμβαίνει φυσιολογικά αλλά το έκκριμα κατακρατείται στο όργανο ή στο σώμα.
  3. Στην ψυχανάλυση, αμυντικός μηχανισμός του φροϋδικού εγώ με τον οποίο αναστέλλεται συνειδητά μια ιδέας ή επιθυμία. H καταστολή διαφέρει από την απώθηση η οποία θεωρείται ασυνείδητη διαδικασία.
Aliases (separate with |): Καταστολή
κατάταξη κατά ΤΝΜ

Ακριβές σύστημα περιγραφής του σταδίου ανάπτυξης για τις περισσότερες μορφές καρκίνου. Το σύστημα αυτό δεν χρησιμοποιείται για λεμφώματα, λευχαιμίες ή την νόσο Hodgkin.

Aliases (separate with |): Κατάταξη κατά ΤΝΜ
κατάχρηση φαρμάκων

Η χρήση ή η υπέρμετρη χρήση οποιουδήποτε φαρμάκου, συνήθως χορηγούμενο από το ίδιο το άτομο, με τρόπο που παρεκκλίνει από το καθορισμένο σχήμα.

Οι λειτουργοί της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, πολλοί από τους οποίους έχουν εύκολη πρόσβαση στα ναρκωτικά, παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο κατάχρησης αναλγητικών. Η αυξημένη επαγρύπνηση στο συγκεκριμένο πρόβλημα οδήγησε τα νοσοκομεία να καθιερώσουν ειδικά προγράμματα ταυτοποίησης των παραπάνω ατόμων, και ειδικότερα τους ιατρούς, τους νοσηλευτές και τους φαρμακοποιούς, έτσι ώστε να προσφέρουν υποστήριξη και εκπαίδευση σε μια προσπάθεια να ελέγξουν το πρόβλημα και να αποφύγουν την απώλεια της άδειας λειτουργίας.

Aliases (separate with |): Κατάχρηση φαρμάκων
καύσος στομάχου

Ένα αίσθημα καύσους στο μέσο του επιγαστρίου, οπισθοστερνικά ή στο λαιμό που οφείλεται σε παλινδρόμηση του όξινου περιεχομένου του στομάχου στον οισοφάγο.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα αντιόξινα, οι ανταγωνιστές των υποδοχέων Η2 (π.χ., σιμετιδίνη) και οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (π.χ., λανσοπραζόλη) είναι αποτελεσματικά φάρμακα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι ασθενείς βοηθούνται να αναγνωρίσουν το χρόνο εμφάνισης του καύσους σε σχέση με την πρόσληψη τροφής, αν κατά τη μεταβολή της θέσης επιδεινώνεται η δυσφορία, τους προδιαθεσικούς παράγοντες (όπως είναι ο τύπος και η ποσότητα της τροφής) και τους παράγοντες που επιδεινώνουν τη δυσφορία. Για πολλούς ανθρώπους οι μέντες, οι σοκολάτες, το οινόπνευμα, τα γεύματα αργά το βράδυ και τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα επιδεινώνουν αυτό το σύμπτωμα. Αν χρησιμοποιούνται αντιόξινα για την αντιμετώπιση του καύσους, εξηγείται στους ασθενείς η ικανότητά τους να περιορίσουν τη δράση άλλων φαρμάκων που λαμβάνονται από το στόμα και αναζητείται κάποιο σχήμα για την πρόληψη των αλληλεπιδράσεων.

Aliases (separate with |): Καύσος στομάχου
καχεξία

Κατάσταση κακής υγείας, υποσιτισμού, και κόπωσης. Μπορεί να παρουσιασθεί σε πολλές χρόνιες ασθένειες, κακοήθειες και μολύνσεις,

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι δραστηριότητες πρέπει να διακόπτονται από συχνές περιόδους ανάπαυσης και να παρακολουθείται η απάντηση του ασθενούς στη δραστηριότητα, προκειμένου να αποφευχθεί η εξάντληση. Παρέχεται στοματική υγιεινή πριν και μετά το γεύμα. Προσφέρονται μικρά, συχνά και συμπυκνωμένα γεύματα υψηλής θερμιδικής και θρεπτικής αξίας μαζί με υγρά, ώστε να ελαττωθεί η απαιτούμενη προσπάθεια για τη σίτιση. Ο ασθενής επανατοποθετείται συχνά, προκειμένου να βοηθηθούν οι αναπνευστικές κινήσεις, να κινητοποιηθούν οι εκκρίσεις και να αποφευχθεί η λύση της συνέχειας του δέρματος. Το δέρμα επιθεωρείται για λύση της συνέχειας του και οι ιστοί προστατεύονται από την πίεση με ειδικά επιθέματα ή στρώματα και άλλες υποστηρικτικές συσκευές. Όταν ο ασθενής μετακινείται, ο χειρισμός του γίνεται απαλά με υποστήριξη των αρθρώσεων για την πρόληψη πόνου και παθολογικών καταγμάτων. Παρέχονται υποβοηθούμενες παθητικές, ή ενεργητικές ασκήσεις για τη διατήρηση της κινητικότητας των αρθρώσεων. Παρακολουθούνται οι κενώσεις, ώστε να αποφευχθεί η κατακράτηση ούρων, ή κοπράνων και υποβοηθείται ο ασθενής στη χρήση της τουαλέτας. Εάν παρουσιασθεί ακράτεια, λαμβάνονται μέτρα προστασίας της ακεραιότητας του δέρματος και της αυτοεκτίμη-σης του ασθενούς. Προσφέρεται βοήθεια στον ασθενή και στην οικογένειά του, ώστε να αντεπεξέλθουν συναισθηματικά στη σωματική εικόνα, στην κατάσταση της ασθένειας και στον επερχόμενο θάνατο.

Aliases (separate with |): Καχεξία
κεντρική αρτηριακή πίεση

Η αρτηριακή πίεση στις κοιλότητες της καρδιάς, σε μια μεγάλη φλέβα ή κοντά στην καρδιά. Αν μετρηθεί η πίεση μιας φλέβας, τότε ονομάζεται κεντρική φλεβική πίεση. Αν μετρηθεί στην αορτή ή σε μια παρόμοια μεγάλη αρτηρία ονομάζεται κεντρική αρτηριακή πίεση.

Aliases (separate with |): Κεντρική αρτηριακή πίεση
κέντρο ελέγχου δηλητηριάσεων

Ίδρυμα που διαθέτει το κατάλληλο προσωπικό και εξοπλισμό, όπως ορίζεται από την Αμερικανική Ένωση του Κέντρων Ελέγχου Δηλητηριάσεων, το οποίο είναι εξουσιοδοτημένο να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τα διάφορα δηλητήρια και την θεραπεία τους. Τα κέντρο ελέγχου δηλητηριάσεων αποτελείται από ένα ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό και μια βιβλιοθήκη αναφοράς, αλλά δεν διαθέτει τμήματα θεραπείας. Υπάρχουν περισσότερα από 400 κέντρα δηλητηριάσεων στις Πνωμένες Πολιτείες που παρέχουν 24ωρη υπηρεσία. Σχετίζονται ή αποτελούν τμήμα μεγάλων νοσοκομείων ή ιατρικών σχολών. Μια κυβερνητική υπηρεσία -Το Γραφείο της Μονάδας Φαρμάκων που ανήκει στον Κλάδο Ελέγχου Δηλητηριάσεων της Επιτροπής Τροφίμων και Φαρμάκων, ενεργοποιείται επίσης σε προγράμματα ελέγχου δηλητηριάσεων και για τον συντονισμό των προσπαθειών των μεμονωμένων κέντρων.

Aliases (separate with |): Κέντρο ελέγχου δηλητηριάσεων
κερατίτιδα

Φλεγμονή και εξέλκωση του κερατοειδούς, η οποία συνοδεύεται συνήθως από μειωμένη οπτική οξύτητα. Τα συνηθέστερα συμπτώματα είναι οφθαλμικό άλγος, δακρύρροια και φωτοευαισθησία.

ΑΙΊΊΟΛΟΓΙΑ Η φλεγμονή μπορεί να προκληθεί από μικροοργανισμούς, τραυματισμό, φάρμακα, ανεπάρκεια βιταμίνης Α, έκθεση ή ανοσομεσολαβούμενες αντιδράσεις.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ: Η θεραπεία εξαρτάται από την υποκείμενη αιτιολογία. Οι λοιμώξεις αποκρίνονται στα αντιβακτηριακά φάρμακα, ενώ η κερατίτιδα από έκθεση, όπως στην παράλυση του Bell, μπορεί να προληφθεί με τοπικά λιπαντικά.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Εξαιτίας της βαρύτητας της πάθησης, οι ασθενείς που εμφανίζουν οφθαλμική φλεγμονή ή άλγος θα πρέπει να αναζητούν άμεση ιατρική φροντίδα. Ο ασθενής εξετάζεται για ιστορικό πρόσφατης λοίμωξης του ανώτερου αναπνευστικού που συνοδευ-σταν από ερπητικές πληγές, άλγος, απώλεια κεντρικής όρασης, ευαισθησία, αίσθηση ξένου σώματος στον οφθαλμό, φωτοφοβία και θολή όραση. Ο οφθαλμός εξετάζεται για απώλεια της διαφάνειας του κερατοειδούς και φλεγμονή. Συχνά γίνεται εξέταση με τη χρήση σχισμοειδούς λυχνίας για καλύτερη εκτίμηση του οφθαλμού. Ο ασθενής δεν θα πρέπει να τρίβει τον οφθαλμό, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει επιπλοκές. Χορηγείται φαρμακευτική αγωγή και ο ασθενής καθοδηγείται στη χρήση της. Εφαρμόζονται ζεστές κομπρέσες για την ανακούφιση του πόνου. Εάν ο ασθενής παραπονιέται για φωτοφοβία, συνιστάται η χρήση χαμηλού φωτισμού ή γυαλιών ηλίου. Ο ασθενής θα πρέπει να ακολουθεί τη χορηγηθείσα αγωγή προσεκτικά σε όλη τη διάρ-κειά της και θα πρέπει να προσέλθει για επανεξέταση μετά το τέλος της. Τονίζεται η εκπαίδευση του ασθενούς στη σωστή εφαρμογή της αγωγής και η σημασία της καλής πλύσης των χεριών. Συνιστάται καλά ισορροπημένη δίαιτα, καθώς οι διατροφικές ανεπάρκειες μπορούν να αυξήσουν την ευαισθησία στη νόσο. Το στρες, κάποιος τραυματισμός, ο πυρετός, το ψύχος και η υπερβολική έκθεση στον ήλιο μπορούν να εκλύσουν εξάρσεις. Τόσο ο ασθενής όσο και η οικογένεια ενημερώνονται για τις ασφαλείς προφυλάξεις που αφορούν τον οφθαλμό ή μεταβολές στην αντίληψη. Ενθαρρύνονται να διατυπώνουν τους φόβους και τις ανησυχίες τους. Παρέχεται η κατάλληλη πληροφόρηση καθώς και συναισθηματική υποστήριξη και καθησύχαση.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Επειδή αρκετές κοινές μορφές της κερατίτιδας είναι μεταδοτικές, οι εξεταστές θα πρέπει να χρησιμοποιούν τις κατάλληλες προφυλάξεις κατά την εξέταση του οφθαλμού.

Aliases (separate with |): Κερατίτιδα
κερατοειδής

Το διαφανές, πρόσθιο τμήμα του σκληρού (της ινώδους εξωτερικής στοιβάδας του βολβού του ματιού), το οποίο αποτελεί περίπου το ένα έκτο της επιφάνειάς του. Πέραν από το άκρο του κερατοειδούς, είναι ο σκληρός χιτώνας, ή «άσπρο» του ματιού. Η κύρτωση του κερατοειδούς είναι μεγαλύτερη εκείνης του υπόλοιπου σκληρού. Ο κερατοειδής είναι το πρώτο τμήμα το οποίο διαθλά το φως. Αποτελείται από πέντε στοιβάδες: μία επιθηλιακή στοιβάδα, τη μεμβράνη του Bowman (η πρόσθια αφοριστική μεμβράνη), την ιδιαιτέρως θεμελιώδη ουσία του κερατοειδούς, την υαλοειδή μεμβράνη και μία στοιβάδα ενδοθηλίου.

Aliases (separate with |): cornea|Κερατοειδής
κεφαλαλγία

Πόνος που γίνεται αισθητός στο μέτωπο, στους οφθαλμούς, στη γνάθο, στις κροταφικές χώρες, στο τριχωτό της κεφαλής, στο κρανίο, στο ινίο ή στον αυχένα. Η κεφαλαλγία είναι εξαιρετικά συχνή· προσβάλλει σχεδόν κάθε άτομο κάποια στιγμή στη ζωή του. Από κλινικής άποψης, η καλοήθης κεφαλαλγία πρέπει να διακριθεί από την κεφαλαλγία που μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή. Οι τύποι της καλοήθους κεφαλαλγίας περιλαμβάνουν την κεφαλαλγία τάσης, την ημικρανία, την αθροιστική κεφαλαλγία, την κολπική κεφαλαλγία και την κεφαλαλγία που επάγεται από το περιβάλλον (π.χ., κεφαλαλγία από παγωτό ή κεφαλαλγία από τη διακοπή της καφεΐνης). Η απειλητική για τη ζωή κεφαλαλγία μπορεί να οφείλεται σε ρήξη ενός ενδοκράνιου ανευρύσματος, υπαραχνοειδή αιμορραγία, αιμορραγικά εγκεφαλικά επεισόδια, κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εγκεφαλίτιδα, μηνιγγίτιδα, όγκους ή αποστήματα εγκεφάλου.

Τυπικά, οι καλοήθεις κεφαλαλγίες είναι υποτροπιάζουσες ή χρόνιες και ο ασθενής είναι εξοικειωμένος με αυτές. Στην κεφαλαλγία τάσης, για παράδειγμα, ο πάσχων αναπτύσσει ένα αίσθημα πίεσης που μοιάζει με επίδεσμο γύρω από το κεφάλι στο τέλος μιας δύσκολης ή στρεσσογόνας ημέρας. Η έναρξη της κεφαλαλγίας είναι σταδιακή και προοδευτικά επιδεινώνεται, αλλά συνήθως δεν είναι έντονη ή σοβαρή.

Ο πάσχων από κεφαλαλγίες τύπου ημικρανίας τυπικά έχει επίσης ιστορικό υποτροπιαζόντων κεφαλαλγιών, που συχνά ξεκινούν από την παιδική ηλικία. Η ημικρανία είναι συχνά αιφνίδιας έναρξης, ετερόπλευρη και σφύζουσα. Μπορεί να προηγείται ποικιλία οπτικών διαταραχών (φώτα που τρεμοπαίζουν ή κυματοειδείς οπτικές διαταραχές), που ιατρικά ονομάζονται σκότωμα και μπορεί να συσχετίζονται με ναυτία, έμετο ή ακόμα και παροδικά νευρολογικά ελλείμματα, όπως είναι η αδυναμία στο ένα ημιμόριο του σώματος. Η κεφαλαλγία μπορεί να πυροδοτείται από την κατανάλωση σοκολάτας ή κάποιων τυριών, την κατανάλωση οινοπνεύματος ή τη λήψη συγκεκριμένων φαρμάκων, όπως είναι τα οιστρογόνα. Αντίθετα, μια κεφαλαλγία που είναι απειλητική για τη ζωή μπορεί να έχει κάποια από τα εξής χαρακτηριστικά:

  1. Είναι η πρώτη ή η χειρότερη κεφαλαλγία που έχει πάθει ποτέ ένας ασθενής (πρέπει να υποψιάζεστε π.χ., υπαραχνοειδή αιμορραγία).

  2. Εμφανίζεται για πρώτη φορά σε έναν ασθενή με ιστορικό καρκίνου (μεταστατικός όγκος).

  3. Συνοδεύεται από πυρετό, αυχενική δυσκαμψία ή φωτοφοβία (μηνιγγίτιδα, ενδοκράνια αιμορραγία).

  4. Συσχετίζεται με απώλεια συνείδησης ή σοβαρή διαταραχή του επιπέδου συνείδησης (εγκεφαλική αιμορραγία, εγκεφαλική εμβολή, εγκεφαλίτιδα, μηνιγγίτιδα).

  5. Συσχετίζεται με νευρολογικά ελλείμματα που δεν υποχωρούν ταχέως (εγκεφαλική αιμορραγία, εγκεφαλική εμβολή, εγκεφαλικά αποστήματα).

  6. Εμφανίζεται σε έναν ασθενή με πρόσφατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση (αιμορραγία, διαχωρισμός καρωτίδας) ή ιστορικό πρόσφατου ταξιδιού σε ξένη χώρα (νευροκυστικέρκωση· ελονοσία).

  7. Εμφανίζεται σε έναν ασθενή με σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας (κρυπτοκοκκική μηνιγγίτιδα, Toxoplasma gondii, λέμφωμα κεντρικού νευρικού συστήματος).

Εδώ δίνονται λίγα μόνο παραδείγματα. Σχεδόν οποιαδήποτε διαταραχή μιας από τις λειτουργίες του σώματος μπορεί να προκαλέσει κεφαλαλγία, συμπεριλαμβανομένων της ηλίασης, της ναυτίας, της αϋπνίας, της υψοφοβίας, της οσφυονωτιαίας παρακέντησης, της διακοπής του οινοπνεύματος, της εμμηνορρυσίας, των ψυχικών στρεσσογόνων ερεθισμάτων ή των νέων φαρμάκων (π.χ., νιτρώδη).

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ:Η ήπια κεφαλαλγία συχνά ανταποκρίνεται στην ανάπαυση, στις μαλάξεις, στην ακεταμινοφαίνη ή στη χαλαρωτική μουσική. Η μέτρια κεφαλαλγία τυπικά απαιτεί μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Η καφεΐνη βοηθά στη βελτίωση πολλών ήπιων προς μέτριων κεφαλαλγιών. Αντιεμετικά, όπως είναι η προχλωρπεραζίνη ή η μετοκλοπραμίδη βοηθούν στην ανακούφιση των μέτριων προς σοβαρών κεφαλαλγιών, ειδ. εκείνων που συνοδεύονται από ναυτία· οι εργοταμίνες και οι αγωνιστές των υποδοχέων της 5-υδροξυτρυπταμίνης είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση των ημικρανιών. Οι αθροιστικές κεφαλαλγίες συχνά υποχωρούν μετά από θεραπεία με κορτικοστεροειδή ή υψηλή ροή οξυγόνου. Η κεφαλαλγία της κροταφικής αρτηρίτιδας επίσης ανταποκρίνεται σε υψηλή δόση στεροειδών, αλλά τα φάρμακα αυτά πρέπει να συνεχίζονται για μήνες ή χρόνια μέχρι το σύνδρομο να υποχωρήσει. Τα ναρκωτικά αναλγητικά ανακουφίζουν το άλγος της κεφαλαλγίας, αλλά η τακτική τους χρήση μπορεί να ελαχιστοποιήσει την αποτελεσματικότητά τους ή να οδηγήσει σε εξάρτηση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Λαμβάνεται και καταγράφεται μια περιγραφή της κεφαλαλγίας, συμπεριλαμβανομένων του χαρακτήρα, της βαρύτητας, της εντόπισης, της αντανάκλασης, των προδρόμων ή των συσχετιζόμενων συμπτωμάτων, καθώς και οποιωνδήποτε παρηγορητικών μέτρων που προκαλούν ανακούφιση. Επίσης καταγράφονται παράγοντες που σχετίζονται με το χρόνο και οποιαδήποτε άλλη σχέση των υποτροπιαζόντων κεφαλαλγιών με άλλες δραστηριότητες. Εφαρμόζονται μη επεμβατικά μέτρα ανακούφισης, συνταγογραφούνται τα κατάλληλα φάρμακα και ο ασθενής εκπαιδεύεται σε αυτά και εκτιμάται όσον αφορά τις επιθυμητές απαντήσεις και οποιεσδήποτε ανεπιθύμητες ενέργειες.

Aliases (separate with |): Κεφαλαλγία
κεφαλαλγία διακοπής της καφεΐνης

Κεφαλαλγία, συνήθως ήπιας προς μέτριας βαρύτητας, που αρχίζει όταν κάποιος σταματήσει να πίνει καφέ, τσάι ή άλλα καφεϊνούχα ποτά. Αυτός ο τύπος κεφαλαλγίας συνήθως εμφανίζεται μόνο σε άτομα που καταναλώνουν τακτικά περισσότερα από 4 φλιτζάνια καφέ ημερησίως και συχνά συνοδεύεται από κόπωση και κακουχία.

Aliases (separate with |): Κεφαλαλγία διακοπής της καφεΐνης
κήλη

Η προεκβολή μίας ανατομικής δομής διαμέσου του τοιχώματος που φυσιολογικά την περιέχει.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι κήλες μπορούν να προκληθούν από συγγενείς ανωμαλίες στον σχηματισμό σωματικών δομών, ανωμαλίες στην σύνθεση και επιδιόρθωση του κολλαγόνου, τραυματισμό, ή εγχείρηση. Καταστάσεις που αυξάνουν τις ενδοκοιλιακές πιέσεις (π.χ., κύηση, παχυσαρκία, άρση βαρών, καταπόνηση [χειρισμός Valsalva] και κοιλιακοί όγκοι) μπορεί επίσης να συμβάλλουν στον σχηματισμό κήλης.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Χειρουργικός ή μηχανικός περιορισμός είναι η θεραπεία εκλογής.

Aliases (separate with |): Κήλη
κήλη Spigeli

Ένα έλλειμμα που παρατηρείται στην ή κάτω από την ημισεληνοειδή γραμμή, αλλά πάνω από το σημείο στο οποίο τα κάτω επιγάστρια αγγεία διαπερνούν το έξω όριο του ορθού κοιλιακού μυός. Αυτός ο τύπος κήλης μπορεί να περιλαμβάνει προπεριτοναϊκό λίπος ή μπορεί να είναι ένας περιτοναϊκός σάκος που περιέχει ενδοπεριτοναϊκά συστατικά. Είναι σπάνια και δύσκολο να διαγνωσθεί εκτός κι αν είναι ευμεγέθης, επειδή τυπικά δεν είναι ψηλαφητή, όταν είναι μικρή. Μεγάλες κήλες Spigeli μπορεί να διαγνωσθούν λανθασμένα ως σαρκώματα του κοιλιακού τοιχώματος. Υπερηχογραφία ή υπολογιστική τομογραφία χρησιμοποιούνται συχνά στην διάγνωση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Μικρές κήλες Spigeli αποκαθίστανται εύκολα· οι μεγαλύτερες μπορεί να απαιτούν πρόσθεση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ύστερα από τη χειρουργική αποκατάσταση, ο ασθενής πρέπει να αφοδεύσει, πριν πάρει εξιτήριο.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται να μην ανυψώνουν βαριά αντικείμενα ή να καταπονούνται με οποιοδήποτε τρόπο.

Aliases (separate with |): Κήλη Spigeli
κήλη του πηκτοειδούς πυρήνα

Πρόπτωση του πηκτοειδούς πυρήνα ενός μεσοσπονδύλιου δίσκου που έχει υποστεί ρήξη στον σπονδυλικό σωλήνα. Αυτό συχνά οδηγεί σε πίεση σε ένα νωτιαίο νεύρο, η οποία προκαλεί πόνο χαμηλά στην πλάτη που μπορεί να αντανακλά σε ολόκληρο το πόδι, μια κατάσταση γνωστή ως ισχιαλγία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Λαμβάνεται ένα ιστορικό οποιουδήποτε ετερόπλευρου πόνου χαμηλά στην πλάτη που αντανακλά στους γλουτούς, στα κάτω άκρα καιτα πόδια. Όταν ο σχηματισμός κήλης ακολουθεί τραυματισμό, ο ασθενής μπορεί να αναφέρει ξαφνικό πόνο, που υποχωρεί σε λίγες ημέρες· στη συνέχεια έναν αμβλύ, οδυνηρό ισχιακό πόνο στους γλουτούς που αυξάνει με το χειρισμό Valsava, το βήχα, τον πταρμό ή την κάμψη. Ο ασθενής μπορεί επίσης να παραπονεθεί για μυϊκούς σπασμούς συνοδευόμενους από πόνο που υποχωρεί με την ανάπαυση. Ο επαγγελματίας της υγειονομικής περίθαλψης εξετάζει για τυχόν περιορισμένη ικανότητα πρόσθιας κάμψης, μία στάση που ευνοεί την προσβεβλημένη πλευρά και για μειωμένα εν τω βάθει τενόντια αντανακλαστικά στα κάτω άκρα. Σε επόμενα στάδια, μπορεί να παρατηρηθεί μυϊκή ατροφία. Η ψηλάφηση μπορεί να αποκαλύψει ευαισθησία πάνω από την περιοχή. Η εκτίμηση της τάσης των ιστών μπορεί να αποκαλύψει ριζιτικό πόνο με ανύψωση του εκτεινόντος ποδός (σε οσφυϊκή κήλη) και αυξημένο πόνο κατά την κίνηση του αυχένα (σε αυχενική κήλη). Ενδελεχής εκτίμηση της περιφερικής αγγειακής κατάστασης του ασθενή, συμπεριλαμβανομένων των σφυγμών των οπίσθιων κνημιαίων και ραχιαίων πελματικών αρτηριών και της θερμοκρασίας του δέρματος άνω και κάτω άκρων μπορεί να βοηθήσει στον αποκλεισμό ισχαιμικής νόσου ως αιτίας αιμωδίας ή πόνου των ποδών.

Ο ασθενής προετοιμάζεται για διαγνωστική εξέταση, εξηγώντας του όλες τις διαδικασίες και τις αναμενόμενες αισθήσεις. Οι εξετάσεις μπορεί να περιλαμβάνουν ακτινογραφικές μελέτες της σπονδυλικής στήλης (για την ανάδειξη εκφυλιστικών αλλοιώσεων και αποκλεισμό άλλων ανωμαλιών), μυελογραφία (για την κατάδειξη του επιπέδου σχηματισμού κήλης), σάρωση υπολογιστικής τομογραφίας (για την ανίχνευση ανωμαλιών των οστών και των μαλακών ιστών και πιθανόν την κατάδειξη νωτιαίας συμπίεσης που προκύπτει από τον σχηματισμό της κήλης), απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού (για τον καθορισμό ιστών σε περιοχές που διαφορετικά είναι μη ορατές από το περιβάλλον οστό), ηλεκτρομυογραφία (για την επιβεβαίωση νευρικής συμμετοχής με μέτρηση της ηλεκτρικής δραστηριότητας των μυών που νευρώνονται από τα προσβεβλημένα νεύρα) και νευρομυϊκή εξέταση (για την ανίχνευση αισθητικής και κινητικής απώλειας, καθώς και αδυναμίας των μυών των ποδών). Εάν ο ασθενής υποβληθεί σε μυελογραφία, λαμβάνεται ένα ιστορικό αλλεργιών σε ιωδιούχα, ουσίες που περιέχουν ιώδιο ή θαλασσινό φαγητό, επειδή τέτοιες αλλεργίες υποδεικνύουν ευαισθησία στον ακτινοδιαυγαστικό παράγοντα αντίθεσης που χρησιμοποιείται στην εξέταση. Πριν από την εξέταση χορηγείται καθορισμένη δόση ηρεμιστικών, ενθαρρύνεται η πρόσληψη υγρών πριν και μετά την εξέταση, παρακολουθούνται η πρόσληψη και η απώλεια υγρών, ο ασθενής τοποθετείται με την κεφαλή ανυψωμένη και παρακολουθείται για αλλεργικές αντιδράσεις και ενδείξεις αιφνίδιας επιδείνωσης.

Η κατάσταση πόνου παρακολουθείται, χορηγούνται τα συνταγογραφούμενα αναλγητικά, ο ασθενής διδάσκεται σχετικά με μη επεμβατικά μέτρα ανακούφισης από τον πόνο (όπως χαλάρωση, διαδερματική νευρική διέγερση, απόσπαση της προσοχής, εφαρμογή θερμού ή ψυχρού επιθέματος, έλξη, στήριξη ή τοποθέτηση) και εκτιμάται η ανταπόκριση του ασθενή στην θεραπευτική αγωγή. Κατά τη διάρκεια της συντηρητικής θεραπείας, παρακολουθείται η νευρολογική κατάσταση (ιδιαίτερα στις πρώτες 24 ώρες ύστερα από την έναρξη της θεραπείας) για σημεία επιδείνωσης, που μπορείνα υποδείξουν την ανάγκη για επείγουσα χειρουργική επέμβαση. Νευροαγγειακές εκτιμήσεις των προσβεβλημένων ή μη προσβεβλημένων άκρων του ασθενή (και τα δύο πόδια ή χέρια) πραγματοποιούνται με τον έλεγχο του χρώματος, της κίνησης, της θερμοκρασίας, της αίσθησης, και των σφύξεων. Παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία, ακροάζονται οι εντερικοί ήχοι και η κοιλία επισκοπείται για διάταση. Η διαταραχή και οι ποικίλες επιλογές θεραπείας εξηγούνται στον ασθενή, συμπεριλαμβανομένωντης ανάπαυσης στο κρεβάτι και της πυελικής (ή αυχενικής) έλξης, της τοπικής εφαρμογής θερμότητας, ενός προγράμματος άσκησης, της σπασμολυτικής και αντιφλεγμονώδους φαρμακευτικής θεραπείας και της χειρουργικής επέμβασης.

Ο ασθενής και η οικογένεια ενθαρρύνονται να εκφράζουν τις ανησυχίες τους σχετικά με την διαταραχή· οι ερωτήσεις απαντώνται ειλικρινά και προσφέρονται υποστήριξη και ενθάρρυνση για την υποβοήθηση του ασθενή και της οικογένειας να αντεπεξέλθουν στην εμπειρία της μειωμένης κινητικότητας και την δυσφορία του χρόνιου πόνου στην οσφύ. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να φροντίζει τον εαυτό του στο βαθμό που το επιτρέπουν η κινητικότητα και ο πόνος, να λαμβάνει αναλγητικά πριν από τις δραστηριότητες του και να αφιερώνει επαρκή χρόνο για την πραγματοποίηση δραστηριοτήτων με άνετο βηματισμό. Παρέχεται βοήθεια στον ασθενή για την αναγνώριση και πραγματοποίηση δραστηριοτήτων φροντίδας που προάγουν την ανάπαυση και την χαλάρωση.

Μέθοδοι πρόληψης των εμβολών ή φάρμακα εφαρμόζονται όπως ορίζεται, ενθαρρύνονται οι κινήσεις των ποδών και οι ασκήσεις, όσο επιτρέπεται και παρέχονται μία πλάκα ποδός ή αφρώδες υλικό δεξιάς γωνίας και υποστήριξη ποδός Velcro για την πρόληψη πτώσης της ποδοκνημικής. Η ομάδα ιατρικής περίθαλψης συνεργάζεται για τη διασφάλιση μιας συνεχούς αγωγής ασκήσεων ενδυνάμωσης των ποδών και της ράχης. Εάν ο ασθενής περιορίζεται σε ανάπαυση στο κρεβάτι (ή σε έλξη), πρέπει να αυξήσει την πρόσληψη υγρών και τη χρήση σπειρομετρίας για την αποφυγή πνευμονικών επιπλοκών. Η δερματική φροντίδα και ένα ουροδοχείο παρέχονται, εάν ο ασθενής δεν επιτρέπεται να κάνει μπάνιο ή να χρησιμοποιήσει κινητό νιπτήρα.

Απαραιτήτως, ο ασθενής προετοιμάζεται σωματικά και ψυχολογικά για τη χειρουργική επέμβαση (π.χ., πεταλεκτομή, νωτιαία σύντηξη, ή μικροδισκεκτομή) σύμφωνα με το θεσμικό ή χειρουργικό πρωτόκολλο και λαμβάνεται μία υπογεγραμμένη φόρμα εν γνώσει συγκατάθεσης. Ύστερα από μικροδισκεκτομή, η ανάπαυση σε κρεβάτι επιβάλλεται για καθορισμένη περίοδο, παρακολουθείται το σύστημα παροχέτευσης αίματος και καταγράφεται το ποσό και το χρώμα της παροχέτευσης. Οποιαδήποτε διαρροή άχρωμου υγρού ή υπερβολική παροχέτευση θα πρέπει να αναφερθεί· το πρώτο μπορεί να υποδεικνύει διαρροή εγκεφαλονωτιαίου υγρού. Μία τεχνική αλληλοϋποστήριξης χρησιμοποιείται για την στροφή του ασθενή από πλευρά σε πλευρά. Χορηγούνται αναλγητικά όπως ορίζεται, ειδικά 30 λεπτά πριν από τις πρώιμες προσπάθειες καθίσματος ή βάδισης. Ο επαγγελματίας ιατρικής περίθαλψης βοηθά τον ασθενή με συγκεκριμένο είδος κινητοποίησης, παρέχει μία καρέκλα με ευθεία πλάτη και εξηγεί οποιουσδήποτε περιορισμούς.

Πριν από το εξιτήριο, η σωστή μηχανική σώματος ανασκοπείται με τον ασθενή: κάμψη στα γόνατα και τους γοφούς (ποτέ με τη μέση), όρθια στάση και μεταφορά αντικειμένων κοντά στο σώμα. Ο ασθενής συμβουλεύεται να πλαγιάζει, όταν είναι κουρασμένος και να κοιμάται στα πλάγια (ποτέ στην κοιλιά) σε ένα πολύ σταθερό στρώμα ή μία πλάκα κρεβατιού. Όλα τα φάρμακα ανασκοπούνται, συμπεριλαμβανομένων του προγράμματος δόσεων, των επιθυμητών δράσεων και ανεπιθύμητων ενεργειών που πρέπει να αναφέρονται. Η αναφορά για ιατρική φροντίδα στο σπίτι ή την εργοθεραπεία μπορεί να είναι απαραίτητη για την υποβοήθηση του ασθενή να αντιμετωπίσει δραστηριότητες της καθημερινής του ζωής.

Aliases (separate with |): Κήλη του πηκτοειδούς πυρήνα
κινάση κρεατίνης

Ένζυμο το οποίο καταλύει την αναστρέψιμη μεταφορά υψηλής ενέργειας φωσφορικών μεταξύ κρε-ατίνης και φωσφοκρεατίνης και μεταξύ διφωσφορικής αδενοσίνης (ADP) και τριφωσφορικής αδενοσίνης (ΑΤΡ). Σε διαφορετικούς ιστούς, κυριαρχούν διαφορετικές ισο-μορφές (CK-MM στο σκελετικό μυ, CK-MB στον καρδιακό μυ και CK-BB στον εγκέφαλο), βοηθώντας στη διαφορική διάγνωση παθήσεων στις οποίες το ένζυμο αυτό εντοπίζεται στην κυκλοφορία.

Τα επίπεδα ορού της CK-MB μπορεί να αυξηθούν 10 έως 25 φορές σε σχέση με τα φυσιολογικά επίπεδα κατά τις πρώτες 10 έως 14 ώρες μετά από το έμφραγμα του μυοκαρδίου ενώ επιστρέφουν στις φυσιολογικές τιμές εντός 2 έως 4 ημερών, με την προϋπόθεση ότι δεν παρατηρείται περαιτέρω νέκρωση του καρδιακού μυ. Τα επίπεδα ορού της CK-MB αυξάνονται επίσης στην προοδευτική μυική δυστροφία, στη μυοκαρδίτιδα και μετά από τραύμα σε σκελετικό μυ. Τα επίπεδα CK-MB δεν αυξάνουν στις ηπατοπάθειες ή στην πνευμονική συμφόρηση.

Aliases (separate with |): creatine kinase|Κινάση κρεατίνης
κινολόνη

Οποιοδήποτε από τα αντιβιοτικά μιας κατηγορίας αντιβιοτικών που αναστέλλουν τη γυράση του βακτηριακού DNA Τα πιο συχνά συνταγογραφούμενα φάρμακα είναι η οιπροφλοξασίνη, η λεβοφλοξασίνη, η νορφλοξασίνη και η οφλοξασίνη.

Aliases (separate with |): Κινολόνη
κίρρωση

Χρόνια ηπατοπάθεια, χαρακτηριζόμενη παθολογικά από δημιουργία ουλών στο ήπαρ με απώλεια της φυσιολογικής ηπατικής αρχιτεκτονικής και περιοχές αναποτελεσματικής αναγέννησης. Τα κλινικά συμπτώματα της ασθένειας οφείλονται στην απώλεια λειτουργικών ηπατοκυττάρων και στην αυξημένη αντίσταση της ροής του αίματος μέσω του ήπατος (πυλαία υπέρταση).

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Στις ΗΠΑ, ο αλκοολισμός και η χρόνια ιογενής ηπατίτιδα, αποτελούν τις κοινότερες αιτίες της ασθένειας. Άλλα αίτια είναι αυτοάνοσα (πρωτοπαθής χολική κίρρωση), χοληφόρα (σκληρυντική χολαγγειίτιδα), καρδιακά (λόγω δεξιάς καρδιακής ανεπάρκειας), διατροφικά (π.χ., λιπώδες ήπαρ), γενετικά (έλλειψη της άλ-φα-1-αντιθρυψίνης, αιμοχρωμάτωση, νόσος του Wilson) ή τοξικά (έκθεση σε φάρμακα ή παράγοντες με περίσσεια σε ουσίες όπως η βιταμίνη Α, ο τετραχλωράνθρακας και η μεθοτρεξάτη).

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η κόπωση και η αδυναμία είναι κοινά αλλά μη ειδικά συμπτώματα της πάθησης. Η ανορεξία, ο πρόωρος κορεσμός, η δυσπεψία, οι αλλοιωμένες κενώσεις (εντερική κινητικότητα) και ο εύκολος μωλωπισμός και αιμορραγία, αναφέρονται επίσης συχνά. επίσης, συχνές είναι οι αλλοιώσεις της πνευματικής κατάστασης, της προσωπικότητας ή της συμπεριφοράς (ηπατική εγκεφαλοπάθεια) αλλά ποικίλουν σε ένταση και μπορεί να μη σημειωθούν αρχικά. Αναφέρεται κνησμός, όταν υπάρχει εκτεταμένος ίκτερος. Τα σημεία της νόσου μπορεί να περιλάβουν ασκίτη, αστηριξία, αιμορραγία από τα ούλα, ή γαστροοισοφαγικούς κιρσούς, δυσάρεστη απόπνοια αναπνοής, οίδημα, ίκτερο και ανώμαλη παρυφή του ήπατος με ηπατική διόγκωση (το ήπαρ μπορεί να συρρικνωθεί εάν παρουσιασθεί πλήρης απώλεια της λειτουργίας). Τα πολλαπλά δερματικά ευρήματα μπορεί να περιλαμβάνουν ανώμαλο χρωματισμό, ερύθημα στις παλάμες, αραχνοειδή αγγειώματα, εκχυμώσεις και διατεταμένες κοιλιακές φλέβες. Μπορούν επίσης να παρουσιασθούν: περιορισμένη θωρακική έκταση λόγω της ηπατομεγαλίας ή του ασκίτη και ενδοκρινικές μεταβολές όπως ακανόνιστη εμμηνόρροια, ατροφία των όρχεων, γυναικομαστία και απώλεια των τριχών του στήθους και της μασχάλης.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η μεταμόσχευση ήπατος μπορεί να αποβεί θεραπευτική, αλλά η χρήση της είναι περιορισμένη από τον αριθμό διαθέσιμων οργάνων από δωρητές. Η πυλαία υπέρταση και οι συνέπειές της μπορούν να βελτιωθούν με επεμβάσεις αναστόμωσης, προκειμένου να εκτραπεί η κυκλοφορία από την ηπατική στη συστηματική.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Λαμβάνεται το βάρος σε καθημερινή βάση, παρακολουθείται η ισορροπία υγρών και ηλεκτρολυτών και μετράται η περιφέρεια της κοιλιάς. Εξετάζονται οι αγκώνες, το ιερό και το όσχεο για οίδημα. Εξετάζονται τα κόπρανα ως προς το χρώμα τους, την ποσότητα και την πυκνότητά τους. Τα κόπρανα και ο εμετός, εξετάζονται για λανθάνουσα αιμορραγία. Οι επιφανειακές θέσεις αιμορραγίας παρακολουθούνται συχνά και εφαρμόζεται απευθείας πίεση στη θέση εάν παρατηρηθεί αιμορραγία. Ο ασθενής παρακολουθείται για ενδείξεις εσωτερικής αιμορραγίας, όπως άγχος, επιγαστρική πλήρωση, αδυναμία και ανησυχία και παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία όπως κρίνεται απαραίτητο. Οι πιεζόμενες περιοχές ασκούνται και ανυψώνονται, αποτρέπεται η ρήξη του δέρματος καταργώντας τα σαπούνια και χρησιμοποιώντας λιπαντικά έλαια και γαλακτώματα στο λουτρό. Ο ασθενής επανατοποθετείται συχνά. Ο ασθενής πρέπει να αποφεύγει την ένταση κατά την αφόδευση και πρέπει να χρησιμοποιεί μαλακτικά κοπράνων ως χρήζει και ενδείκνυται. Πρέπει επίσης να αποφεύγεται το βίαιο φτέρνισμα και το φύσημα της μύτης. Χρησιμοποιείται μαλακή οδοντόβουρτσα ή σπόγγος και ηλεκτρική ξυριστική μηχανή. Δεν πρέπει να λαμβάνονται χωρίς τη γνώση του ιατρού ασπιρίνη, ακεταμινοφαίνη ή άλλα μη συνταγογραφούμενα φάρμακα. Απαγορεύεται η κατανάλωση αλκοόλ ή προϊόντων τα οποία περιέχουν αλκοόλ.

Τόσο ο ασθενής όσο και η οικογένειά του μπορεί να χρειασθούν παραπομπή σε αντιαλκοολικές ομάδες υποστήριξης ή κάποιες άλλες σχετικές. Χορηγούνται οι ενδεδειγμένες θεραπείες περιλαμβανομένου του περιορισμού νατρίου και υγρών, διαιτητικών τροποποιήσεων, συμπληρωματικής θεραπείας βιταμινών, αντιεμετικών και διουρητικών. Εξετάζεται η ανταπόκριση του ασθενούς στις ενδεδειγμένες θεραπείες, και ο ασθενής καθοδηγείται στη χρήση τους και στις πιθανές παρενέργειες. Ενδείκνυται μια αγωγή μέτριας σωματικής άσκησης εναλλασσόμενης με περιόδους ανάπαυσης. Εξηγούνται μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας. Συνιστώνται μικρά, συχνά, θρεπτικά γεύματα. Πρέπει να αποφεύγεται η έκθεση σε μολύνσεις. Λαμβάνονται τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, ιδιαίτερα εάν ο ασθενής εκδηλώσει ηπατική εγκεφα-λοπάθεια και επαναπροσανατολίζεται συχνά στο χώρο και το χρόνο. Χορηγείται αλβουμίνη και πραγματοποιείται παρακέντηση εάν ενδείκνυται ώστε να ελεγχθεί ο ασκίτης και προετοιμάζεται ο ασθενής σωματικά και ψυχολογικά για τις απαιτούμενες ιατρικές και χειρουργικές διαδικασίες.

Aliases (separate with |): Κίρρωση
κιρσός, κιρσώδης φλέβα

Αυξημένου μεγέθους, διατεταμένη, επιπολής φλέβα. H κατάσταση αυτή μπορεί να εμφανιστεί σχεδόν σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος, αλλά συνηθέστερα στα κάτω άκρα και στον οισοφάγο.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: H ανάπτυξη των κιρσωδών φλεβών των κάτω άκρων προάγεται και επιδεινώνεται από την εγκυμοσύνη, την παχυσαρκία και τα επαγγέλματα που απαιτούν παρατεταμένη ορθοστασία. Οι οισοφαγικοί κιρσοί προκαλούνται από πυλαία υπέρταση που συνοδεύει την κίρρωση του ήπατος.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι κιρσοί των κάτω άκρων είναι συνήθως ασυμπτωματικοί, αν και ορισμένες φορές δημιουργούν αισθητικά προβλήματα. Οι κιρσοί του οισοφάγου και των αιμορροΐδων μπορεί να προκαλέσουν αθρόα αιμορραγία.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Σε περίπτωση αιμορραγίας εφαρμόστε ήπια, αλλά σταθερή πίεση πάνω στο σημείο της αιμορραγίας και ανυψώστε το άκρο. Ο ασθενής πρέπει να παραμείνει κλινήρης μέχρι τον πλήρη έλεγχο της οξείας κατάστασης. H σκληροθεραπεία, η απολίνωση και η χορήγηση οκτρεοτίδης χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο της αιμορραγίας από ρήξη κιρσών του οισοφάγου.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής με κιρσούς των κάτω άκρων πρέπει να αποφεύγει οτιδήποτε εμποδίζει τη φλεβική επιστροφή, όπως τις στενές κάλτσες ή καλσόν, το σταύρωμα των ποδιών, όταν κάθεται και το παρατεταμένο κάθισμα. Για την ανακούφισή του συνιστάται ανύψωση των ποδιών για 10 ως 15 λεπτά και στη συνέχεια εφαρμογή ελαστικών καλτσών. Δεν επιτρέπεται η ακινησία σε καρέκλα για περισσότερο από μία ώρα κάθε φορά. Επίσης, ενθαρρύνεται το περπάτημα για τουλάχιστο 5 λεπτά κάθε ώρα. Ο ασθενής πρέπει να τοποθετεί σε ανάρροπη θέση τα πόδια του, όποτε αυτό είναι δυνατό, αλλά οπωσδήποτε όχι λιγότερο από 2 φορές την ημέρα για μισή ώρα τουλάχιστον την κάθε φορά και θα πρέπει να αποφεύγει την παρατεταμένη ορθοστασία. Μία από τις επιπλοκές των κιρσών, η θρομβοφλεβίτιδα, εκδηλώνεται με τοπικό πόνο και αίσθημα καύσου. Εφόσον ο ασθενής υποβληθεί σε χειρουργική αφαίρεση των κιρσών, εφαρμόζονται μετεγχειρητικά ελαστικές κάλτσες ή αντιθρομβωτικές συσκευές και το κάτω μέρος του κρεβατιού ανυψώνεται πάνω από το ύψος της καρδιάς. Στους παχύσαρκους ασθενείς συνιστάται η απώλεια βάρους. Στους κιρσούς του οισοφάγου χορηγούνται νιτρώδη και β-αποκλειστές από του στόματος και οι ασθενείς παραπέμπονται σε γαστρεντερολόγο.

Aliases (separate with |): Κιρσός, κιρσώδης φλέβα
κίτρινος πυρετός

Μία εκ των δύο μορφών μιας οξείας μολυσματικής νόσου που προκαλείται από έναν φλαβοϊό και μεταδίδεται από τον κώνωπα Aedes. Είναι ενδημική στην Δυτική Αφρική, στη Βραζιλία και στην περιοχή του Αμαζονίου, αλλά δεν εμφανίζεται πλέον στις ΗΠΑ.

Υπάρχουν δύο μορφές κίτρινου πυρετού: ο αστικός, κατά τον οποίο ο κύκλος μετάδοσης είναι από το κουνούπι στον άνθρωπο και από τον άνθρωπο στο κουνούπι, κι ο δασώδης όπου ξενιστής είναι τα άγρια πρωτεύοντα.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), ο κίτρινος πυρετός προσβάλλει περίπου 200.000 ανθρώπους το χρόνο στην Αφρική και στη Νότια Αμερική, 30.000 εκ των οποίων πεθαίνουν.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ο ιός μεταφέρεται συνήθως από τον κώνωπα Aedes aegypti, αλλά σημαντικοί φορείς είναι και οι Aedes vittatus και Aedes taylori.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Μετά από μια περίοδο επώασης 3 έως 6 ημερών, οι ασθενείς παρουσιάζουν υψηλό πυρετό, πονοκέφαλο, μυϊκούς πόνους, ναυτία και έμετο καθώς επίσης και γαστρεντερικές διαταραχές όπως διάρροια ή δυσκοιλιότητα. Για τους περισσότερους ασθενείς, η νόσος υποχωρεί μετά από 2 έως 3 ημέρες, στο 20% των ασθενών όμως ο πυρετός υποτροπιάζει μετά από μια περίοδο ύφεσης 1 με 2 ημερών, συνοδευόμενος από κοιλιακό άλγος, σοβαρή διάρροια, γαστρεντερική αιμορραγία (με χαρακτηριστικό τον «μαύρο έμετο»), ανουρία και ίκτερο (απ' όπου προέρχεται και η ονομασία «κίτρινος πυρετός»), που οφείλεται σε προσβολή του ήπατος. Σπάνια εμφανίζεται προϊούσα ηπατική ανεπάρκεια, νεφρική ανεπάρκεια και θάνατος.

Ο κίτρινος πυρετός διαφοροδιαγιγνώσκεται από τον δάγγειο πυρετό λόγω της παρουσίας ίκτερου και από τη ελονοσία λόγω της απουσίας σπληνομεγαλίας και λόγω των χαμηλών επιπέδων τρανσαμινασών του ορού. Με τις αιματολογικές εξετάσεις εντοπίζεται ο ιός και τα αντιγόνα του, τα αντισώματα κατά των οποίων αναπτύσσονται εντός 5 έως 7 ημερών. Η βιοψία ήπατος για την απομόνωση του ιού αντενδείκνυται λόγω του κινδύνου αιμορραγίας.

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Όπως και σε πολλές ιογενείς λοιμώξεις, ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων και των αιμοπεταλίων μπορεί να μειωθεί. Η ταχύτητα καθίζησης των ερυθρών αιμοσφαιρίων σπάνια αυξάνεται. Σε βαρέως πάσχοντες ασθενείς με ίκτερο ή νεφρική ανεπάρκεια, τα επίπεδα χολερυθρίνης και κρεατινίνης του ορού είναι αυξημένα.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η διάγνωση μόνο με την κλινική εικόνα είναι σχεδόν αδύνατη κατά τη διάρκεια της μόλυνσης ή σε άτυπες ήπιες μορφές. Τα αντιγόνα ή αντισώματα του ιού μπορεί να είναι ανιχνεύσιμα κατά την οξεία φάση της νόσου.

ΠΡΟΦΥΛΑΞΗ: Τα προληπτικά μέτρα περιλαμβάνουν έλεγχο των κωνώπων με κουνουπιέρες, ψεκασμό με μη τοξικά εντομοκτόνα και καταστροφή των περιοχών επώασης. Το εμβόλιο του κίτρινου πυρετού, παρασκευασμένο από το στέλεχος 17D, είναι διαθέσιμο σε όσους σκοπεύουν να ταξιδέψουν ή κατοικούν σε περιοχές όπου η νόσος είναι ενδημική. Το εμβόλιο αντενδείκνυται για τους πρώτους 4 μήνες της ζωής και για το πρώτο τρίμηνο της κύησης.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Δεν υπάρχουν αντιιικοί παράγοντες με αποτελεσματική δράση ενάντια στον ιό του κίτρινου πυρετού. Χορηγούνται υγρά για τη διατήρηση της ισορροπίας υγρών και ηλεκτρολυτών, ακεταμινοφαίνη για την ανακούφιση από τον πυρετό και αντισταμινικά (π.χ. ρανιτιδίνη) ή αναστολείς της αντλίας γαστρικού οξέος (π.χ. ομεπραζόλη) για τη μείωση του κινδύνου γαστρεντερικής αιμορραγίας. Χορηγείται βιταμίνη Κ εφόσον υπάρχει μειωμένη παραγωγή προθρομβίνης από το ήπαρ.

Εμβόλιο ζώντων ιών, το οποίο διατίθεται μόνο σε επιλεγμένα κέντρα εμβολιασμών, χορηγείται σε ενήλικες και παιδιά άνω των 9 μηνών που ταξιδεύουν σε χώρες άπου ενδημεί ο κίτρινος πυρετός. Το εμβόλιο έχει 10ετή διάρκεια, μετά την οποία χρειάζεται αναμνηστική δόση. Ατομα με ανοσοκαταστολή, σε περίοδο εγκυμοσύνης ή αλλεργικά στο αυγό δεν θα πρέπει να λαμβάνουν το εμβόλιο. Οι ταξιδιώτες θα πρέπει να γνωρίζουν εάν η χώρα προορισμού έχει κανονισμούς σχετικά με τον εμβολιασμό.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Η πρόγνωση είναι σοβαρή. Το ποσοστό θνησιμότητας ανέρχεται σε 5% για τους ιθαγενείς των περιοχών όπου ενδημεί η νόσος.

Aliases (separate with |): Κίτρινος πυρετός
κλάσμα εξώθησης

Στη φυσιολογία της καρδιάς, το ποσοστό του αίματος που κενώνεται από την κοιλία σε μία συστολή. Το κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας είναι κατά μέσο όρο 60% με 70% σε φυσιολογικές καρδιές, μπορεί όμως να ελαττωθεί σημαντικά σε περίπτωση νέκρωσης τμήματος του μυοκαρδίου (π.χ. μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου) ή σε καρδιομυο-πάθειες ή βαλβιδικές παθήσεις της καρδιάς.

Aliases (separate with |): Κλάσμα εξώθησης
κλειτορίδα

Μία από τις δομές των γυναικείων γεννητικών οργάνων. Μικρό, στυτικό σώμα, τοποθετημένο κάτω από την πρόσθια χειλική σχισμή και μερικώς κρυμμένη από το πρόσθιο τμήμα των μικρών χειλέων του αιδοίου.

ΔΟΜΗ: Αποτελείται από τρία τμήματα: ένα σώμα, δύο σκέλη και μία βάλανο. Το σώμα, με μήκος περίπου 1 ίντσας (2,5 εκατοστών), αποτελείται από δύο συντηγμένα σηραγγώδη σώματα. Εκτείνεται από το ηβικό τόξο προς τη βάλανο. Τα δύο σκέλη αποτελούν συνέχεια των σηραγγωδών σωμάτων και τα συνδέουν στους κατώτερους κλάδους των ηβικών οστών. Καλύπτονται από τους ισχιοσηραγγώδεις μύες. Η βάλανος, η οποία σχηματίζει το άπω, ελεύθερο άκρο, είναι ένα μικρό, αποστρογγυλωμένο φύμα αποτελούμενο από στυτικό ιστό. Είναι εξαιρετικά ευαίσθητη. Η βάλανος καλύπτεται συνήθως από μια χοανωτή ακροποσθία, και η κοιλιακή επιφάνειά της προσκολλάται στο χαλινό των χειλέων.

Aliases (separate with |): Κλειτορίδα
κλίμακα Apgar

[Virginia Apgar, αναισθησιολόγος από τις HXIA, 1909-1974]. Κλίμακα για την αξιολόγηση της σωματικής κατάστασης ενός βρέφους κατά τη γέννησή του. Εκτιμάται η καρδιακή συχνότητα, η αναπνοή, ο μυϊκός τόνος, η αντίδραση στα ερεθίσματα και το χρώμα του βρέφους ένα λεπτό μετά από τη γέννηση και επανεκτιμούνται μετά από 5 λεπτά. Ο κάθε παράγοντας βαθμολογείται με 0, 1 ή 2· το μέγιστο συνολικό σκορ είναι το 10. Ερμηνεία της βαθμολόγησης: 7 έως 10, καλή μέχρι τέλεια· 4 έως 6, μέτρια· μικρότερη από 4, κακή κατάσταση. Χαμηλή βαθμολογία στην εκτίμηση στο 1ο λεπτό είναι σημείο περιγεννητικής ασφυξίας και ένδειξης άμεσης ανάγκης υποβοηθούμενου αερισμού. Τα βρέφη με σκορ κάτω από 7 στη μέτρηση που γίνεται 5 λεπτά μετά από τη γέννηση θα πρέπει να επαναξιολογούνται μετά από άλλα 5 λεπτά· σκορ μικρότερο από 6 σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή μπορεί να αποτελεί ένδειξη ανάγκης για προσπάθεια αναζωογόνησης. Σε κατεσταλμένα βρέφη, ο πιο ακριβής καθορισμός της υποξίας είναι δυνατόν να εκτιμηθεί με την άμεση μέτρηση της μερικής πίεσης του οξυγόνου και του διοξειδίου του άνθρακα και του pH του αίματος του ομφαλίου λώρου.

Aliases (separate with |): Apgar score|Κλίμακα Apgar
κλίμακα Γενικής Εκτίμησης Λειτουργικότητας

Μια μέθοδος εκτίμησης των κοινωνικών, επαγγελματικών και ψυχικών λειτουργιών ενός ατόμου, από ένα επίπεδο υψηλής λειτουργικότητας (δηλ., απόλυτα προσαρμοσμένος και ενσωματωμένος στο περιβάλλον) έως ένα επίπεδο χαμηλής λειτουργικότητας (δηλαδή, αυτοκαταστροφικός, με τάσεις αυτοκτονίας, απομονωμένος ή με έλλειψη των στοιχειωδών γνώσεων αυτοεξυπηρέτησης). Έχει επίσης δημιουργηθεί μια αντίστοιχη κλίμακα για τα παιδιά, γνωστή ως Παιδική Κλίμακα Γενικής Εκτίμησης Λειτουργικότητας (CGAS).

Aliases (separate with |): Κλίμακα Γενικής Εκτίμησης Λειτουργικότητας
κλίμακα Κώματος Γλασκώβης

Μια κλίμακα που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του επιπέδου συνείδησης του ασθενή. Αποτελεί μια βαθμολόγηση από το 3 έως το 15 της ικανότητας του ασθενή να ανοίξει τους οφθαλμούς του, να αντιδράσει λεκτικά και να κινηθεί φυσιολογικά. Η κλίμακα GCS χρησιμοποιείται κυρίως κατά τη φυσική εξέταση ασθενών με τραύμα ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση της κλίμακας καθορίζει αν η εγκεφαλική λειτουργία του ασθενή βελτιώνεται ή επιδεινώνεται. Στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών η κλίμακα GCS χρησιμοποιείται για τον καθορισμό των ασθενών που έχουν ένδειξη άμεσης διασωλήνωσης.

Aliases (separate with |): Glasgow Coma Scale|Κλίμακα Κώματος Γλασκώβης
κλινική δοκιμή

Προσεκτικά σχεδιασμένη και εκτελεσμένη διερεύνηση των επιδράσεων ενός φαρμάκου χορηγούμενου σε ανθρώπινα όντα. Ο στόχος είναι να προσδιορισθεί η κλινική αποτελεσματικότητα και οι φαρμακολογικές επιδράσεις (τοξικότητα, παρενέργειες, ασυμβατότητες ή αλληλεπιδράσεις). Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, απαιτεί αυστηρό έλεγχο όλων των νέων φαρμάκων πριν από την έγκρισή της χρήσης τους ως θεραπευτικών παραγόντων.

Aliases (separate with |): clinical trial|Κλινική δοκιμή
κνησμός

Αίσθημα νηγμού ή ελαφρύ, καυστικό δερματικό αίσθημα που αναγκάζει κάποιο άτομο να τρίψει ή να ξύσει το δέρμα του. Μπορεί να αποτελεί σύμπτωμα μιας νόσου, όπως μιας αλλεργικής αντίδρασης ή υπερχολερυθριναιμίας ή μπορεί να οφείλεται σε συναισθηματικούς παράγοντες.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Θα πρέπει να αναγνωρίζεται και να εξαλείφεται, αν είναι δυνατόν, κάθε εκλυτική αιτία.

Aliases (separate with |): Κνησμός
κνησμός του δακτυλίου

Κνησμός γύρω από τον πρωκτό. Μπορεί να οφείλεται σε κακή υγιεινή του περίνεου, σε περιπρωκτική δερματική βλάβη που προκαλείται από εκδορές με την χρήση σκληρού χαρτιού υγείας, από την υπερβολική υγρασία που προκαλείται από την χρήση σφιχτά εφαρμοζόμενων ρούχων χωρίς πόρους, από την μειωμένη αντίσταση στους μύκητες και τους ζυμομύκητες κατά την διάρκεια στεροειδικής θεραπείας, από των βρώση διατροφικών ερεθιστικών ουσιών, από οξύουρους, από πρωκτικό συρίγγιο ή αιμορροΐδες ή από την επαφή με σαπούνι ή άλλα καθαριστικά που παραμένουν στα εσώρουχα μετά από μη κατάλληλο πλύσιμο.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η πρωταρχική αιτία θα πρέπει να απομακρύνεται ή να αποφεύγεται. Ο πρωκτός θα πρέπει να διατηρείται καθαρός με την χρήση μαλακού σαπουνιού, ενώ η εφαρμογή φαρμάκων που προκαλούν ευαισθησία και ερεθισμό θα πρέπει να αποφεύγεται.

Aliases (separate with |): Κνησμός του δακτυλίου
κνίδωση

Πολλαπλές οιδηματώδεις, επηρμένες περιοχές του δέρματος που παρουσιάζουν έντονο κνησμό και παραμένουν έως και 24 ώρες. Μπορεί να πρωτοεμφανιστούν στο στήθος, την πλάτη, τα άκρα, το πρόσωπο ή το κεφάλι.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η κνίδωση οφείλεται στην απελευθέρωση από τα μαστοκύτταρα αγγειοδραστικών ουσιών που προκαλούν αγγειοδιαστολή και αυξημένη διαπερατότητα των τριχοειδών του δέρματος. Η αποκοκκίωση των μαστοκυττάρων είναι αποτέλεσμα της αντίδρασης της ανοσοσφαιρίνης Ε με ορισμένα εκλυτικά αίτια, όπως αλλεργιογόνα (π.χ. τροφές, φάρμακα ή έκδοχα φαρμάκων), ψύχος ή ζέστη και σπανιστερα λοιμώξεις ή στρες. Η κνίδωση αποτελεί το κύριο σημείο τοπικών και συστηματικών φλεγμονωδών αντιδράσεων. Προσβάλλει όλες τις ηλικίες αλλά συνήθως εκδηλώνεται μεταξύ 20-40 ετών. Συνδέεται στενά με το αγγειοοίδημα, το οποίο όμως προσβάλλει βαθύτερες περιοχές του δέρματος καθώς και τον υποδόριο ιστό.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Οι φαρμακευτικές ουσίες που μπλοκάρουν τους υποδοχείς ισταμίνης 1 (Η1) (αντιισταμινικά) θεωρούνται τα φάρμακα εκλογής για την κνίδωση. Η ωφέλεια της συνδυασμένης χρήσης ανταγωνιστών υποδοχέων Η1 και Η2 δεν έχει αποδειχθεί. Οι ασθενείς πρέπει να αποφεύγουν τα αλλεργιογόνα και τη χρήση κορτικοστεροειδών.

Aliases (separate with |): urticaria|Κνίδωση
κοιλία

Το τμήμα του κορμού ανάμεσα στο θώρακα και την πύελο. Περιέχει το στομάχι, το κατώτερο τμήμα του οισοφάγου, το λεπτό και παχύ έντερο, το ήπαρ, τη χοληδόχο κύστη και τον σπλήνα. Το τοιχωματικό περιτόναιο περικλείει την κοιλιακή κοιλότητα. Τα όργανα μέσα σ' αυτή την κοιλότητα περικλείονται από το σπλαγχνικό περιτόναιο. Οι νεφροί, τα επινεφρίδια, οι ουρητήρες, ο προστάτης, οι σπερματοδόχοι κύστεις και μεγάλες αγγειακές δομές βρίσκονται πίσω από το περιτόναιο (οπισθοπεριτοναϊκά ή εξωπεριτοναϊκά).

ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ: Η οπτική εξέταση της κοιλίας γίνεται με τον ασθενή σε ύπτια θέση με τα γόνατα ελαφρώς λυγισμένα. Σε ένα υγιές άτομο, η κοιλία είναι ωοειδούς σχήματος, με επάρσεις και κοιλάνσεις που αντιστοιχούν στους κοιλιακούς μύες, τον ομφαλό και σε κάποιο βαθμό στα σχήματα των υποκείμενων σπλάγχνων. Σε σχέση με το μέγεθος του θώρακα, είναι μεγαλύτερη σε παιδιά απ' οτι στους ενήλικες· είναι περισσότερο γεμάτη και ευρεία κάτω τους άνδρες απ' οτι στις γυναίκες. Διάφορα νοσήματα μπορούν να αλλάξουν το σχήμα της κοιλίας. Μια γενική, συμμετρική διόγκωση μπορεί να είναι αποτέλεσμα ασκίτη· μια μερική και ακανόνιστη διόγκωση μπορεί να είναι αποτέλεσμα όγκων ή υπερτροφίας οργάνων όπως του ήπατος και του σπληνός ή εντερικής διάτασης που προκαλείται από αέρα. Σύμπτυξη της κοιλίας μπορεί να συμβεί σε εξαιρετική απίσχνανση και σε αρκετούς τύπους εγκεφαλικής νόσου, ειδικά σε φυματιώδη μηνιγγίτιδα των παιδιών. Οι αναπνευστικές κινήσεις των κοιλιακών τοιχωμάτων σχετίζονται με κινήσεις του θώρακα και συχνά είναι αυξημένες όταν οι τελευταίες σταματούν και το αντίθετο· έτσι, οι κοιλιακές κινήσεις αυξάνονται στην πλευρίτιδα, στην πνευμονία και στην περικαρδίτιδα αλλά μειώνονται ή σταματούν τελείως στην περιτονίτιδα και στον κοιλιακό πόνο που προκαλείται από νόσο.

Οι επιφανειακές κοιλιακές φλέβες μερικές φορές είναι ορατά διογκωμένες, καταδεικνύοντας μια απόφραξη της ροής αίματος είτε στην πυλαία κυκλοφορία (όπως στην κίρρωση) είτε στην κάτω κοίλη φλέβα.

ΑΚΡΟΑΣΗ: Η ακρόαση ήχων που παράγονται στα κοιλιακά όργανα παρέχει χρήσιμες διαγνωστικές πληροφορίες. Απόντες ή μειωμένοι εντερικοί ήχοι μπορεί να καταδεικνύουν παραλυτικό ειλεό ή περιτονίτιδα. έψίσυχνοι μεταλλικοί ήχοι σχετίζονται με εντερική απόφραξη. Φυσήματα μπορεί να καταδεικνύουν αθηροσκλήρωση ή ένα κοιλιακό αορτικό ανεύρυσμα. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η ακρόαση καθιστά ικανή την αναγνώριση και αξιολόγηση της εμβρυικής καρδιακής συχνότητας και των αγγειακών ήχων απ' τον πλακούντα.

ΕΠIΚΡΟΥΣΗ: Για να αποκτηθούν όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες από τον ιατρό, ο ασθενής θα πρέπει να είναι κατακεκλι-μένος με την κεφαλή ελαφρώς ανυψωμένη και τα γόνατα ελαφρώς λυγισμένα. Η επίκρουση θα πρέπει να διεξάγεται κατά ένα συστηματικό τρόπο πάνω στην πρόσθια επιφάνεια της κοιλίας. Ένας συνδυασμός ακροαστικής ή απτικής αίσθησης θα γίνει αντιληπτός από τον εξεταστή ανάλογα με τις υποκείμενες δομές (π.χ. διατετα-μένα από αέρα όργανα έναντι συμπαγών οργάνων). Ένα μεγάλο κοιλιακό ανεύρυσμα προσδίδει αμβλύτητα ή υποτονικότητα, εκτός αν παρεμβάλλεται ένα διατεταμένο έντερο πάνω απ' αυτό.

ΨΗΛΑΦΗΣΗ: Η κοιλία μπορεί να ψηλαφηθεί με τις άκρες των δακτύλων, ολόκληρο το χέρι ή και τα δύο χέρια· η πίεση μπορεί να είναι ελαφριά ή έντονη, συνεχής ή διαλείπουσα. Η κεφαλή υποστηρίζεται για να χαλαρώσει το κοιλιακό τοίχωμα. Περιστασιακά, ο ασθενής μπορεί να εξετασθεί σε όρθια στάση (π.χ. ψηλάφηση βουβωνοκήλης που μπορεί να μην είναι ψηλαφητή στην ύπτια θέση).

Η ψηλάφηση βοηθά στην ανίχνευση του μεγέθους, της υφής και της θέσης των σπλάγχνων, την ύπαρξη όγκων και οιδημάτων και στο εάν οι όγκοι αλλάζουν θέση με την αναπνοή ή είναι κινητοί. Είναι απαραίτητο να αποσαφηνισθεί εάν υπάρχει ευαισθησία σε οποιοδήποτε σημείο της κοιλιακής χώρας, εάν ο πόνος εντείνεται ή ανακουφίζεται από απλή πίεση και εάν ο πόνος εντείνεται από αιφνίδια απελευθέρωση της πίεσης (δηλ. αναπηδώσα ευαισθησία).

Η αρτηριακή ώση, αν υπάρχει, μπορεί να είναι συστολική και διαστολική. Μπορεί περιστασιακά να ψηλαφηθεί ένας τρόμος (ροίζος) που συνοδεύει ένα φύσημα. Η επιφάνεια ενός όγκου είναι συνήθως σταθερή και λεία αλλά μπορεί να είναι και οζώδης. Οι φλεγμονώδεις μάζες είναι τυπικά σταθερές και παράγουν ευαισθησία. Η διάχυση αίματος στους ιστούς (π.χ. αιμάτωμα) μπορεί να παράγει μια ψηλαφητή μάζα.

Aliases (separate with |): Κοιλία
κοιλιακή κοιλότητα

Η κοιλιακή κοιλότητα μεταξύ του διαφράγματος και της πυέλου, η οποία περιέχει τα κοιλιακά όργανα. Επενδύεται με μια ορώδη μεμβράνη, το περιτόναιο, και περιέχει τα ακόλουθα όργανα: τον στόμαχο με το κατώτερο τμήμα του οισοφάγου, το λεπτό και παχύ έντερο (εξαιρουμένου του σιγμοειδούς και του ορθού), το ήπαρ, τη χοληδόχο κύστη, το σπλήνα, το πάγκρεας, τα επινεφρίδια, τα νεφρά και τους ουρητήρες. Συνέχεται με την πυελική κοιλότητα, με τις δύο κοιλότητες να συνιστούν την κοιλιοπυελική κοιλότητα.

Aliases (separate with |): abdominal cavity|Κοιλιακή κοιλότητα
κοιλιακή ταχυκαρδία

Τρία ή περισσότερα διαδοχικά κοιλιακά εκτοπικά συμπλέγματα (διάρκειας μεγαλύτερης από 120 ms) με ρυθμό 100 με 250 κτύπους το λεπτό. Παρ όλο που η μη-εμμένουσα VT περιστασιακά είναι καλώς ανεκτή, συχνά εμφανίζεται σε καρδιές που υποφέρουν από ισχαιμική βλάβη ή καρδιομυοπαθητική εκφύλιση και μπορεί να προκαλέσει αιφνίδιο θάνατο. Η μη-εμμένουσα VT διαρκεί λιγότερο από 30 sec. Η εμμένουσα VT διαρκεί περισσότερο από 30 sec και είναι πιο πιθανό να προκαλέσει απώλεια αισθήσεων ή άλλα επικίνδυνα συμπτώματα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η άμεση θεραπεία της εμμένουσας VT περιγράφεται σε πρωτόκολλα προηγμένης υποστήριξης της ζωής και μπορεί να περιλαμβάνει την χορήγηση λιδοκαΐνης ή άλλων αντιαρρυθμικών φαρμάκων, καρδιομετατροπή ή απινίδωση. Η χρόνια, υποτροπιάζουσα VT αντιμετωπίζεται με σοταλόλη, αμιωδαρόνη, ή με εμφυτεύσιμους καρδιομετατροπείς - απινιδωτές.

Aliases (separate with |): Κοιλιακή ταχυκαρδία
κοιλιακό τραύμα

Τραύμα που καταστρέφει το κοιλιακό τοίχωμα και τα ενδο-περιτοναϊκά και εξωπεριτοναϊκά όργανα και ιστούς. Απαιτείται προσεκτική εξέταση (που συχνά περιλαμβάνει περιτοναϊκή πλύση, υπερηχογράφημα ή αξονική τομογραφία κοιλίας) για να καθοριστεί η ακριβής φύση της κάκωσης και η κατάλληλη θεραπεία. Οι επιπολής κακώσεις πιθανόν να απαιτούν μόνο τοπική φροντίδα. Ωστόσο, πιθανόν να χρειάζεται άμεση λαπαροτομία όταν υπάρχει μείζονα αιμορραγία ή κάκωση οργάνου. Ενδοφλέβια υγρά, συστατικά του αίματος, αντιβιοτικά και προφύλαξη για τέτανο δίνονται όποτε χρειάζεται. Το μείζον κοιλιακό τραύμα μπορεί να παραβλεφθεί σε κωματώδεις ή σοβαρά τραυματισμένους ασθενείς, όταν δεν υπάρχει εμφανής κάκωση της κοιλίας.

Aliases (separate with |): Κοιλιακό τραύμα
κοιλίες εγκεφάλου

Κοιλότητες του εγκεφάλου, που πληρούνται με υγρό και συνδέονται μεταξύ τους. Η απόφραξη της ροής του υγρού μεταξύ των κοιλιών προκαλεί οίδημα (υδροκέφαλος)

Aliases (separate with |): Κοιλίες εγκεφάλου
κοινό κρύωμα

Οξεία λοίμωξη οποιουδήποτε ή όλων των τμημάτων του αναπνευστικού από το ρινικό βλεννογόνο, τις ρινικές κοιλότητες, το λαιμό, το λάρυγγα, την τραχεία και τους βρόγχους. Τα κοινά κρυολογήματα συμβαίνουν στον περισσότερο κόσμο τουλάχιστον μια φορά το χρόνο. Είναι συχνότερα μεταξύ των καπνιστών και των παιδιών παρά μεταξύ των υγιών ενηλίκων. Το κοινό κρυολόγημα προκαλεί περισσότερες απώλειες εργασιακού και σχολικού χρόνου παρά οποιαδήποτε άλλη νοσηρή κατάσταση.

Η μεταδοτική περίοδος ξεκινά πριν από την εκδήλωση των συμπτωμάτων. Οι αιτιολογικοί ιοί μεταδίδονται στους άλλους με το φτέρνισμα (αερολυματοποίηση) και με την απευθείας επαφή με ρινικές εκκρίσεις. Η περίοδος επώασης κυμαίνεται συνήθως μεταξύ των 12 και των 72 ωρών.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Τα περισσότερα κρυολογήματα προκαλούνται από ρινοϊούς, αδενοϊούς, κοροναϊούς, ιούς cocksackie, ιούς της γρίππης, ιούς της παραϊνφλουέντζας, ή αναπνευστικούς συγκυτιακούς ιούς.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Το κοινό κρυολόγημα χαρακτηρίζεται από οίδημα του ρινικού βλεννογόνου με αυξημένη έκκριση βλέννας, η οποία μπορεί να αποφράξει τις ρινικές οδούς. Είναι επίσης συχνό το φτέρνισμα, το δάκρυσμα, ο πονόλαιμος, η βραχνάδα, ο βήχας, τα σκουρόχρωμα πτύελα, ο πονοκέφαλος, τα ρίγη και η αδυναμία. Τα συμπτώματα αποδράμουν συνήθως εντός 2 ημερών έως 2 εβδομάδων. Εάν ένα κρυολόγημα διαρκεί περισσότερο από 10 ημέρες, ή συνοδεύεται από πυρετό ή συστηματικά συμπτώματα, πρέπει να συμβουλευθείτε επαγγελματία ιατρό. Άτομα με χρόνιες ασθένειες όπως διαβήτη, καρδιοπάθειες ή πνευμονοπάθειες, πρέπει να συμβουλευτούν ιατρό εάν το κρυολόγημα είναι βαρύ, συνοδεύεται από πυρετό ή διαρκεί περισσότερο από 10 ημέρες.

ΜΕΤΑΔΟΤΙΚΟΤΗΤΑ: Ο ιός μπορεί να βρίσκεται στις ρινικές εκκρίσεις για μία εβδομάδα ή περισσότερο μετά την εκδήλωση των συμπτωμάτων.

Aliases (separate with |): Κοινό κρύωμα
κοκκίωμα

Μια φλεγμονώδης απάντηση που συμβαίνει, όταν τα μακροφάγα αδυνατούν να καταστρέψουν ξένες ουσίες που έχουν εισέλθει ή εισβάλει στους ιστούς του οργανισμού. Μεγάλοι αριθμοί μακροφάγων προσελκύονται στην προσβεβλημένη περιοχή για περίπου επτά έως δέκα ημέρες, περικυκλώνουν το στόχο και τον εσωκλείουν. Αυτά με τη σειρά τους περικυκλώνονται από πολυμορφοπύρηνα λευκοκύτταρα, άλλα ανοσοκύτταρα και ινοβλάστες. Τα κοκκιώματα είναι συχνά σε πολλές παθήσεις, συμπεριλαμβανομένων της λέπρας, της φυματίωσης, της νόσου εξ ονύχων γαλής, κάποιων μυκητιασικών λοιμώξεων και ορισμένων αντιδράσεων του οργανισμού σε ξένα σώματα (π.χ., αντίδραση σε ράμματα).

Aliases (separate with |): granuloma|Κοκκίωμα
κοκκύτης

Οξεία λοιμώδης νόσος χαρακτηριζόμενη από ένα καταρροϊκό στάδιο, το οποίο ακολουθεί ένας παράξενος παροξυσμικός βήχας που καταλήγει σε μια βαθιά συριγμώδη εισπνοή. Το νόσημα προκαλείται από ένα μικρό, ακίνητο, gram-αρνητικό βάκιλο, την Bordetella pertussis. Η περίοδος επώασης είναι 7-10 μέρες. Η θεραπεία είναι συμπτωματική και υποστηρικτική. Για την θεραπεία της βακτηριακής πνευμονίας και της μέσης ωτίτιδας, ειδικά στα βρέφη και στα νεαρά παιδιά, χορηγούνται αντιβιοτικά (π.χ. ερυθρομυκίνη), νωρίς κατά την πορεία της νόσου.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Ο κοκκύτης μπορεί να προληφθεί με τον εμβολιασμό των βρεφών, ξεκινώντας από τον 3ο μήνα ζωής.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα σημεία της νόσου περιλαμβάνουν την λευκοκυττάρωση, πιθανώς πάνω από 30.000/mm3. Ο κοκκύτης συχνά διακρίνεται σε τρία στάδια:

Καταρροϊκό στάδιο: Σε αυτό το στάδιο τα συμπτώματα υποδηλώνουν κυρίως κοινό κρυολόγημα - ελαφριά ανύψωση πυρετού, πταρμός, ρινίτιδα, ξηρός βήχας, ευερεθιστότητα και ανορεξία. Παροξυσμικό στάδιο: Αυτό το στάδιο εμφανίζεται περίπου δύο εβδομάδες μετά. Ο βήχας είναι πιο βίαιος και αποτελείται από πολλές μικρές βηχικές ώσεις ακολουθούνται από μια μεγάλη εισπνοή, κατά τη διάρκεια της οποίας ακούγεται ένας τυπικός συριγμός προκαλούμενος από τη σύσπαση της γλωττίδας. Συχνά με την έναρξη κάθε παροξυσμού, ο ασθενής έχει μια ανήσυχη έκφραση και μερικές φορές μια έκφραση τρόμου. Το πρόσωπο γίνεται κυανό, τα μάτια κοκκινίζουν και οι φλέβες διατείνονται. Με το τέλος του παροξυσμού, ο εμετός είναι συχνός. Αυτή την χρονική στιγμή, μπορεί να υπάρξει επίσταξη, αιμορραγία του επιπεφυκότα ή αιμορραγία σε άλλα τμήματα του σώματος. Ο αριθμός των παροξυσμών το 24ωρο μπορεί να ποικίλει από 3-4 μέχρι και 40 ή 50. Ο βήχας εκλύεται με το φαγητό, το ποτό, ή την πίεση της τραχείας και μπορεί να συνοδεύεται από εμετό. Στάδιο ύφεσης: Αυτό το στάδιο αρχίζει μετά από μια απροσδιόριστη περίοδο πολλών εβδομάδων. Οι παροξυσμοί γίνονται λιγότερο συχνοί και λιγότερο βίαιοι. Η σίτιση του παιδιού βελτιώνεται και μετά από μια περίοδο, όπου μπορεί να παραταθεί για πολλούς μήνες, o βήχας τελικά διακόπτεται.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι γονείς ενημερώνονται ότι ο εμβολιασμός προλαμβάνει τον κοκκύτη σε παιδιά μικρότερα των 7 ετών, εκτός από τα παιδιά με ιστορικό γνωστής αλλεργίας. Για αυτά τα παιδιά που αποκτούν την ασθένεια (κυρίως μη εμβολιασμένα παιδιά), λαμβάνονται προληπτικά μέτρα, ώστε να αποφευχθεί η εξάπλωση μετά την έναρξη των συμπτωμάτων. Συστήνεται κατάκλιση, απομόνωση και ήσυχο περιβάλλον. Επειδή ο βήχας μπορεί να είναι σοβαρός και εξουθενωτικός, μπορούν να χορηγηθούν αντιβηχικά φάρμακα, όπως guiafenesin ή benzonatate. Ανακουφιστικά μέτρα παρέχονται ανάλογα με την ένδειξη.

Aliases (separate with |): Κοκκύτης
κολική ταινία

Οι τρεις ταινίες λείου μυός στις οποίες συγκεντρώνεται η επίμηκης μυϊκή στοιβάδα του παχέος εντέρου. Είναι η μεσοκολική ταινία (μεσεντερική ένθεοη), η ελεύθερη ταινία (αντίθετη μεσοκολική ταινία) και η επιπλοϊκή ταινία (στο σημείο όπου συνδέεται το επίπλουν στο εγκάρσιο κόλο).

Aliases (separate with |): Κολική ταινία
κολον, παχύ έντερο

Tο παχύ έντερο από το τέλος το ειλεού μέχρι τον κοπροδόχο λήκυθο που περικυκλώνει τον πρωκτό, περίπου 1,5m σε μάκρος, χωρίζεται στο ανιόν, το εγκάρσιο, το κατιόν, και το σιγμοειδές ή πυελικό κόλον. Αρχίζοντας από το τυφλό, η πρώτη μοίρα του παχέος εντέρου (ανιόν κόλον) ανυψώνεται μέχρι την δεξιά κολική ή υπατική καμπή , όπου στρίβει καθώς το εγκάρσιο κόλον περνάει όπισθεν του ήπατος και του στομάχου. Φτάνοντας στον σπλήνα, στρίβει κατακόρυφα (αριστερή κολική ή σπληνική καμπή) και συνεχίζει σαν κατιόν κόλον στο άκρο της πυέλου, όπου συνεχίζει με το σιγμοειδές κόλον και επεκτείνεται στον πρωκτό. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Μηχανική: Το κόλον αναμειγνύει τα περιεχόμενα του εντέρου. Χημική: Το κόλον δεν εκκρίνει πεπτικά ένζυμα. Τα παράγωγα των βακτηριδίων που απορροφώνται στο αίμα, μεταφέρονται μέσω της κυκλοφοριακής εισόδου στο ήπαρ πριν εισχωρήσουν στην γενική κυκλοφοριακή οδός. Περισσότερο νερό απορροφάται στο κόλον απ ότι στο λεπτό έντερο. Με αυτό τον τρόπο, τα οργανικά υγρά διατηρούνται, και παρ ότι μεγάλοι όγκοι εκκρινόμενων υγρών προστίθενται στο φαγητό κατά την πάροδο του από την πεπτική οδό, τα περιεχόμενα του κόλον σταδιακά αφυδατώνονται μέχρις ότου αποκτούν την επαναληψημότητα του κανονικού κοπράνου ή γίνουν πολύ σκληρά.

ΒΑΚΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΛΟΝ: Η φυσιολογική μικροβιακή χλωρίδα στο κόλον, μέρη της οποίας μπορεί να παράγουν βιταμίνες, ειδικά βιταμίνη Κ μεταβάλει πρωτεΐνες και σάκχαρα : παράγει οργανικά οξέα και αμμωνία και διαχωρίζει τα χολικά οξέα. Σε ορισμένες καταστάσεις, όπως η χρήση αντιβιοτικών, κορτικοστεροειδών, ή δίαιτα, μπορούν να διαφοροποιήσουν την φυσιολογική χλωρίδα. Αν και ο Escherichia coli είναι το πιο ευρέως γνωστό βακτήριο που βρίσκεται στο κόλον, δεν είναι το πιο κοινό, καθώς υπερτερεί αριθμητικά το αναερόδιο είδος Bacteroides από ένα ιδιαίτερα ευρύ όριο.

Aliases (separate with |): Κολον, παχύ έντερο
κολονοσκόπηση

Εξέταση του ορθού και του παχέος εντέρου με την χρήση ενδοσκοπίου. Κατά την εξέταση είναι δυνατή η λήψη δειγμάτων από ύποπτες περιοχές για βιοψία.

Aliases (separate with |): Κολονοσκόπηση
κολοστομία

Τεχνητή οδός (διαμέσου του κοιλιακού τοιχώματος) για την αποβολή των κοπράνων από το παχύ έντερο σε ειδικό σάκο, που επικολλάται στο κοιλιακό τοίχωμα. Η κολοστομία είναι απαραίτητη μετά από αφαίρεση τμήματος του παχέος εντέρου σε πολλές περιπτώσεις (παροδική ή μόνιμη).

Aliases (separate with |): Κολοστομία
κολπική μαρμαρυγή

Η πιο κοινή καρδιακή αρρυθμία που προσβάλλει το 10 % περίπου των ατόμων ηλικίας άνω των 70 ετών. Χαρακτηρίζεται από ταχεία, ακανόνιστη ηλεκτρική δραστηριότητα στους κόλπους με αποτέλεσμα τη μη αποτελεσματική ροή αίματος στις κοιλίες. Το αίμα που παραμένει στους κόλπους μπορεί περιστασιακά να σχηματίσει θρόμβους που μπορεί να προκαλέσουν εμβολή (ιδιαίτερα στον εγκέφαλο, αλλά και σε άλλα όργανα). Ως αποτέλεσμα, η AF αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για εγκεφαλικό επεισόδιο. Μπορεί να συμμετάσχει επίσης και σε άλλες νόσους και καταστάσεις περιλαμβανομένων της συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, της δύσπνοιας στην εκπνοή και της συγκοπτικής κρίσης.

ΑΙΤΙΟΛΟΠΑ: Η AF μπορεί να συμβεί σε κατά τα άλλα υγιείς ανθρώπους χωρίς δομική καρδιακή νόσο ("lone AF") (π.χ. κατά την διάρκεια στρες ή άσκησης). Μπορεί επίσης να αναπτυχθεί οξέως από τη στέρηση αλκοόλ· σε ασθενείς με υποκείμενες αρρυθμίες ( όπως το σύνδρομο ταχυβραδυαρρυθμίας ή σύνδρομο Wolff- Parkinson-White) μετά από χειρουργική επέμβαση στην καρδιά· κατά την διάρκεια μέθης από κοκαΐνη· σε καταστάσεις υπερευαισθησίας, υποξία ή υπερκαπνία (κατακράτηση διοξειδίου του άνθρακα)· κατά την διάρκεια μυοκαρδιακής θρόμβωσης· σε περικαρδίτιδα και πνευμονική εμβολή· ή ως αποτέλεσμα θυρεοτοξίκωσης ή άλλων μεταβολικών διαταραχών. Η χρόνια AF συμβαίνει συνήθως σε ασθενείς με δομικές ανωμαλίες της καρδιάς όπως οι μυοκαρδιοπάθειες· διάταση του αριστερού κόλπου· νόσο της μιτροειδούς βαλβίδας· ή ρευματική καρδιακή νόσο.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Μερικοί ασθενείς μπορεί να μην παρατηρήσουν ταχύ ή ακανόνιστο καρδιακό παλμό, ακόμα και αν η κοιλιακή συχνότητα αυξηθεί στους 200 παλμούς ανά λεπτό. Οι περισσότεροι ασθενείς ωστόσο, αναφέρουν κάποια από τα ακόλουθα συμπτώματα σε μικρότερες καρδιακές συχνότητες (100 ή περισσότερους παλμούς): ζάλη, δύσπνοια, αίσθημα παλμών, προσυγκοπτικό ή συγκοπτικό επεισόδιο.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Ασθενείς οι οποίοι εμφανίζουν το πρώτο επεισόδιο κολπικής μαρμαρυγής ελέγχονται ως προς τη θυρεοειδική λειτουργία, τα επίπεδα των καρδιακών ενζύμων και εργαστηριακά με έλεγχο της γενική αίματος και των βιοχημικών παραμέτρων. Σε ασθενείς με φυσήματα ή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια συνήθως γίνεται ηχοκαρδιογράφημα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Ο ασθενής με οξεία εμφάνιση κολπικής μαρμαρυγής με ταχεία κοιλιακή απόκριση ή συμπτώματα στηθάγχης, συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, υπότασης ή υποξίας είναι υποψήφιος για άμεση ανάταξη. Ασθενείς οι οποίοι ανέχονται την διαταραχή του ρυθμού χωρίς συμπτώματα αντιμετωπίζονται αρχικά φαρμακευτικά με σκοπό την επιβράδυνση του καρδιακού ρυθμού (π.χ. αναστολείς των διαύλων ασβεστίου, β-αναστολείς ή διγοξίνη). Στους περισσότερους ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή και ταχεία κοιλιακή απόκριση ο έλεγχος του ταχέως καρδιακού ρυθμού απαλύνει τα συμπτώματα. Η ηλεκτρική ή φαρμακευτική ανάταξη των αρχικών επεισοδίων κολπικής μαρμαρυγής μπορεί να αποκαταστήσει επιτυχώς τον κολπικό ρυθμό συχνά για περίοδο αρκετών μηνών ως και ένα χρόνο. Η αντιπηκτική αγωγή (π.χ. με βαραφαρίνη) μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου και πρέπει να χορηγείται για μακρύ χρονικό διάστημα πριν και περίπου μια εβδομάδα μετά την εκλεκτική ανάταξη καθώς και σε ασθενείς με χρόνια AF που δεν επιστρέφουν σε κολπικό ρυθμό μετά από τη θεραπεία. Ασθενείς που επιλέγουν να μη λάβουν αντιπηκτικά για τη χρόνια AF μπορούν επίσης να θεραπευτούν χειρουργικά με εκτομή του κέντρου που παράγει το αρρυθμιογόνο ερέθισμα η με απομόνωση της πηγής της αρρυθμίας στον κόλπο.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής τοποθετείται σε κατάκλιση και παρακολουθείται στενά με συχνές εκτιμήσεις των ζωτικών σημείων, του κορεσμού οξυγόνου, της καρδιακής συχνότητας και του ρυθμού και με ηλεκτροκαρδιογράφημα 12 απαγωγών. Παρέχεται συμπληρωματικά οξυγόνο και εξασφαλίζεται φλεβική γραμμή για χορήγηση φαρμάκων. Εάν είναι απαραίτητο γίνεται προετοιμασία για πιθανή ανάταξη της αρρυθμίας και εξηγούνται στον ασθενή τα φάρμακα που συνταγογραφούνται. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται προσεκτικά για τους κινδύνους, τα οφέλη και τη προοπτική της πρόληψης εγκεφαλικού επεισοδίου με την αντιπηκτική αγωγή. Το εγκεφαλικό επεισόδιο είναι μία από κυριότερες επιπλοκές των ασθενών με κολπική μαρμαρυγή με κίνδυνο εμφάνισης σε ασθενείς με AF και χωρίς αντιπηκτική αγωγή περίπου 5% ετησίως. Η χρήση αντιπηκτικών παραγόντων όμως αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγίας. Η ασπιρίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί περιστασιακά με η χωρίς αντιπηκτικά. Μειώνει τον κίνδυνο εγκεφαλικού σε AF λιγότερο αποτελεσματικά όμως από τα αντιπηκτικά φάρμακα. Οι ασθενείς που θεραπεύονται με αντιπηκτικά πρέπει να διατηρούν INR μεταξύ 2.0 και 3.0. Η τακτική προσαρμογή του INR μειώνει τον κίνδυνο σοβαρής αιμορραγίας.

Aliases (separate with |): atrial fibrillation|Κολπική μαρμαρυγή
κολπική ταχυκαρδία

Ένας ταχύς καρδιακός ρυθμός (άνω των 100 χτύπων το λεπτό) που προέρχεται από τον φλεβόκομβο της καρδιάς. Μπορεί να προκληθεί από πυρετό, άσκηση, αφυδάτωση, αιμορραγία, διεγερτικά φάρμακα (π.χ. επινεφρίνη, αμινοφυλίνη), θυρεοτοξίκωση, ή άλλες ασθένειες ή καταστάσεις.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Επισημαίνεται η υποκείμενη αιτία.

Aliases (separate with |): sinus tachycardia|Κολπική ταχυκαρδία
κολπίτιδα

Φλεγμονή κόλπου, ιδίως ενός παραρρινικού κόλπου (παραρρινοκολπίτιδα). Μπορεί να προκληθεί από διάφορους παράγοντες όπως ιούς, βακτήρια, ή αλλεργίες. Προδιαθεσικοί παράγοντες περιλαμβάνουν την ανεπαρκή παροχέτευση, η οποία μπορεί να οφείλεται στην παρουσία πολυπόδων, τις διογκωμένες ρινικές κόγχες ή τις αποκλίσεις του ρινικού διαφράγματος· τη χρόνια ρινίτιδα· τη γενική εξασθένηση· ή οδοντικά αποστήματα στην άνω γνάθο.

Aliases (separate with |): Κολπίτιδα
κολπίτιδα από χλαμύδια

Η πιο κοινή σεξουαλικώς μεταδιδόμενη κολπίτιδα στις Η.Π.Α., η οποία οφείλεται σε ένα αποκλειστικά ενδοκυττάριο παράσιτο, τα χλαμύδια (Chlamydia trachomatis). Η λοίμωξη από χλαμύδια αποτελεί επίσης μια κύρια αιτία φλεγμονώδους νόσου της πυέλου, σαλπιγγικής απόφραξης, στειρότητας, έκτοπης κύησης, μη γονοκοκκικής ουρηθρίτιδας και νεογνικής οφθαλμίας. Η ασυμπτωματική λοίμωξη από χλαμύδια έχει ενοχοποιηθεί για πρόωρο τοκετό σε γυναίκες υψηλού κινδύνου. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν λεπτόρρευστη ή πυώδη κολπική έκκριση, δυσουρία και άλγος στο υπογάστριο. Η διάγνωση μπαίνει με την ανεύρεση στο αίμα ειδικών μονοκλωνικών αντισωμάτων. Η δοξυκυκλίνη είναι η θεραπεία εκλογής με εξαίρεση την εγκυμοσύνη (προκαλεί βλάβες στα οστά και το σχηματισμό των οδόντων του εμβρύου). Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης δίδεται ερυθρομυκίνη.

Aliases (separate with |): Κολπίτιδα από χλαμύδια
κόλπος

Μυομεμβρανώδης σωλήνας που σχηματίζει τη δίοδο μεταξύ του τραχήλου της μήτρας και του αιδοίου.

ΑΝΑΤΟΜΙΑ: Στο ανώτερο τμήμα του ο τράχηλος χωρίζει τον κόλπο σε 4 μικρές καμάρες, που ονομάζονται θόλοι: δύο πλάγιους, ένα πρόσθιο κι έναν οπίσθιο. Η ουροδόχος κύστη και η ουρήθρα βρίσκονται μπροστά από το πρόσθιο τοίχωμα του κόλπου και το ορθό πίσω από το οπίσθιο τοίχωμά του. Η κοιλότητα του κόλπου είναι δυνητική κοιλότητα. Τα τοιχώματά της βρίσκονται συνήθως σε επαφή. Στο σημείο ένωσής τους με τον τράχηλο τα τοιχώματα σχηματίζουν μια οριζόντια μηνοειδή δομή, στο μέσο τους μια δομή σχήματος Η, ενώ κοντά στο αιδοίο μια κάθετη σχισμή. Ο βλεννογόνος του κόλπου αποτελείται από πολύστοιβο πλακώδες επιθήλιο, που είναι πολύ ανθεκτικό στο μικροβιακό αποικισμό. Ο βλεννογόνος παρουσιάζει πτυχές και ο συνδετικός ιστός που περιβάλλει τον κόλπο είναι χαλαρός και επιτρέπειτη διάταση. Ο κόλπος αιματώνεται από την κάτω κυστική αρτηρία, την κάτω αιμορρόίδική αρτηρία και τις αρτηρίες της μήτρας. Εκτός από την περιοχή κοντά στην είσοδο του κόλπου, ο κολπικός ιστός και βλεννογόνος περιέχουν ελάχιστες νευρικές απολήξεις. Ο κόλπος αποτελεί τη δίοδο για την διείσδυση του πέους, την υποδοχή του σπέρματος και την έκκριση της εμμήνου ρύσεως. Επιπλέον, αποτελεί το γεννητικό σωλήνα.

Aliases (separate with |): Κόλπος
κόπρανα

Απόβλητα του οργανισμού όπως υπολείμματα τροφής, βακτήρια, επιθήλια και βλέννη που αποβάλλονται από το έντερο διαμέσου του πρωκτού.

ΣΥΣΤΑΣΗ: Ο συνολικός όγκος των κοπράνων σε έναν υγιή άνθρωπο με μία μέση δίαιτα είναι 100 με 200 g ημερησίως. Από αυτά, το 65% είναι νερό και το υπόλοιπο στερεά υλικά. Το αποβαλλόμενο άζωτο είναι λιγότερο από 1,7 g ημερησίως. Τα κόπρανα σχηματίζονται από υπολείμματα τροφής που περιλαμβάνουν άπεπτη κυταρίνη· νερό· εκκρίσεις από αδένες του εντέρου, του στομάχου και του παγκρέατος· ινδόλη· σκατόλη· χολεστερόλη· βλέννη και επιθηλιακά κύτταρα· βάσεις πουρίνης· χρωστικές· μικροοργανισμούς· ανόργανα άλατα και μερικές φορές ξένα συστατικά. Η φυσιολογική αντίδραση είναι ουδέτερη ή ελαφρά αλκαλική. Τα κόπρανα των βρεφών είναι συνήθως όξινα.

ΦΥΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΚΟΠΡΑΝΩΝ: Η επισκόπηση πρέπει να περιλαμβάνει το χρώμα, τη μορφή, τη σύσταση, την οσμή και την παρουσία κάθε παρατηρούμενου ξένου συστατικού.

Χρώμα: Το χρώμα μπορεί να καταδεικνύει ποικίλες διαταραχές. Μαύρο ή στο χρώμα της πίσσας κόπρανα είναι ενδεικτικά αιμορραγίας στη γαστρεντερική οδό. Το χρώμα της πίσσας περιγράφει κόπρανα που περιέχουν αίμα που έχει υποστεί πέψη ή επίδραση φαρμάκων όπως βισμούθιο, σίδηρος, τανίνη, μαγγάνιο ή άνθρακας.

Αιματηρό: Η παρουσία αίματος είναι ενδεικτική αιμορροΐδων, καρκίνου του ορθού ή του παχέος εντέρου, έλκους, συριγγίου, εξελκώσεων του βλεννογόνου του ορθού από ξηρά κόπρανα, διαβρωμένους πολύποδες του ορθού, οξεία πρωκτίτιδα, ξένα σώματα, κολίτιδα, εγκολεασμού του εντέρου ή περίσφιξης κήλης σε παιδιά, τυφοειδής πυρετός ή δηλητηρίαση με φώσφορο.

Άχρωμα: Τα άχρωμα κόπρανα μπορεί να υποδηλώνουν διαταραχές στο σχηματισμό της χολής ή απόφραξη των χοληφόρων οδών, άλλες αιτίες ίκτερου ή δηλητηρίαση με φώσφορο.

Πράσινο: Γενικά, πρασινωπά κόπρανα στα παιδιά και τα βρέφη είναι ενδεικτικά ότι το περιεχόμενο του εντέρου έχει διέλθει ταχέως διαμέσου της γαστρεντερικής οδού.

Σχήμα και σύσταση: Τα κόπρανα είναι φυσιολογικά μαλακά και σχηματισμένα. Στη δυσκοιλιότητα είναι σκληρά, οζώδη ή σκυβαλώδη και στη διάρροια είναι υγρά ή πολτώδη. Επιμόνως, αποπλατυσμένα κόπρανα ή στο σχήμα της πλευράς καταδεικνύουν στένωση στο ορθό ή σπαστική κολίτιδα.

Αφρώδη, ασχημάτιστα κόπρανα: Μπορεί να είναι ενδεικτικά σπαστικής κολίτιδας, παρουσίας αερίων ή φλεγμονής του εντέρου.

Λειεντερικά κόπρανα: Περιέχουν αρκετές άπεπτες τροφές και παρατηρούνται σε φλεγμονώδεις καταστάσεις του στομάχου και του ανώτερου τμήματος του εντέρου.

Μεμβρανώδη κομμάτια: Μπορεί να υπάρχουν στον καρκίνο του παχέος εντέρου, στη δυσεντερία, τον υποτροπιάζοντα πυρετό, την οξεία πρωκτίτιδα και την απόπτωση του εντερικού βλεννογόνου.

Ελαιώδη ή λιπαρά: Μπορεί να βρεθούν σε ανεπάρκεια του παγκρέατος ή σε δυσαπορρόφηση του εντέρου.

Βλεννώδη: Η βλέννη είναι παρούσα τόσο σε παθολογικές όσο και σε φυσιολογικές καταστάσεις. Μπορεί να υπάρχει σαν επιφανειακές ζελατινώδεις γραμμές ή οζίδια· αναμεμειγμένη με τα κόπρανα και ορατή μόνο αφού γίνει μια λεπτή επάλειψη με νερό· ή αναμεμιγμένη με αίμα στη δυσεντερία. Η βλέννη μπορεί να είναι το κύριο συστατικό των κοπράνων.

Ενοχλητική οσμή: Παρατηρείται σε ίκτερο, οξεία δυσπεψία, εντερίτιδα, τυφοειδή πυρετό και περιστασιακά στη δυσκοιλιότητα. Οσμή σήψης: Μπορεί να είναι το αποτέλεσμα συφιλιδικής ή καρκινωματώδους εξέλκωσης του ορθού ή γαγγραινώδους δυσεντερίας.

Ξινή οσμή: Τα κόπρανα των βρεφών συνήθως μυρίζουν ξινά.

Παράσιτα: Η παρουσία διαφόρων εντερικών παρασίτων μπορεί να προσδιορισθεί με την εξέταση κοπράνων. Η μακροσκοπική εξέταση μπορεί να αποκαλύψει νηματώδεις (κοχλιωτούς σκώληκες) ή κεστοειδείς σκώληκες· παρόλα αυτά ή μικροσκοπική εξέταση είναι απαραίτητη για τον προσδιορισμό της παρουσίας πρωτοζώων, αυγών ελμινθών και προνυμφών. Τα κόπρανα που πρόκειται να εξετασθούν συλλέγονται σε καθαρούς και στεγνούς συλλέκτες. Για τη μικροσκοπική εξέταση, αντιπροσωπευτικά δείγματα κοπράνων ή βλέννης γαλακτοματοποιούνται σε διάλυμα ορού σε μία καθαρή αντικειμενοφόρο, απλώνονται ομοιόμορφα και καλύπτονται με καλυπτρίδα. Η διάγνωση των γίνεται με την εξέταση ξεσμάτων ή από τον πρωκτό ή την περιπρωκτική περιοχή.

Aliases (separate with |): Κόπρανα
κόρη

Το συστελλόμενο άνοιγμα στο κέντρο της ίριδας του οφθαλμού. Συσπάται όταν εκτίθεται σε δυνατό φως και όταν εστιάζεται ο οφθαλμός σε ένα κοντινό αντικείμενο. Διαστέλλεται στο σκοτάδι και όταν εστιάζεται ο οφθαλμός σε ένα μακρινό αντικείμενο. Η μέση διάμετρος της είναι 4-5 mm. Οι κόρες πρέπει να είναι ίσες.

ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Συστολή της κόρης λαμβάνει χώρα για παράδειγμα σε λαμπερό φως και μετά από λήψη φαρμάκων, όπως μορφίνη, πιλοκαρπίνη, φυσοστιγμίνη, εσε-ρίνη και άλλες ουσίες, που προκαλούν μύση.

Διαστολή της κόρης παρατηρείται συχνότερα μετά την θεραπεία με μυδριατικά φάρμακα (όπως ατροπίνη, σκοπολαμίνη ή οματροπίνη), αλλά μπορεί να προκληθεί επίσης και από παράλυση του 3ου κρανιακού νεύρου, ενδοκρανιακές μάζες ή τραύματα, διέγερση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και άλλα ερεθίσματα της κόρης.

Aliases (separate with |): Κόρη
κορτιζόνη

Ορμόνη που παράγεται από τα επινεφρίδια. Υπάρχουν και συνθετικές μορφές της ορμόνης, που χρησιμοποιούνται στην θεραπεία φλεγμονών και άλλων νοσημάτων (π.χ. καρκίνος).

Aliases (separate with |): Κορτιζόνη
κουτί πρώτων βοηθειών

Ένα κουτί η τσάντα το οποίο περιέχει τον εξοπλισμό, τα εφόδια και τα φάρμακα που είναι απαραίτητα για την παροχη μιας αρχικης εκτίμησης και αντιμετώπισης των απειλητικών για τη ζωη καταστάσεων. Το κουτί συνηθως περιλαμβάνει εργαλεία για το χειρισμό των αεραγωγών και την υποβοηθηση της αναπνοης, την υποστήριξη της κυκλοφορίας, την παροχή βασικής ή προχωρημένης υποστήριξης της ζωής, την επίτευξη ενδοφλέβιας πρόσβασης και τη μέτρηση των ζωτικών σημείων.

Aliases (separate with |): emergency kit|Κουτί πρώτων βοηθειών
κοχλίας

Ένας περιελιγμένος, κωνόσχημος σωλήνας, ο οποίος σχηματίζει τμήμα του έσω ωτός. Περιέχει το όργανο του Corti, τον υποδοχέα της ακοής.

Ο κοχλίας είναι εσπειραμένος, μοιάζοντας με το κέλυφος σαλιγκαριού και περιελίσσεται για 2 και στροφές γύρω από έναν κεντρικό, οστέινο άξονα, τον κεντρικό άξονα του κοχλία (modiolus). Προβάλλοντας προς τα έξω από τον κεντρικό άξονα του κοχλία, μια λεπτή οστέινη πλάκα, το εσπειραμένο έλασμα, διαιρεί μερικώς τον κοχλιακό αγωγό σε ένα ανώτερο πέρασμα, την αιθουσαία κλίμακα και ένα κατώτερο, την τυμπανική κλίμακα. Μεταξύ των δύο κλιμάκων, εντοπίζεται ο κοχλιακός αγωγός, στο δάπεδο του οποίου, βρίσκεται το εσπειραμένο όργανο (όργανο του Corti). Η βάση του κοχλία επικοινωνεί με την αίθουσα. Στο κύπελλο, ή άκρο, οι δυο κλίμακες ενώνονται στο ελικότρημα.

Aliases (separate with |): Κοχλίας
κρανιακό νεύρο

Οποιοδήποτε από τα 12 ζεύγη νεύρων τα οποία προέρχονται από το στέλεχος του εγκεφάλου και κυρίως ελέγχουν τις λειτουργίες του προσώπου και της κεφαλής. Βλ: εικόνα.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Βλάβες των κρανιακών νεύρων προκαλούν τις ακόλουθες μεταβολές (οι βλάβες περιγράφονται ως οφειλόμενες σε πάθηση κάθε ζεύγους νεύρων): Πρώτον (οσφρητική): Απώλεια ή διαταραχή της αίσθησης της όσφρησης. Δεύτερον (οπτική): Τύφλωση διάφορων τύπων ανάλογα με την ακριβή θέση της βλάβης. Τρίτον (οφθαλμοκινητική): Βλεφαρόπτωση, απόκλιση του βολβού του ματιού προς τα έξω, διαστολή της κόρης, διπλωπία Τέταρτον (τροχιλιακή): Στρέψη του οφθαλμικού βολβού προς τα πάνω και προς τα έξω, διπλωπία Πέμπτον (του τριδύμου): Αισθητήρια ρίζα: πόνος ή απώλεια της αίσθησης στο πρόσωπο, μέτωπο, κροτάφους και οφθαλμούς. Κινητική ρίζα: απόκλιση της σιαγόνας προς την προσβεβλημένη πλευρά, δυσκολίες στη μάσηση. Έκτον (του απαγωγού): Απόκλιση του οφθαλμού προς τα έξω, διπλωπία Έβδομον (του προσωπικού): Παράλυση όλων των μυών στη μία πλευρά του προσώπου, αδυναμία ζάρωσης του μετώπου, κλεισίματος των ματιών, σφυρίγματος, απόκλιση του στόματος προς την ακέραιη πλευρά. Ογδοον (αιθουσοκοχλιακή): Κώφωση, ή κουδούνισμα στα αυτιά, ζάλη, ναυτία και έμεση, τρίκλισμα Ένατον (γλωσσοφαρυγγική): Διαταραχή της γεύσης, δυσκολίες κατάποσης. Δέκατον (του πνευμο-νογαστρικού): Παθήσεις του πνευμονογαστρικού συνήθως περιορίζονται σε μία ή περισσότερες από τις υποδιαιρέσεις του. Παράλυση του κύριου κορμού στη μία πλευρά προκαλεί τραχύτητα ήχου (βραχνάδα) και δυσκολίες στην κατάποση και στην ομιλία Η συνηθέστερη πάθηση του πνευμονογαστρικού είναι εκείνη η οποία αφορά στον αριστερό παλίνδρομο κλάδο, που προκαλεί βραχνάδα ως κυρίαρχη εκδήλωση. Ενδέκατον (του νωτιαίου παραπληρωματικού): Πρόσπτωση του ώμου, αδυναμία στρέψης της κεφαλής μακριά από την επηρεασμένη πλευρά. Δωδέκατον (του υπογλωσσίου): Παράλυση της μιας πλευράς της γλώσσας, απόκλιση της γλώσσας προς την παραλυμένη πλευρά, παχιά εκφορά λόγου.

Aliases (separate with |): Κρανιακό νεύρο
κρεατίνη

C4H9O2N3, άχρωμη, κρυσταλλική ουσία η οποία μπορεί να απομονωθεί από διάφορα ζωικά όργανα και σωματικά υγρά. Αντιδρά άμεσα με φωσφορικό, σχηματίζοντας φωσφοκρεατίνη (φωσφορική κρεατίνη), η οποία εξυπηρετεί ως πηγή φωσφορικών υψηλής ενέργειας, τα οποία απελευθερώνονται κατά την αναερόβια φάση της μυικής σύσπασης. Η κρεατίνη μπορεί να εντοπίζεται σε μεγαλύτερα ποσά στα ούρα των γυναικών σε σχέση με εκείνα των ανδρών. Η απέκκριση κρεατίνης αυξάνει κατά την εγκυμοσύνη και ελαττώνεται κατά τον υποθυρεοειδισμό.

Aliases (separate with |): Κρεατίνη
κρεατινίνη

C4H7ON3, το προϊόν αποικοδόμησης του μεταβολισμού της φωσφοκρεατίνης, πηγής ενέργειας για τη μυική σύσπαση. Εντοπίζονται αυξημένες ποσότητες σε προχωρημένα στάδια νεφροπάθειας. Είναι ένα φυσιολογικό, αλκαλικό συστατικό του αίματος και των ούρων. Η μέση φυσιολογική τιμή κρεατινίνης ορού είναι μικρότερη από 1,2 mg/dL. Απεκκρίνονται περίπου 0,02 g/kg σωματικού βάρους από τα νεφρά ανά ημέρα.

Aliases (separate with |): Κρεατινίνη
Page:  1 2 Next »
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL