Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
ισταμίνη

C5H9N3· μία ουσία που παράγεται από το αμινοξύ ιστιδίνη και προκαλεί διάταση των αιμοφόρων αγγείων, αυξημένη έκκριση οξέος στον στόμαχο, σύσπαση των λείων μυών (π.χ., στους βρόγχους) και παραγωγή βλέννας, οίδημα των ιστών και κνησμό (κατά τη διάρκεια αλλεργικών αντιδράσεων). Η απελευθέρωση ισταμίνης από τα μαστοκύτταρα είναι ένα μείζον συστατικό των αντιδράσεων υπερευαισθησίας τύπου Ι, συμπεριλαμβανομένου του άσθματος.

Aliases (separate with |): Ισταμίνη
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL