Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
ιατροδικαστής

Ένας ιατρός που έχει τις γνώσεις και την ικανότητα να ερευνά την αιτία θανάτου και τις συνθήκες γύρω από αυτόν. Η εκπαίδευση συνήθως περιλαμβάνει μελέτη παθολογοανατομίας και ιατροδικαστικής. Ο ιατροδικαστής έχει σχετική άδεια από κυβερνητικές οργανώσεις να τις εκπροσωπεί και να κάνει μία εκτενή αναφορά των ευρημάτων του στις δικαστικές ή αστυνομικές αρχές. Η ικανότητα ενός ιατροδικαστή είναι ιδιαίτερα σημαντική στη διερεύνηση θανάτων, όπου κακή άσκηση της ιατρικής, η ανθρωποκτονία, η αυτοκτονία ή άλλες εγκληματικές ενέργειες είναι πιθανό να έχουν συμβάλει ως παράγοντες.

Aliases (separate with |): Ιατροδικαστής
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL