Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
ηλεκτροεγκεφαλογραφία

Η ενίσχυση, καταγραφή και ανάλυση της ηλεκτρικής δραστηριότητας του εγκεφάλου. Η αποκτώμενη καταγραφή ονομάζεται ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (EEG). Τα ηλεκτρόδια τοποθετούνται οτο τριχωτό της κεφαλής σε διάφορα σημεία. Καταγράφεται η διαφορά δυναμικού ανάμεσα σε δυο σημεία. Μπορεί να αποκτηθεί η διαφορά ανάμεσα σε ένα ζεύγος η σε πολλά ζεύγη ταυτόχρονα. Η πιο συχνά παρατηρούμενη μορφη σε ένα ηλεκτροεγκεφαλογράφημα υγιούς ενηλικα σε συνθηκες ηρεμίας είναι ο ρυθμός α με 8ό- 12 κΰκλους ανά δευτερόλεπτο. Μια χαρακτηριστική μεταβολή της κυματομορφης εμφανίζεται στη διάρκεια του ύπνου, κατά το άνοιγμα των οφθαλμών και κατά τις περιόδους συγκέντρωσης. Κάποια άτομα που έχουν ενδοκρανιακη νόσο μπορεί να εμφανίσουν ένα φυσιολογικό EEG και άλλα, καθ όλα υγιη, μπορεί να εμφανίσουν παθολογικό EEG. Παρόλα αυτά η χρηση αυτης της διαγνωστικης τεχνικης έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα χρησιμη στη μελέτη της επιληψίας και των επιληπτικών διαταραχών και στον εντοπισμό βλαβών στον εγκέφαλο.

Aliases (separate with |): electroencephalography|Ηλεκτροεγκεφαλογραφία
ηλεκτροκαρδιογράφημα

Η καταγραφή της ηλεκτρικής δραστηριότητας της καρδιάς, η οποία αποτελείται από κύματα που ονομάζονται P, Q, R, S, T και μερικές φορές U. Το πρώτο, ή κύμα P, προκαλείται από την εκπόλωση των κόλπων, η ηλεκτρική μεταβολή των οποίων προκαλεί τη συστολή των κόλπων. Τα κύματα Q, R και S (σύμπλεγμα QRS) αντιστοιχούν στην εκπόλωση των κοιλιών. Το κύμα Τ αντιστοιχεί στην επαναπόλωση των κοιλιών. Το ηλεκτροκαρδιογράφημα παρέχει χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τη διάδοση του ηλεκτρικού σήματος στα διάφορα τμήματα της καρδιάς και χρησιμοποιείται για τη διάγνωση των διαταραχών του ρυθμού και της αγωγιμότητας, του μυοκαρδιακού εμφράγματος ή της ισχαιμίας, της διάτασης των κόλπων και των κοιλιών και των μεταβολικών διαταραχών, μεταξύ άλλων.

Aliases (separate with |): electrocardiogram|Ηλεκτροκαρδιογράφημα
ηλεκτρολύτης
  1. Διάλυμα που άγει τον ηλεκτρισμό.

  2. Μια ουσία η οποία, σε διάλυμα, άγει το ηλεκτρικό ρεύμα και αποσυντίθεται από τη διέλευσή του. Τα οξέα, οι βάσεις και τα άλατα αποτελούν συνήθεις ηλεκτρολύτες.

  3. ποντισμένο άλας στο αίμα, στα υγρά των ιστών και στα κύτταρα. Τα άλατα αυτά περιλαμβάνουν το νάτριο, το κάλιο και το χλώριο.

Aliases (separate with |): Ηλεκτρολύτης
ηλεκτρομυογραφία

Η προετοιμασία, μελέτη και ερμηνεία των ηλεκτρομυογραφημάτων.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η δοκιμασία χρησιμοποιείται για να καθορίσει κατά πόσο η αντιλαμβανόμενη από τον ασθενή μυϊκή αδυναμία οφείλεται σε κάποιο πρόβλημα εντός του μυός η σε κάποιο πρόβλημα στο νεύρο που τον τροφοδοτεί. Αποτελεί μια επεμβατική δοκιμασία. Διενεργείται με την εισαγωγή βελονών στους μύες και μετρώντας την απάντηση τους σε ηλεκτρική διέγερση. Οι κίνδυνοι μπορεί να περιλαμβάνουν άλγος κατά την τοποθέτηση των βελονών, αιμορραγία η μόλυνση. Η αιμορραγία και η μόλυνση συμβαίνουν σπάνια. Ο ασθενής αισθάνεται ηλεκτρικές διεγέρσεις στους μυς που εξετάζονται στη διάρκεια της EMG. Εφόσον ο ασθενής κατανοεί τη δοκιμασία και επιθυμεί να προχωρήσει, πρέπει να επιδείξει προθυμία με το να συμπληρώσει ένα έντυπο συγκατάθεσης. Μια συνηθισμένη δοκιμασία EMG διαρκεί από 15 έως 90 λεπτά. Ο ασθενής τοποθετείται σε μια εξεταστική κλίνη η σε μια καρέκλα με τους υπό εξέταση μύες σε ηρεμία. Στη συνέχεια, χρησιμοποιείται αντισηπτικό για τον καθαρισμό της περιοχής στην οποία πρόκειται να εισαχθούν οι βελόνες και τοποθετείται μια μεταλλική πλάκα κάτω από το μυ (η τους μύες) που πρόκειται να εξεταστεί. Διάφορα λεπτά ηλεκτρόδια εισάγονται τότε διαμέσου του δέρματος στο μυ. Η ηλεκτρική δραστηριότητα του μυ καταγράφεται στην ηρεμία και μετά από εκούσια σύσπαση. Η ηλεκτρική δραστηριότητα καθίσταται αντιληπτή μέσω ενός ακουστικού ενισχυτή. Είναι επίσης ορατή μέσω ενός καθοδικού παλμογράφου και καταγράφεται σε χαρτί γραφικών. Μετά από την εξέταση, ο ασθενής μπορεί να χρειαστεί να λάβει ένα ήπιο αναλγητικό η/και να τοποθετήσει θερμά επιθέματα στο μυ για τον πόνο. Τα σημεία εισαγωγής των βελονών πρέπει να παρακολουθούνται και να ενημερώνεται ο φροντιστής πρωτοβάθμιας υγείας του ασθενούς σε περίπτωση που εμφανιστούν σημεία αιμορραγίας, αιματώματος ή μόλυνσης.

Aliases (separate with |): Ηλεκτρομυογραφία
ηλεκτροσπασμοθεραπεία

Η χρήση ηλεκτροσόκ για την πρόκληση σπασμών και η -με τον τρόπο αυτό- θεραπεία φαρμακοανθεκτικών ψυχιατρικών διαταραχών, όπως μερικές περιπτώσεις μείζονος κατάθλιψης, διπολικής διαταραχής, αυτοκτονικού ιδεασμού και σχιζοφρένειας.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Πριν από την ECT, ο ασθενής πρέπει να υπογράψει το έντυπο ενημέρωσης-συγκατάθεσης για τη διενέργειά της, το οποίο μπορεί να αποσυρθεί προφορικά σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Η ECT μπορεί να διενεργηθεί ακούσια μόνο στην περίπτωση που ο ασθενής έχει κριθεί ανίκανος νοητικά και έχει εκδοθεί απόφαση δικαστηρίου. Κατά την προετοιμασία για τη διαδικασία, ο ασθενής δεν πρέπει να έχει λάβει τίποτε από το στόμα (NPO) αρχίζοντας από τα μεσάνυχτα πριν τη διαδικασία. Όλα τα κοσμήματα και οι τεχνητές οδοντοστοιχίες πρέπει να έχουν απομακρυνθεί και η κύστη να έχει κενωθεί. Η διαδικασία πρέπει να διενεργηθεί με ύπαρξη εξοπλισμού ανάνηψης και εξειδικευμένου προσωπικού. Στον ασθενή χορηγείται αναισθητικό και νευρομυϊκός αποκλειστής για μυοχάλαση καθώς και μηχανικός αερισμός με 100% οξυγόνο, από τη στιγμή που δεν μπορεί να αναπνεύσει χωρίς υποστήριξη. Μόλις ο ασθενής χάσει τις αισθήσεις του και παραλύσει, ο ψυχίατρος εφαρμόζει μονόπλευρα ή αμφοτερόπλευρα ηλεκτρόδια στην κεφαλή και χορηγεί ηλεκτρική διέγερση από 70 έως 150 Volt στον εγκέφαλο για διάστημα 0,1- 1 δευτερόλεπτο. Αυτό προκαλεί μια γενικευμένη επιληπτική δραστηριότητα που διαρκεί από 30-60 δευτερόλεπτα. Οι μυϊκές συσπάσεις και ο κίνδυνος καταγμάτων στη σπονδυλική στήλη ή άλλες παρόμοιες επιπλοκές ελαχιστοποιούνται με το νευρομυϊκό αποκλεισμό. Μολονότι η εφαρμογή ηλεκτρικού ρεύματος στο μη κυρίαρχο ημισφαίριο μπορεί να προκαλέσει λιγότερες γνωσιακές ανεπιθύμητες ενέργειες, μερικοί ψυχίατροι είναι της άποψης ότι η αμφοτερόπλευρη ECT είναι περισσότερο αποτελεσματική. Ο ασθενής ανακτά τις αισθήσεις του 15 λεπτά περίπου μετά τη θεραπεία και αναρρώνει πλήρως 1 με 2 ώρες αργότερα. Χρειάζεται παρακολούθηση των ζωτικών σημείων και εκτίμηση του προσανατολισμού και της εγρήγορσης, παρατηρώντας για σημεία σύγχυσης. Ο ασθενής πρέπει να καθοδηγείται και να καθησυχάζεται συνέχεια. Πρέπει να γίνεται έλεγχος για ορθοστατική υπόταση και να παρακολουθούνται οι σφυγμοί του μέχρι να σταθεροποιηθεί αιμοδυναμικά. Η ορθοστατική υπόταση αποτελεί μια συχνή αντίδραση της ECT. Η σύγχυση και οι διαταραχές της άμεσης μνήμης είναι συχνές παρενέργειες της ECT, ενώ η σύγχυση υποχωρεί συνήθως μέσα σε 1 ώρα. Η άμεση μνήμη επιδεινώνεται περαιτέρω στη διάρκεια ενός κύκλου θεραπειών, επανέρχεται όμως συνήθως μετά από μερικές εβδομάδες από την τελευταία μιας σειράς θεραπειών. Ένας θεραπευτικός κύκλος ECT αποτελείται συνήθως από 3 θεραπείες την εβδομάδα για 2 έως 6 εβδομάδες. Γενικά, αρχίζει σε ενδονοσοκομειακή βάση για τη θεραπεία της βαριάς κατάθλιψης, άπου η ανταπόκριση του ασθενούς μπορεί να παρακολουθηθεί στενά και να διαπιστωθούν τυχόν ανεπιθύμητες ενέργειες. Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί σε εξωτερική βάση, όταν πλέον ο ασθενής θα έχει βελτιωθεί. Μετά την ολοκλήρωση του πλήρους κύκλου θεραπειών, ο ασθενής μπορεί να χρειαστεί να υποβάλλεται διαλειπόντως σε ECT, ως θεραπεία συντήρησης. Χορηγείται φαρμακευτική αντικαταθλιπτική αγωγή, ακόμη και αν δεν ήταν αποτελεσματική προηγουμένως, ενώ ο ασθενής υποβάλλεται και σε ατομική ή ομαδική ψυχοθεραπεία και ψυχοεκπαίδευση, αφού ο συνδυασμός των θεραπειών έχει γενικά καλύτερα αποτελέσματα.

Aliases (separate with |): Ηλεκτροσπασμοθεραπεία
ηλεκτροφόρηοη

Η κίνηση φορτισμένων κολλοειδών σωματιδίων μέσα σε ένα μέσον στο οποίο είναι διασκορπισμένα ως αποτέλεσμα μεταβολών στο ηλεκτρικό δυναμικό. Οι ηλεκτροφορητικές μέθοδοι είναι χρησιμες στην ανάλυση των μειγμάτων πρωτεϊνών, επειδη τα πρωτεϊνικά σωματίδια κινούνται με διαφορετικές ταχΰτητες οι οποίες εξαρτώνται κυρίως από τον αριθμό των φορτίων που φέρουν τα σωματίδια.

Aliases (separate with |): Ηλεκτροφόρηοη
ηλεκτροφυσιολογία
  1. Πεδίο έρευνας που ασχολείται με τις σχέσεις των σωματικών λειτουργιών με τα ηλεκτρικά φαινόμενα (πχ. τα αποτελέσματα της ηλεκτρικής διέγερσης στους ιστούς, την παραγωγή ηλεκτρικών ρευμάτων από όργανα και ιστούς, και τη θεραπευτικη χρηση των ηλεκτρικών ρευμάτων).

  2. Η μελέτη και θεραπεία των καρδιακών αρρυθμιών.

Aliases (separate with |): Ηλεκτροφυσιολογία
ημικρανία

Μια οικογενής διαταραχή που χαρακτηρίζεται από περιοδικές, συνήθως ετερόπλευρες, σφύζουσες κεφαλαλγίες, οι οποίες ξεκινούν στην παιδική ηλικία ή στην πρώιμη ενήλικη ζωή και τείνουν να υποτροπιάζουν με μειούμενη συχνότητα στην μετέπειτα ζωή. Υπάρχουν δύο στενά σχετιζόμενα σύνδρομα, που συνιστούν αυτό που είναι γνωστό σαν ημικρανία. Είναι η κλασσική ημικρανία (ημικρανία με αύρα) και η κοινή ημικρανία (ημικρανία χωρίς αύρα). Ο κλασσικός τύπος μπορεί να ξεκινήσει με αύρα, που συνίσταται σε επεισόδια σαφώς καθορισμένης, παροδικής, εστιακής νευρολογικής δυσλειτουργίας, η οποία αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια λεπτών και μπορεί να διαρκέσει μια ώρα. Τα οπτικά συμπτώματα περιλαμβάνουν την όραση λωρίδων, κηλίδων ή γραμμών και σκοτώματα. Στους περισσότερους ανθρώπους, η αύρα προηγείται της κεφαλαλγίας· ωστόσο, περιστασιακά η αύρα θα εμφανιστεί ή θα υποτροπιάσει στην ακμή της κεφαλαλγίας. Πριν από την έναρξη των συμπτωμάτων κάποια άτομα βιώνουν αλλαγές της διάθεσης, κόπωση, δυσκολία στην σκέψη, κατάθλιψη, υπνηλία, πείνα, δίψα, συχνουρία ή μεταβολές της γενετήσιας ορμής. Άλλοι αναφέρουν ένα αίσθημα ευεξίας, αυξημένη ενέργεια, διαύγεια σκέψης και αυξημένη όρεξη, ειδ. για γλυκά. Η κεφαλαλγία ακολουθεί. Ο πόνος είναι συνήθως περιορισμένος στη μία πλευρά, αλλά περιστασιακά είναι αμφοτεράπλευρος. Ναυτία και έμετος μπορεί να παρουσιαστούν και να διαρκέσουν λίγες ώρες ή μία ή δύο μέρες. Η κοινή ημικρανία έχει παρόμοια έναρξη με ή χωρίς ναυτία. Ευαισθησία στο φως και τον ήχο είναι παρούσα και στους δύο τύπους. Στο γενικό πληθυσμό, η ημικρανία υπολογίζεται πως είναι παρούσα σε ένα 3,5% των αρρένων και 7,4% των θηλέων. Κατά την διάρκεια των αναπαραγωγικών τους ετών, οι γυναίκες βιώνουν πολύ μεγαλύτερο ρυθμό ημικρανίας και οι κεφαλαλγίες τους τείνουν να συμβαίνουν σε περιόδους προεμμηνορροϊκής πίεσης και κατακράτησης υγρών. Πολλοί ασθενείς συνδέουν τα επεισόδιά τους με την κατανάλωση συγκεκριμένων τροφών, με έκθεση σε έντονο φως ή σε αιφνίδιες αλλαγές της βαρομετρικής πίεσης.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ένα οικογενειακό ιστορικό ημικρανίας θα βρεθεί σε περισσότερους από τους μισούς ασθενείς. Η ημικρανία μπορεί να επισπευσθεί από αλλεργική υπερευαισθησία ή συναισθηματικές διαταραχές. Σε περιπτώσεις ημικρανίας με αύρα, υπάρχει μειωμένη τοπική αιματική ροή στο οπίσθιο τμήμα του εγκεφαλικού ημισφαιρίου, συνήθως στην ίδια πλευρά με το άλγος.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η Διεθνής Εταιρία Κεφαλαλγίας (IHS) καθορίζει την ημικρανία χωρίς αύρα ως τουλάχιστον πέντε επεισόδια, μη σχετιζόμενα με οργανική ασθένεια, με διάρκεια 4 ως 72 ωρών και με πόνο που χαρακτηρίζεται από τουλάχιστον δυο από τα παρακάτω: μονόπλευρη εντόπιση, σφύζοντα χαρακτήρα, μέση ως βαριά ένταση ή επιδείνωση από την καθημερινή σωματική δραστηριότητα· και τουλάχιστον ένα σχετιζόμενο σύμπτωμα: ναυτία και έμετος ή φωτοφοβία και φωνοφοβία (ευαισθησία στον ήχο). Το IHS καθορίζει την ημικρανία με αύρα σαν τουλάχιστον δύο επεισόδια, μη σχετιζόμενα με οργανική ασθένεια, με τουλάχιστον ένα αναστρέψιμο σύμπτωμα αύρας, που υποδεικνύει εστιακή εγκεφαλική φλοιική ή στελεχιαία δυσλειτουργία· τουλάχιστον ένα σύμπτωμα που αναπτύσσεται σε περισσότερο από 4 λεπτά ή δύο ή περισσότερα διαδοχικά συμπτώματα· και κανένα μεμονωμένο σύμπτωμα αύρας, που να διαρκεί περισσότερο από 60 λεπτά. Η κεφαλαλγία μπορεί να προηγείται, να είναι ταυτόχρονη ή να ακολουθεί (εντός 60 λεπτών) την αύρα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Πολλά φάρμακα βοηθούν όσους υποφέρουν από ημικρανία. Γιατους περισσότερους ήπιους ως μέτριους πονοκεφάλους, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (π.χ., ιβουπροφαίνη ή ναπροξένη ή φάρμακα που συνδυάζουν ακεταμινοφαίνη, ασπιρίνη και καφεΐνη) ανακουφίζουν τον πόνο και αποκαθιστούν την ικανότητα να λειτουργεί κάποιος φυσιολογικά εντός μερικών ωρών. Αυτοί οι παράγοντες λειτουργούν καλύτερα, όταν συνδυάζονται με αντιεμετικά φάρμακα, όπως η μετοκλοπραμίδη ή η προμεθαζίνη, όπως και με ανάπαυση ή χαλάρωση. Οι τρυπτάνες (σουματριπτάνη ή ναρατριπτάνη μεταξύ άλλων), τα παράγωγα της εργοταμίνης (όπως η διϋδροεργοταμίνη), η πρεδνιζόνη και πολλοί άλλοι παράγοντες είναι επίσης βοηθητικοί, παρόλο που ο καθένας έχει το δικό του προφίλ παρενεργειών και τις δικές του προφυλάξεις κατά τη χρήση. Οι ασθενείς που βιώνουν πολλαπλές ημικρανίες κάθε μήνα, μπορεί να ωφεληθούν, λαμβάνοντας προφυλακτικά φάρμακα, όπως οι βήτα αποκλειστές (π.χ., προπρανολόλη), οι αναστολείς των διαύλων ασβεστίου (π.χ., βεραπαμίλη) ή τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, λαμβανόμενα σε τακτική βάση. Ναρκωτικά (μορφίνη, φεντανύλη και άλλα) χορηγούνται για να αναστείλουν κάποια βαριά επεισόδια ημικρανίας· ωστόσο, η συνήθης χρήση ναρκωτικών μπορεί να οδηγήσει σε ανοχή στις επιδράσεις τους και φαρμακευτική εξάρτηση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η νοσηλεύτρια παρακολουθεί τη φύση και τον χαρακτήρα του άλγους του ασθενή, βοηθά τον ασθενή να χαλαρώσει, δημιουργώντας ένα καθαρό και ήσυχο περιβάλλον και διδάσκει στον ασθενή μεθόδους για να αντιμετωπίζει τη δυσφορία, όπως τεχνικές χαλάρωσης. Τα φάρμακα χορηγούνται και αξιολογούνται τα επιθυμητά αποτελέσματά τους και οι οποιεσδήποτε ανεπιθύμητες ενέργειες. Για να βελτιωθούν τα αποτελέσματα των φαρμάκων και της αναλγησίας, μη επεμβατικά μέτρα ανακούφισης του πόνου θα πρέπει να εφαρμοστούν, πριν ο πόνος να γίνει βαρύς. Πολλοί ειδικοί στην κεφαλαλγία συστήνουν οι ασθενείς με ημικρανίες να μάθουν να κρατούν λεπτομερές ημερολόγιο της νόσου τους. Η ανάλυση του ημερολογίου μπορεί να βοηθήσει όσους υποφέρουν από κεφαλαλγίες να αναγνωρίσουν παράγοντες όπως η έλλειψη ύπνου· τα ακανόνιστα γεύματα και συγκεκριμένες τροφές, οσμές ή στρεσογόνα ερεθίσματα, που είναι πιθανό να πυροδοτούν μία ημικρανία (και γι' αυτό θα πρέπει να αποφεύγονται). Τα ημερολόγια κεφαλαλγιών χρησιμοποιούνται επίσης για τη διάκριση των ημικρανιών από άλλους τύπους κεφαλαλγίας.

Aliases (separate with |): Ημικρανία
ημιπληγία

Παράλυση της μιας πλευράς του σώματος, η οποία συνήθως οφείλεται σε βλάβη των φλοιονωτιαίων οδών του κεντρικού νευρικού συστήματος.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η πιο συχνή αιτία ημιπληγίας είναι το εγκεφαλικό επεισόδιο που οφείλεται σε θρόμβωση, εγκεφαλική αιμορραγία ή εγκεφαλική εμβολή. Όγκοι είναι υπεύθυνοι για την ημιπληγία σε μικρότερο αριθμό ασθενών.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Ο ασθενής δεν θα είναι σε θέση να κινήσει το χέρι και/ ή το πόδι ή τους προσωπικούς μύες στη μία πλευρά του σώματος. Συνήθως η παράλυση είναι πιο πλήρης στους εγγύς μύες (π.χ., του ώμου ή του ισχίου) παρά στους περιφερικότερους μύες των χεριών ή των ποδιών. Αν ο μη επικρατής βρεγματικός λοβός του εγκεφάλου πάθει βλάβη (π.χ., μετά από απόφραξη της μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας σε αυτήν την πλευρά), ο ασθενής μπορεί να αγνοεί την παράλυτη πλευρά του σώματος του. Μπορεί να αρνείται τα νευρολογικά ελλείμματα σε αυτήν την πλευρά και να μην είναι σε θέση να δει ή να αισθανθεί τα ερεθίσματα που παρουσιάζονται στο προσβεβλημένο ημιμόριο του σώματος του ή στο αντίστοιχο οπτικό πεδίο.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Παρέχεται βοήθεια με ενεργητικές κινήσεις στα μη προσβεβλημένα άκρα και με παθητικές κινήσεις στα προσβεβλημένα άκρα. Ενθαρρύνεται η ενεργητική συμμετοχή στην αποκατάσταση μέσω της φυσικοθεραπείας και της εργασιοθεραπείας. Ο ασθενής διδάσκεται πώς να χρησιμοποιεί τα μη προσβεβλημένα άκρα για να μετακινείται και πώς να ασκεί τα προσβλημένα άκρα για να διατηρήσει την κινητικότητα των αρθρώσεων, να προλάβει τις συσπάσεις και να διατηρήσει το μυϊκό τόνο και τη μυϊκή ισχύ. Ο ασθενής προστατεύεται από κακώσεις μέσω της χρήσης υποστηρικτικών συσκευών για την πρόληψη υπεξάρθρωσης ή παρεκτόπισης των προσβεβλημένων αρθρώσεων. Ο ασθενής και η οικογένειά του διδάσκονται πώς να χρησιμοποιούν τις βοηθητικές συσκευές (π.χ., αναρτήρες, νάρθηκες, «πι») και τους εξηγούνται οι στόχοι και οι διαδικασίες που περιλαμβάνονται στην αποκατάσταση. Τόσο ο ασθενής, όσο και η οικογένειά του ενθαρρύνονται να συζητούν τους φόβους και τους προβληματισμούς τους και στηρίζονται παρέχοντάς τους θετικές στρατηγικές αντιμετώπισης των μεταβολών της λειτουργικότητας του σώματος. Ακόμα παρέχονται ακριβείς πληροφορίες, ρεαλιστικός καθησυχασμός και συναισθηματική υποστήριξη για να τους βοηθήσουν στην αντιμετώπιση του προβλήματος.

Aliases (separate with |): Ημιπληγία
ήπαρ

Το μεγαλύτερο συμπαγές όργανο του σώματος, το οποίο βρίσκεται στη δεξιά πλευρά κάτω από το διάφραγμα. Το ήπαρ καταλαμβάνει το δεξιό υποχόνδριο, το επιγάστριο και τμήμα του αριστερού υποχόνδριου, και βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το κάτω τμήμα του στέρνου. Η κάτω επιφάνειά του είναι κοίλη και καλύπτει τον στόμαχο, το δωδεκαδάκτυλο, την ηπατική καμπή του παχέος εντέρου, τον δεξιό νεφρό και την επινεφριδική κάψα. Το ήπαρ εκκρίνει τη χολή και αποτελεί τη θέση πολυάριθμων μεταβολικών λειτουργιών.

ΑΝΑΤΟΜΙΑ: Το ήπαρ έχει τέσσερις λοβούς, πέντε συνδέσμους και πέντε αύλακες και καλύπτεται από έναν ισχυρό ινώδη υμένα, την κάψα του Glisson, η οποία είναι παχύτερη στην εγκάρσια αύλακα. Στο σημείο αυτό, η κάψα φέρει τα αιμοφόρα αγγεία και τον ηπατικό αγωγό, τα οποία εισέρχονται στο όργανο από την πύλη. Ίνες συνδετικού ιστού, ξεκινώντας από την κάψα, εισέρχονται στο ηπατικό παρέγχυμα και σχηματίζουν το υποστηρικτικό δίκτυο του οργάνου και διαχωρίζουν τις λειτουργικές μονάδες του ήπατος, οι οποίες ονομάζονται ηπατικά λοβία. Οι ενδοηπατικοί χοληφόροι αγωγοί συγκλίνουν και αναστομώνονται, σχηματίζοντας τελικά τον εκκριτικό αγωγό του ήπατος, ονομαζόμενος ως ηπατικός πόρος, ο οποίος συνδέεται με τον κυστικό πόρο της χοληδόχου κύστεως, σχηματίζοντας τον κοινό χοληδόχο πόρο, ο οποίος εισέρχεται στο δωδεκαδάκτυλο από το φύμα του Vater. Ένας δακτύλιος λείου μυός στο τελικό άκρο του χοληδόχου πόρου, ο οποίος ονομάζεται σφιγκτήρας του Oddi, επιτρέπει τη διέλευση της χολής στο δωδεκαδάκτυλο με τη χαλάρωσή του. Η χολή που παράγεται στο ήπαρ εισέρχεται στη χοληδόχο κύστη, όπου υπόκειται σε συμπύκνωση, κυρίως με την απώλεια ύδατος, το οποίο απορροφάται από τον βλεννογόνο της χοληδόχου κύστεως. Όταν απαιτείται χολή στο λεπτό έντερο για την πέψη, η χοληδόχος κύστη συσπάται και ο σφιγκτήρας χαλαρώνει, επιτρέποντας με τον τρόπο αυτό τη διαφυγή της ιξώδους χολής της χοληδόχου κύστεως. Συνήθως, ο σφιγκτήρας του Oddi βρίσκεται σε σύσπαση, αποκλείοντας την είσοδο στο δωδεκαδάκτυλο και υποχρεώνοντας τη χολή να εισέλθει στη χοληδόχο κύστη μετά την έξοδο της από το ήπαρ. Οι λειτουργικές μονάδες του ήπατος είναι τα ηπατικά λοβία, εξάπλευρες συγκεντρώσεις ηπατοκυττάρων, τα οποία διατρέχονται από πολυάριθμα τριχοειδή, που ονομάζονται κολποειδή. Τα κολποειδή επενδύονται από τα κύτταρα Kupffer, τα οποία είναι τα μακροφάγα του ήπατος.

ΑΙΜΑΤΩΣΗ: Η αιμάτωση του ήπατος γίνεται με την παροχή οξυγονωμένου αίματος μέσω της ηπατικής αρτηρίας, η οποία αποτελεί κλάδο της κοιλιακής αρτηρίας, καθώς και αίματος από όλα τα πεπτικά όργανα και τον σπλήνα μέσω της πυλαίας φλέβας. Τα τελικά προϊόντα της πέψης, καθώς και άλλα υλικά, διέρχονται με τον τρόπο αυτό από το ήπαρ, πριν την είσοδο τους στη γενική κυκλοφορία.

ΝΕΥΡΩΣΗ: Η νεύρωση αποτελείται από παρασυμπαθητικές ίνες που φέρονται με το πνευμονογαστρικό νεύρο και από συμπαθητικές ίνες που φέρονται από το κοιλιακό πλέγμα μέσω του ηπατικού νεύρου.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ: Το ήπαρ είναι από τα περισσότερο μεταβολικά ενεργά όργανα του σώματος. Μεταβολισμός των αμινοξέων: Συνθέτει μη-βασικά αμινοξέα, απαμινώνει την περίσσεια των αμινοξέων για την παραγωγή ενέργειας, και συνθέτει ουρία, η οποία εκκρίνεται μέσω των νεφρών. Παραγωγή χολής: Είναι υπεύθυνο για την παραγωγή των χολικών αλάτων, τα οποία γαλακτωματοποιούν τα λίπη στο λεπτό έντερο. 800 έως 1000 ml χολής εκκρίνονται σε ένα 24ωρο, και ο ρυθμός έκκρισης αυξάνεται σημαντικά στη διάρκεια της πέψης γευμάτων πλούσιων σε λιπαρά. Μεταβολισμός υδατανθράκων: Μετατρέπει μονοσακχαρίτες, διαφορετικών της γλυκόζης, σε γλυκόζη, και αποθηκεύει την περίσσεια της γλυκόζης στη μορφή του γλυκογόνου, μέχρι να χρειασθεί αυτή η αποθηκευμένη ενέργεια. Αποτοξίνωση: Παράγει ένζυμα για το μεταβολισμό πιθανώς επιβλαβών ουσιών που εντοπίζονται στην πυλαία κυκλοφορία (π.χ. αλκοόλ, αμμωνία, ινδόλη, πολλά φάρμακα και σκατόλη) σε λιγότερο τοξικές ουσίες. Ενδοκρινείς λειτουργίες: Εξυπηρετεί τη μετατροπή της λεβοθυροξίνης, στην περισσότερο μεταβολικά ενεργό θυρεοειδή ορμόνη, την τριιωδοθυρονίνη. Έκκριση: Αποβάλλει τα προϊόντα της αποικοδόμησης της αιμοσφαιρίνης (χολερυθρίνη και χολοπρασίνη) στη χολή. Αυτά αποβάλλονται στα κόπρανα. Μεταβολισμός των λιπών: Συνθέτει χοληστερόλη καθώς και λιποπρωτεΐνες για τη μεταφορά του λίπους σε άλλους ιστούς του οργανισμού, μετατρέπει τα λιπαρά οξέα σε ακετυλομάδες ή κετόνες, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πηγή ενέργειας. Φαγοκυττάρωση: Τα μακροφάγα του (κύτταρα Kupffer) καθαρίζουν την πυλαία κυκλοφορία από βακτήρια, άλλα παθογόνα και γηρασμένα ερυθροκύτταρα. Πρωτεϊνοσύνθεση: Συνθέτει αλβουμίνη, α-σφαιρίνες και β-σφαιρίνες, συστατικά του συμπληρώματος και παράγοντες πήξης, ορισμένοι από τους οποίους εξαρτώνται από την βιταμίνη Κ. Αποθήκευση: Αποθηκεύει χαλκό, σίδηρο, βιταμίνη B12, και τις λιποδιαλυτές βιταμίνες A, D, Ε και K.

ΕΞΕΤΑΣΗ: Το ήπαρ εξετάζεται με επισκόπηση, ακρόαση, επίκρουση και ψηλάφηση. Η επισκόπηση του οργάνου περιλαμβάνει έμμεσες εκτιμήσεις (π.χ. για ίκτερο [χρώμα του δέρματος], παλαμιαίο ερύθημα, και αστεροειδές αιμαγγείωμα και άλλα σημεία της χρόνιας ηπατοπάθειας. Η ακρόαση του ήπατος μπορεί να αποκαλύψει φυσήματα που σχετίζονται με καρκίνο του ήπατος· η ακρόαση μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για την αδρή εκτίμηση του μεγέθους του οργάνου. Η επίκρουση του ήπατος, η οποία εκτελείται στη δεξιά μεσοκλειδική γραμμή, παρέχει μια άλλη μέθοδο για την αδρή εκτίμηση του μεγέθους. Η ψηλάφηση του οργάνου μπορεί να αποκαλύψει ευαισθησία, ακανόνιστα άκρα, μάζες ή όγκους.

Aliases (separate with |): Ήπαρ
ηπαρίνη

Ένα παρεντερικό αντιπηκτικό φάρμακο με ταχύτερη δράση από την βαρφαρίνη ή τα παράγωγά της. Αποτελείται από πολυσακχαρίτες που αναστέλλουν την πήξη, σχηματίζοντας μία αντιθρομβίνη που αποτρέπει την μετατροπή της προθρομβίνης σε θρομβίνη και αποτρέποντας την απελευθέρωση θρομβοπλαστίνης από τα αιμοπετάλια. Επειδή η ηπαρίνη απορροφάται φτωχά από την γαστρεντερική οδό, συνήθως χορηγείται ενδοφλέβια ή υποδόρια ως άλας νατρίου ή ασβεστίου.

ΧΡHΣΕΙΣ: H ηπαρίνη χρησιμοποιείται ως αντιπηκτικό στην πρόληψη και τη θεραπεία θρόμβωσης και εμβολής. Είναι ένας σημαντικός παράγοντας στην θεραπεία των οξέων στεφανιαίων συνδρόμων (όπως ασταθής στηθάγχη ή οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου). Επειδή τα σκευάσματα ηπαρίνης είναι αρκετά ευμεγέθη για να διασχίσουν τον πλακουντικό φραγμό, είναι τα προτιμώμενα αντιπηκτικά σε έγκυες γυναίκες. Ο ανταγωνιστής για υπερβολική δόση είναι η θειική πρωταμίνη. H πιο συχνή παρενέργεια της ηπαρίνης είναι η παθολογική αιμορραγία.

Aliases (separate with |): Ηπαρίνη
ηπατικό απόστημα

Μια εντοπισμένη συλλογή πύου στο ήπαρ, η οποία προκαλείται από παθογόνους οργανισμούς όπως τα είδη Streptococcus, Staphylococcus ή το είδος Entamoeba histolytica.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Ο ασθενής εμφανίζει υψηλό πυρετό, εφίδρωση και ρίγη, και ένα διογκωμένο, επώδυνο, ευαίσθητο ήπαρ, το οποίο μπορεί να είναι μόνιμα διογκωμένο ή και να αυξομειώνεται. Πύον μπορεί να ληφθεί με αναρρόφηση.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Τα εμβολικά (πολλαπλά) αποστήματα είναι γενικά μοιραία. Τα τραυματικά αποστήματα, ή εκείνα που οφείλονται σε εντερική αμοιβάδωση, μπορεί να τερματισθούν ευνοϊκά μετά από αυθόρμητη ή ιατρικά επαγόμενη παροχέτευση.

Aliases (separate with |): Ηπατικό απόστημα
ηπατίτιδα

Φλεγμονή του ήπατος, που συνήθως προκαλείται από έκθεση σε λοιμώδη παράγοντα (π.χ., ένας ιός της ηπατίτιδας), μία τοξίνη (π.χ., αλκοόλ), ή ένα φάρμακο (όπως ακεταμινοφαίνη). Η νόσος μπορεί να είναι ήπια ή απειλητική για τη ζωή, χρόνια ή οξεία. Τα χρόνια περιστατικά μπορούν να ανιχνευτούν μόνο με την ανεύρεση υψηλών ηπατικών ενζύμων στο αίμα. Τα οξέα περιστατικά χαρακτηρίζονται από ίκτερο, ηπατική διόγκωση, και ορισμένες φορές αιμορραγία, μεταβολή της διανοητικής κατάστασης και πολυσυστηματική ανεπάρκεια οργάνων.

ΠΑΘΟΛΟΓΟΑΝΑΤΟΜΙΑ: Βλάβη σε ηπατικά κύτταρα (ηπατοκύτταρα) προκαλείται από άμεση βλάβη από τον αιτιολογικό παράγοντα ή έμμεσα ως αποτέλεσμα φλεγμονωδών ή αυτοάνοσων απαντήσεων. Κατά τη διάρκεια οξείας φλεγμονής, τα διογκωμένα ηπατοκύτταρα είναι λιγότερο ικανά να αποτοξινώνουν φάρμακα· να παράγουν παράγοντες πήξης, χοληστερόλη, πρωτεΐνες πλάσματος, χολή και γλυκογόνο· να αποθηκεύουν λιποδιαλυτές βιταμίνες· και να εκτελούν άλλες λειτουργίες. Όλοι οι ιοί ηπατίτιδας μπορεί να προκαλέσουν σοβαρή («κεραυνοβόλο») ηπατίτιδα, αλλά οι ηπατίτιδες Β και D είναι οι πιο κοινές αιτίες. Υπερβολικές δόσεις φαρμάκων, πρόσληψη τοξινών, και καταπληξία ευθύνονται επίσης για ταχεία επιδείνωση της ηπατικής λειτουργίας.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι ασθενείς γενικά δεν εισάγονται σε νοσοκομείο, εκτός κι αν εμφανίσουν σημαντική ηπατική βλάβη· οι προσβεβλημένοι σε σοβαρότερο βαθμό χρειάζονται υποστηρικτική ιατρική και ψυχολογική φροντίδα. Οι ασθενείς στο σπίτι πρέπει να κατατοπίζονται σχετικά με τη φύση και την πορεία της ασθένειας, τη φροντίδα καιτη θεραπεία, και τα σημεία και συμπτώματα των επιπλοκών. Ο ασθενής πρέπει να ακολουθεί μια καλά ισορροπημένη διατροφή και να πίνει επαρκή υγρά, αλλά πρέπει να αποφεύγει το αλκοόλ και άλλους ηπατοτοξικούς παράγοντες. Όταν η ηπατίτιδα προκαλείται από την τροφή, απαιτείται σχολαστικό πλύσιμο των χεριών, χειρισμός της τροφής και καθαρισμός των πιάτων και των ασημικών για την αποτροπή μετάδοσης στους συνοικούντες. Ο ασθενής πρέπει να αποφεύγει τη στενή επαφή, ωσότου μειωθούν τα επίπεδα αντιγόνου και αντισώματος. Συναισθηματική υποστήριξη και διαβεβαίωση πρέπει να παρέχονται στον ασθενή, επειδή η παρέμβαση στις συνήθειες και τον τρόπο ζωής του ασθενή μπορεί να είναι σημαντική.

Aliases (separate with |): Ηπατίτιδα
ηπατίτιδα C

Μία χρόνια εξ αίματος λοίμωξη που θεωρείται ότι προσβάλλει περίπου 2.700.000 άτομα στις Η.Π.Α. Η ηπατίτιδα C (παλαιότερα γνωστή ως μη-Α, μη-Β ηπατίτιδα) προκαλείται από έναν μονόκλωνο RNA ιό που μεταδίδεται από άτομο σε άτομο με έκθεση στο αίμα και σε σωματικά υγρά. Στο παρελθόν, ήταν η συχνότερη μορφή ηπατίτιδας μεταδιδόμενη με μεταγγίσεις αίματος ή προϊόντων αίματος και με μεταμόσχευση οργάνων.

Περίπου 28.000 νέα περιστατικά συμβαίνουν κάθε χρόνο στις Η.ΠΑ., τα περισσότερα από τα οποία προκύπτουν από κοινή χρήση βελονών κατά τη διάρκεια κατάχρησης ενέσιμων ουσιών. Ένας μικρότερος αριθμός λοιμώξεων αποκτώνται ως αποτέλεσμα έκθεσης σε μολυσμένο αίμα στην εργασία (π.χ., στην υγειονομική περίθαλψη). Περίπου 6% των περιστατικών είναι αποτέλεσμα μετάδοσης του ιού από τη μητέρα στο παιδί κατά τη διάρκεια του τοκετού. Δερματοστιξία, τρύπημα σώματος και κατάχρηση ενδορρινικής κοκαΐνης σχετίζονται επίσης με ορισμένα περιστατικά. Η σεξουαλική μετάδοση του ιού (π.χ., μεταξύ παντρεμένων ζευγαριών) φαίνεται να συμβαίνει σπάνια. Η περίοδος επώασης είναι συνήθως 6-12 εβδομάδες, παρόλο που μπορεί να είναι μεγαλύτερη, και η οξεία φάση διαρκεί σχεδόν 4 εβδομάδες. Σημεία και συμπτώματα οξείας λοίμωξης είναι συχνά ηπιότερα από την ηπατίτιδα Α και Β. Σχεδόν 75 έως 85% των ασθενών αναπτύσσουν χρόνια ηπατίτιδα. Είκοσι έως τριάντα χρόνια μετά την αρχική μόλυνση, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος κίρρωσης του ήπατος (συμβαίνει σε περίπου 20% των προσβεβλημένων ατόμων) και καρκίνου του ήπατος (σε περίπου 1-5%).

Λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας C (HCV) συνήθως αναγνωρίζεται, όταν ένα ασυμπτωματικό άτομο εμφανίζεται να έχει επαναλαμβανόμενα υψηλά ηπατικά ένζυμα σε συνήθεις αιματολογικές εξετάσεις. Αντισώματα για τον HCV ή το HCV RNA στο αίμα επιβεβαιώνουν την λοίμωξη. Η παραγωγή αντισωμάτων διεγείρεται από το HCV RNA, αλλά τα αντισώματα έναντι του HCV δεν καταστρέφουν τον ιό και δεν παρέχουν ανοσία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Αντιϊϊκοί παράγοντες, όπως ιντερφερόνη άλφα σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη μπορούν συχνά να θεραπεύσουν την ηπατίτιδα C, εάν χορηγηθούν για παρατεταμένες περιόδους (περίπου 24 έως 48 εβδομάδες, ανάλογα με τον ιϊκό γονότυπο). Ο γονότυπος 1, ο πιο συχνά εμφανιζόμενος στις Η.Π.Α., ανταποκρίνεται στη θεραπεία σε περίπου 50% των περιπτώσεων. Οι γονότυποι 2 και 3 ανταποκρίνονται σε συνδυαστική θεραπεία σε περισσότερο από 70% των περιπτώσεων. Η θεραπεία μπορεί να προκαλέσει σημαντικές παρενέργειες, συμπεριλαμβανομένων υψηλών πυρετών, ριγών, κακουχίας, μυϊκών πόνων, και άλλων παρόμοιων με τη γρίπη συμπτωμάτων. Οι υγειονομικές υπηρεσίες μπορούν να παρέχουν ανεκτίμητη εκπαίδευση σε προσβεβλημένους ασθενείς με την χορήγηση γραπτών και προφορικών πληροφοριών σχετικά με συμπεριφορές υψηλού κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων της ανάγκης προς αποφυγή κοινής χρήσης βελονών από χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών, της σεξουαλικής επαφής χωρίς προφύλαξη, ή της πόσης αλκοόλ. Το αλκοόλ αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου του ήπατος δραματικά για ένα άτομο με HCV.

Άλλες συστάσεις για άτομα προσβεβλημένα με ηπατίτιδα C συνοψίζονται στην ακόλουθη λίστα:

Μην προσφέρετε αίμα, προϊόντα αίματος, ιστού, ή σπέρματος.

Αποφεύγετε την κοινή χρήση καλλυντικών/ ειδών προσωπικής περιποίησης που μπορεί να είναι μολυσμένα με αίμα, όπως οδοντόβουρτσες ή ξυράφια.

Αποφύγετε την υπερβολική χρήση βοτάνων ή συνταγών φαρμάκων, εκτός κι αν έχουν εγκριθεί από μία γνώστη υγειονομική υπηρεσία.

Εμβολιαστείτε για τις ηπατίτιδες Α και Β για την αποφυγή επιπρόσθετων ιϊκών προσβολών του ήπατος.

Ομάδες κοινωνικής στήριξης και πηγές βασιζόμενες στο διαδίκτυο μπορεί να βοηθήσουν τα προσβεβλημένα άτομα να πληροφορηθούν περισσότερο σχετικά με την αντιμετώπιση της νόσου, π.χ., http://www.liverfoundation.org. Τακτική επαγγελματική φροντίδα μπορεί να βοηθήσει στη βελτιστοποίηση της υγείας και της ευεξίας.

Aliases (separate with |): Ηπατίτιδα C
ηπατίτιδα D

Ένας τύπος ηπατίτιδας που προκαλείται από τον ιό δέλτα της ηπατίτιδας (HDV). Θεωρείται ως «ελαττωματικός» ιός, επειδή μπορεί να προκαλέσει λοίμωξη μόνο όταν είναι παρών ο ιός της ηπατίτιδας Β (HΒV) και επομένως μπορεί να προληφθεί μέσω εμβολιασμού κατά της ηπατίτιδας Β. Είναι σπάνιος στις Η.Π.Α. Σε υγιείς ανθρώπους, ταυτόχρονη μόλυνση με HDV και HΒV συνήθως προκαλεί οξεία νόσο και ανάρρωση με ανοσία. Σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β, μπορεί να προκαλέσει σοβαρή οξεία νόσο ή συχνότερα, χρόνια προοδευτική νόσο που μπορεί να οδηγήσει σε κίρρωση. Η θνησιμότητα είναι σχεδόν 10%. Τα αντιγόνα ηπατίτιδας D (HDV RNA) βρίσκονται στο αίμα και στο ήπαρ και διεγείρουν την παραγωγή ενός αντισώματος που εμφανίζεται μόνο επί μικρό χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια πρώιμης οξείας λοίμωξης. Ο ιός της ηπατίτιδας D μερικές φορές αναφέρεται ως δέλτα ηπατίτιδα.

Aliases (separate with |): Ηπατίτιδα D
ηπατίτιδα E

Ένας τύπος ηπατίτιδας παρόμοιος με την ηπατίτιδα Α που εμφανίζεται κυρίως σε έθνη με παροχές μολυσμένου νερού ή σε ταξιδιώτες που επιστρέφουν από το εξωτερικό. Προκαλείται από έναν RNA ιό που προκαλεί μόνο οξεία μόλυνση.

Aliases (separate with |): Ηπατίτιδα E
ηπατίτιδα Α

Η ηπατίτιδα που προκαλείται από τον ιό της ηπατίτιδας Α (HAV), έναν RNA ιό χωρίς φάκελο. Επειδή μπορεί να μεταδοθεί διαμέσου μολυσμένου νερού ή τροφής, οι νέοι ενήλικες και παιδιά σε εγκαταστάσεις ιδρυμάτων και ταξιδιώτες σε χώρες με ελάχιστη υγιεινή είναι σε μεγαλύτερο κίνδυνο μόλυνσης· μικρές επιδημίες έχουν παρατηρηθεί μεταξύ ατόμων που τρώνε σε εστιατόρια που σέρβιραν μολυσμένα οστρακόδερμα. Η πορεία της νόσου είναι συνήθως ήπια, αν και μπορεί να γίνει σοβαρή· η περίοδος επώασης είναι 2 έως 6 εβδομάδες, το οξύ στάδιο διαρκεί 2 έως 12 εβδομάδες και η πλήρης ανάρρωση απαιτεί εβδομάδες έως μήνες. Η λοίμωξη προσβάλει 90.000 άτομα κάθε χρόνο, από τους οποίους περίπου οι μισοί εκδηλώνουν κλινικά λοίμωξη. Η ηπατίτιδα Α δεν παράγει μία κατάσταση χρόνιου φορέα και δεν προκαλεί χρόνια ηπατίτιδα. Τα δύο αντισώματα που παράγονται ως απάντηση στο αντιγόνο της ηπατίτιδας Α χρησιμεύουν ως δείκτες για λοίμωξη· ένα από αυτά, το IgG αντι-HAV, παρέχει ανοσία έναντι της επαναμόλυνσης. Η ηπατίτιδα Α παλαιότερα ονομαζόταν λοιμώδης ηπατίτιδα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Κανένα φάρμακο δεν θεραπεύει ειδικά την ηπατίτιδα Α. Ανοσοσφαιρίνη που περιέχει IgG αντι-HAV αντισώματα μπορεί να συνταγογραφηθεί για μέλη της οικογένειας· παρέχει παθητική ανοσία για 6 έως 8 εβδομάδες. Η προληπτική αγωγή εστιάζει στην καλή ατομική υγιεινή, ειδικά στο πλύσιμο των χεριών· στην προσεκτική επιλογή τροφής και τόπων διατροφής· και σε ορισμένες περιοχές του κόσμου, στη στοιχειώδη υγιεινή. Το εμβόλιο ηπατίτιδας Α προλαμβάνει τη λοίμωξη πριν ή αμέσως μετά την έκθεση στον ιό και συστήνεται για εργαζόμενους στην υγειονομική περίθαλψη, ταξιδιώτες σε αναπτυσσόμενες χώρες, εργαζόμενους σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, άτομα με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο και άλλους σε υψηλό κίνδυνο.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η ηπατίτιδα Α μεταδίδεται με την κοπρανο-στοματική οδό. Για την πρόληψη της εξάπλωσης της ασθένειας, τα προσβεβλημένα άτομα δεν πρέπει να προετοιμάζουν φαγητό για άλλους.

Aliases (separate with |): Ηπατίτιδα Α
ηπατίτιδα Β

Βλάβη σε κύτταρα του ήπατος που προκαλείται από τον ιό της ηπατίτιδας Β (HBV), έναν ιό με δίκλωνο DNA. Μπορεί να εμφανιστεί ως μία ασυμπτωματική, οξεία, χρόνια, ή κεραυνοβόλος λοίμωξη. Η οξεία λοίμωξη συχνά χαρακτηρίζεται από ίκτερο, ναυτία και εμετό, αρθρικούς πόνους ή εξανθήματα, που συχνά σχετίζονται με χαρακτηριστικές αυξήσεις σε δοκιμασίες ορού ηπατικής λειτουργίας. Η χρόνια λοίμωξη είναι τυπικά ασυμπτωματική και μπορεί να ανιχνευτεί μόνο με εξετάσεις αίματος, ωσότου προκαλέσει όψιμες επιπλοκές όπως κίρρωση, πυλαία υπέρταση ή ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα. Η κεραυνοβόλος λοίμωξη με ιό ηπατίτιδας Β καθορίζεται ως επιδείνωση του ασθενή σε ηπατική εγκεφαλοπάθεια εντός 8 εβδομάδων από την έναρξη της νόσου.

Ο ιός μεταδίδεται με την επαφή με αίμα ή σωματικά υγρά ενός προσβεβλημένου ατόμου. Η περίοδος επώασης είναι σχεδόν 2 έως 6 μήνες. Η οξεία λοίμωξη συνήθως λύεται σε λιγότερο από 6 μήνες· όταν το αντιγόνο επιφανείας του ιού της ηπατίτιδας Β δεν εξαφανισθεί από το αίμα εντός 6 μηνών, θεωρείται ότι έχει αναπτυχθεί χρόνια ηπατίτιδα. Κάθε χρόνο, μόνο στις Η.Π.Α., περίπου 300.000 άτομα προσβάλλονται από τον ιό της ηπατίτιδας Β. Παγκοσμίως, η χρόνια ηπατίτιδα προσβάλλει περίπου 300 εκατομμύρια άτομα.

Στα άτομα με υψηλό κίνδυνο λοίμωξης περιλαμβάνονται χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών, άτομα με πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους, ομοφυλόφιλοι άνδρες, βρέφη που γεννιούνται από μητέρες μολυσμένες με HBV και εργαζόμενοι στην υγειονομική περίθαλψη. Οι τράπεζες αίματος ελέγχουν σε καθημερινή βάση για αντιγόνα HBV, γεγονός που έχει μειώσει σε μεγάλο βαθμό την μετάδοση της λοίμωξης με μετάγγιση.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Άτομα που δεν έχουν εμβολιαστεί κατά του HBV και έρχονται σε επαφή με αίμα ή με άλλες εκκρίσεις του σώματος μέσω βελονών ή μέσω επαφής του βλεννογόνου τους πρέπει να επικοινωνήσουν με την επαγγελματική υπηρεσία υγείας. Η ανοσοσφαιρίνη του ιού της ηπατίτιδας Β (HBIg) μπορεί να χορηγηθεί για την παροχή προσωρινής προφύλαξης.

ΑΝΤΙΓΟΝΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΩΜΑΤΑ: Οι πρωταρχικοί αντιγονικοί δείκτες που χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση λοίμωξης με ηπατίτιδα Β περιλαμβάνουν τα παρακάτω:

Αντιγόνο επιφανείας ηπατίτιδας Β (HBsAg) -ο πρώτος δείκτης που εμφανίζεται στο αίμα. Μερικές φορές ανιχνεύεται πριν αυξηθούν τα επίπεδα των ηπατικών ενζύμων στον ορό.

Αντιγόνο ηπατίτιδας Be (HBeAg) και ηπατίτιδας Β DNA-δείκτες ενεργούς ιϊκής αντιγραφής και υψηλής μολυσματικότητας.

Πυρηνικό αντίσωμα ηπατίτιδας Β-αντισώματα έναντι του αντιγόνου του πυρήνα του ιού της ηπατίτιδας Β-υποδεικνύουν μόλυνση ενός ασθενή με ιό της ηπατίτιδας Β. Τα αντισώματα IgM έναντι του πυρηνικού αντιγόνου (IgM αντι-HBc) είναι παρόντα νωρίς στην πορεία της λοίμωξης και μπορεί μερικές φορές να είναι η μόνη ανιχνεύσιμη απόδειξη μίας οξείας λοίμωξης. Τα IgG αντισώματα έναντι του πυρηνικού αντιγόνου (αντι-HBc) είναι παρόντα σε κάθε ασθενή που έχει προσβληθεί από τον ιό, είτε οξέως ή σε κάποια στιγμή στο παρελθόν.

Προστατευτικά αντισώματα IgG για το αντιγόνο επιφανείας HB (HBsAB), τα οποία αναπτύσσονται αργά στην πορεία της νόσου, διαρκούν εφ όρου ζωής και προστατεύουν έναντι της επαναμόλυνσης. Καθώς τα επίπεδα του αντισώματος για το αντιγόνο επιφανείας της ηπατίτιδας Β αυξάνονται, τα επίπεδα HBsAg μειώνονται, υποδεικνύοντας λύση της οξείας λοίμωξης. Τα αντισώματα έναντι του πυρηνικού αντιγόνου της ηπατίτιδας Β και του αντιγόνου ηπατίτιδας Be δεν είναι προστατευτικά. Σχεδόν 5 έως 10% των ασθενών αναπτύσσουν χρόνια λοίμωξη.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Το εμβόλιο κατά της ηπατίτιδας Β, το οποίο περιέχει το αντιγόνο επιφανείας ΗΒ, παρέχει ενεργό ανοσία και συστήνεται για άτομα υψηλού κινδύνου (π.χ., παιδιά, εργαζόμενοι στην υγειονομική περίθαλψη, ασθενείς αιμοδιάλυσης, χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών). Επίσης, όλες οι έγκυες γυναίκες πρέπει να ελέγχονται για λοίμωξη. Η ανοσοσφαιρίνη ηπατίτιδας Β, η οποία περιέχει αντισώματα έναντι του HBV, παρέχει παθητική ανοσία σε αυτούς που δεν έχουν εμβολιαστεί και είναι εκτεθειμένοι στον ιό.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Δεν υπάρχει διαθέσιμη φαρμακευτική θεραπεία που να ελέγχει την οξεία HBV λοίμωξη, οπότε η αγωγή σε αυτήν τη φάση της νόσου είναι υποστηρικτική. Η άλφα ιντερφερόνη είναι αποτελεσματική σε ορισμένους ασθενείς με χρόνια λοίμωξη· κάποια αντιιικά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων λαμιβουδίνης και γανσικλοβίρης, έχει αποδειχθεί επίσης ότι έχουν ευεργετική δράση, ειδ. όταν χορηγούνται μέχρι να ανέλθουν τα επίπεδα HBsAB ή μειωθούν τα επίπεδα HBsAg.

Aliases (separate with |): Ηπατίτιδα Β
ηρεμιστικό

Ένα φάρμακο που μειώνει την ένταση, αναστάτωση, υπερδραστηριότητα και το άγχος. Τα ελάσσονα ηρεμιστικά περιλαμβάνουν αντιισταμινικά (π.χ. υδροξυζίνη), βουσπιρόνη και βενζοδιαζεπίνες (πχ. διαζεπάμη ή αλφαζολάμη). Οι βενζοδιαζεπίνες μειώνουν το άγχος, προσφέρουν καταπράυνση και μπορεί να προκαλέσουν εξάρτηση, ανοχή ή εθισμό. Τα μείζονα ηρεμιστικά περιλαμβάνουν νευροληπτικά φάρμακα όπως αλοπεριδόλη, φλουφεναζίνη ή ρισπεριδόνη. Χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση ψυχωτικών συμπτωμάτων, όπως ψευδαισθήσεις, παραισθήσεις και κατατονία, και για την αντιμετώπιση ψυχωτικών διαταραχών όπως η σχιζοφρένεια. Μία κυρίαρχη όψιμη παρενέργεια πολλών νευροληπτικών παραγόντων είναι η κινητική διαταραχή γνωστή ως όψιμη δυσκινησία.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Πολλά ηρεμιστικά μπορεί να προκαλέσουν βλάβη στο αναπτυσσόμενο έμβρυο. Επομένως, πριν την συνταγογράφηση, πρέπει να είναι γνωστή η έγκριση της χρήσης τους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ειδικά της πρώιμης εγκυμοσύνης.

Aliases (separate with |): Ηρεμιστικό
ηχωκαρδιογραφία

Μια μη επεμβατική διαγνωστική μέθοδος, η οποία χρησιμοποιεί τους υπερήχους για την απεικόνιση των καρδιακών δομών. Με αυτήν μπορούν να αξιολογηθούν τα καρδιακά τοιχώματα, οι βαλβίδες και οι κοιλότητες της καρδιάς, ενώ μπορούν να παρατηρηθούν μερικές φορές και ενδοκαρδιακές μάζες ή θρόμβοι αίματος.

Aliases (separate with |): Ηχωκαρδιογραφία
ηχωκαρδιογραφία κόπωσης

Η υπερηχογραφική διαπίστωση τμημάτων του καρδιακού μυ, τα οποία δεν κινούνται φυσιολογικά όταν ένας ασθενής με στεφανιαία νόσο υποβάλλεται σε κόπωση ή λαμβάνει αγγειοδιασταλτικά φάρμακα (π.χ. αδενοσίνη ή διπυριδαμόλη). Οι επαγόμενες από την κόπωση διαταραχές στην περιοχική δραστηριότητα του καρδιακού μυ χρησιμοποιούνται ως δείκτες απόφραξης σε συγκεκριμένες στεφανιαίες αρτηρίες.

Aliases (separate with |): Ηχωκαρδιογραφία κόπωσης
ηχωκαρδιογραφία κόπωσης με δοβουταμίνη

Μια μη επεμβατική τεχνική για την εξέταση της στεφανιαίας νόσου, κατά την οποία η δοβουταμίνη χορηγείται στους ασθενείς για να αυξήσει την ένταση λειτουργίας της καρδιάς, η οποία στη συνέχεια εξετάζεται με υπερηχογραφική απεικόνιση. Περιοχές της καρδιάς που δεν αιματώνονται επαρκώς (ισχαιμικές περιοχές) συστέλλονται ελάχιστα κατά τη διάρκεια της έντασης της εξέτασης, συστέλλονται όμως φυσιολογικά κατά την ηρεμία. Το τμήμα του καρδιακού μυός που δεν συστέλλεται φυσιολογικά ούτε κατά την ηρεμία ούτε κατά τη διέγερση με δοβουταμίνη, έχει υποστεί παλαιότερη βλάβη από μυοκαρδιακό έμφραγμα.

Aliases (separate with |): Ηχωκαρδιογραφία κόπωσης με δοβουταμίνη
ηωσινόφιλο

Ένα λευκό αιμοσφαίριο με λοβωτό πυρήνα και κοκκία στο κυτταρόπλασμα που χρωματίζονται κόκκινα με τη χρώση κατά Wright. Τα ηωσινόφιλα αποτελούν το 1- 3% των λευκών αιμοσφαιρίων. Συμβάλλουν στην καταστροφή των παρασίτων και στις αλλεργικές αντιδράσεις με την απελευθέρωση χημικών μεσολαβητών, όπως η ισταμίνη.

Aliases (separate with |): Ηωσινόφιλο
ηωταξίνη

Ένας χημειοτακτικός παράγοντας που προσελκύει ειδικά τα ηωσινόφιλα κύτταρα σε συγκεκριμένους ιστούς (πχ. στο βρογχικό δένδρο στο άσθμα ή στο δέρμα στη δερματίτιτιδα εξ επαφής). Ο παράγοντας νέκρωσης των όγκων α (TNF-α) διεγείρει την απελευθέρωσή του.

Aliases (separate with |): Ηωταξίνη
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL