Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
ζάλη
  1. Αδιαθεσία, αστάθεια, απώλεια προσανατολισμού στο χώρο ή απώλεια ισορροπίας.

  2. Γενικευμένη αδυναμία, εξασθένηση ή προσυγκοπή.

  3. Διανοητική αβεβαιότητα· δυσκολία στη συγκέντρωση· αίσθημα αποκοπής από την φυσιολογική αίσθηση της διαύγειας ή της επικέντρωσης.

Aliases (separate with |): Ζάλη
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL