Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
ζάλη
  1. Αδιαθεσία, αστάθεια, απώλεια προσανατολισμού στο χώρο ή απώλεια ισορροπίας.

  2. Γενικευμένη αδυναμία, εξασθένηση ή προσυγκοπή.

  3. Διανοητική αβεβαιότητα· δυσκολία στη συγκέντρωση· αίσθημα αποκοπής από την φυσιολογική αίσθηση της διαύγειας ή της επικέντρωσης.

Aliases (separate with |): Ζάλη
ζάχαρη, σάκχαρο

Υδατάνθρακας μικρού μοριακού βάρους με γλυκιά γεύση, της ομάδας των μονο- ή δισακχαριτών. Μερικά κοινά σάκχαρα είναι η φρουκτόζη, η γλυκόζη, η λακτόζη, η μαλτόζη, η σακχαρόζη και η ξυλόζη. H από του στόματος ή παρεντερική χορήγηση σακχάρων μπορεί να προλάβει την υπογλυκαιμία που προκαλείται από την ινσουλίνη ή από του στόματος χορηγούμενους υπογλυκαιμικούς παράγοντες.

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ: Τα σάκχαρα ταξινομούνται με δύο τρόπους: τον αριθμό των ατόμων απλών σακχάρων που λαμβάνονται με υδρόλυση ενός μορίου του δοθέντος σακχάρου και τον αριθμό των ατόμων άνθρακα στα μόρια των σακχάρων που λαμβάνονται. Επομένως η γλυκόζη είναι μονοσακχαρίτης επειδή δεν μπορεί να υδρολυθεί σε απλούστερο σάκχαρο, και εξόζη επειδή περιέχει έξι άτομα άνθρακα ανά μόριο. H σακχαρόζη είναι δισακχαρίτης διότι με η υδρόλυσή της παράγει δύο μόρια, ένα γλυκόζης και ένα φρουκτόζης.

Aliases (separate with |): Ζάχαρη, σάκχαρο
ζυγωματική απόφυση
  1. Λεπτή προεκβολή του κροταφικού οστού. Σχηματίζει το οπίσθιο τμήμα του ζυγωματικού τόξου.

  2. Η οπίσθια προεκβολή του ζυγωματικού οστού. Σχηματίζει το πρόσθιο τμήμα του ζυγωματικού τόξου.

Aliases (separate with |): Ζυγωματική απόφυση
ζυμομύκητας
  1. Μονοκύτταρος μύκητας του γένους Saccharomyces ή Candida που αναπαράγεται δι' εκβλαστήσεων. Μετέχει στη ζύμωση των υδατανθράκων. Οι ζυμομύκητες και ιδιαίτερα οι Candida albicans μπορούν να προκαλέσουν συστηματικές λοιμώξεις καθώς και κολπίτιδα και καντιντίαση του στοματικού βλεννογόνου. Οι μυκητιασικές λοιμώξεις εκδηλώνονται συχνά σε ασθενείς με κακόηθες λέμφωμα (λεμφοκοκκιωμάτωση), ανεπαρκώς ελεγχόμενο σακχαρώδη διαβήτη, AIDS ή άλλες καταστάσεις που προκαλούν ανοσοκαταστολή.

  2. Προϊόν του εμπορίου αποτελούμενο από αλεύρι αναμεμιγμένο με ζωντανούς μύκητες, το οποίο χρησιμοποιείται για παράδειγμα στη ζύμωση της μπύρας και στο ψήσιμο του ψωμιού (μαγιά).

Aliases (separate with |): Ζυμομύκητας
ζύμωση

Η οξειδωτική αποσύνθεση, υπό αναερόβιες συνθήκες, σύμπλοκων ουσιών διαμέσου της δράσης ενζύμων ή ζυμών, που παράγονται από μικροοργανισμούς. Τα βακτήρια, οι μούχλες και οι μύκητες είναι οι κυρίως εμπλεκόμενοι μικροοργανισμοί. Ζυμώσεις οικονομικού ενδιαφέροντος είναι αυτές που αφορούν στην παραγωγή του αλκοόλ, αλκοολούχων αναψυκτικών, γαλακτικών και βουτυρικών οξέων και ψωμιού.

Aliases (separate with |): Ζύμωση
ζωονόσος

Μόλυνση που εμφανίζεται συχνά σε πληθυσμούς ζώων και ευκαιριακά προσβάλλει τους ανθρώπους. Έχει διαπιστωθεί ότι πάνω από 250 μικροοργανισμοί προκαλούν ζωονόσους, 30 με 40 εξ αυτών μεταδίδονται από κατοικίδια ζώα και ζώα που χρησιμοποιούνται από κωφάλαλους και τυφλούς. Άτομα υπό ανοσοκαταστολή και άτομα που εργάζονται με ζώα διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο εκδήλωσης ζωονόσων.

Aliases (separate with |): Ζωονόσος
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL