Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Page:  1 2 Next »
Term Definition
έγκαυμα

Ιστικός τραυματισμός που προκαλείται από την υπερβολική έκθεση σε θερμικές, χημικές, ηλεκτρικές ή ραδιενεργές ουσίες. Οι επιδράσεις μπορεί να είναι τοπικές, προκαλώντας κυτταρικό τραυματισμό ή θάνατο ή μπορεί να είναι τοπικές και συστηματικές, προκαλώντας πρωτοπαθές σοκ (το οποίο λαμβάνει χώρα αμέσως μετά από τον τραυματισμό και είναι σπάνια θανατηφόρο) ή δευτεροπαθές σοκ (το οποίο λαμβάνει χώρα ύπουλα, μετά από σοβαρά εγκαύματα και είναι συχνά θανατηφόρο). Στις Ηνωμένες Πολιτείες κάθε χρόνο παρέχεται νοσηλεία σε 1.250.000 άτομα με εγκαύματα. Περισσότεροι από τους 50.000 εισάγονται στο νοσοκομείο, λόγω σοβαρών εγκαυμάτων.

Τα εγκαύματα διακρίνονται συνήθως σε: 1ου βαθμού. Επιφανειακό έγκαυμα, στο οποίο η βλάβη περιορίζεται στην εξωτερική στοιβάδα της επιδερμίδας και χαρακτηρίζεται από ερυθρότητα, ευαισθησία και ήπιο άλγος. Δεν σχηματίζονται φυσαλίδες και το έγκαυμα επουλώνεται χωρίς τον σχηματισμό ουλής. Ένα συχνό παράδειγμα είναι το έγκαυμα από το ηλιακό φως. 2ου βαθμού. Έγκαυμα που καταστρέφει μερικώς την επιδερμίδα και μερικούς δερματικούς ιστούς, αλλά δεν καταστρέφει τα χαμηλότερα ευρισκόμενα θυλάκια των τριχών, τους ιδρωτοποιούς ή σμηγματογόνους αδένες. Το έγκαυμα είναι επώδυνο και ερυθρό, δημιουργούνται φυσαλίδες και το τραύμα μπορεί να επουλωθεί αφήνοντας πίσω του ουλή. 3ου βαθμού. Έγκαυμα που επεκτείνεται σε όλο το πάχος του δέρματος και του υποδόριου ιστού, κάτω από το χόριο. Το έγκαυμα προσδίδει στο δέρμα μια ωχρή, σκούρα, γκρι, ή μαύρη εμφάνιση. Είναι ανώδυνο, διότι καταστρέφει τα νεύρα στο δέρμα. Η δημιουργία ουλών και οι μόνιμες συσπάσεις των μυών αποτελούν πιθανές επιπλοκές. 4ου βαθμού. Έγκαυμα που εκτείνεται σε όλο το πάχος του δέρματος και μέχρι το υποκείμενο οστό, το λίπος, τους μυς και τους τένοντες. Τα εγκαύματα 3ου και 4ου βαθμού αντιμετωπίζονται καλύτερα σε ειδικά κέντρα εγκαυμάτων.

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ: Η απόπτωση του δέρματος, η γάγγραινα, η ουλοποίηση, ερυσίπελας, η νεφρίτιδα, η πνευμονία, η διαταραχή του ανοσοποιητικού συστήματος ή οι εντερικές διαταραχές αποτελούν πιθανές επιπλοκές. Το σοκ και η λοίμωξη θα πρέπει να αναμένονται πάντα με εγκαύματα μεγαλύτερου βαθμού ή μεγαλύτερης έκτασης εγκαύματα. Ο κίνδυνος επιπλοκών είναι μεγαλύτερος όταν έχει καεί πάνω από το 25% της επιφάνειας του σώματος.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Τα εγκαύματα μπορούν να προκληθούν από υπεριώδη ακτινοβολία, βίαιη έξοδο ατμού, θερμαινόμενα υγρά και μέταλλα, χημικές φωτιές, ηλεκτροπληξία, ή από την άμεση επαφή με φλόγες ή εύφλεκτο ρουχισμό.

ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ: Σε ένα άτομο με καιγόμενα ρούχα δεν θα πρέπει να του επιτρέπεται να τρέχει. Θα πρέπει να πέσει κάτω και να κυλιέται. Ένα χαλί, μια κουβέρτα ή οτιδήποτε βρίσκεται σε μικρή απόσταση θα πρέπει να χρησιμοποιείται για να σβήσει τις φλόγες. Θα πρέπει να δοθεί προσοχή, ώστε το άτομο να μην αναπνεύσει τον καπνό. Τα ρούχα θα πρέπει να αφαιρούνται προσεκτικά, έτσι ώστε να μην αποκολληθεί το δέρμα. Οι φυσαλίδες δεν θα πρέπει να διανοίγονται, καθώς αυτό αυξάνει τον κίνδυνο λοίμωξης. Σε όλους τους εγκαυματίες θα πρέπει να χορηγείται αντιτετανικός ορός.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Σε σοβαρά, εκτεταμένα εγκαύματα, ο ασθενής θα πρέπει να μεταφέρεται όσο το δυνατό πιο γρήγορα σε ένα κέντρο εγκαυμάτων.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η πρώτη προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του εγκαυματία είναι η αξιολόγηση της βατότητας των αεροφόρων οδών και η διασφάλιση ότι αυτοί είναι ακέραιοι. Αν υπάρχει η υποψία εισπνοής καπνού ή τραυματισμός των αεροφόρων οδών, θα πρέπει να γίνει διασωλήνωση πριν δημιουργηθεί οίδημα. Ο τραυματισμός των αεροφόρων οδών λαμβάνει χώρα το πιθανότερο μετά από εγκαύματα του προσώπου ή εισπνοή του καπνού σε κλειστούς χώρους. Ο βήχας με έξοδο καπνού ή καμένου υλικού αυξάνει την πιθανότητα εισπνευστικού τραυματισμού. Η δεύτερη υποχρέωση στην αντιμετώπιση των εγκαυμάτων είναι η διασφάλιση της καρδιακής παροχής και της αιμάτωσης των ιστών. Χορηγούνται υγρά με κρυσταλλοειδή ανάλογα με το πρωτόκολλο. Ταυτόχρονα ελέγχεται η αποβολή των ούρων, η αρτηριακή πίεση και ο σφυγμός, το σωματικό βάρος και η νεφρική λειτουργία, ώστε να διασφαλιστεί επαρκής ενυδάτωση.

Η φροντίδα του εγκαύματος αυτή καθαυτή αφορά την αφαίρεση κάθε ρούχου και την πλύση των καμένων ιστών με νερό, αποφεύγοντας την υπερβολική πτώση της θερμοκρασίας του σώματος. Η ήπια αφαίρεση των νεκρωμένων ιστών θα πρέπει να συνοδεύεται από την εφαρμογή επιθεμάτων, υποκατάστατων του δέρματος, τοπικών αντισηπτικών ή αυτόλογων μοσχευμάτων, όπως αυτό υπαγορεύεται από τις περιστάσεις. Χορηγείται προφυλακτική αγωγή κατά του τέτανου, τόσο αντιτετανικός όρος, όσο και το εμβόλιο κατά του τέτανου (ανοσοσφαιρίνη).

Σε ειδικές περιστάσεις μπορεί να χρειαστούν επιπρόσθετες παρεμβάσεις, όπως υπερβαρική οξυγονοθεραπεία για την δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα, εσχαροτομή για κυκλοτερή εγκαύματα, αντιβιοτική θεραπεία για τις λοιμώξεις, χορήγηση αγγειοσυσπαστικών φαρμάκων για την υπόταση ή διατροφική υποστήριξη.

Οι ασθενείς με μεγάλα ή σύνθετα εγκαύματα θα πρέπει να μεταφέρονται σε τοπικά κέντρα εγκαυμάτων ή σε χειρουργούς εξειδικευμένους στην αντιμετώπιση των εγκαυμάτων.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: στην επείγουσα αντιμετώπιση των εγκαυμάτων η νοσοκόμα συμμετέχει ενεργά στον έλεγχο των αεροφόρων οδών, της αναπνοής και της κυκλοφορίας, αφαιρεί τα ρούχα του ασθενούς, πλένει με νερό το έγκαυμα, εξασφαλίζει ενδοφλέβια γραμμή, θέτει σε λειτουργία τα μόνιτορ παρακολούθησης του οξυγόνου και της αρτηριακής πίεσης και τοποθετεί καθετήρες Folley (για την παρακολούθηση των αποβαλλόμενων ούρων) και ρινογαστρικό σωλήνα (για την αποσυμφόρηση του στομάχου). Στα επόμενα στάδια της αντιμετώπισης των εγκαυμάτων λαμβάνει χώρα η χειρουργική αφαίρεση των νεκρωμένων ιστών, προσέχοντας να μην διανοιχθούν οι φυσαλίδες. Η αφαίρεση των νεκρωμένων ιστών γίνεται με άσηπτη τεχνική. Μπορούν να εφαρμοσθούν αντιβιοτικές αλοιφές και να τοποθετηθούν μη κολλητικές γάζες. Χορηγείται προφυλακτική θεραπεία κατά του τέτανου, αντιβιοτική θεραπεία και ενδοφλέβια αναλγητικά και αξιολογείται η ανταπόκριση του ασθενούς.

Παρακολουθείται προσεκτικά η ισορροπία των υγρών, καθώς και η σίτιση του ασθενούς. Χορηγούνται β-αναστολείς, για να ελαττωθεί η κατάσταση του υπερμεταβολισμού που συνοδεύει τα εκτεταμένα εγκαύματα. Προσφέρεται ψυχολογική θεραπεία για να βοηθηθεί ο ασθενής να αντιμετωπίσει την αλλαγή του σώματος του ή τις ανησυχίες του για τον μετέπειτα τρόπο ζωής του. Οι καμένοι ιστοί τοποθετούνται ανάλογα με τα πρωτόκολλα, για να ελαχιστοποιηθεί το οίδημα και οι συσπάσεις των μυών. Χορηγείται θεραπεία για την πρόληψη των φλεβοθρομβώσεων, της πνευμονίας και των επιπλοκών που προκύπτουν από την ακινησία.

Κατά τη διάρκεια της αποκατάστασης, χορηγούνται στον ασθενή ελαστικά ενδύματα, ώστε να αποτραπεί ο σχηματισμός υπερτροφικών ουλών και γίνεται εκγύμναση των αρθρώσεων για να ανακτηθεί η πλήρη κινητικότητα. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να αυξήσει την δραστηριότητα του, να αναπαύεται επαρκώς, να προσπαθεί για την σωματική και συναισθηματική ανεξαρτησία και να ανακτήσει την επαγγελματική και κοινωνική του λειτουργία. Συχνά είναι αναγκαίες οι παραπομπές για εργασιοθεραπεία και ψυχολογική υποστήριξη, καθώς και οι παραπομπές σε ομάδες υποστήριξης ή σε κοινωνικές υπηρεσίες. Μπορεί να καταστεί αναγκαία και πλαστική χειρουργική. Οι ομάδες υποστήριξης και οι κοινωνικές υπηρεσίες βοηθούν στην προσαρμογή του ασθενούς στον νέο τρόπο ζωής.

Η πρωτύτερη ψυχολογική κατάσταση του ασθενούς ενδέχεται να τον προδιαθέτει σε τραυματισμό και μπορεί να έχει δυσμενή επίδραση στην ανάνηψη. Οι εγκαυματίες επιδεικνύουν ένα ευρύ φάσμα συναισθηματικών αντιδράσεων, περιλαμβανομένων του θυμού, του εκνευρισμού, της ευερεθιστότητας και άλλων ψυχολογικών καταστάσεων (παραλήρημα, άγχος, κατάθλιψη και θλίψη). Η μετατραυματική αγχώδης διαταραχή μπορεί να λάβει χώρα μετά από κάποιο έγκαυμα και συχνά οι ασθενείς θα χρειαστούν βοήθεια από κάποιον ειδικό για να επανακάμψουν ψυχολογικά. Εξηγήστε στην οικογένεια τις ανάγκες και τις ανησυχίες του ασθενή, ώστε να βοηθήσετε στον δικό της εφησυχασμό (και τις ποικίλες ψυχολογικές αντιδράσεις). Εντάξτε τους μαζί με εσάς στην θεραπεία του ασθενούς, όσο αυτό είναι επιτρεπτό. Τα μέλη της οικογένειας θα πρέπει να παροτρύνονται να κάθονται με το ασθενή, να τον αγγίζουν, να του μιλούν και να του διαβάζουν και γενικά να επικοινωνούν με αυτόν. Δίνοντας στον ασθενή ένα στόχο, βοηθάτε στην ανακούφιση των συναισθημάτων απελπισίας και απαλύνεται σε αυτόν και την οικογένεια του τις επώδυνες αναμνήσεις.

Aliases (separate with |): Έγκαυμα
εγκεφαλική παράλυση

Περιληπτικός όρος για μια ολόκληρη ομάδα μη επιδεινούμενων, αλλά συχνά μεταβαλλόμενων, συνδρόμων κινητικών βλαβών, που εμφανίζονται δευτερογενώς σε περίπτωση εγκεφαλικών βλαβών ή ανωμαλιών στα αρχικά αναπτυξιακά στάδια. Η ΕΠ είναι περισσότερο ένα σύμπλεγμα συμπτωμάτων αντί για ένα ορισμένο νόσημα. Στη συντριπτική πλειονότητα των παιδιών με φυσιολογική διάρκεια κύησης στα οποία αργότερα αναπτύσσεται ΕΠ, η διαταραχή δεν μπορεί λογικά να αποδοθεί σε τραυματισμό ή υποξικά ισχαιμικά επεισόδια κατά τη διάρκεια του τοκετού. Η ΕΠ σπανίως εμφανίζεται χωρίς να συνοδεύεται από άλλες σχετικές ανωμαλίες, όπως διανοητική καθυστέρηση (60% των περιπτώσεων) ή επιληψία (50% των περιπτώσεων).

Οι παράγοντες κινδύνου διαιρούνται σε τρεις ομάδες: α) σ αυτούς που επιδρούν πριν την κύηση, όπως η παρέλευση ασυνήθιστα σύντομου (λιγότερο από 3 μήνες) ή ασυνήθιστα μακρού διαστήματος από την προηγούμενη εγκυμοσύνη· β) σ αυτούς που επενεργούν κατά τη διάρκεια της κύησης, όπως οι φυσικές δυσπλασίες, η κυοφορία διδύμων, η ανώμαλη εμβρυϊκή προβολή, η εμβρυϊκή αυξητική καθυστέρηση ή ο μητρικός υποθυρεοειδισμός· γ) στους περιγεννητικούς παράγοντες όπως ο πρόωρος τοκετός, ο πρώιμος διαχωρισμός του πλακούντα ή η νεογνική εγκεφαλοπάθεια. Το 95% πάντως των βρεφών με έναν ή περισσότερους από αυτούς τους παράγοντες κινδύνου εμφανίζουν ΕΠ.

Η διαταραχή ταξινομείται βάσει των εμπλεκόμενων σωματικών μελών και του τύπου της νευρολογικής δυσλειτουργίας, όπως σπαστικότητα, υποτονία, δυστονία, αθέτωση ή συνδυασμός αυτών. Η διάγνωση της ΕΠ δεν είναι δυνατή κατά τη νεογνική περίοδο, ενώ η πρώιμη κλινική διάγνωση περιπλέκεται από την μεταβαλλόμενη μορφή του νοσήματος κατά το πρώτο έτος της ζωής.

Όλα τα βρέφη και τα παιδιά, ιδίως εκείνα στα οποία συνυπάρχουν οι παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη ΕΠ, αξιολογούνται για πιθανή καθυστερημένη επίτευξη διαφόρων σημείων-σταθμών στην ανάπτυξή τους. Αυτού του είδους η αξιολόγηση μπορεί να παράσχει πολύτιμα στοιχεία για την αναγνώριση της ΕΠ. Η έγκαιρη αναγνώριση και προαγωγή της βέλτιστης δυνατής ανάπτυξης διευκολύνουν το παιδί να συνειδητοποιήσει τις δυνατότητές του μέσα στα όρια που του επιβάλλει η εν λόγω δυσλειτουργία.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ Η θεραπεία προσανατολίζεται στη μεγιστοποίηση της λειτουργικότητας και την πρόληψη δευτερογενών μορφών αναπηρίας. Ιδιαίτερα ουσιαστική για την έκβαση των ασθενών με ΕΠ είναι η θεμελίωση της καλής λειτουργίας των χεριών, η οποία διευκολύνει στην αντιστάθμιση άλλων κινητικών ελλειμμάτων. Στους γενικούς θεραπευτικούς στόχους περιλαμβάνονται: η εξασφάλιση της δυνατότητας μετακίνησης, επικοινωνίας και αυτοβοήθειας; η επίτευξη της αρτιότερης δυνατής εμφάνισης και ολοκλήρωσης των κινητικών λειτουργιών· η αποτελεσματικότερη δυνατή επανόρθωση των σχετικών ελλειμμάτων· και η παροχή εκπαιδευτικών ευκαιριών προσαρμοσμένων στις ανάγκες και ικανότητες του κάθε παιδιού. Για την ανακούφιση της υπερβολικής κινητικότητας και έντασης μπορούν να χρησιμοποιηθούν αγχολυτικοί παράγοντες. Σε μεγαλύτερα παιδιά και εφήβους μπορούν να χορηγηθούν σε βραχυπρόθεσμη βάση και μυοσκελετικά χαλαρωτικά. Οι αντισπασμωδικοί παράγοντες μπορεί να προσφέρουν κάποια ανακούφιση σε παιδιά που παρουσιάζουν σπασμούς, ενώ η δεξτροαμφεταμίνη ενδέχεται να βελτιώσει την απόδοση υπερενεργητικών, δυσκινητικών παιδιών.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Το εξατομικευμένο θεραπευτικό σχήμα περιλαμβάνει μια ποικιλία ρυθμίσεων και βοηθητικών μέσων, καθώς και ένα ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό, συμπεριλαμβανομένων των γονέων, οι οποίοι μαθαίνουν να χειρίζονται κατάλληλα την κατάσταση του παιδιού τους. Ένας ειδικά εκπαιδευμένος φυσιοθεραπευτής σχεδιάζει ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα ασκήσεων και άλλων θεραπευτικών εφαρμογών, που να ανταποκρίνονται στις ιδιαίτερες ανάγκες και προβλήματα του παιδιού και να το παρακινούν να επιτύχει διάφορους λειτουργικούς στόχους. Σημαντικό μέλος του θεραπευτικού επιτελείου είναι ο λογοθεραπευτής, ο οποίος ξεκινά νωρίς την εκπαίδευση στην ομιλία, πριν το παιδί εμφανίσει επικοινωνιακές δυσκολίες. Πιθανά ελαττώματα της όρασης και της ακοής αντιμετωπίζονται από αντίστοιχους ειδικευμένους ιατρούς. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η οδοντική φροντίδα, η οποία πρέπει να αρχίζει μόλις εκφύονται τα δόντια. Χρησιμοποιούνται σιδεράκια και άλλες συσκευές κινητοποίησης για να βοηθήσουν στην πρόληψη ή τη μείωση των δυσμορφιών, στον έλεγχο της ευθυγράμμισης και στην αυτοπροώθηση των δοντιών. Όταν η σπαστικότητα προκαλεί προοδευτικές δυσμορφίες, απαιτείται η παρέμβαση ορθοπεδικού χειρούργου. Σε όλες τις πλευρές της θεραπευτικής μέριμνας εμπλέκονται νοσηλευόμενες σε παιδιατρικές εγκαταστάσεις και άλλους κατάλληλα διαμορφωμένους κοινωνικούς χώρους, παρέχοντας υποστήριξη και ψυχική ενθάρρυνση. Επίσης διδάσκουν το παιδί (όποτε αυτό κρίνεται σωστό) και τους γονείς σχετικά με τις επιθυμητές και τις αρνητικές επιδράσεις των όποιων φαρμακευτικών αγωγών που χορηγούνται στο πλαίσιο του θεραπευτικού προγράμματος.

Μια ευρεία ποικιλία τεχνικών βοηθητικών μέσων είναι διαθέσιμη, προκειμένου να υποβοηθηθεί η βελτίωση της λειτουργικότητας του πάσχοντος παιδιού. Σ' αυτά περιλαμβάνονται ηλεκτρομηχανικά παιχνίδια, μικροϋπολογιστές, φωνητικά αρμόνια και άλλες συσκευές που μπορεί να χειριστεί το παιδί. Το παθητικό εύρος της κίνησης, η εκτασιμότητα και οι ασκήσεις επιμήκυνσης είναι πολύτιμες σε κάθε ηλικία. Η εκπαίδευση σε καθημερινές δραστηριότητες και χειρονακτικές ικανότητες βασίζεται στο αναπτυξιακό επίπεδο και τις λειτουργικές δυνατότητες του παιδιού. Οι χειρωνακτικές δραστηριότητες πάντως αρχίζουν νωρίς για να βελτιώσουν την κινητική λειτουργία του παιδιού και να παράσχουν αισθητικές εμπειρίες και περιβαλλοντική πληροφόρηση. Το παιχνίδι είναι ενσωματωμένο στο θεραπευτικό πρόγραμμα.

Οι ανάγκες και δυνατότητες του παιδιού καθορίζουν τις εκπαιδευτικές απαιτήσεις, που ποικίλλουν, από την παρακολούθηση μαθημάτων σε κανονικά σχολεία μέχρι τη συμμετοχή σε ειδικά τμήματα ή εκπαιδευτικές μονάδες, σχεδιασμένες σύμφωνα με τις ανάγκες του. Η εκπαιδευτική ομάδα διαμορφώνει ένα εξατομικευμένο εκπαιδευτικό σχέδιο, το οποίο κοινοποιεί στους γονείς και σε οποιονδήποτε άλλο εμπλεκόμενο στη μάθηση του παιδιού. Διάφορα κοινωνικά προγράμματα όπως οι Ειδικοί Ολυμπιακοί Αγώνες μπορούν να καταστήσουν το παιδί ικανό για συμμετοχή σε ανταγωνιστικά αθλήματα, προσθέτοντας μια επιπλέον διάσταση στις φυσικές του δραστηριότητες. Το παιδί θα πρέπει επίσης να παρακινηθεί να συμμετάσχει σε καλλιτεχνικά προγράμματα, παιχνίδια και άλλες δραστηριότητες. Μια ιδιαίτερα πολύτιμη παρέμβαση από την πλευρά των επαγγελματιών υγείας είναι η παροχή ψυχολογικής υποστήριξης στην οικογένεια του πάσχοντος παιδιού, η οποία τη βοηθά να αντεπεξέλθει στην πάθηση και να έρθει σε επαφή με άλλες οικογένειες. Στο πλαίσιο διαφόρων ομάδων γονέων ανταλλάσσονται ανησυχίες και προβληματισμοί και προσφέρονται πρακτικές πληροφορίες και συμπαράσταση. Ο Ενωμένος Σύλλογος για την Εγκεφαλική Παράλυση των ΗΠΑ προσφέρει μια ποικιλία υπηρεσιών σε παιδιά με ΕΠ και τις οικογένειές τους; στοιχεία επικοινωνίας παρέχονται στους τοπικούς τηλεφωνικούς καταλόγους ή υπηρεσίες υγείας.

Καθ' όλη τη διάρκεια της θεραπείας, οι φροντιστές υγείας και η οικογένεια του παιδιού επανεξετάζουν και εκτιμούν συνεχώς την κατάσταση του παιδιού, παρατηρώντας τις κινήσεις και την ομιλία του, την αυτοφροντίδα και άλλες του δραστηριότητες, την συμμετοχή και απόδοσή του στο σχολείο, την αλληλεπίδρασή του με τρίτους και την επιλογή δραστηριοτήτων, καθώς και την εν γένει συμπεριφορά και απόκρισή του σε δοκιμασίες. Το παιδί και η οικογένεια υποβάλλονται τακτικά σε συνέντευξη σχετικά με τα αισθήματα και τις ανησυχίες τους και στηρίζονται ηθικά για να αντιμετωπίσουν το εν λόγω νόσημα.

Aliases (separate with |): Εγκεφαλική παράλυση
εγκεφαλικό επεισόδιο
  1. Αιφνίδια απώλεια της νευρολογικής λειτουργίας, προκαλούμενη από αγγειακή βλάβη του εγκεφάλου. Τα εγκεφαλικά επεισόδια είναι εξίσου συχνά και θανατηφόρα: περίπου 730.000 εγκεφαλικά επεισόδια συμβαίνουν στις Η.ΠΑ. ετησίως, ενώ η πάθηση αποτελεί την τρίτη κυριότερη αιτία θανάτων στις Η.Π.Α. Εξαιτίας της μακροχρόνιας αναπηρίας που συχνά προκαλεί, το εγκεφαλικό επεισόδιο είναι η πιο επίφοβη πάθηση για τους ηλικιωμένους Αμερικανούς. Στις Η.Π.Α., το 80% των εγκεφαλικών επεισοδίων προκαλείται από εγκεφαλική έμφραξη (έμφραξη των καρωτίδων ή των ενδοεγκεφαλικών αρτηριών από θρόμβους ή αθηροσκλήρωση), ενώ η πλειονότητα των υπόλοιπων οφείλεται σε ενδοκρανιακή αιμορραγία ή εγκεφαλική εμβολή. Οι πρόσφατες εξελίξεις στην αντιμετώπιση των εγκεφαλικών (π.χ. οι πρόοδοι στην πρόληψη, η πρώιμη χρήση θρομβολυτικών φαρμάκων, η αγγειακή υπερηχογραφία και η ενδαρτηριεκτομή) έχουν φέρει επανάσταση στην οξεία και επακόλουθη μέριμνα των ασθενών. ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι παράγοντες κινδύνου για εγκεφαλικό επεισόδιο είναι η μεγάλη ηλικία (ιδιαίτερα άτομα άνω των 65 ετών), αθηροσκλήρωση του αορτικού τόξου, κολπική μαρμαρυγή, καρωτιδική αρτηριοπάθεια, κάπνισμα, υπέρμετρη κατανάλωση αλκοόλ (πάνω από 5 ποτά καθημερινά), καρδιακή ανεπάρκεια, υπερλιπιδαιμία, υπέρταση, ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, ανδρικό φύλο, φυλή διαφορετική της λευκής, πάθηση των περιφερικών αγγείων, έλλειψη σωματικής άσκησης και πρόσφατη παροδική ισχαιμική προσβολή.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ Το Εθνικό Ινστιτούτο Νευρολογικών Διαταραχών και Εγκεφαλικού Επεισοδίου των Η.Π.Α. αναφέρει τα ακόλουθα συμπτώματα ως προειδοποιητικά σημεία του εγκεφαλικού επεισοδίου: αιφνίδια αδυναμία ή μούδιασμα του προσώπου, ενός χεριού ή ενός ποδιού, αιφνίδια απώλεια ή ελάττωση της όρασης, αιφνίδια δυσχέρεια ομιλίας ή κατανόησης, αιφνίδιος οξύς πονοκέφαλος και αιφνίδια πτώση, διαταραχή βάδισης ή ζάλη. Στην κλινική πρακτική οι ασθενείς συχνά παρουσιάζουν περισσότερα του ενός από τα παραπάνω συμπτώματα (π.χ. παράλυση των άκρων και αφασία, οξύ πονοκέφαλο και ημιπληγικές βλάβες). Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτά τα συμπτώματα δεν είναι ειδικά για το εγκεφαλικό επεισόδιο: αιφνίδια ζάλη ή διαταραχή της βάδισης μπορεί να προκύψει, για παράδειγμα, ως αποτέλεσμα δηλητηρίασης με ναρκωτικά ή αλκοόλ, ενώ ο αιφνίδιος οξύς πονοκέφαλος μπορεί να οφείλεται σε αθροιστική κεφαλαλγία, ημικρανία και πολλές άλλες διαταραχές.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Το οξύ ισχαιμικό επεισόδιο μπορεί να αντιμετωπιστεί με ενδοφλέβια χορήγηση ενεργοποιητή ιστικού πλασμινογόνου (ΤΡΑ) εάν η πάθηση διαγνωστεί μέσα σε 90 έως 180 λεπτά και αφού αποκλειστεί η ενδοεγκεφαλική αιμορραγία με εξέταση του εγκεφάλου μέσω αξονικής ή μαγνητικής τομογραφίας. Αυτή η θεραπεία ενέχει κινδύνους: τα θρομβολυτικά φάρμακα ελαττώνουν τον κίνδυνο μακροπρόθεσμης αναπηρίας και θανάτου κατά 20% αλλά τριπλασιάζουν τον οξείας κίνδυνο εγκεφαλικής αιμορραγίας. Τα αιμορραγικά εγκεφαλικά επεισόδια, που συνοδεύονται από θνησιμότητα 50% περίπου, μπορούν ορισμένες φορές να αντιμετωπιστούν με αναρρόφηση των θρόμβων από τον εγκέφαλο ή με επιδιόρθωση των ενδοεγκεφαλικών ανευρυσμάτων.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι ασθενείς με αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο δεν πρέπει ποτέ να λάβουν ινωδολυτικά φάρμακα. Άλλες αντενδείξεις της ινωδόλυσης στην αντιμετώπιση των εγκεφαλικών επεισοδίων είναι η πρόσφατη ή ενεργός αιμορραγία ή γνωστή προδιάθεση για ανώμαλη αιμορραγία, πρόσφατη οσφυϊκή παρακέντηση, πρόσφατη αρτηριακή παρακέντηση, πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, πρόσφατη χειρουργική επέμβαση ή μείζον τραύμα, σπασμοί κατά την εκδήλωση του εγκεφαλικού ή πίεση αίματος υψηλότερη από 185/110 που δεν υποχωρεί με απλές θεραπείες.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οξεία φάση: Η ομάδα ιατρικής μέριμνας πραγματοποιεί εκτίμηση του ιστορικού και της φυσικής κατάστασης, συμπεριλαμβανομένης της προσεκτικής εξέτασης των αεραγωγών, της αναπνοής, της κυκλοφορίας και των νευρολογικών λειτουργιών. Ο πυρετός και η υπεργλυκαιμία αντιμετωπίζονται επιθετικά επειδή η αυξημένη σωματική θερμοκρασία και τα αυξημένα επίπεδα γλυκόζης του αίματος συσχετίζονται με δυσμενέστερη έκβαση. Η πίεση του αίματος ελέγχεται ήπια σε επίπεδο χαμηλότερο από 180/110 - πιο επιθετικοί έλεγχοι της πίεσης μπορεί να είναι επικίνδυνοι. Ο ασθενής τοποθετείται σε πλάγια ή ημικλινή στάση με το κεφάλι ανεβασμένο κατά 15 έως 30 μοίρες προκειμένου να ελαττωθεί η εγκεφαλική φλεβική πίεση. Η νευρολογική κατάσταση (κλίμακα κώματος της Γλασκώβης, ζωτικά σημεία, αντιδράσεις της κόρης του οφθαλμού, τύπος αναπνοής και αισθητήριες και κινητικές αντιδράσεις σε προφορικές, απτικές και επώδυνες διεγέρσεις) παρακολουθείται για σημεία επιδείνωσης ή βελτίωσης και τα ευρήματα καταγράφονται σε νευρολογικό διάγραμμα ροής. Λαμβάνεται το ιστορικό του επεισοδίου, συμπεριλαμβανομένου του χρονικού πλαισίου, του σχετικού παλαιότερου ιατρικού ιστορικού (υπέρταση, χρήση αντιπηκτικών φαρμάκων, καρδιακές δυσρρυθμίες) και των σχετικών βλαβών. Ο ασθενής προετοιμάζεται για τις ενδεικνυόμενες διαγνωστικές εξετάσεις, συμπεριλαμβανομένης της αξονικής ή μαγνητικής αρτηριογραφίας και της οσφυϊκής παρακέντησης.

Ο ασθενής καθοδηγείται συχνά και καθησυχάζεται με προφορικές και απτικές επαφές. Εκτιμάται η ικανότητα ομιλίας και, εάν παρατηρηθεί αφασία, καλείται λογοθεραπευτής. Παρακολουθείται η λειτουργία της ουροδόχου κύστης και λαμβάνονται μη επεμβατικά μέτρα που προωθούν την κένωσή της εάν υπάρχει κατακράτηση ούρων, ενώ ο ασθενής με ακράτεια διατηρείται καθαρός και στεγνός. Η χρήση ουροκαθετήρων περιορίζεται διότι αυτοί προάγουν μολύνσεις της ουρογεννητικής οδού. Εξετάζεται η λειτουργία του εντέρου και πραγματοποιούνται διατροφικές παρεμβάσεις ή χορηγούνται μαλακτικά κένωσης ως χρήζει για την πρόληψη δυσκοιλιότητας. Αποφεύγεται η καταβολή έντονης προσπάθειας για κένωση και η χρήση κλυσμάτων. Η ισορροπία υγρών και ηλεκτρολυτών (πρόσληψη, αποβολή, ημερήσιο βάρος, εργαστηριακές τιμές) παρακολουθείται και διατηρείται. Παρέχεται επαρκής εντερική ή παρεντερική χορήγηση τροφής όπως κρίνεται απαραίτητο. Λαμβάνονται νοσηλευτικά μέτρα ώστε να αποφευχθούν επιπλοκές της ακινησίας. Σε συνεννόηση με επαγγελματίες θεραπευτές και φυσιοθεραπευτές ξεκινά πρόγραμμα τοποθέτησης και κινητικότητας όπως κρίνεται απαραίτητο. Παραδείγματα τέτοιων δραστηριοτήτων είναι: επανατοποθέτηση τουλάχιστον κάθε 2 ώρες, διατήρηση σωστού σωματικού προσανατολισμού, υποστήριξη των αρθρώσεων για την πρόληψη της συστολής λόγω κάμψης ή στροφής, και ασκήσεις εύρους κίνησης (παθητικές για τις επηρεασμένες αρθρώσεις και υποβοηθούμενες ενεργητικές ή πλήρως ενεργητικές για τις μη επηρεασμένες αρθρώσεις). Η εφύγρανση και η λίπανση προλαμβάνουν την ξήρανση των στοματικών βλεννογόνων και των οφθαλμών (του κερατοειδούς). Η ενδεικνυόμενη θεραπεία χορηγείται για την ελάττωση του εγκεφαλικού οιδήματος ενώ χορηγούνται αντιυπερτασικά και αντιπηκτικά όπως κρίνεται σκόπιμο από την αιτιολογία του επεισοδίου. Παρακολουθείται ο ασθενής για κρίσεις και ξεκινούν φαρμακοθεραπείες ενώ λαμβάνονται προφυλάξεις ασφαλείας.

Φάση αποκατάστασης: Αφού αποδράμει η οξεία φάση, το ενδιαφέρον στρέφεται από τη λήψη βασικών μέτρων και παροχής για την απαραίτητη ζωτική υποστήριξη σε πιο εκτενείς προσπάθειες αποκατάστασης. Οι μακροπρόθεσμοι στόχοι της αποκατάστασης εξαρτώνται από τη δριμύτητα του αρχικού εγκεφαλικού επεισοδίου, την ηλικία του ασθενούς και την παρουσία άλλων παραγόντων νοσηρότητας και άλλων χρόνιων παθήσεων, καθώς και από τα οικογενειακά και κοινωνικά στηρίγματα που είναι διαθέσιμα στον ασθενή. Όταν ο ασθενής είναι κλινικά σταθερός, μπορεί να μεταφερθεί από τη μονάδα εντατικής νευρολογικής θεραπείας σε μονάδα αποκατάστασης ή μονάδα υποξείας φάσης. Εδώ, η ομάδα αποκατάστασης συνεργάζεται με τον ασθενή και την οικογένειά του στο πλαίσιο ενός ολοκληρωμένου σχεδίου φροντίδας, βασισμένου σε ρεαλιστικούς στόχους. Το πρόγραμμα αποκατάστασης συνίσταται σε διάφορους τύπους ασκήσεων, συμπεριλαμβανομένης της νευρομυϊκής επανεκπαίδευσης, της κινητικής εκμάθησης και του κινητικού ελέγχου, και λειτουργικών δραστηριοτήτων που εστιάζουν στην επανεκμάθηση ή επανεκπαίδευση στις βασικές δεξιότητες αυτοεξυπηρέτησης. Τέτοια είναι π.χ. η καθοδήγηση στη χρήση προσαρμοστικών και υποστηρικτικών συσκευών για τη διευκόλυνση της ανεξαρτησίας στις καθημερινές δραστηριότητες. Ο στόχος της αποκατάστασης είναι να επιτευχθεί ένα ιδανικό λειτουργικό αποτέλεσμα που θα επιτρέψει τη μεταφορά του ασθενούς σε όσο το δυνατόν λιγότερο περιοριστικό περιβάλλον. Ιδανικά ο ασθενής θα επιτύχει επαρκή ανεξαρτησία ώστε να επιστρέψει στην κοινότητα, είτε ανεξάρτητα είτε με την υποστήριξη της οικογένειας και της κοινότητας.

Όλες οι προσπάθειες του ασθενούς πρέπει να ενθαρρύνονται. Η επικοινωνία με τον ασθενή πρέπει να τίθεται σε προτεραιότητα. Οι σωματικές ασκήσεις, η σωστή τοποθέτηση και οι υποστηρικτικές συσκευές βοηθούν στην πρόληψη των παραμορφώσεων. Η χρήση ποδοσανίδων είναι αμφιλεγόμενη καθώς μπορεί να αυξήσει τη σπαστικότητα. Παρέχονται περίοδοι ήρεμης ανάπαυσης ανάλογα με την αντίδραση του ασθενούς στις δραστηριότητες. Ο ασθενής πρέπει να συμμετέχει στην ατομική του υγιεινή ή να εκτελεί μόνος του την ατομική του υγιεινή και να επιτύχει την ανεξάρτητη εκτέλεση και άλλων δραστηριοτήτων της καθημερινής ζωής. Η ομάδα αποκατάστασης αξιολογεί την ικανότητα του ασθενούς να τρέφεται μόνος του και συνεχίζει να παρέχει εντερική διατροφή όπως κρίνεται απαραίτητο. Ξεκινά πρόγραμμα άσκησης του εντέρου και της ουροδόχου κύστης και τόσο ο ασθενής όσο και η οικογένειά του λαμβάνουν οδηγίες διαχείρισής του. Τόσο ο ασθενής όσο και η οικογένειά του ενημερώνονται για το θεραπευτικό σχήμα (δραστηριότητα και ανάπαυση, δίαιτα και φαρμακευτική αγωγή), συμπεριλαμβανομένης και της αναφοράς επιθυμητών αποτελεσμάτων και ανεπιθύμητων αντιδράσεων. Αναγνωρίζεται και εξηγείται η συναισθηματική αστάθεια και παρέχεται βοήθεια στον ασθενή ώστε να αντιμετωπίσει τις συναισθηματικές εκρήξεις και έντονες συγκινησιακές φορτίσεις. Η ομάδα αποκατάστασης βοηθά τον ασθενή να αποδεχθεί τα ελλείμματα και τις αναπηρίες, διατηρώντας την ελπίδα και καθιερώνοντας παράλληλα ρεαλιστικούς στόχους. Τόσο ο ασθενής όσο και η οικογένειά του πρέπει να συμμετέχουν στις διαθέσιμες ομάδες κοινωνικής και οικονομικής υποστήριξης. Ο ασθενής χρειάζεται βοήθεια ώστε να αποδεχθεί τα ελλείμματα που παραμένουν μετά τους 6 μήνες, διότι αυτά μπορεί να είναι μόνιμα. Η ανάκαμψη και το προσδόκιμο επιβίωσης μπορεί να επηρεάζονται από την ηλικία του ασθενούς και την παρουσία άλλων χρόνιων παθήσεων, επιπλέον των πρώιμων και όψιμων αντιδράσεων στις βλάβες λόγω του επεισοδίου και στις θεραπείες.

Οι ειδικές προσπάθειες αποκατάστασης είναι σύνθετες και ποικίλουν. Πρέπει να πραγματοποιούνται μεμονωμένες εκτιμήσεις και να σχεδιαστεί πλάνο μέριμνας για την επίτευξη του μέγιστου λειτουργικού αποτελέσματος, βασισμένο στη φύση και στη θέση του μηχανισμού του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι ινωδολυτικές θεραπείες και η ενδαρτηριεκτομή είναι πιθανότερο να αποδειχθούν ωφέλιμες σε εξειδικευμένα κέντρα θεραπείας με εμφανώς χαμηλό ποσοστό επιπλοκών.

  1. Τρίβω απαλά προς μία κατεύθυνση όπως στη χειρομάλαξη.
  2. Η απαλή κίνηση του χεριού πάνω σε μια επιφάνεια.
  3. Στην οδοντιατρική, μία πλήρης απλή κίνηση η οποία επαναλαμβάνεται συχνά με μεταβολές στη θέση, την ισχύ ή την ταχύτητα, πιθανώς ως μέρος μιας συνεχιζόμενης δραστηριότητας. Τέτοια είναι π.χ. η διαδρομή κλεισίματος κατά τη μάσηση, όταν η γνάθος κλείνει και τα δόντια έρχονται σε επαφή. Κατά το απόξεση ή επιπέδωση των ριζών των δοντιών, το εξάρτημα επιπέδωσης εισάγεται προσεκτικά στην υποουλική περιοχή με μια κίνηση που καλείται «εξερευνητική κίνηση» και η οποία μπορεί να ακολουθηθεί από τη «κίνηση κρούσης» για τη θραύση ή αποκόλληση ενός εγκυστωμένου λίθου. Στη συνέχεια, εκτελείται η «κίνηση απόξεσης») με σκοπό τη λείανση ή επιπέδωση της επιφάνειας της ρίζας του δοντιού.
  4. Ένα κοφτό κτύπημα.
Aliases (separate with |): Εγκεφαλικό επεισόδιο
εγκεφαλικό οίδημα

Οίδημα του εγκεφάλου οφειλόμενο σε αύξηση της περιεκτικότητάς του σε νερό.. Μπορεί να προκληθεί από μια ποικιλία καταστάσεων, περιλαμβανομένων της αυξημένης διαπερατότητας των εγκεφαλικών τριχοειδικών ενδοθηλιακών κυττάρων, κυτταρικό οίδημα σχετιζόμενο με υποξία ή δηλητηρίαση εξ ύδατος, τραύμα κεφαλής και διάμεσο οίδημα ως αποτέλεσμα αποφρακτικού υδροκεφάλου.

Aliases (separate with |): cerebral edema|Εγκεφαλικό οίδημα
εγκεφαλικός θάνατος

Η παύση της εγκεφαλικής λειτουργίας. Στα κριτήρια για να αποφασισθεί εάν ο εγκέφαλος είναι νεκρός περιλαμβάνονται η απουσία ανταπόκρισης στα ερεθίσματα, η απουσία όλων των αντανακλαστικών, η απουσία αναπνοών και ένα ισοηλεκτρικό ηλεκτροεγκεφαλογράφημα το οποίο για 30 τουλάχιστον λεπτά δεν θα μεταβληθεί ως απάντηση σε ακουστικά ερεθίσματα ή ερεθίσματα πόνου. Άλλα κριτήρια που χρησιμοποιούνται περιλαμβάνουν την έλλειψη των προσαγωγών ηλεκτρικών δυναμικών που εκλύονται από τον εγκέφαλο, την έλλειψη πρόσληψης ισοτόπου κατά τη διάρκεια των εγκεφαλικών σαρώσεων ή απουσία εγκεφαλικής αιμάτωσης σε ηχογράφημα Doppler.

Προτού γίνει η παραπάνω διάγνωση, δύο ιατροί πρέπει να εξετάζουν τα ιατρικά αρχεία, εκ των οποίων ο ένας πρέπει να έχει εμπειρία στη φροντίδα ασθενών με σοβαρές εγκεφαλικές βλάβες. Στη συγκεκριμένη εξέταση, δεν είναι φρόνιμο να συμμετέχουν ιατροί που σχετίζονται με διαδικασίες μεταμόσχευσης. Σε περίπτωση που ο ασθενής είναι δωρητής οργάνων, το σώμα του για ένα βραχύ χρονικό διάστημα πρέπει να διατηρηθεί «ζωντανό» με συσκευές υποστήριξης ζωής.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Ορισμένα φάρμακα (π.χ. βαρβιτουρικά, μεθακουαλόνη, διαζεπάμη, μεκλοκουαλόνη, μεπροβαμικό, τριχλωροαιθυλένιο) μπορεί να δημιουργήσουν εγκεφαλογραφήματα με σύντομες ισοηλεκτρικές περιόδους. Επίσης, ως αιτία του επιφαινόμενου εγκεφαλικού θανάτου πρέπει να αποκλειστεί η υποθερμία.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο προσδιορισμός του εγκεφαλικού θανάτου έχει τόσο ιατρικές όσο και νομικές επιπτώσεις. Θέτει το κριτήριο για την αφαίρεση των μηχανημάτων υποστήριξης ζωής από τα άτομα που βρίσκονται σε κρίσιμη κατάσταση και η εγκεφαλική τους λειτουργία δεν μπορεί πλέον να μετρηθεί. Την ίδια στιγμή, μπορεί να ξεκινήσει μια συζήτηση με τα μέλη της οικογένειας του αποθανόντος σχετικά με τη δωρεά των οργάνων. Προς το παρόν, οι άνθρωποι που έχουν καθορίσει χωρίς αμφιβολία ότι θα ήθελαν να δωρίσουν τα όργανά τους μετά το θάνατο τους, συνιστούν ένα πολύ μικρό μέρος του πληθυσμού. Η πλειοψηφία όσων πεθαίνουν δεν έχουν προσχεδιάσει τη δωρεά οργάνων, ενώ ορισμένοι (π.χ. εκείνοι που πεθαίνουν από τραύματα) μπορεί να μην έχουν ποτέ το ενδεχόμενο μιας ζώσας διαθήκης, μιας οδηγίας προς τους ιατρούς ή σχέδια για τη δωρεά οργάνων. Οι συζητήσεις με τα μέλη της οικογένειας στη περίοδο αμέσως μετά το θάνατο μπορεί να είναι συναισθηματικά δύσκολη τόσο για τους επαγγελματίες της υγείας όσο και για τους θρηνούντες.

Επειδή ο εγκεφαλικός θάνατος διαφέρει από εκείνον της καρδιάς, των πνευμόνων ή άλλων εσωτερικών οργάνων, τα μέλη της οικογένειας συχνά συγχέουν την έννοιά του. Μπορεί να αναρωτιούνται για ποιον λόγο συνεχίζουν να υπάρχουν ενδείξεις καρδιακής δραστηριότητας ή αποτελεσματικού μηχανικού αερισμού. Είναι σημαντικό για τους επαγγελματίες υγείας να είναι σε θέση να εξηγήσουν τη διαφορά του εγκεφαλικού θανάτου από την παύση των άλλων ζωτικών λειτουργιών. Στον εγκεφαλικό θάνατο, ο αποθανών ενδέχεται να συνεχίζει να έχει ενεργό καρδιακό ρυθμό, αλλά δεν έχει την ικανότητα να σκέπτεται, να βλέπει, να ακούει, να αισθάνεται, να εκφράζει τον εαυτό του ή τον εαυτό της ή να αλληλεπιδρά νευρολογικά με τον περιβάλλοντα χώρο. Ο παλμός και η αναπνοή του εγκεφαλικά νεκρού ατόμου μπορεί να διατηρηθεί τεχνητά για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Το κεντρικό νευρικό σύστημα έχει ήδη αποτύχει. Σε περίπτωση που έχει αναφερθεί η δωρεά οργάνων, κάποιος έμπειρος σύμβουλος εκπαιδευμένος στο συγκεκριμένο πεδίο πρέπει να το συζητήσει με τον πλησιέστερο συγγενή και να τον βοηθήσει στη διεκπεραίωση των απαραίτητων διευθετήσεων.

Για ορισμένες οικογένειες, η δωρεά οργάνων από τον αποθανόντα παρέχει το νόημα που είναι αναγκαίο να υπάρχει τη στιγμή εκείνη της απερίγραπτης απώλειας. Εάν απαιτείται χρόνος για κάποιο σημαντικό και αγαπημένο πρόσωπο να είναι μαζί με τον ασθενή προτού αυτός ή αυτή αποδεσμευτεί από τα μηχανήματα υποστήριξης ζωής, ενημερώστε τους εμπλεκόμενους ιατρούς να διευθετήσουν το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Το παραπάνω, συχνά βοηθά τις οικογένειες. Εάν κάποιο στενό οικογενειακό μέλος δεν μπορεί να παρευρεθεί και η οικογένεια ανησυχεί για το θέμα αυτό, μπορεί να βοηθήσει η ύπαρξη μιας φωτογραφίας του/της ασθενούς αφότου έχει αποβιώσει, ώστε να μοιραστεί με τους υπόλοιπους. Μετά την αφαίρεση των μηχανημάτων υποστήριξης της ζωής, πρέπει να δώσετε κάποιον ιδιωτικό χρόνο για την οικογένεια ώστε να βρεθεί με τον αποβιώσαντα, και να τους υποστηρίξετε εάν είναι απαραίτητο. Πέρα από την υποστήριξη και την παρηγοριά που παρέχει το επαγγελματικό προσωπικό, ενώ συχνά πνευματική υποστήριξη στους επιζήσαντες μπορεί να προσφέρει ο ιερέας του νοσοκομείου ή ο ιερέας, ραββίνος, λειτουργός ή πάστορας του ασθενούς ή της οικογένειας.

Aliases (separate with |): Εγκεφαλικός θάνατος
εγκεφαλίνη

Ένα πενταπεπτίδιο που παράγεται στον εγκέφαλο. Έχει οπιοειδή δράση και προκαλεί αναλγησία συνδεόμενο με τους υποδοχείς των οπιοειδών στις περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την αντίληψη του πόνου. Με τον τρόπο αυτό, αυξάνεται ο ουδός του πόνου. Οι εγκεφαλίνες μπορεί να παίζουν ρόλο στα συμπτώματα απόσυρσης από ναρκωτικές ουσίες.

Aliases (separate with |): enkephalin|Εγκεφαλίνη
εγκεφαλίτιδα

Φλεγμονή της λευκής και της φαιάς ουσίας του εγκεφάλου. Συνδυάζεται σχεδόν πάντα με φλεγμονή και των μηνίγγων (μηνιγγοεγκεφαλίτιδα) και μπορεί να εξαπλωθεί και στο νωτιαίο μυελό (εγκεφαλομυελίτιδα). Στις ΗΠΑ αναφέρονται περίπου 20.000 περιπτώσεις ετησίως.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι ιοί (αρμποϊοί, ερπητοϊοί) αποτελούν τη συνηθέστερη αιτία της εγκεφαλίτιδας. Η εγκεφαλίτιδα εμφανίζεται επίσης στα πλαίσια της λύσσας και του συνδρόμου επίκτητης ανοσοανεπάρκειας (AIDS), και ως επιπλοκή μιας συστηματικής ιογενούς λοίμωξης όπως η γρίπη, η ιλαρά, η ερυθρά και η ανεμοβλογιά. Η συμμετοχή του ΚΝΣ εμφανίζεται στο 15-20% των ασθενών με AIDS που αναπτύσσουν λοίμωξη με μεγαλοκυτταροϊό. Άλλοι μικροοργανισμοί που προκαλούν εγκεφαλίτιδα σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς περιλαμβάνουν μύκητες (π.χ. Candida, Aspergillus, και Cryptococcus) και πρωτόζωα (π.χ. Toxoplasma gondii).

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι ασθενείς παρουσιάζουν ένα ευρύ φάσμα νευρολογικών σημείων και συμπτωμάτων, ανάλογα με την προσβεβλημένη περιοχή του εγκεφάλου και τον τύπο και την έκταση της βλάβης που προκάλεσε ο μικροοργανισμός. Συνήθη συμπτώματα είναι οι σπασμοί, ο πυρετός, παράλυση των κρανιακών νεύρων, παθολογικά αντανακλαστικά και μυϊκή αδυναμία και παράλυση. Μεταβολές στη συμπεριφορά και σύγχυση εμφανίζονται συνήθως πριν ο ασθενής πέσει σε λήθαργο η κώμα.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική εικόνα, στην εξέταση και καλλιέργεια του εγκεφαλονωτιαίου υγρού και στα αποτελέσματα της αξονικής (CT) η της μαγνητικής τομογραφίας (MRI).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η ακυκλοβίρη χορηγείται σε περίπτωση λοίμωξης από τον ιό του απλού έρπητα, τον μόνο παθογόνο ιό για τον οποίο υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία. Η επιβίωση και τα υπολειμματικά νευρολογικά ελλείμματα φαίνεται ότι συνδέονται με τις μεταβολές της διανοητικής κατάστασης πριν από την έναρξη της θεραπείας με ακυκλοβίρη. Η λύσσα αντιμετωπίζεται με ειδική ανοσοσφαιρίνη και εμβόλιο κατά της λύσσας. Σε περιπτώσεις λοίμωξης με άλλους ιούς, η θεραπεία εστιάζεται στην υποστηρικτική φροντίδα και στον έλεγχο της αύξησης της ενδοκράνιας πίεσης (ICP) με τη χρήση ωσμωτικών διουρητικών (π.χ. μαννιτόλη), κορτικοστεροειδών και παροχέτευσης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η διανοητική κατάσταση, το επίπεδο συνείδησης, ο προσανατολισμός και η κινητική λειτουργία του οξέως πάσχοντος ασθενούς εκτιμώνται και καταγράφονται ώστε να διαπιστωθούν τυχόν μεταβολές. Η κεφαλή του κρεβατιού ανυψώνεται ελαφρά ώστε να διευκολύνεται η επαναφορά του αίματος με τις φλέβες, ενώ αντενδείκνυται η κάμψη της κεφαλής. Εφαρμόζονται μέτρα για την πρόληψη αύξησης της ενδοκράνιας πίεσης (π.χ. προοξυγόνωση με 100% οξυγόνο πριν την αναρρόφηση, πρόληψη της ισομετρικης μυϊκής συστολής, ειδική δίαιτα και μαλακτικά των κοπράνων για να ελαχιστοποιηθεί η πίεση κατά την αφόδευση, χρήση ειδικών σεντονιών και υποστήριξης της κεφαλής όταν μετακινείται πλάγια ο ασθενής). Παθητικές ή/και ενεργητικές ασκήσεις καθώς και ασκήσεις υπό αντίσταση για την αποφυγή της συνολκής των μυών και για διατήρηση της κινητικότητας των αρθρώσεων μπορούν να γίνονται αρκεί να μην επηρεάζουν την ICP.

Παρέχεται η κατάλληλη υποστηρικτική φροντίδα σε ένα ήσυχο περιβάλλον, με τα φώτα χαμηλωμένα χωρίς να σχηματίζονται σκιές, που αυξάνουν την πιθανότητα για εκδήλωση ψευδαισθήσεων. Τα προγράμματα αποκατάστασης είναι συνήθως απαραίτητα για την αντιμετώπιση των υπολειμματικών νευρολογικών ελλειμμάτων.

Aliases (separate with |): Εγκεφαλίτιδα
εγκεφαλοπάθεια

Γενικευμένη (δηλαδή μη εντοπισμένη) εγκεφαλική δυσλειτουργία χαρακτηριζόμενη από ποικίλου βαθμού διαταραχές στην ομιλία, στη νόηση, στον προσανατολισμό και στην εγρήγορση. Σε ήπιες περιπτώσεις, η εγκεφαλική δυσλειτουργία μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο μέσω της διενέργειας ειδικών νευροψυχολογικών δοκιμασιών. Σε σοβαρές περιπτώσεις (π.χ. στα τελικά στάδια της ηπατικής εγκεφαλοπάθειας), ο ασθενής μπορεί να μην αντιδρά ακόμη και στα επώδυνα ερεθίσματα.

Aliases (separate with |): Εγκεφαλοπάθεια
εγκέφαλος

Μεγάλη, μαλακή μάζα νευρικού ιστού που εμπεριέχεται στο κρανίο. Το κρανιακό τμήμα του κεντρικού νευρικού συστήματος.

ΑΝΑΤΟΜΙΑ: Ο εγκέφαλος αποτελείται από νευρώνες (νευρικά κύτταρα) και νευρογλοία ή υποστηρικτικά κύτταρα. Ο εγκέφαλος αποτελείται από φαιά και λευκή ουσία. Η φαιά ουσία αποτελείται κυρίως από τα κυτταρικά σώματα των νεύρων και είναι συγκεντρωμένη στον εγκεφαλικό φλοιό, στους πυρήνες και στα βασικά γάγγλια. Η λευκή ουσία αποτελείται από τους νευρίτες, οι οποίοι σχηματίζουν οδούς που συνδέουν τμήματα του εγκεφάλου μεταξύ τους και με τον νωτιαίο μυελό. Τα κύρια τμήματα του εγκεφάλου είναι ο εγκεφαλικός φλοιός, ο θάλαμος, ο υποθάλαμος, η παρεγκεφαλίδα και το εγκεφαλικό στέλεχος (προμήκης μυελός, γέφυρα και μεσεγκέφαλος). Το βάρος του εγκέφαλου και του νωτιαίου μυελού ανέρχεται περίπου σε 1350-1400 γρ., εκ των οποίων το 2% αποτελεί το βάρος του νωτιαίου μυελού. Η παρεγκεφαλίδα αντιπροσωπεύει περίπου το 85% του βάρους του εγκεφάλου. Λοβοί: μετωπιαίος, βρεγματικός, ινιακός, κροταφικός, νησιδιακός (Rail). Αδένες: υπόφυση, κωνάριο. Μεμβράνες μήνιγγες -σκληρή μήνιγγα (εξωτερικά), αραχνοειδής μήνιγγα (μεσαία) και χοριοειδής μήνιγγα (εσωτερικά). Νεύρα: κρανιακά.

Υποδιαιρέσεις του εγκεφάλου είναι: (1) ο διεγκέφαλος, περιλαμβανομένου του επιθαλάμου, του θαλάμου και του υποθαλάμου (οπτικό χίασμα, φαιό φύμα και τα μαστία του εγκεφάλου), (2) ο μυελεγκέφαλος, περιλαμβανομένων των τετραδύμων σωμάτων, της καλύπτρας, των εγκεφαλικών σκελών και του προμήκη μυελού, (3) ο μετεγκέφαλος, περιλαμβανομένης της παρεγκεφαλίδας και της γέφυρας, (4) ο τηλεγκέφαλος, περιλαμβανομένου του ρινικού εγκεφάλου, των ραβδωτών σωμάτων και του εγκεφαλικού φλοιού. Κοιλίες οι κοιλότητες του εγκεφάλου είναι η πρώτη και η δεύτερη πλάγια κοιλία, οι οποίες βρίσκονται στα εγκεφαλικά ημισφαίρια, η τρίτη κοιλία του διεγκεφάλου και η τέταρτη κοιλία, οπισθίως του προμήκη μυελού και της γέφυρας. Η πρώτη και η δεύτερη επικοινωνούν με την τρίτη διαμέσου των διακοιλιακών τρημάτων, η τρίτη με την τέταρτη διαμέσου του υδραγωγού του Sylvius, η τέταρτη με τον υπαραχνοειδή χώρο διαμέσου των δύο τρημάτων του Luschka και του τμήματος Magendie. Οι κοιλίες είναι γεμάτες με εγκεφαλονωτιαίο υγρό, το οποίο σχηματίζεται από τα χοριοειδή πλέγματα στα τοιχώματα και τις οροφές των κοιλιών.

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ: Ο εγκέφαλος είναι το πρωτεύον κέντρο ρύθμισης και συντονισμού των δραστηριοτήτων του οργανισμού. Τα αισθητικά ερεθίσματα λαμβάνονται διαμέσου κεντρομόλων νεύρων και καταχωρούνται ως αισθήσεις, που είναι η βάση της αντίληψης. Αποτελεί την έδρα της συνείδησης, της σκέψης, της μνήμης, της λογικής, της κρίσης και του συναισθήματος. Τα κινητικά ερεθίσματα μεταβιβάζονται διαμέσου φυγόκεντρων νεύρων στους μυς και τους αδένες, εκλύοντας τις δραστηριότητες. Μέσω αντανακλαστικών κέντρων διατηρείται ο αυτόματος έλεγχος των δραστηριοτήτων του σώματος. Τα πιο κύρια αντανακλαστικά κέντρα είναι το καρδιακό, το αγγειοκινητικό και το αναπνευστικό κέντρο στον προμήκη μυελό, τα οποία ρυθμίζουν την κυκλοφορία και την αναπνοή.

Aliases (separate with |): Εγκέφαλος
εγκυμοσύνη, κύηση

Η ανάπτυξη ενός εμβρύου στο σώμα της γυναίκας μετά από επιτυχή σύλληψη. Η μέση διάρκεια της κύησης ανέρχεται περίπου σε 280 μέρες. Ο υπολογισμός της πιθανής ημερομηνίας του τοκετού βασίζεται στην πρώτη μέρα της τελευταίας εμμήνου ρύσης.

ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ: Περίπου 7 εκατομμύρια Αμερικανίδες κυοφορούν κάθε χρόνο και σχεδόν τα δύο τρίτα από αυτές τις κυήσεις καταλήγουν στην γέννηση ενός ζώντος βρέφους. Το 2002 στις Ηνωμένες Πολιτείες έγιναν 4.021.726 τοκετοί.

ΣΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα υποθετικά και πιθανά συμπτώματα είναι αυτά που σχετίζονται με την εγκυμοσύνη, αλλά μπορεί και να οφείλονται και σε άλλες αιτίες, όπως στην χορήγηση αντισυλληπτικών φαρμάκων. Τα υποθετικά συμπτώματα, περιλαμβάνουν την αμηνόρροια, την ναυτία και τον έμετο, την τάση των μαστών, την συχνοουρία, την κόπωση, το μητρικό χλόασμα, την υπεραιμία του κόλπου (σημείο Chadwick) και τις εμβρυϊκές κινήσεις. Τα πιθανά συμπτώματα περιλαμβάνουν την αύξηση της περιφέρειας της κοιλιάς, την ψηλάφηση του περιγράμματος του εμβρύου, την μαλθακή σύσταση του κατώτερου τμήματος της μήτρας (σημείο Hegar), την μαλθακή σύσταση του τραχήλου (σημείο Goodell) και τις α-νοσοδιαγνωστικές δοκιμασίες εγκυμοσύνης. Τα θετικά σημεία και συμπτώματα της εγκυμοσύνης είναι η ακρόαση των εμβρυϊκών καρδιακών ήχων, οι εμβρυϊκές κινήσεις του εμβρύου που γίνονται αισθητές από τον εξεταστή και η απεικόνιση του εμβρύου στον υπέρηχο.

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ: Η κυοφορούσα γυναίκα υποβάλλεται σε πολλές φυσιολογικές αλλαγές που σχετίζονται με την αύξηση των επιπέδων των οιστρογόνων και της προγεστερόνης και τις απαιτήσεις του αναπτυσσόμενου εμβρύου. Κάθε οργανικό σύστημα της μητέρας ανταποκρίνεται σε αυτές τις αλλαγές.

Αναπαραγωγικό σύστημα: Οι αλλαγές του μεγέθους, της μορφής και της σύστασης της μήτρας περιλαμβάνουν την αύξηση της μυϊκής μάζας της μήτρας με την πάροδο των μηνών της εγκυμοσύνης. Ως συνέπεια της αύξησης των επιπέδων των οιστρογόνων και της προγεστερόνης, ο τράχηλος και το κατώτερο τμήμα της μήτρας αποκτούν μαλθακή σύσταση. Οι κολπικές εκκρίσεις αυξάνουν και το pH γίνεται περισσότερο όξινο (pH = 3,5-6). Η αλλαγή του κολπικού pH εμποδίζει την επιβίωση και τον πολλαπλασιασμό των βακτηρίων. Παρόλα αυτά, προάγει την ανάπτυξη λοίμωξης από Candida albicans. Ο κόλπος επιμηκύνεται, καθώς ο τράχηλος επεκτείνεται προς την πυελική κοιλότητα και ο βλεννογόνος αυξάνει το πάχος του με την αύξηση των εκκρίσεων, της αγγείωσης και της ελαστικότητας. Αλλαγές των μαστών: Οι μαστοί μεγαλώνουν, γίνονται ευαίσθητοι και πιο οζώδεις. Η θηλαία άλω σκουραίνει, οι θηλές γίνονται πιο ευαίσθητες και επηρμένες και τα φυμάτια του Montgomery μεγεθύνονται. Κατά την διάρκεια του τελευταίου τριμήνου μπορεί να προκληθεί έκκριση πρωτογάλατος, καθώς οι μαστοί προετοιμάζονται για την γαλουχία. Ενδοκρινείς αδένες: Το μέγεθος και η δραστηριότητα του θυρεοειδούς αδένα αυξάνει σημαντικά. Η θυρεοσφαιρίνη και τα επίπεδα τριιωδοθυρονίνης αυξάνουν, ενώ τα επίπεδα της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης ελαττώνονται ελαφρώς. Αυτές οι μεταβολές επιτρέπουν στην έγκυο γυναίκα να ανταποκριθεί στις ενδοκρινικές ανάγκες που προκύπτουν από το αναπτυσσόμενο έμβρυο και στις άλλες αλλαγές του σώματος που λαμβάνουν χώρα κατά την εγκυμοσύνη. Η δραστηριότητα της υπόφυσης αυξάνει. Οι πλακουντιακές ορμόνες αναστέλλουν την ωορρηξία και υποστηρίζουν την ανάπτυξη του ωχρού σωματίου. Καρδιαγγειακές αλλαγές: Ο περιφερικός όγκος αίματος αυξάνεται σταδιακά σε όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, φτάνοντας το μέγιστο όγκο του στο μέσο του τρίτου τριμήνου. Αν και ο αριθμός των ερυθρών αιμοσφαιρίων αυξάνεται κατά 30%, η 50% αύξηση του όγκου του αίματος δημιουργεί την ψευδαίσθηση αναιμίας. Τα αυξημένα επίπεδα των παραγόντων πήξης VII, VIII, ΙΧ και Χ προάγουν την πηκτικότητα. Η καρδιακή συχνότητα αυξάνεται, μαζί με τον καρδιακό όγκο παλμού. Η αρτηριακή πίεση στο μέσο του τρίτου τριμήνου μπορεί να είναι ελαφρώς χαμηλότερη από το φυσιολογικό, αλλά βασικά παραμένει ανεπηρέαστη. Σκελετικό σύστημα: Η χαλαρότητα και αυξημένη κινητικότητα των πυελικών αρθρώσεων εκφράζεται με το χήνειο βάδισμα της εγκυμοσύνης. Καθώς προχωρά η κύηση, το κέντρο βάρος της γυναίκας μετατοπίζεται και η οσφυϊκή καμπυλότητα αυξάνει, για να αντιρροπήσει το αυξανόμενο πρόσθιο βάρος της μήτρας. Τα προβλήματα με την τερηδόνα μπορεί να επιδεινωθούν κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης, αλλά μπορούν να αποτραπούν με στοματικές πλύσεις (όπως η χλωρεξιδίνη), τακτικό βούρτσισμα και την χρήση οδοντικού νήματος. Αναπνευστικό σύστημα: Οι επιδράσεις της προγεστερόνης στους λείους μυς περιλαμβάνουν την ελάττωση της αντίστασης των αεραγωγών, η οποία δίνει την δυνατότητα στην γυναίκα να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες οξυγόνου, επιτρέποντας μια κατά 30-40% αύξηση του αναπνεόμενου όγκου αέρα και μια κατά 15-20% αύξηση της κατανάλωσης οξυγόνου. Οι επιδράσεις των οιστρογόνων περιλαμβάνουν το οίδημα και την συμφόρηση του ρινικού βλεννογόνου, η οποία εκφράζεται με την ρινική αιμορραγία και την ρινική συμφόρηση. Γαστρεντερικό σύστημα: Η ναυτία και ο έμετος είναι το πιο συχνό μεμονωμένο σύμπτωμα του πρώτου τριμήνου. Η ελαττωμένη κινητικότητα που οφείλεται στην προγεστερόνη συνεισφέρει στην εμφάνιση συμπτωμάτων οπισθοστερνικού άλγους ή καύσους και δυσκοιλιότητας. Δέρμα: Οι μελαχρωματικές μεταβολές κατά την κύηση περιλαμβάνουν το χλόασμα (το επονομαζόμενο προσωπείο της εγκυμοσύνης), την υπερχρώση της θηλαίας άλω και την μέλαινα γραμμή (μια βαθυχρωματική γραμμή που διχοτομεί κάθετα την κοιλιακή χώρα). Αναπαριστούν την οιστρογονική διέγερση των μελανοκυττάρων του δέρματος. Ουροποιητικό σύστημα: Στο μέσο του πρώτου τριμήνου, ο βαθμός σπειραματικής διήθησης έχει αυξηθεί περίπου κατά 50%. Αντιρροπιστικά αυξάνει επίσης η σωληναριακή επαναπορρόφηση. Αν και η συχνοουρία είναι συχνή στο πρώτο και στο τελευταίο τρίμηνο, η χωρητικότητα της ουροδόχου κύστης αυξάνει. Παρόλα αυτά, η πίεση από την αύξηση της μήτρας ελαττώνει τον όγκο που απαιτείται για την πρόκληση της ούρησης. Κατά το δεύτερο τρίμηνο, η μήτρα μεγαλώνει και εξέρχεται από την πυελική κοιλότητα, γίνεται κοιλιακό όργανο και τερματίζεται η συμπίεση της ουροδόχου κύστης. Βάρος: Στις γυναίκες μετρίου μεγέθους, η αναμενόμενη αύξηση του βάρους στο πρώτο τρίμηνο είναι 2-5 lb. Η συνολική απόκτηση βάρους και ο τρόπος που αυτή λαμβάνει χώρα θα πρέπει να παρακολουθείται, ώστε να καταστήσει δυνατή την εμφάνιση των πρώιμων προβλημάτων που σχετίζονται με την εγκυμοσύνη στην συγκεκριμένη χρονική στιγμή της κύησης. Το Ινστιτούτο Ιατρικής συστήνει την ακόλουθη αύξηση βάρους στη διάρκεια μιας μονήρους κύησης: Μια έγκυος γυναίκα με δείκτη μάζας-σώματος λιγότερο από 19,5 θα πρέπει να αυξήσει το βάρος της κατά 11,4-17,7 κιλά. Μια γυναίκα της οποίας ο δείκτης μάζας σώματος πριν την εγκυμοσύνη κυμαινόταν μεταξύ 19,8 και 26 θα πρέπει να αυξήσει το βάρος της κατά 11,4-15,5 κιλά. Τέλος μια γυναίκα με δείκτη μάζας σώματος πριν την εγκυμοσύνη μεταξύ 26 και 29 θα πρέπει να αυξήσει το βάρος κατά 6,8-10,9 κιλά. Οι προτεινόμενες αυξήσεις βάρους κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι διαφορετικές για τις πολύδυμες κυήσεις (π.χ. γυναίκα που εγκυμονεί τρίδυμα θα πρέπει να πάρει κατά την εγκυμοσύνη περίπου 22,7 κιλά).

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Βασικό στοιχείο στην καθοδήγηση και στην εκπαίδευση της κυοφορούσας είναι η παρότρυνση της γυναίκας να συμμετάσχει ενεργά στη διατήρηση της υγείας της και κατά πρόοδο της κύησης. Οι ιατροί περιγράφουν στις έγκυες γυναίκες τα συχνά συμπτώματα που σχετίζονται με τις φυσιολογικές αλλαγές της εγκυμοσύνης και προτείνουν μέτρα για την ελαχιστοποίηση των ενοχλημάτων.

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ: Ναυτία και εμετός: Βλ.: morning sickness (πρωινή αδιαθεσία). Οπισθοστερνικό καύσος: Η ορμονικά προκαλούμενη καθυστέρηση της γαστρικής κένωσης, η χαλάρωση του καρδιακού σφιγκτήρα και η μετατόπιση του στομάχου από την αύξηση του μεγέθους της μήτρας συνεισφέρουν στην γαστρική παλινδρόμηση. Για την ανακούφιση των συμπτωμάτων προτείνεται χορήγηση αραιού-νατρίου ή συνδυασμένη χορήγηση σκευασμάτων υδροξειδίου αλουμινίου/υδροξειδίου μαγνησίου. Για το σοβαρό, μη ανταποκρινόμενο στη θεραπεία οπισθοστερνικό καύσος συστήνεται η χορήγηση Η2-αναστολέων, όπως ρανιτιδίνης ή φαμοτιδίνης. Δυσκοιλιότητα: Η γυναίκα θα πρέπει να αυξήσει την λήψη φυτικών ινών και υγρών. Μπορεί να χρησιμοποιήσει επίσης υπακτικά. Μυϊκές κράμπες: Η γυναίκα μπορεί να αντιμετωπίσει την κράμπα που λαμβάνει χώρα κατά την διάρκεια του ύπνου με ραχιαία κάμψη του ποδιού του προσβεβλημένου άκρου. Οι διαταραχές στα επίπεδα του ασβεστίου και φωσφόρου ενδέχεται να συμβάλουν στην αύξηση της συχνότητας αυτού του προβλήματος. Η γυναίκα μπορεί να αυξήσει την λήψη ασβεστίου με το να καταναλώνει τη συνιστώμενη καθημερινή ποσότητα γάλακτος ή με το να καταναλώνει καθημερινά μισό λίτρο γάλακτος και να λαμβάνει συμπληρώματα ασβεστίου. Ραχιαλγία: Η αύξηση της μάζας του πρόσθιου τμήματος του σώματος μετατοπίζει το κέντρο βάρους, ενώ η αύξηση της οσφυϊκής καμπυλότητας συνεισφέρει στην ραχιαλγία. Για την ανακούφιση των ενοχλημάτων, η έγκυος γυναίκα θα πρέπει να φοράει χαμηλοτάκουνα παπούτσια και να εκτελεί ασκήσεις που αυξάνουν το τόνο των κοιλιακών μυών. Οίδημα: Το οίδημα των ποδιών είναι ένα συχνό σύμπτωμα του τρίτου τριμήνου που σχετίζεται με την ελάττωση της φλεβικής επιστροφής αίματος από τα κάτω άκρα. Στην γυναίκα συστήνεται να αναπαύεται συχνά και να ανυψώνει τα πόδια της. Θα πρέπει να αναφέρει άμεσα οποιοδήποτε οίδημα του προσώπου, των χεριών ή της ιεράς περιοχής, ώστε να διευκολύνει την πρώιμη διάγνωση και αντιμετώπιση της υπέρτασης της κύησης. Κιρσοί: Η ελαττωμένη φλεβική επιστροφή αίματος από τα κάτω άκρα και η συμπίεση των αγγείων από την διογκούμενη μήτρα επιδεινώνει οποιαδήποτε αδυναμία του αγγειακού τοιχώματος. Οι κιρσοί λαμβάνουν χώρα συχνά στα πόδια, το αιδοίο και την πύελο. Η έγκυος θα πρέπει να αποφεύγει τα σφιχτά ρούχα και την παρατεταμένη ορθοστασία. Άλλα προληπτικά και θεραπευτικά μέτρα περιλαμβάνουν την χρήση υποστηρικτικών καλτσών, την κατάκλιση στην αριστερή θέση Sim και την ανύψωση των κάτω άκρων κατά την διάρκεια του ύπνου. Αιμορροΐδες: Παροδική και συμπτωματική ανακούφιση μπορεί να υπάρξει με τα καθιστικά λουτρά και τις αναλγητικές αλοιφές. Η γυναίκα θα πρέπει επίσης να λάβει οδηγίες για το πώς να επανεισάγει τις αιμορροΐδες με ένα καλά λιπασμένο δάκτυλο, διατηρώντας το στο ορθό του για 1-2 λεπτά πριν την άρση της πίεσης. Κολπικές εκκρίσεις: Κατά την διάρκεια της κύησης λαμβάνει χώρα φυσιολογική αύξηση των κολπικών εκκρίσεων. Η τακτική περιπρωκτική υγιεινή, ως προληπτικό μέτρο, είναι συνήθως αποτελεσματική. Η εκτέλεση κολπικών πλύσεων αντενδείκνυται κατά την εγκυμοσύνη. Η γυναίκα θα πρέπει να έρθει άμεσα σε επαφή με τον ιατρό της, αν υπάρξει μεγάλη, δύσοσμη ή αιματηρή κολπική έκκριση. Δύσπνοια: Δύσπνοια εμφανίζεται όταν η αναπτυσσόμενη μήτρα πιέζει το διάφραγμα. Η ανύψωση της κεφαλής και των ώμων μπορεί να παράσχει μερική ανακούφιση. Η δύσπνοια εξαφανίζεται κατά την κάθοδο της μήτρας πριν τον τοκετό. Κνησμός: Η φυσιολογική διάταση του δέρματος μπορεί να προκαλέσει κνησμό των μαστών, της κοιλιακής χώρας και του αιδοίου. Μπορεί να προταθεί η χορήγηση μιας μαλακτικής αλοιφής. Η ασθενής συμβουλεύεται ώστε να ενημερώσει τον ιατρό της, αν υπάρξει κνησμός του αιδοίου και του κόλπου, μαζί με αύξηση ή αλλαγή της κολπικής έκκρισης. Διατροφή: Η διατροφική κατάσταση της γυναίκας πριν και κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης αποτελεί σημαντικό παράγοντα, ο οποίος επηρεάζει και την υγεία της και αυτήν του παιδιού της. Η αξιολόγηση της διατροφικής κατάστασης αποτελεί σημαντικό τμήμα της προγεννητικής φροντίδας. Επιπλέον, η ύπαρξη προϋπαρχουσών και συνυπαρχουσών διαταραχών, όπως αναιμίας, σακχαρώδους διαβήτη, χρόνιας νεφροπάθειας και φαινυλκετονουρίας, μπορεί να επηρεάσει τις διατροφικές συμβουλές. Η κατάχρηση ουσιών αυξάνει τον κίνδυνο ανεπαρκούς σίτισης, χαμηλής αύξησης βάρους της μητέρας, χαμηλού βάρους γέννησης του βρέφους και της περιγεννητικής θνησιμότητας. Οι διατροφικές συμβουλές δίνουν έμφαση στην υψηλής ποιότητας, καλά ισορροπημένη διατροφή. Οι αυξημένες ποσότητες βασικών θρεπτικών συστατικών (δηλ. πρωτεϊνών, ασβεστίου, μαγνησίου, ψευδαργύρου και σεληνίου, βιταμινών Β και C, φυλλικού οξέος και σιδήρου) είναι αναγκαίες για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών της μητέρας και του εμβρύου. Οι περισσότερες διατροφικές και μεταβολικές ανάγκες μπορούν να καλυφθούν με ισορροπημένη καθημερινή διατροφή που να περιέχει περίπου 35 kcal για κάθε κιλό βάρους, συν 300 kcal/ημέρα επιπλέον στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο. Τα βιταμινούχα συμπληρώματα δεν είναι αναγκαία, αν η γυναίκα ακολουθήσει τις διατροφικές συμβουλές. Παρόλα αυτά, συστήνεται η καθημερινή χορήγηση συμπληρωμάτων σιδήρου.

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ: Ταξίδια κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης: Τα ταξίδια κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης θα εξαρτηθούν από την εβδομάδα της κύησης, την διάρκεια του ταξιδιού και το μέσο μεταφοράς (δηλ. αυτοκίνητο, πλοίο, λεωφορείο, τρένο, αεροπλάνο).

Οι ζώνες ασφαλείας και ειδικότερα οι σύνθετες ζώνες με τμήμα για τον ώμο και την κοιλιακή χώρα θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε το κοιλιακό τμήμα να βρίσκεται κάτω από την εγκυμονούσα μήτρα και όχι πάνω από αυτή. Αν υπάρχει ναυτία και έμετος, το ταξίδι με καράβι δεν συστήνεται. Αν χορηγηθούν αντιεμετικά φάρμακα, αυτά θα πρέπει να ενδείκνυνται κατά την κύηση. Το ταξίδι κοντά στο τέλος της κύησης δεν συστήνεται, εκτός και αν υπάρχει διαθέσιμο μαιευτικό κέντρο στην περιοχή προορισμού. Είναι σημαντικό να υπάρχει αντίγραφο του παρόντος ιατρικού ιστορικού κατά το ταξίδι. Το ταξίδι στο εξωτερικό θα πρέπει να συζητείται με τον μαιευτήρα, ώστε να χορηγηθούν τα απαραίτητα εμβόλια. Σε περίπτωση ταξιδιού σε περιοχές που ενδημεί η ελονοσία, θα χρειαστούν συγκεκριμένα φάρμακα για προφύλαξη.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Δεν είναι όλα τα ανθελονοσιακά φάρμακα ασφαλή κατά την εγκυμοσύνη. Τα εμβόλια με ζώντες ιούς δεν θα πρέπει να χορηγούνται στην κύηση.

Εργασία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης: Οι υγιείς κυοφορούσες γυναίκες που εργάζονται σε εργασίες που δεν ενέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από αυτόν της καθημερινής ζωής, παροτρύνονται να συνεχίσουν να δουλεύουν, αν το επιθυμούν, μέχρι και λίγο πριν από τον τοκετό.

Σωματική άσκηση στην εγκυμοσύνη: Αν η εγκυμοσύνη εξελίσσεται φυσιολογικά, η σωματική άσκηση μπορεί και θα πρέπει να συνεχιστεί. Το μέγεθος και ο τύπος της άσκησης είναι ατομικό θέμα. Μια γυναίκα που έχει γυμναστεί τακτικά πριν την εγκυμοσύνη της δεν θα πρέπει να έχει δυσκολίες με την συνέχιση της γυμναστικής της. Παρόλα αυτά, μια γυναίκα που έκανε μέχρι πρότινος καθιστική ζωή, δεν θα πρέπει να εκτελέσει εντατικό πρόγραμμα γυμναστικής, όπως το τρέξιμο μεγάλων αποστάσεων. Ανεξάρτητα από τον τύπο της γυμναστικής, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι με την πρόοδο της εγκυμοσύνης αλλάζει το κέντρο βάρους και πιθανώς αυτό μπορεί να παρεμποδίσει την εκτέλεση γυμναστικής στον ίδιο βαθμό, όπως και πριν από την εγκυμοσύνη. Τα αθλήματα που πρέπει να αποφεύγονται είναι το θαλάσσιο σκι, η ιππασία και οι καταδύσεις. Στο θαλάσσιο σκι, οι πτώσεις με μεγάλη ταχύτητα μπορούν να προκαλέσουν αποβολή, λόγω ακούσιας και βίαιης πλύσης του κόλπου. Στην ιππασία, εκτός από την πιθανότητα πτώσης από το άλογο, το επαναλαμβανόμενο αναπήδημα μπορεί να προκαλέσει τραυματισμό της περινεϊκής περιοχής. Η κατάδυση μπορεί να προκαλέσει νόσο αποσυμπίεσης και εμβολή από αέρα, καθώς και εμβολή του εμβρύου. Οι γυναίκες που θηλάζουν μπορούν να συνεχίσουν την γυμναστική τους, αν ενυδατώνονται και υποστηρίζουν επαρκώς τον μαστό τους. Σεξουαλική επαφή στην εγκυμοσύνη: Οι γυναίκες με φυσιολογικά εξελισσόμενη εγκυμοσύνη δεν θα πρέπει να αποφεύγουν την σεξουαλική επαφή. Θα πρέπει να απέχουν από αυτή, αν έχουν ιστορικό πρόωρου τοκετού ή πρόωρης ρήξης των μεμβρανών και αν αιμορραγούν ή έχουν ρήξη των μεμβρανών. Εξετάσεις στην εγκυμοσύνη: Οι συχνές εξετάσεις περιλαμβάνουν τις αιματολογικές εξετάσεις για σιδηροπενική ή δρεπανοκυτταρική αναιμία, την ομάδα αίματος και τον παράγοντα Rhesus, τους τίτλους αντισωμάτων κατά της ερυθράς και την άλφα-φετοπρωτεΐνη για την ύπαρξη βλαβών του νευρικού σωλήνα, όπως η δισχιδής ράχη. Ο υπέρηχος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον προσδιορισμό της ηλικίας κύησης, τον βαθμό ανάπτυξης και την θέση του εμβρύου, μερικές γεννητικές βλάβες και το φύλο του εμβρύου. Η λήψη χοριακής λάχνης γίνεται πρώιμα κατά την κύηση, αν το οικογενειακό ιστορικό είναι θετικό για γεννητικές παθήσεις. Η αμνιοπαρακέντηση του δευτέρου τριμήνου μπορεί να εκτελεστεί για τη διάγνωση χρωμοσωμικών ανωμαλιών, γενετικών διαταραχών και τον προσδιορισμό του φύλου του εμβρύου. Οι επιπλέον εξετάσεις μπορεί να περιλαμβάνουν την εξέταση για AIDS και την ηπατίτιδα. Στην προχωρημένη εγκυμοσύνη μπορεί να γίνει καρδιοτοκογράφημα ηρεμίας, καρδιοτοκογράφημα διέγερσης και εξέταση της εμβρυϊκής βιοφυσικής εικόνας. Μπορεί επίσης να γίνει αμνιοπαρακέντηση για την αξιολόγηση της πνευμονικής ωριμότητας. Κύηση στην εφηβεία: Αν και η κύηση μεταξύ των εφήβων μειώνεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, περίπου το 7% όλων των Αμερικανίδων εφήβων μένουν ακόμα έγκυες σε οποιαδήποτε ηλικία - αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά εφηβικής εγκυμοσύνης στις αναπτυγμένες χώρες. Υπάρχει η άποψη ότι κοινωνικοπολιτιστικοί παράγοντες συμβάλλουν στην μεγάλη επίπτωση των κυήσεων σε αυτό το τμήμα του πληθυσμού. Τα δημογραφικά στοιχεία δείχνουν ότι η εφηβική κύηση είναι πιο πιθανή σε έφηβες που είναι μόνες, με χαμηλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και έλλειψη κοινωνικής υποστήριξης. Οι έγκυες έφηβες θεωρείται ότι διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο μερικών επιπλοκών της εγκυμοσύνης. Αν παρόλα αυτά αναζητήσουν νωρίς προγεννητική φροντίδα και ακολουθήσουν τις υποδείξεις των ιατρών, ο κίνδυνος είναι συγκρίσιμος με αυτόν άλλων ηλικιακών ομάδων. Τα κλινικά στοιχεία δείχνουν καθυστερημένη χρήση των υπηρεσιών της προγεννητικής ιατρικής από τις έφηβες, μη επιστροφή στις επαναληπτικές προγραμματισμένες συναντήσεις και μη προσαρμογή στις συστάσεις των ιατρών και νοσηλευτριών. Αποτέλεσμα αυτών των συμπεριφορών είναι ότι οι έφηβες διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο μαιευτικών επιπλοκών, όπως σιδηροπενικής αναιμίας, υπέρτασης της εγκυμοσύνης, πρόωρου τοκετού, χαμηλού βάρους νεογνών και κεφαλοπυελικής δυσαναλογίας. Τα άλλα προβλήματα που απαντώνται συχνά στις έγκυες εφήβους περιλαμβάνουν τις σεξουαλικά μεταδιδόμενες ασθένειες και την κατάχρηση ουσιών. Εγκυμοσύνη σε μεγάλη ηλικία: Ένας αυξανόμενος αριθμός γυναικών μένουν έγκυες μετά την ηλικία των 35 ετών. Η επίπτωση της εμβρυϊκής απώλειας σε αυτή την ομάδα πληθυσμού είναι 6:1000 γεννήσεις, διπλάσια από αυτήν στις γυναίκες κάτω των 35. Πολλοί παράγοντες συνεισφέρουν σε αυτόν τον αυξημένο κίνδυνο, περιλαμβανομένων των προϋπαρχόντων και συνυπαρχόντων νοσημάτων, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση και τα ινομυώματα μήτρας. Οι μεγάλες γυναίκες διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για αυτόματη αποβολή, προεκλαμψία, αποκόλληση πλακούντα, προδρομικό πλακούντα, διαβήτη κύησης, καισαρικής τομής και χρωμοσωμικών ανωμαλιών, όπως το σύνδρομο Down. Η πολύδυμη κύηση λόγω χρήσης φαρμάκων για την υπογονιμότητα ενδέχεται επίσης να αποτελεί παράγοντα εμβρυϊκής απώλειας. Εγκυμοσύνη μετά την εμμηνόπαυση: Πολύ σπάνια, εμμηνοπαυσιακές γυναίκες μένουν έγκυες με την βοήθεια εμβρυομεταφοράς και φέρνουν σε πέρας επιτυχώς την κύηση. Πριν από αυτήν την διαδικασία, οι γυναίκες ελάμβαναν θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης. Παλιότερα, υπήρχε η άποψη ότι η μήτρα των εμμηνοπαυσιακών γυναικών δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει την ανάπτυξη ενός εμβρύου. Οι κυήσεις σε ηλικιωμένες γυναίκες θεωρούνται υψηλού κινδύνου για τους ίδιους λόγους που ισχύουν και για τις ώριμες κυήσεις. Αργά στο τρίτο τρίμηνο, η γυναίκα ενημερώνεται ότι πρέπει να καταγράφει τις εμβρυϊκές κινήσεις και να υποβάλλεται τακτικά σε καρδιοτοκογράφημα ηρεμίας.

Aliases (separate with |): Εγκυμοσύνη, κύηση
ειδικό προστατικό αντιγόνο

Τα επίπεδα του PSA αυξάνονται στον καρκίνο του προστάτη και άλλες παθολογικές καταστάσεις. Αποτελεί χρήσιμο δείκτη παρακολούθησης της αποτελεσματικότητας της θεραπείας.

Aliases (separate with |): Ειδικό προστατικό αντιγόνο
ειλεϊτιδα

Φλεγμονή του ειλεού. Το συνηθέστερο αίτιο είναι η νόσος του Crohn (περιοχική ειλεϊτιδα), μία φλεγμονώδης νόσος του εντέρου αγνώστου αιτιολογίας.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι ασθενείς μπορεί να παρουσιάζουν άλγος του δεξιού κάτω τεταρτημορίου της κοιλιάς, συχνά συνοδευόμενο από διάρροια, ναυτία, έμετο, απώλεια βάρους και πυρετό. Τα κόπρανα μπορεί να περιέχουν πύον, αίμα ή βλέννα.

Aliases (separate with |): Ειλεϊτιδα
ειλεός

Εντερική απόφραξη. Χαρακτηρίζεται από απώλεια της προώθησης του εντερικού περιεχομένου, που συχνά συνοδεύεται από κοιλιακή σύσπαση, δυσκοιλιότητα, κοπρανώδης εμέτους, διάταση της κοιλίας και καταπληξία.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Η πρόληψη του μη δυναμικού (παραλυτικού) ειλεού σε μετεγχειρητικούς ασθενείς γίνεται με την γρήγορη κινητοποίηση και την σταδιακά αυξανόμενη δραστηριότητα. Ο ασθενής μπορεί να λάβει αναλγησία ώστε το άλγος να μην παρεμποδίζει την κινητοποίηση. Ωστόσο, λόγω του ότι τα οποιοειδή ελαττώνουν την κινητικότητα του εντέρου, πρέπει να χορηγείται κάποιο μη οποιοειδές αναλγητικό όσο το δυνατόν γρηγορότερα μετά την επέμβαση. Η εντερική σίτιση πρέπει επίσης να ξεκινήσει γρήγορα (ειδικά όταν η επέμβαση δεν περιλάμβανε το γαστρεντερικό σύστημα). Ο ασθενής εκτιμάται για κοιλιακή διάταση. Σε απουσία ενδείξεων μηχανικής απόφραξης, η πρόσληψη τροφής από το στόμα μπορεί να ξεκινήσει ακόμη και πριν την επιστροφή εντερικών ήχων. (Οι εντερικοί ήχοι αποτελούν ένδειξη της εντερικής κινητικότητας, όχι της απορρόφησης. Ακόμη και σε απουσία εντερικών ήχων, το λεπτό έντερο διαθέτει την ικανότητα απορρόφησης των θρεπτικών συστατικών.) Όσο γρηγορότερα ο ασθενής είναι σε θέση να λάβει τροφή, τόσο συντομότερα θα επανέλθει η κινητικότητα. Ο ασθενής που βιώνει άλγος λόγω των αερίων του εντέρου πρέπει να αντιληφθεί πως αυτό είναι σημείο ανάρρωσης και πως η βάδιση θα διεγείρει αυτή την διαδικασία. Καθώς τα αναλγητικά σπάνια βοηθούν στην ελάττωση του άλγους των εντερικών αερίων, εφαρμόζεται αντί αυτών θερμότητα στην κοιλιά για την ανακούφιση του άλγους.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Εάν διαγνωσθεί ειλεός, ο ασθενής ενημερώνεται πως συνήθως λύνεται σε 2 με 3 ημέρες, με κινητοποίηση και σίτιση από το στόμα. Το μέγεθος της κοιλίας εκτιμάται συχνά για να ανιχνευθεί η εξέλιξη της διάτασης. Εάν δεν επιτευχθεί λύση του ειλεού μετά 48 ώρες, χορηγούνται φάρμακα και ο ασθενής παρακολουθείται για την επιθυμητή αντίδραση (κινητικότητα του εντέρου) καθώς και για ανεπιθύμητες ενέργειες. Εισάγεται ρινογαστρικός ή ρινοεντερικός σωλήνας. Καταγράφονται τα χαρακτηριστικά και η ποσότητα των υγρών του ρινογαστρικού σωλήνα, ο οποίος βρίσκεται σε συνεχή μικρού βαθμού αναρρόφηση με στόχο την αποσυμφόρηση, και το των εκκρίσεων ενός εντερικού σωλήνα μετράται προκειμένου να καθοριστεί το επίπεδο του εντέρου στο οποίο βρίσκεται ο σωλήνας. Καθώς η από του στόματος σίτιση σταματά λόγω της ύπαρξης του σωλήνα, πρέπει να παρέχεται στοματική υγιεινή και διατηρείται υγρή η στοματική κοιλότητα προκειμένου να αντιμετωπισθεί η ξηροστομία και να αποφευχθούν τα έλκη και οι απόφραξη των σιελογόνων αδένων. Δεν χρησιμοποιούνται διαλύματα γλυκερίνης και λεμονιού τα οποία μπορεί να χαράξουν την αδαμαντίνη των δοντιών και να δημιουργήσουν επιπρόσθετη ξηρότητα. Χορηγούνται υγρά ενδοφλεβίως, εκτιμάται η νεφρική λειτουργία και καταγράφεται η ισορροπία υγρών και ηλεκτρολυτών προκειμένου να διατηρηθεί φυσιολογική ενυδάτωση. Καταγράφονται επίσης τα ζωτικά σημεία. Οποιαδήποτε πτώση της αρτηριακής πίεσης πρέπει να αναφέρεται, καθώς μπορεί να σηματοδοτεί κατακράτηση των υγρών στο λεπτό έντερο, ελαττώνοντας έτσι τον όγκο του πλάσματος. Επίσης, ο ασθενής ελέγχεται για σημεία μεταβολικής αλκάλωσης ή οξέωσης. Στην περίπτωση που θα χρησιμοποιηθεί κολονοσκόπηση ή σωλήνας ορθού για να βοηθηθεί η αποσυμφόρηση, πρέπει αυτό να εξηγηθεί στον ασθενή. Εάν ο ειλεός αποτελεί αποτέλεσμα κάποιας άλλης παθολογικής κατάστασης, όπως σοβαρής λοίμωξης ή ηλεκτρολυτικής διαταραχής, πρέπει να αντιμετωπισθεί ο πρωτοπαθής παράγοντας.

Aliases (separate with |): Ειλεός
ειλεοστομία

Τεχνητή δίοδος στο δέρμα του κοιλιακού τοιχώματος, που επικοινωνεί με το λεπτό έντερο.

Aliases (separate with |): Ειλεοστομία
εισπνοή

Αναπνοή, εισαγωγή αέρα μέσα στους πνεύμονες. Το αντίθετο της εκπνοής. Η μέση συχνότητα είναι 12 με 18 αναπνοές ανά λεπτό, για έναν φυσιολογικό ενήλικα σε ανάπαυση.

Η αναπνοή μπορεί να είναι πλευρική ή κοιλιακή, η δεύτερη είναι βαθύτερη. Οι μύες που εμπλέκονται στην βίαιη εισπνοή είναι οι έξω μεσοπλεύριοι, το διάφραγμα, οι ανελκτήρες των πλευρών, ο ελάσσων θωρακικός, οι σκα-ληνοί, ο οπίσθιος οδοντωτός, ο πρόσθιος στερνοκλειδομαστοειδής και μερικές φορές το μυώδες πλάτυσμα.

Aliases (separate with |): Εισπνοή
εισρόφηση
  1. Εισρόφηση προς τα μέσα ή προς τα έξω. Ξένα σώματα είναι δυνατόν να εισροφηθούν μέσα στη μύτη, τον λάρυγγα ή τους πνεύμονες.
  2. Απομάκρυνση υγρού από κάποια κοιλότητα μετά από αναρρόφηση με κάποια βελόνα. Σκοπός της αναρρόφησης είναι η απομάκρυνση υγρού ή αέρα από κάποια περιοχή (π.χ. πλευριτική συλλογή, πνευμοθώρακας, ασκίτης ή ένα απόστημα) ή την λήψη κάποιο δείγματος (όπως είναι αίμα από κάποια φλέβα ή υγρό από τον νωτιαίο σωλήνα).

ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ: Ο απαραίτητος εξοπλισμός για την αναρρόφηση είναι κάποιο διάλυμα για την αντισηψία του δέρματος· τοπικό αναισθητικό· δύο βελόνες αναρρόφησης με συσκευή αναρρόφησης· ένας σωλήνας για τη συλλογή του υγρού και ένας αποστειρωμένος σωλήνα για την φύλαξη του δείγματος· αποστειρωμένοι σπόγγοι, πετσέτες και λεκάνες· αποστειρωμένα γάντια, μάσκες προσώπου και ποδιές· αποστειρωμένες λαβίδες· στολή χειρουργείου για την περίπτωση που αυτό χρειαστεί· απινιδωτής εάν προκύψει ανάγκη.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η εισρόφηση από το αναπνευστικό μπορεί να προληφθεί εάν ο αναίσθητος ασθενής (ή οποιοσδήποτε άλλος ασθενής χωρίς στοματοφαρυγγικό αντανακλαστικό) τοποθετηθεί με το κεφάλι σε χαμηλότερη θέση από το υπόλοιπο σώμα για να προστατευτεί ο αεραγωγός του, να προληφθεί το ενδεχόμενο σιωπηλής αναγωγής και για να βοηθηθεί η απομάκρυνση της βλέννης και των εμεσμάτων· αναρρόφηση του ρινοφάρυγγα γίνεται επίσης όποτε υπάρχει ανάγκη. Η νοσηλεύτρια βοηθά την διαδικασία της αναρρόφησης παρέχοντας τον απαραίτητο εξοπλισμό, ενημερώνοντας τον ασθενή σχετικά με την διαδικασία της αναρρόφησης και το πώς είναι πιθανόν να αισθανθεί και φροντίζοντας ώστε να υπογραφεί το κατάλληλο έντυπο συγκατάθεσης. Η όλη διαδικασία λαμβάνει χώρα σε χώρο ο οποίος καλύπτεται από κάποια κουρτίνα προκειμένου να διασφαλιστεί η απομόνωση, η ζεστασιά και η συναισθηματική άνεση. Συναισθηματική υποστήριξη παρέχεται σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Ο χειριστής υποβοηθάται κατά την λήψη και την επεξεργασία των δειγμάτων. Ο τύπος και η ποσότητα του παροχετευόμενου και αναρροφούμενου υλικού παρατηρείται και καταγράφεται. Καλύπτεται το σημείο της αναρρόφησης και παρακολουθείται η κατάσταση του ασθενούς για τυχόν εκδήλωση οποιασδήποτε επιπλοκής. Ο πνευμονολόγος είναι συχνά αυτός ο οποίος αναλαμβάνει την αναρρόφηση των αυξημένων πνευμονικών εκκρίσεων. Η διαδικασία μπορεί είναι θεραπευτική για να διευκολύνει την αναπνοή ή διαγνωστική για τη συλλογή δειγμάτων πτυέλων τα οποία στη συνέχει αναλύονται για την διερεύνηση τυχόν ύπαρξης μικροβίων τα οποία μπορεί να έχουν προκαλέσει τη λοίμωξη.

Aliases (separate with |): Εισρόφηση
εκζεμα

Γενικός όρος για την περιγραφή ενός κνησμώδους, ερυθηματώδους εξανθήματος, το οποίο αρχικά εκκρίνει ή εμποτίζεται από ορώδες υγρό και μπορεί να εφελκιδοποιηθεί, να λεπτυνθεί ή να γίνει φολιδώδες. Το εκζεματώδες εξάνθημα μπορεί να προκύψει από διάφορα αίτια, όπως αλλεργίες, ερεθιστικά χημικά προϊόντα, φάρμακα, ξύσιμο ή τρίψιμο του δέρματος ή έκθεση στον ήλιο. Μπορεί να είναι οξύ ή χρόνιο. Το εξάνθημα μπορεί να μολυνθεί δευτερογενώς.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η αποφυγή του αιτίου που προκαλεί το εξάνθημα (π.χ. ένα φωτοευαισθητοποιητικό φαρμακευτικό σκεύασμα, τα φύλλα του δηλητηριώδους κισσού, ένα ερεθιστικό άρωμα ή σαπούνι) προλαμβάνει τις υποτροπές και επιτρέπει στο δέρμα να επουλωθεί. Η τοπική εφαρμογή στυπτικών διαλυμάτων (όπως το διάλυμα του Burow), αντιϊσταμινικών ή κορτικοστεροειδών αλοιφών, δισκίων ή ενέσεων μπορεί να ανακουφίσουν τη φλεγμονή.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι ασθενείς ενημερώνονται για την αναγνώριση και αποφυγή των αλλεργιογόνων ουσιών στη διατροφή τους και στο περιβάλλον. Τα ρούχα πρέπει να είναι κατασκευασμένα από μαλακά υφάσματα, κατά προτίμηση βαμβακερά, και να πλένονται με ήπια απορρυπαντικά. Τα νύχια πρέπει να διατηρούνται κοντά για να αποφεύγεται η βλάβη από το ξύσιμο. Τα αντιϊσταμινικά μπορούν να ελαττώσουν το αίσθηματου κνησμού κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η διατήρηση της θερμοκρασίας δωματίου κάτω από τους 22°C, η χρήση συσκευών διατήρησης της υγρασίας κατά τους χειμερινούς μήνες και το πλύσιμο σε χλιαρό νερό μπορούν να βοηθήσουν το δέρμα να παραμένει ενυδατωμένο και να ελαττώσουν το αίσθημα του κνησμού.

Aliases (separate with |): Έκζεμα
έκθυμα

Έκθυμα ή ελκοφλυκταινώδης πυοδερματίτις.

Μια εσχαροποιημένη δερματική λοίμωξη που προκαλείται από πυογόνους στρεπτόκοκκους. Μοιάζει με το έκζεμα, εκτείνεται όμως πιο βαθιά στην επιδερμίδα. Συνήθως, οι βλάβες εντοπίζονται στις κνήμες ή στη ραχιαία επιφάνεια των ποδιών.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Για την εκρίζωση της λοίμωξης απαιτούνται τοπικός καθαρισμός του δέρματος, αλοιφή μουπιροκίνης ή/και από του στόματος αντιβιοτικά (όπως η δικλοξακιλλίνη).

Aliases (separate with |): Έκθυμα
εκκολπωματίτιδα

Φλεγμονή ενός εκκολπώματος ή εκκολπωμάτων στην εντερική οδό, και ειδικότερα στο κόλον, προκαλώντας πόνο, ανορεξία, πυρετό και περιστασιακά περιτονίτιδα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Κατά τη διάρκεια ενός οξέως επεισοδίου, ξεκινά η καθορισμένη αγωγή με αναπλήρωση των υγρών και των ηλεκτρολυτών, αντιβιοτικά, αντισπασμωδικά και αναλγητικά, θεραπεία μαλάκυνσης των κοπράνων και ρινογαστρική αναρρόφησης, εάν αυτό είναι απαραίτητο. Ο ασθενής παρακολουθείται για αυξημένη ή μειωμένη δυσφορία και οποιαδήποτε ανεπιθύμητη ενέργεια στη θεραπεία. Τα κόπρανα εξετάζονται για βλέννα και αίμα, ενώ σημειώνεται η σταθερότητα και η συχνότητα των εκκενώσεων του εντέρου. Ο ασθενής εξετάζεται για πυρετό, αυξημένο κοιλιακό πόνο, αίμα στα κόπρανα και λευκοκυττάρωση. Δίνονται οδηγίες για ξεκούραση, να αποφεύγει τα βάρη, το τέντωμα, την κάμψη, το βήξιμο ή να άλλες ενέργειες που αυξάνουν την ενδοκοιλιακή πίεση. Όταν ο ασθενή ξεκινά μια κανονική διατροφή, μπορεί να χορηγηθούν φάρμακα για την μαλάκυνση των κοπράνων.

Οι ασθενείς με χρόνια εκκολπωματίτιδα μαθαίνουν σχετικά με τη νόσο και τα συμπτώματά της. Συνιστάται μια καλά ισορροπημένη δίαιτα που να προσφέρει κυτταρινούχα στοιχεία υπό τη μορφή φρούτων, λαχανικών ή ινών δημητριακών, τα οποία όμως δεν θα είναι ερεθιστικά για το έντερο· επίσης πρέπει να αυξηθεί η πρόσληψη υγρών κατά 2 έως 3 L ημερησίως (εκτός εάν αυτό απαγορευθεί). Πρέπει να αποφεύγεται η δυσκοιλιότητα και η πίεση κατά την αφόδευση, ενώ υποδεικνύεται στον ασθενή να ανακουφίζει την δυσκοιλιότητα με μαλακτικά κοπράνων και καθαρτικά, λαμβάνοντας άφθονο νερό. Δίνεται έμφαση στη σπουδαιότητα της κανονικής ιατρικής αξιολόγησης.

Aliases (separate with |): Εκκολπωματίτιδα
έκκριση
  1. Αποκρίματα.

  2. Η απέκκριση ή αποβολή άχρηστων υλικών από το σώμα.

ΟΡΓΑΝΑ: Έντερο: Αποβάλλει άπεπτα υπολείμματα, νερό και βακτήρια. Νεφροί: Αποβάλλουν νερό, αζωτούχες ενώσεις (ουρία, ουρικό οξύ, κρεατίνη, κρεατινίνη), άλατα. Αναπνευστικό σύστημα: Αποβάλλει διοξείδιο του άνθρακα, υδρατμούς, και άλλα αέρια. Δέρμα: Αποβάλλεται μικρή ποσότητα υλικών μέσω της εφίδρωσης νερού, αλάτων και ελαχίστων ποσοτήτων ουρίας.

Aliases (separate with |): Έκκριση
εκλαμψία

Μια σοβαρή υπερτασική διαταραχή της κύησης, που χαρακτηρίζεται από σπασμούς και κώμα και η οποία εμφανίζεται ανάμεσα στην 20η εβδομάδα της κύησης και στο τέλος της πρώτης εβδομάδας της λοχείας. Η εκλαμψία αποτελεί την πιο σοβαρή επιπλοκή της επαγόμενης από την κύηση υπέρτασης. Παρατηρείται στο 0,5- 4% όλων των τοκετών. Περίπου το 25% των σπασμών εμφανίζονται εντός των πρώτων 72 ωρών από τον τοκετό. Η περιγεννητική θνησιμότητα είναι περίπου 20%.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Μολονότι η αιτιολογία είναι άγνωστη, ο αγγειόσπασμος αποτελεί έναν από τους υποκείμενους μηχανισμούς και οι παράγοντες κινδύνου για τη διαταραχή αυτή περιλαμβάνουν την υπέρταση και τη σπειραματονεφρίτιδα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η γυναίκα εμφανίζει μία ή περισσότερες κρίσεις grand mal. Το κώμα, τα οποίο ακολουθεί το επιληπτικό επεισόδιο, μπορεί να είναι σύντομο ή να επιμένει για περισσότερο από μία ώρα. Χωρίς θεραπεία, οι σπασμοί μπορεί να επανεμφανισθούν μέσα σε μερικά λεπτά. Άλλα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν έντονο κοιλιακό άλγος. Άλγος στο άνω δεξί τεταρτημόριο της κοιλίας μπορεί να αποτελεί σημείο ηπατικού οιδήματος με υποκάψια αιμορραγία.

ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ Η βλάβη των οργάνων παρατηρείται πιο συχνά στους νεφρούς, στο ήπαρ, στον εγκέφαλο και στον πλακούντα. Ο νεφρός παρουσιάζει εκφυλιστική σωληναριακή νεφρίτιδα. Το σωληναριακό επιθήλιο εμφανίζει θολερό οίδημα, λιπώδη εκφύλιση και πηκτική νέκρωση. Το ήπαρ είναι διογκωμένο και διάστικτο, εμφανίζοντας θρόμβωση στην πυλαία φλέβα και εκφύλιση στην περιφέρεια των λοβίων με υποκάψιες αιμορραγίες. Οίδημα, υπεραιμία, θρόμβωση και αιμορραγίες παρατηρούνται και στον εγκέφαλο. Ο πλακούντας εμφανίζει έμφρακτα, θρομβώσεις και αιμορραγίες. υπάρχει επίσης οίδημα του αμφιβληστροειδούς.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Ο άμεσος και αποτελεσματικός έλεγχος των σπασμών είναι ζωτικής σημασίας. Στην προσπάθεια να ανασταλεί η επακόλουθη επιληπτική δραστηριότητα, χορηγείται bolus ενδοφλεβίως και σε στάγδην έγχυση θειϊκό μαγνήσιο. Τοποθετείται καθετήρας στην κύστη και παρακολουθείται η αποβολή ούρων ανά ώρα. Η ολιγουρία αποτελεί κακό προγνωστικό σημείο, που μπορεί να σημαίνει νεφρική ανεπάρκεια ή τοξικότητα από το μαγνήσιο. Εάν είναι δυνατό, μπορεί να χρειαστεί να προκληθεί τοκετός ή να διενεργηθεί καισαρική τομή.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η επαναλαμβανόμενη χορήγηση διουρητικών κατά τη διάρκεια της κύησης αντενδείκνυται, επειδή τα διουρητικά δεν έχουν κανένα όφελος και μπορεί να προκαλέσουν σημαντική βλάβη με το να καλύψουν τα σημεία και συμπτώματα, τα οποία θα προειδοποιούσαν την ασθενή και τον ιατρό για την έναρξη της εκλαμψίας.

Τοκετός:Ο τοκετός δεν ενδείκνυται έως ότου η ασθενής βρεθεί σε μια σταθερή κατάσταση, συνήθως εντός 4-6 ωρών. Αν ο τοκετός είναι ήδη σε εξέλιξη, πρέπει να ακολουθηθούν οι πλέον συντηρητικές μέθοδοι. Η καισαρική τομή πρέπει να αποφεύγεται, εκτός αν συντρέχει κάποιος άλλος μαιευτικός λόγος. Αν οι ιατρικοί χειρισμοί, ωστόσο, δεν επιφέρουν βελτίωση, πρέπει να προκληθεί τοκετός με τη χορήγηση ενός παράγοντα που επιταχύνει τον τοκετό (οξυτοκίνη). Μπορεί να χρειαστεί να διενεργηθεί και καισαρική τομή.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Κατά την οξεία φάση των σπασμών παρέχεται επείγουσα φροντίδα και χορηγούνται τα κατάλληλα φάρμακα. Αφού υποχωρήσουν οι σπασμοί, η γυναίκα τοποθετείται σε αριστερή πλάγια θέση, ώστε να υποβοηθηθεί η αυξημένη πλακουντιακή αιμάτωση. Οι πλαϊνές προστατευτικές μπάρες πρέπει να είναι σηκωμένες για να προστατευθεί η έγκυος από τραυματισμό εξαιτίας τυχόν νέων σπασμών. Πρέπει να παρακολουθείται στενά η ανταπόκριση τόσο της εγκύου όσο και του εμβρύου στο χορηγούμενο θειικό μαγνήσιο εξαιτίας του κινδύνου τοξικότητας. Τα σημεία της τοξικότητας του μαγνησίου στη μητέρα περιλαμβάνουν εξάλειψη του επιγονατιδικού αντανακλαστικού, ρυθμό αναπνοής λιγότερο από 12 αναπνοές/ λεπτό, αποβολή ούρων λιγότερο από 30 mL/ ώρα, επίπεδα μαγνησίου ορού πάνω από 8 mg/ dL, ερυθρότητα προσώπου και μυϊκή πλαδαρότητα, εμβρυϊκή βραδυκαρδία ή σοβαρή υπόταση της εγκύου. Πρέπει να υπάρχει διαθέσιμο γλυκονικό

Aliases (separate with |): eclampsia|Εκλαμψία
εκλεκτική αγγειογραφία

Ακτινολογική απεικόνιση οργάνου μετά από έγχυση σκιαγραφικού στην αρτηρία, που αιματώνει το αντίστοιχο όργανο.

Aliases (separate with |): Εκλεκτική αγγειογραφία
εκλεκτικός αναστολέας της επαναπρόσληψης σεροτονίνης

Οποιοδήποτε από την τάξη φαρμάκων, η οποία παρεμβαίνει στη μεταφορά σεροτονίνης και χρησιμοποιείται στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης, των ιδεοψυχαναγκαστικών συμπεριφορών, των διατροφικών διαταραχών και των κοινωνικών φοβιών. Παραδείγματα τέτοιων ουσιών περιλαμβάνουν τη φλουοξετίνη (Prozac) και την παροξετίνη (Paxil).

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η χρήση SSRIs στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης, ενδέχεται να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονίας κυρίως κατά την έναρξη της θεραπείας. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος κατά τη θεραπεία παιδιών και εφήβων. Όλοι οι ασθενείς οι οποίοι ξεκινούν θεραπεία με SSRIs (συμπεριλαμβανομένου της φλουοξετίνης, της παροξετίνης και της σερτραλίνης, μεταξύ άλλων) πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ενδείξεις αυτοκαταστροφικών προθέσεων.

Aliases (separate with |): Εκλεκτικός αναστολέας της επαναπρόσληψης σεροτονίνης
εκπλυση ουροδόχου κύστης

Έκπλυση της ουροδόχου κύστης για την θεραπεία φλεγμονής ή λοίμωξης ή για την διατήρηση της βατότητας ενός καθετήρα. Η πλύση μπορεί να είναι διαλείπουσα ή συνεχής. Συνήθως χρησιμοποιείται φυσιολογικός ορός.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Συγκεντρώνεται ο απαραίτητος αποστειρωμένος εξοπλισμός και το κατάλληλο διάλυμα πλύσης. Εξηγείται η διαδικασία και η αναμενόμενη αίσθηση και παρέχεται συναισθηματική και φυσική ασφάλεια σκεπάζοντας τον ασθενή για την εξασφάλιση της απομόνωσης. Εισάγεται καθετήρας στην ουροδόχο κύστη σύμφωνα με το πρωτόκολλο και η τοποθέτησή του καθορίζεται από την έναρξη της ροής των ούρων. Ενσταλλάσεται ο προκαθορισμένος όγκος διαλύματος με μία σύριγγα. Ο καθετήρας πιάνεται με μία λαβίδα απολίνωσης για να επιτραπεί στο διάλυμα να παραμείνει στην κύστη για τον καθορισμένο χρόνο. Στην συνέχεια ο καθετήρας απελευθερώνεται για να επιστρέψει προς τα πίσω το διάλυμα μέσω της βαρύτητας μέσα σε ένα δοχείο συλλογής. Η πλύση επαναλαμβάνεται όσες φορές έχει καθοριστεί και σημειώνεται ο χαρακτήρας του διαλύματος που επιστρέφει από την κύστη για την παρουσία βλέννης, αίματος, ή άλλης ουσίας ορατής στην παροχέτευση. Στην συνέχεια αφαιρείται ο καθετήρας. Καταγράφεται ο χρόνος της διαδικασίας, ο τύπος και όγκος του υγρού έκπλυσης, ο τύπος και ο όγκος της επιστροφής και η αντίδραση του ασθενούς στην διαδικασία. Αν απαιτείται διαλείπουσα ή συνεχής έκπλυση, η νοσηλεύτρια τοποθετεί έναν καθετήρα τριών αυλών, στον οποίο ο πρώτος αυλός οδηγεί στο μπαλόνι διάτασης, ο δεύτερος είναι για την ενστάλλαξη του υγρού έκπλυσης και ο τρίτος αποτελεί μία δίοδο σε ένα κλειστό κύκλωμα παροχέτευσης.

Aliases (separate with |): Έκπλυση ουροδόχου κύστης
εκπνοή

Η εξώθηση του αέρα από τους πνεύμονες κατά την αναπνοή. Φυσιολογικά, η διάρκεια της εκπνοής είναι βραχύτερη από αυτή της εισπνοής. Σε γενικές γραμμές, αν η εκπνοή διαρκεί περισσότερο από την εισπνοή, υπάρχει παρούσα μια παθολογική κατάσταση όπως το εμφύσημα ή το άσθμα.

Aliases (separate with |): Εκπνοή
εκσπερμάτιση

Η εκτίναξη σπερματικού υγρού από την ανδρική ουρήθρα.

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ: Η εκσπερμάτιση αποτελείται από δύο φάσεις: (1) τη δίοδο του σπέρματος και των εκκρίσεων από τα επικουρικά όργανα (βολβουρη-θρικοί αδένες, προστάτης και σπερματοδόχες κύστεις) από την ουρήθρα και (2) την εκτίναξη του σπερματικού υγρού από την ουρήθρα. Η πρώτη φάση επιτελείται με τη σύσπαση των λείων μυϊκών ινών του σπερματικού πόρου και της αυξημένης εκκριτικής δραστηριότητας των αδένων. Η δεύτερη, από τη ρυθμική σύσπαση του βολβοσηραγγώδους και ισχιοσηραγγώδους μυός και του ανελκτή-ρα μυ του περινέου. Ο προστάτης απελευθερώνει τις εκκρίσεις του πριν από αυτές των σπερματοδόχων κύστεων. Οι αισθήσεις που συνοδεύουν την εκσπερμάτιση συνιστούν τον ανδρικό οργασμό. Η εκσπερμάτιση δεν συνοδεύεται από εκτίναξη του σπερματικού υγρού από την ανδρική ουρήθρα σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε προστατεκτομή. Στην περίπτωση αυτή, η εκσπερμάτιση παραμένει μέσα στην κύστη.

Η εκσπερμάτιση είναι ένα αντανακλαστικό φαινόμενο. Οι κεντρομόλες ώσεις προέρχονται κυρίως από τον ερεθισμό της βαλάνου του πέους και μεταφέρονται στο νωτιαίο μυελό μέσω των έσω αιδοιϊ-κών νεύρων. Οι φυγόκεντρες ώσεις ξεκινούν από ένα αντανακλαστικό κέντρο που εντοπίζεται στην ανώτερη οσφυϊκή μοίρα του νωτιαίου μυελού και μεταφέρονται μέσω των συμπαθητικών ινών στα υπογάστρια νεύρα και πλέγμα στο σπερματικό πόρο και στις σπερματοδόχους κύστεις, Άλλες ώσεις που ξεκινούν από το τρίτο και τέταρτο ιερό μυελοτόμιο μεταφέρονται μέσω του έσω αιδοιϊκού νεύρου στους βολβοσηραγγώδεις και ισχιοσηραγ-γώδεις μυς. Η στύση του πέους συνήθως προηγείται της εκσπερμάτισης. Η εκσπερμάτιση συμβαίνει συνήθως κατά τη διάρκειατης συνουσίας, του αυνανισμού ή κατά την ονείρωξη. Το σπερματικό υγρό φυσιολογικά περιέχει 60 με 150 εκατομμύρια σπερματοζωάρια/ ml. Ο όγκος της εκσπερμάτισης είναι από 2 έως 5 ml.

Aliases (separate with |): Εκσπερμάτιση
εκσπλάχνωση
  1. Η αφαίρεση των σπλάγχνων ή του περιεχομένου μιας κοιλότητας.

  2. Εκσπλάχνωση. Η έξοδος των κοιλιακών σπλάγχνων από ένα χαίνον τραύμα της κοιλίας.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο θεράπων χειρουργός πρέπει να ειδοποιηθεί άμεσα. Το τραύμα καλύπτεται με ένα αποστειρωμένο ύφασμα που έχει διαποτιστεί με ζεστό αποστειρωμένο φυσιολογικό ορό. Η τάση στην κοιλία ελαττώνεται με την τοποθέτηση του ασθενούς σε χαμηλή θέση κατά Fowler και με λυγισμένα γόνατα ή λέγοντας στον ασθενή να λυγίσει τα γόνατα και να τα στηρίξει με ένα μαξιλάρι. Παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία και αρχίζει η ενυδάτωση μέσω φλεβικής γραμμής. Ο ασθενής καθησυχάζεται και προετοιμάζεται για το χειρουργείο.

Aliases (separate with |): Εκσπλάχνωση
έκσταση
  1. Έκσταση. Μια ιλαρή, εκστασιακού τύπου κατάσταση υπερβολικής ηδονής.

  2. Ομώνυμο συνθετικό φάρμακο, η 3, 4- μεθυλενοδιοξυμεθαμφεταμίνη (MDMA). Στις ΗΠΑ, περίπου 6 με 7 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν χρησιμοποιήσει το ecstasy, με τους περισσότερους από αυτούς να είναι έφηβοι. Το φάρμακο χρησιμοποιείται κυρίως ως ευφορικός παράγοντας στα λεγόμενα rave πάρτι. Παλαιότερα χορηγείτο στη δεκαετία του 1970 ως συστατικό μερικών μορφών ψυχοθεραπείας. Η χρήση της ουσίας αυτής έχει συσχετιστεί με υπερθερμία διάχυτη ενδαγγειακή πήξη, ηπατική βλάβη, ψευδαισθήσεις, σπασμούς, κώμα και θάνατο.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Άμεση προτεραιότητα είναι ο έλεγχος των σπασμών, η μέτρηση της κεντρικής θερμοκρασίας του σώματος και η αναστροφή της υπερθερμίας με ταχεία ενυδάτωση και δραστικά μέτρα ψύξης του σώματος.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής που έχει πάρει υπερβολική δόση του ecstasy, το οποίο έχει αμφεταμινική δράση, συνήθως μεταφέρεται στα Επείγοντα Περιστατικά από ένα φίλο με συμπτώματα όπως ναυτία και έμετοι, ξηροστομία, τριγμό δοντιών, μυϊκούς πόνους ή δυσκαμψία, αταξία, εφίδρωση, μυδρίαση, υπέρταση ή ταχυκαρδία. Μπορεί επίσης να υπάρχει νυσταγμός, υπόταση, παραλήρημα, ψευδαισθήσεις και σπασμοί. Ο πυρετός αποτελεί ένα σοβαρό εύρημα. Οι ασθενείς με έντονη υπερθερμία ( αυτοί δηλαδή με θερμοκρασία σώματος υψηλότερη των 39.5°C) πρέπει να ψυχθούν με ειδικές κουβέρτες, ενυδάτωση, γαστρικές πλύσεις με κρύο φυσιολογικό ορό, απομάκρυνση της θερμότητας με εξάτμιση ή άλλα μέσα. Συχνά χρησιμοποιούνται παράγοντες αποκλεισμού της νευρομυϊκής σύναψης και μυοχαλαρωτικά, προκειμένου να ελαττωθεί η μυϊκή σύσπαση, ιδιαίτερα το ρίγος, που προκαλεί παραγωγή επιπλέον θερμότητας. Η διέγερση και οι σπασμοί πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη χορήγηση βενζοδιαζεπινών (όπως η διαζεπάμη) και παρατεταμένης δράσης αντιεπιληπτικών φαρμάκων. Το συντομότερο δυνατό πρέπει να διενεργούνται τοξικολογικές εξετάσεις αίματος και ούρων. Καλλιέργειες αίματος, επίπεδα ηλεκτρολυτών, ουρία, κρεατινίνη, ηπατικά ένζυμα και επίπεδα κρεατινικής κινάσης είναι από τις εξετάσεις που μπορούν να βοηθήσουν στην εκτίμηση του ασθενούς για επιπλοκές από την υπερδοσολογία καθώς και στη διαφορική διάγνωση. Οι ιατροί και νοσηλευτικό προσωπικό πρέπει να αντιμετωπίζουν τον ασθενή που έχει λάβει υπερβολική δόση με όσο το δυνατό πιο ήπιο τρόπο και να διατηρούν μια ήρεμη ατμόσφαιρα. Μολονότι ο ασθενής μπορεί αρχικά να εμφανίζεται ληθαργικός, μπορεί ξαφνικά να εκδηλώσει επιθετικότητα, η οποία απαιτεί καταστολή. Ο ασθενής πρέπει να προστατεύεται από τους αυτοτραυματισμούς με ειδικά μαξιλάρια, ενώ ο μηχανικός περιορισμός πρέπει να επιφυλάσσεται μόνο για τις απολύτως απαραίτητες περιπτώσεις, αφού μπορεί να επιδεινώσει την επιθετικότητα. Ο ασθενής πρέπει να προσανατολίζεται στο χώρο, να καθησυχάζεται και να του δίνονται βασικές πληροφορίες για τις απαραίτητες παρεμβάσεις.

Aliases (separate with |): Έκσταση
εκστροφή της μήτρας

Μία κατάσταση που μπορεί να προκύψει στην διάρκεια του τρίτου σταδίου του τοκετού όπου μία μήτρα που βρίσκεται σε χαλάρωση στρέφει το έσω τμήμα της προς τα έξω, με αποτέλεσμα η εσωτερική επιφάνεια της να προπίπτει μέσα στον κόλπο. Η εκστροφή της μήτρας συνήθως προκαλείται από έλξη του ομφαλίου λώρου ενός πλακούντα ο οποίος βρίσκεται ακόμη προσκολλημένος ή από την εφαρμογή ισχυρής πίεσης στον πυθμένα της μήτρας για την εκκέ-νωσή της. Συνοδεύεται από μεγάλη απώλεια αίματος της μητέρας αν δεν αποκατασταθεί αμέσως η φυσιολογική ανατομική θέση της. Εκστροφή μπορεί επίσης να συμβεί στην διάρκεια του τετάρτου σταδίου του τοκετού αν εφαρμόζεται ισχυρή μάλαξη του πυθμένα σε μία μήτρα που δεν έχει συσπασθεί χωρίς υποστήριξη του κατώτερου τμήματος της.

Aliases (separate with |): Εκστροφή της μήτρας
έκτακτη συστολή

Πρώιμη συστολή της καρδιάς. Μπορεί να εμφανιστεί επί παρουσίας ή και απουσίας οργανικής καρδιακής νόσου. Μπορεί να είναι αντανακλαστικής αιτιολογίας ή να προκαλείται από ερεθιστικούς παράγοντες (π.χ. καφεΐνη, κοκαΐνη, θεοφυλλίνη), υποξία, φυσιολογικό στρες, ηλεκτρολυτικές ανωμαλίες, διαταραχές του θυρεοειδή ή έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Aliases (separate with |): Έκτακτη συστολή
έκτοπη κύηση

Εξωμήτρια εμφύτευση ενός γονιμοποιημένου ωαρίου, συνήθως στις σάλπιγγες, αλλά περιστασιακά στο περιτόναιο, την ωοθήκη ή άλλες θέσεις. Η έκτοπη κύηση πραγματοποιείται σε μία ανά 150 κυήσεις και είναι υπεύθυνη για το 10% περίπου των μητρικών θανάτων. Τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως μεταξύ της 6ης και 12ης εβδομάδας κύησης.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα πρώιμα συμπτώματα είναι όμοια με αυτά μιας φυσιολογικής εγκυμοσύνης (δηλ. αμηνόρροια, τάση μαστών, ναυτία). Το τεστ κύησης είναι θετικό, λόγω ύπαρξης χοριακής γοναδοτροπίνης στο αίμα και στα ούρα. Τα σημεία και συμπτώματα προκύπτουν, καθώς το αναπτυσσόμενο έμβρυο προκαλεί διάταση της σάλπιγγας. Τα σχετικά ενοχλήματα αφορούν το διαλείπων, ετερόπλευρο, κολικοειδές κοιλιακό άλγος. Τα συμπτώματα που σχετίζονται με την ρήξη της σάλπιγγας περιλαμβάνουν το ετερόπλευρο πυελικό ή κατώτερο κοιλιακό άλγος, την ορθοστατική ζάλη και ίλιγγο ή συγκοπή και το αναφερόμενο άλγος στον ώμο, το οποίο σχετίζεται με τον ερεθισμό του περιτόναιου, λόγω κοιλιακής αιμορραγίας (αιμοπεριτόναιο). Τα σημεία του υπογκαιμικού σοκ δείχνουν εκτεταμένη κοιλιακή αιμορραγία. Η κολπική αιμόρροια, η οποία τυπικά λαμβάνει χώρα μετά από την έναρξη του άλγους, είναι αποτέλεσμα αποβολής του φθαρτού.

ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ: Κοιλιακή: Η συχνότητα κύησης στην κοιλιακή κοιλότητα, με το κύημα να είναι προσαρτημένο σε ένα κοιλιακό όργανο, κυμαίνεται μεταξύ 1:3000 και 1:4000 κυήσεις. Ωοθηκική: Η σύλληψη και εμφύτευση εντός της ωοθήκης πραγματοποιείται σε 1 ανά 7.000-50.000 περίπου κυήσεις. Σαλπιγγική: Το 90-95% των έκτοπων κυήσεων λαμβάνει χώρα στην σάλπιγγα. Από αυτές, το 78% εμφυτεύεται στον κώδωνα, 12% στον ισθμό, και το 2-3% στον ενδιάμεσο χώρο.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Για την διάγνωση της εντόπισης της κύησης εκτελείται διακοιλιακό υπερηχογράφημα των έσω γεννητικών οργάνων. Έχει αντικαταστήσει επίσης την παρακέντηση του δουγλάσειου χώρου για τη διάγνωση του αιμοπεριτόναιου.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η χειρουργική προσέγγιση είναικαι η πλέον συνήθης. Η λαπαροσκόπηση και η ευθεία σαλπιγγοστομία με λέιζερ μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την εκτομή του έκτοπου κυήματος. Η ίαση επιτυγχάνεται σε δεύτερο βαθμό. Η τμηματική εκτομή επιτρέπει την διατήρηση και την επακόλουθη αποκατάσταση της προσβεβλημένης σάλπιγγας. Η εκτομή της σάλπιγγας γίνεται σε περιπτώσεις στις οποίες η βλάβη είναι τόσο εκτεταμένη, ώστε να μην καθίσταται δυνατή η επαναστόμωσή της. Η μεθοτρεξάτη έχει χρησιμοποιηθεί επιτυχώς στην απορρόφηση μιας άρρηκτης σαλπιγγικής κύησης που είναι μικρότερη από 3,5 cm. Η παρακολούθηση μετά την θεραπεία περιλαμβάνει την συνεχή μέτρηση των επιπέδων της β-hCG, ώστε να υπάρχει η βεβαιότητα ότι έχει τερματιστεί η κύηση.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προεγχειρητική: Η ασθενής αξιολογείται για την ύπαρξη άλγους και καταπληξίας. Η έκτοπη κύηση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως πιθανή διάγνωση σε όλες τις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, μέχρι αποδείξεως του εναντίον εντός νοσοκομείου. Παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία και αρχίζει οξυγονοθεραπεία με μια προσωπίδα. Χορηγούνται ενδοφλέβια υγρά με βελόνη μεγάλου διαμετρήματος και λαμβάνεται αίμα για τον προσδιορισμό της ομάδας αίματος και τη διασταύρωση (περιλαμβανομένης της συμβατότητας Rhesus), σε περίπτωση που χρειαστεί πιθανή μετάγγιση. Χορηγούνται φάρμακα (συμπεριλαμβανομένης της RhoGAM, αν η ασθενής είναι Rh-αρνητική) και αξιολογείται η αντίδραση της ασθενούς. Γίνονται γνωστές οι επιθυμίες της ασθενούς και της οικογένειας της σχετικά με τα θρησκευτικά έθιμα για το κύημα. Τόσο η ασθενής όσο και η οικογένειά της παροτρύνονται να εκφράζουν τα συναισθήματα φόβου, απώλειας και θλίψης. Οι πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση και την ανάγκη χειρουργικής επέμβασης αποσαφηνίζονται.

Μετεγχειρητικά: Ελέγχονται τα ζωτικά σημεία μέχρι να σταθεροποιηθεί η ασθενής, καθώς και οι γάζες των τομών, αξιολογείται η κολπική αιμόρροια, καθώς και οι σωματικές και συναισθηματικές αντιδράσεις της ασθενούς στη χειρουργική επέμβαση. Χορηγούνται φάρμακα. Η θλίψη είναι αναμενόμενη και κατά συνέπεια η ασθενής και η οικογένειά της παραπέπονται για περαιτέρω συμβουλευτική.

Aliases (separate with |): ectopic pregnancy|Έκτοπη κύηση
εκτρόπιο

Αναστροφή ενός χείλους ή άκρης, όπως του χείλους του βλεφάρου.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Τα αίτια περιλαμβάνουν τη γήρανση ή την απώλεια του τόνου του δέρματος, την ουλοποίηση, τη λοίμωξη και την πάρεση του προσωπικού νεύρου.

Aliases (separate with |): Εκτρόπιο
έκτρωση

Ο αυθόρμητος ή επαγόμενος τερματισμός κύησης πριν το έμβρυο να φτάσει μια βιώσιμη ηλικία. Ο νομικός ορισμός της βιωσιμότητας -συνήθως 20 με 24 εβδομάδες- διαφέρει από Πολιτεία σε Πολιτεία. Μερικά πρόωρα νεογνά μικρότερα των 24 εβδομάδων ή μικρότερα των 500 γραμμαρίων είναι βιώσιμα. Συμπτώματα αυθόρμητης έκτρωσης περιλαμβάνουν κοιλιακούς πόνους και κολπική αιμορραγία, μερικές φορές με την αποβολή θρόμβων ή τεμαχίων ιστού

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η αξιολόγηση περιλαμβάνει την παρακολούθηση των ζωτικών σημείων, το ισοζύγιο υγρών και την κατάσταση και πρόοδο της έκτρωσης. Δεδομένα από το ιστορικό πρέπει να περιλαμβάνουν τη διάρκεια της κύησης, το αντιγόνο Rh καθώς και την ώρα έναρξης, τον τύπο και την ένταση των συμπτωμάτων της έκτρωσης. Σημειώνονται ο χαρακτήρας και το ποσό της κολπικής αιμορραγίας και οποιοδήποτε τεμάχιο ιστού (εμβρυϊκού) φυλάσσεται για εργαστηριακή ανάλυση. Η ασθενής αξιολογείται για σοκ, σήψη και διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη.

Εξετάζεται η επίγνωση της ασθενούς για την κατάσταση της και οι όποιες παρανοήσεις και παρέχεται κατάλληλη γραπτή και προφορική πληροφόρηση. Αξιολογείται η ψυχολογική κατάσταση της ασθενούς. Ένας επαγγελματίας υγείας παραμένει με την ασθενή όσο το δυνατό περισσότερο για να βοηθήσει στην ανακούφιση της ανησυχίας, είναι ενήμερος για τους μηχανισμούς αντιμετώπισης της ασθενούς και είναι σε επιφυλακή για αντιδράσεις όπως θρήνος, θυμός, ενοχή, λύπη, κατάθλιψη, ανακούφιση ή χαρά.

Αν απαιτείται προγραμματισμένη άμβλωση ή χειρουργική ολοκλήρωση της έκτρωσης, η διαδικασία και τα αναμενόμενα αισθήματα εξηγούνται και παρέχεται γενική προεγχειρη-τική και μετεγχειρητική περίθαλψη. Αν η ασθενής είναι Rh αρνητική και Coombs αρνητική (μη ισο-άνοση) και εάν η κύηση υπερέβη τις 8 εβδομάδες, χορηγείται Rho(D) μέσα στις 72 ώρες από την έκτρωση. Χορηγούνται υγρά, ωκυτοκικά, αντιβιοτικά και μεταγγίσεις ανάλογα με τις ανάγκες.

Μετά την έκτρωση, η ασθενής καθοδηγείται να αναφέρει υπερβολική αιμορραγία, πόνο, φλεγμονή ή πυρετό και να αποφύγει συνουσία, τη χρήση ταμπόν και του ντους ώσπου να γίνει μια εξέταση παρακολούθησης.

Aliases (separate with |): abortion|Έκτρωση
έλεγχος γεννήσεων

Η πρόληψη της σύλληψης ή η εμφύτευση γονιμοποιημένου ωαρίου, ή ο τερματισμός της εγκυμοσύνης. Οι μέθοδοι ελέγχου γεννήσεων μπορεί να είναι παροδικές και αναστρέψιμες, ή μόνιμες. Οι παροδικές μέθοδοι αποφυγής της σύλληψης, περιλαμβάνουν φυσικούς φραγμούς, (π.χ., ανδρικά και γυναικεία προφυλακτικά, το διάφραγμα, το τραχηλικό κάλυμμα, και τον κολπικό σπόγγο), τα οποία είναι πλέον αποτελεσματικά όταν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με χημικούς φραγμούς όπως τα σπερματοκτόνα κολπικά υπόθετα, αλοιφές, γέλες ή αφροί. Οι ορμονικές μέθοδοι περιλαμβάνουν από του στόματος αντισυλληπτικά χάπια και εμφυτεύματα προγεστίνης προκειμένου να καταστείλουν την ωορρηξία. Μέθοδοι αξιολόγησης της περιόδου γονιμότητας, όπως ο ρυθμός, περιλαμβάνουν ταυτοποίηση της γόνιμης περιόδου και αποχής κατά τη διάρκειάτης, την καταγραφή της βασικής σωματικής θερμοκρασίας και μεταβολών της σύστασης της τραχηλικής βλέννης και εκτίμηση της ημερομηνίας ωορρηξίας. Οι ενδομήτριες συσκευές (IUDs) αποτρέπουν την εμφύτευση του ζυγώτη. Οι τεχνικές στείρωσης περιλαμβάνουν την εκτομή του σπερματικού πόρου στους άνδρες και την απολίνωση των ωαγωγών στις γυναίκες. Η στείρωση είναι συνήθως μόνιμη, αλλά μπορεί να είναι αντιστρεπτή.

Aliases (separate with |): birth control|Έλεγχος γεννήσεων
ελεφαντίαση

Μαζικό οίδημα, ιδίως των γεννητικών οργάνων και των κάτω άκρων, που οφείλεται σε απόφραξη των λεμφικών αγγείων, όπως π.χ. από φιλαρίαση, κακοήθειες, νευροϊνωμάτωση ή από μια οικογενή συγγενή νόσο (νόσος του Milroy). Το παρατεταμένο οίδημα μπορεί να προκαλέσει αύξηση στον μεσοκυττάριο ινώδη ιστό και πτυχώσεις ή ραγάδες του δέρματος. Στους ασθενείς με παρασιτική ελεφαντίαση (δηλ. από νηματώδεις σκώληκες του γένους Filaria, οι οποίοι είναι συνήθεις σε τροπικά κλίματα), η εφάπαξ χορήγηση ιρβερμεντίνης ή ιρβερμεντίνης και αλβενδαζόλης καταστρέφει τους άωρους, όχι όμως και τους ώριμους σκώληκες.

Aliases (separate with |): Ελεφαντίαση
έλκος

Βλάβη δέρματος ή βλεννογόνου με συνοδό φλεγμονή, νέκρωση και απόπτωση του κατεστραμμένου ιστού. Οι παράγοντες που προκαλούν έλκος περιλαμβάνουν: τραύμα, καυστικές χημικές ουσίες, έντονο ψύχος ή ζέστη, αρτηριακή ή φλεβική στάση, νεοπλασίες, φάρμακα (π.χ. μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη) και λοιμώδεις παράγοντες όπως ο ιός του απλού έρπητα ή το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού.

Aliases (separate with |): Έλκος
έλκος από στρες

Πολλαπλά, μικρά, αβαθή έλκη που σχηματίζονται στο βλεννογόνο του στομάχου ή περιστασιακά στο δωδεκαδάκτυλο εξαιτίας στρεσσογόνων ερεθισμάτων. Τα έλκη από στρες που ανευρίσκονται σε ασθενείς με κυκλοφορική καταπληξία, εκτεταμένα εγκαύματα ή σήψη ονομάζονται έλκη Curling και προκαλούνται από συστηματική αγγειοσύσπαση και επακόλουθη βλεννογονική ισχαιμία. Τα έλκη από στρες που ανευρίσκονται σε ασθενείς με αυξημένη ενδοκράνια πίεση (έλκη Cushing) οφείλονται σε αυξημένη έκκριση γαστρικού οξέος εξαιτίας διέγερσης του πνευμονογαστρικού.

Aliases (separate with |): Έλκος από στρες
ελκώδης κολίτιδα

Φλεγμονώδης εντεροπάθεια, χαρακτηριζόμενη παθολογοανατομικώς από χρόνια φλεγμονή του εντερικού βλεννογόνου, η οποία προσβάλλει συνήθως το ορθό, τον πρωκτό, το τελικό κόλον και ορισμένες φορές προσβάλλει ολόκληρο το παχύ έντερο. Παρατηρείται συχνότερα σε ασθενείς κατά τη δεύτερη, ή τρίτη δεκαετία της ζωής τους· δεύτερη έξαρση των περιστατικών παρατηρείται σε ασθενείς στην ηλικία των εξήντα. Η πάθηση συνδέεται με αυξημένη συχνότητα καρκίνου του παχέoς εντέρου.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η αιματηρή διάρροια και ο πόνος κατά την αφόδευση είναι χαρακτηριστικά. Στις βαριές περιπτώσεις, οι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν περισσότερες από 6 αιματηρές κενώσεις ημερησίως. Ως αποτέλεσμα, συχνά αναπτύσσεται σιδηροπενική αναιμία.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα αμινοσαλικυλικά φάρμακα και τα κορτικοστεροειδή απαλύνουν τα συμπτώματα και βελτιώνουν τη φλεγμονή. Ασθενείς με πάθηση μη ανταποκρινόμενη στη θεραπεία, ενδεχομένως να χρήζουν κολεκτομής.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής προετοιμάζεται για διαγνωστικές μελέτες και ενημερώνεται ότι αυτές μπορεί να είναι άβολες και κουραστικές. Υποβοηθάται στο να κατανοήσει και να συμμετάσχει στους θεραπευτικούς στόχους: στον έλεγχο της φλεγμονής, στη διατήρηση ή αποκατάσταση της ισορροπίας υγρών και ηλεκτρολυτών, στη λήψη επαρκούς θρέψης και στην αντικατάσταση των θρεπτικών απωλειών. Ο νοσηλευτής ή ο διαιτολόγος, συμβουλεύει τον ασθενή σχετικά με τη διατροφή του, η οποία πρέπει να είναι υψηλή σε θερμίδες, όχι πικάντικη, χωρίς καφεΐνη και χαμηλή σε τροφές με πολλά κατάλοιπα και σε γαλακτοκομικά προϊόντα. Εάν ο ασθενής δεν είναι σε θέση να προσλάβει υγρά από του στόματος, γίνεται έναρξη ενδοφλέβιας αντικατάστασης υγρών και ηλεκτρολυτών, ως ενδείκνυται. Παρακολουθείται η πρόσληψη και η αποβολή υγρών, ιδιαίτερα ως προς τη συχνότητα, τον όγκο και τα χαρακτηριστικά της διάρροιας. Ο ασθενής ελέγχεται για αφυδάτωση και ηλεκτρολυτικές διαταραχές, ιδιαίτερα για υποκαλιαιμία, υπερνατριαιμία και αναιμία.

Χορηγείται η ενδεικνυόμενη φαρμακευτική θεραπεία. Ο ασθενής αξιολογείται για επιθυμητά και ανεπιθύμητα αποτελέσματα και ενημερώνεται περί των ιδιαιτεροτήτων της αγωγής του, η οποία περιλαμβάνει συνήθως σουλφασαλασίνη (5-ASA), η οποία ενδείκνυται για τις αντιβιοτικές και αντιφλεγμονώδεις δράσεις της. Μελέτες έχουν δείξει ότι η χορήγηση 5-ASA χορηγούμενη ταυτοχρόνως από του στόματος και ως κλύσμα, φαίνεται να υποστηρίζει την υποχώρηση των συμπτωμάτων καλύτερα από την από του στόματος θεραπεία μόνο. Επειδή η 5-ASA παρεμβαίνει στο μεταβολισμό του φολικού οξέος, ενθαρρύνεται η χρήση συμπληρώματος φολικού. Συχνά, συνιστώνται κορτικοστεροειδή, όπως η πρεδνιζολόνη, για την ελάττωση της φλεγμονής. Ο ασθενής ενημερώνεται ότι αφ' ότου επέλθει η υποχώρηση, μπορεί να ελαττωθεί προοδευτικώς έως ότου διακοπεί η θεραπεία με κορτικοστεροειδή, αλλά δεν πρέπει να σταματήσει αμέσως. Εάν ο ασθενής χρήζει μακροπρόθεσμης θεραπείας με στεροειδή, οφείλει να αναφέρει γαστρικό ερεθισμό, οίδημα, αλλοιώσεις της προσωπικότητας, στρογγυλοπροσωπία και υπερτρίχωση. Η χρόνια χορήγηση κορτικοστεροειδών μπορεί επίσης να προκαλέσει πολλές παρενέργειες συμπεριλαμβανομένης της απώλειας οστικής μάζας, σακχαρώδους διαβήτη και καταρράκτη μεταξύ άλλων. Οι σπασμολυτικοί και αντιδιαρροϊκοί παράγοντες (όπως το βάμμα μπελαντόνας, το διφαινοξυχολικό, η λοπεραμίδη), χρησιμοποιούνται σπανίως και με μεγάλη προσοχή επειδή μπορεί να επιφέρουν διάταση του παχέος εντέρου (τοξικό μεγακόλον). Αξιολογούνται τα μέτρα πρόληψης της ρήξης του δέρματος της περιπρωκτικής περιοχής (π.χ., καθαρίζοντας την περιοχή του πρωκτού σχολαστικά αλλά απαλά μετά από κάθε κένωση, εφαρμόζοντας ένα ανθυγρασιακό, όπως γέλη βαζελίνης, και αλλάζοντας τακτικά τη θέση του ασθενούς).

Aliases (separate with |): Ελκώδης κολίτιδα
ελλειπτοκύτταρο

To ερυθροκύτταρο με ελλειπτικό ή ωοειδές σχήμα. Περίπου το 11-15% των ερυθρών αιμοσφαιρίων είναι ωοειδη φυσιολογικώς, στην αναιμία όμως και στην κληρονομική ελλειπτοκυττάρωση, το ποσοστό αυτό αυξάνεται μεταξύ 25 και 100%. Στα πτηνά, στα ερπετά και σε μερικά άλλα ζώα, τα ερυθρά αιμοσφαίρια είναι φυσιολογικώς ελλειπτικά.

Aliases (separate with |): elliptocyte|Ελλειπτοκύτταρο
ελονοσία

Μία εμπύρετη, αιμολυτική νόσος, που προκαλείται από μόλυνση με πρωτόζωα του γένους Plasmodium. Παγκοσμίως, η ελονοσία είναι υπεύθυνη για περίπου 3 εκατομμύρια θανάτους το χρόνο. Υπάρχουν 4 είδη ελονοσίας: οι «καλοήθεις» ελονοσίες από P. vivax, P. ovale και P. malariae, και η δυνητικά «κακοήθης» ελονοσία από P. falciparum. Η καθεμία έχει τη δική της γεωγραφική κατανομή, χρόνο επώασης, συμπτώματα και θεραπεία,

Παρόλο, που η ελονοσία έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τα εύκρατα κλίματα, είναι ευρέως διαδεδομένη στα τροπικά. Μισό δισεκατομμύριο άνθρωποι πιθανόν να είναι μολυσμένοι με τη νόσο σε όλο τον κόσμο· τουλάχιστον 50 εκατομμύρια νέες μολύνσεις συμβαίνουν κάθε χρόνο. Αρκετά εκατομμύρια ανθρώπων πεθαίνουν κάθε χρόνο από ελονοσία. Στις Η.ΠΑ. λιγότερες από 1.500 περιπτώσεις διαγιγνώσκονται κάθε χρόνο, συνήθως σε ανθρώπους που έχουν μόλις έρθει από τροπικές ή υποτροπικές περιοχές. Το παράσιτο της ελονοσίας μεταδίδεται με το δήγμα ενός μολυσμένου, θηλυκού ανωφελούς κώνωπα ή σπανίως από μεταγγίσεις ή την κοινή χρήση βελόνων κατά τη χρήση ναρκωτικών ουσιών.

Ο κύκλος ζωής του παρασίτου είναι περίπλοκος. Από τη στιγμή που ο παρασιτικός σποροζωίτης εισέλθει στην κυκλοφορία του αίματος, γρήγορα εισβάλει σε όργανα όπως το ήπαρ (αυτή είναι η «ιστική φάση» της λοίμωξης). Εκεί ο οργανισμός ωριμάζει ως σχιστόν. Μετά από μια περίοδο επώασης, που κυμαίνεται μεταξύ 10 και 30 ημερών, πολλαπλοί ελονοσιακοί μεροζωίτες απελευθερώνονται στο αίμα, όπου εισβάλλουν στα ερυθρά αιμοσφαίρια («ερυθροκυτταρική φάση» της λοίμωξης). Μερικές αδρανείς μορφές, που ονομάζονται υπνοζωίτες, παραμένουν στο ήπαρ σε ελονοσία από P. vivax και P. ovale, όπου μπορεί να αποτελέσουν δεξαμενή για μελλοντική υποτροπή. Μέσα στα ερυθρά αιμοσφαίρια οι οργανισμοί ωριμάζουν σε δακτυλιοειδείς μορφές και τροφικές μορφές (τροφοζωίτες). Όταν τα παράσιτα βγουν από τα ερυθροκύτταρα για να μολύνουν άλλα κύτταρα της κυκλοφορίας, προκαλούν αιμόλυση και περιοδικά συμπτώματα (βλέπε παρακάτω).

Μετά από πολλούς αναπαραγωγικούς κύκλους δημιουργούνται μικρογαμετοκύτταρα και μακρογαμετοκύτταρα. Τα κουνούπια καταναλώνουν αυτά τα γαμετοκύτταρα, όταν τα παράσιτα προσλαμβάνουν αίμα από μολυσμένους ανθρώπους. Περαιτέρω αναπτυξιακά στάδια λαμβάνουν χώρα μέσα στα κουνούπια και οδηγούν στην παραγωγή μολυσματικών σποροζωιτών, που εγχέονται μέσα σε ανθρώπους- ξενιστές, όταν τα κουνούπια τραφούν ξανά. ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Αρχικά, τα συμπτώματα είναι μη ειδικά και μοιάζουν με αυτά μιας ήπιας εμπύρετου ασθένειας με κακουχία, κεφαλαλγία, κόπωση, κοιλιακά άλγη και μυαλγίες, που ακολουθούνται από πυρετό και ρίγος. Τα τρία στάδια του παροξυσμού της ελονοσίας είναι τα καθοριστικά χαρακτηριστικά της νόσου. Στο πρώτο στάδιο (ή στάδιο του ρίγους) οι ασθενείς παραπονούνται για αίσθημα ψύχους και ρίγος, που διαρκεί από λίγα λεπτά μέχρι πολλές ώρες. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου (ή θερμού) σταδίου παρουσιάζεται ήπια εφίδρωση, αν και η θερμοκρασία φτάνει μέχρι τους 41,1°C. Aυτό τα στάδιο διαρκεί πολλές ώρες και οι ασθενείς διατρέχουν κίνδυνο εκδήλωσης πυρετικών σπασμών και εγκεφαλικής βλάβης λόγω υπερθερμίας. Ο ασθενής μπορεί επίσης να παρουσιάζει ταχυκαρδία, υπόταση, βήχα, κεφαλαλγία, πόνο στη ράχη, ναυτία, κοιλιακό πόνο, έμετο, διάρροια και επηρεασμένο επίπεδο συνείδησης. Το τρίτο στάδιο (της εφίδρωσης) ξεκινάει εντός 2 ως 6 ωρών. Σε αυτή την περίοδο η εφίδρωση είναι εκσεσημασμένη, ενώ ο πυρετός υποχωρεί και ακολουθείται από έντονη κόπωση και ύπνο. Αν δεν αντιμετωπιστούν, οι ελονοσιακοί παροξυσμοί από P. ovale ή P. vivax θα λαμβάνουν χώρα κυκλικά κάθε 48 ώρες. Αν οφείλονται στο P. malariae, οι παροξυσμοί θα συμβαίνουν κάθε 72 ώρες. Μολύνσεις από P. falciparum μπορεί να έχουν 48ωρο κύκλο παροξυσμών, αλλά ο συνεχής πυρετός είναι πιο χαρακτηριστικός. Μία βαριά μορφή ελονοσίας από P. falciparum (εγκεφαλική ελονοσία) χαρακτηρίζεται από κώμα και παρά τη θεραπεία, σχετίζεται με ρυθμό θνησιμότητας 20% στους ενήλικες και 15% στα παιδιά. Περίπου 10% των παιδιών, που επιβιώνουν από εγκεφαλική ελονοσία, έχουν εμμένοντα νευρολογικά ελλείμματα. Αντίθετα, υπολειμματικά ελλείμματα σε ενήλικες, που επιβιώνουν από αυτή τη μορφή ελονοσίας, είναι ασυνήθη. Προοδευτική, πιθανώς βαριά αναιμία και σπληνομεγαλία είναι χαρακτηριστικά όλων των μορφών ελονοσίας.

Μία σπάνια, αλλά σοβαρή αιματολογικά επιπλοκή της ελονοσίας είναι η οξεία ενδοαγγειακή αιμολυτική αναιμία, που σχετίζεται με μόλυνση από P. falciparum. Αυτή η κατάσταση ονομάζεται πυρετός του μαύρου νερού, λόγω της συνοδού αιμοσφαιρινουρίας.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Ελονοσία πρέπει να υποψιάζεται κανείς σε κάθε ασθενή με πυρετό, ο οποίος έχει επιστρέψει από ενδημική περιοχή τους τελευταίους μήνες. Παχιές και λεπτές στρώσεις αίματος με χρώση Giemsa εξετάζονται για επιβεβαίωση της διάγνωσης.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Σε ενδημικές περιοχές, θα πρέπει να εξαφανίζονται οι δεξαμενές με στάσιμο ή λιμνάζων νερό, όπου αναπτύσσονται κουνούπια. Άτομα που ταξιδεύουν σε τροπικές χώρες, πρέπει να φορούν προστατευτικό ρουχισμό, στον οποίο έχει εφαρμοσθεί εντομοαπωθητικό. Προστατευτικό δίχτυ πρέπει να καλύπτει τα κρεβάτια. Τα άτομα πρέπει να εφαρμόζουν DEET ή άλλο αποτελεσματικό εντομοαπωθητικό σε εκτεθειμένο δέρμα ή στα ρούχα των παιδιών, ειδικά μεταξύ δύσης και ανατολής, οπότε τα κουνούπια τρέφονται περισσότερο ενεργητικά.

ΠΡΟΦΥΛΑΞΗ: Η χημειοπροφύλαξη ξεκινάει 1 εβδομάδα πριν την άφιξη σε μία ενδημική περιοχή και συνεχίζεται καθ' όλη τη διάρκεια παραμονής και για 4 εβδομάδες μετά την αποχώρηση από την περιοχή. Η χημειοπροφύλαξη δεν είναι ποτέ εντελώς αποτελεσματική· γι' αυτό η ελονοσία πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπ' όψη, όταν αντιμετωπίζονται ασθενείς, που έχουν μία εμπύρετο ασθένεια και έχουν ταξιδέψει σε ενδημική περιοχή, ακόμα και αν έχουν λάβει προφυλακτικά ανθελονοσιακά φάρμακα. Η φαρμακευτική αγωγή που προτείνεται για προφύλαξη εξαρτάται από την ευαισθησία των τοπικών παρασίτων και από το αν η μόλυνση είναι πιθανή. Λόγω του ότι αλλάζει η ευαισθησία των παρασίτων της ελονοσίας στα φάρμακα, δεν είναι δυνατό να είναι κανείς σίγουρος ότι ένα συγκεκριμένο φάρμακο θα είναι αποτελεσματικό σε όλες τις ενδημικές περιοχές. Τα προφυλακτικά φάρμακα που χρησιμοποιούνται για το P. falciparum, συνήθως είναι αποτελεσματικά στην πρόληψη μολύνσεων από P. ovale και P. vivax. Για μη άνοσα άτομα που ταξιδεύουν σε περιοχές, όπου η ελονοσία οφείλεται σε P. falciparum, ανθεκτικό στη χλωροκίνη, η μεφλοκίνη είναι αποτελεσματική για προφύλαξη. Δεν έχει καθοριστεί η ασφάλειά της για χρήση στην εγκυμοσύνη. Σε περιοχές, όπου το P. falciparum είναι ευαίσθητο στη χλωροκίνη, αυτή αποτελεί το φάρμακο εκλογής. Η χλωροκίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί προφυλακτικά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα παράσιτα που προκαλούν την ελονοσία εξελίσσονται συνεχώς, καθιστώντας δύσκολη την φαρμακευτική θεραπεία. Προτείνεται οι ασθενείς και οι επαγγελματίες υγείας να επικοινωνούν με τα κέντρα ελέγχου ασθενειών για να ενημερωθούν τις σύγχρονες κατευθυντήριες γραμμές (http://www.cdc.gov). Η φωσφορική χλωροκίνη ήταν η τυπική θεραπεία για την ελονοσία στο πρόσφατο παρελθόν ωστόσο, σε πολλές περιοχές της Αφρικής, της Ασίας, της Ινδίας και της νότιας Αμερικής τα παράσιτα της ελονοσίας είναι τώρα ανθεκτικά σε αυτόν τον παράγοντα. Η ανθεκτική στη χλωροκίνη ελονοσία μπορεί να ανταποκριθεί σε θειική κινίνη από το στόμα, μεφλοκίνη, αρτεμισινίνη, σουλφαδοξίνη και πυριμεθαμίνη (Fansidar), δοξυκυκλίνη ή συνδυασμούς αυτών των φαρμάκων. Βαριά ελονοσία από P. falciparum ανθεκτικό στη χλωροκίνη έχει αντιμετωπιστεί με ενδοφλέβια χορήγηση γλυκονικής κινιδίνης μαζί με δοξυκυκλίνη. Αποτελεσματική μη-αντιβιοτική θεραπεία για την ελονοσία περιλαμβάνει μερικές φορές αφαιμαξομετάγγιση και χηλικές ενώσεις του σιδήρου.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι επαγγελματίες υγείας σε ενδημικές περιοχές χρειάζεται να εργαστούν για την έγκαιρη ανίχνευση και αποτελεσματική θεραπεία της ελονοσίας. Σε τέτοιες περιοχές, κατασταλτικά και προφυλακτικά φάρμακα μπορεί να χρειαστούν για τον έλεγχο της ασθένειας.

Aliases (separate with |): Ελονοσία
εμβολή από αέρα

Απόφραξη ενός αιμοφόρου αγγείου από φυσαλίδα αέρα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Αέρας μπορεί να εισέλθει σε ένα αγγείο μετεγχειρητικά, κατά τη διάρκεια αλλαγής ενός ενδοφλέβιου συστήματος σε μια κεντρική φλεβική γραμμή ή με ένεση στην είσοδο μιας κεντρικής φλεβικής γραμμής, ή από ρήξη του μπαλονιού μιας κεντρικής φλεβικής γραμμής, κατά τη διάρκεια μιας ενδοφλέβιας ένεσης, εφόσον η σύριγγα δεν έχει πληρωθεί κατάλληλα ή από τον καθετηριασμό μιας φλέβας και εφόσον περνά υγρό από το οποίο δεν έχει απομακρυνθεί ο αέρας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μια πολύ μικρή ποσότητα αέρα στο φλεβοκαθετήρα ή στη σύριγγα δεν προκαλεί συμπτώματα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν αιφνίδια εμφάνιση δύσπνοιας, ανομοιόμορφους αναπνευστικούς ήχους, υπόταση, αδύναμο σφυγμό, αυξημένη κεντρική φλεβική πίεση, κυάνωση, διαξιφιστικό άλγος στο θώρακα, αιμόπτυση, ιδιάζοντα πνευμονικό ήχο (που μοιάζει με τον ήχο που παράγεται από την ανατάραξη του γάλακτος για την παρασκευή βουτύρου) πάνω από το προκάρδιο και μειούμενο επίπεδο συνείδησης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Όταν υπάρχει υπόνοια για εμβολισμό με αέρα ή αέριο στη συστηματική φλεβική κυκλοφορία (το αίμα που επιστρέφει από το σώμα στην καρδιά), πρέπει να χρησιμοποιηθεί το ηχοκαρδιογράφημα για να επιβεβαιώσει την ύπαρξή του. Η ύποπτη εστία εισόδου του αέρα πρέπει να σφραγιστεί και να καλυφθεί με φυσιολογικό ορό για να αποφευχθεί η περαιτέρω είσοδος αέρα στην κυκλοφορία. Χορηγείται οξυγόνο 100% στον ασθενή με μάσκα μη επανεισπνοής. Ο ασθενής πρέπει τότε να μετακινηθεί ώστε ο δεξιός κόλπος να είναι πάνω από το σημείο εισόδου του αέρα. Τοποθετείται κεντρικός φλεβικός καθετήρας στην κεντρική φλεβική κυκλοφορία και απομακρύνεται η ποσότητα του αέρα που έχει εισέλθει σε αυτή. Μπορεί να χρειαστεί να χορηγηθούν υγρά ενδοφλεβίως και ινότροπα φάρμακα για τη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης και του σφυγμού.

Πρόληψη: Όλος ο αέρας πρέπει να απομακρύνεται από τις γραμμές όλων των συστημάτων ενδοφλέβιας χορήγησης πριν από τη συναρμολόγησή τους καθώς και όταν αλλάζονται οι φιάλες ή οι ασκοί των διαλυμάτων. Πρέπει να χρησιμοποιούνται φίλτρα απομάκρυνσης του αέρα πλησίον του ασθενούς, συσκευές έγχυσης με δυνατότητα ανίχνευσης του αέρα καθώς και συστήματα αποκλεισμού των γραμμών, των συσκευών σύνδεσης ή σφραγισμένες συνδέσεις. Σε κεντρικές γραμμές, για να αυξηθεί η πίεση στην περιφέρεια και να εμποδιστεί ο αέρας από το να εισέλθει στην άνω κοίλη φλέβα, πρέπει να δοθεί εντολή στον ασθενή να εκτελέσει το χειρισμό Valsalva τη στιγμή που αφαιρείται το λεπτό σύρμα-οδηγός από τον καθετήρα, όταν τοποθετείται η συσκευή ενδοφλέβιας έγχυσης και όταν αλλάζονται οι προσαρμογείς ή τα πώματα στο άνοιγμα του φλεβοκαθετήρα.

Aliases (separate with |): Εμβολή από αέρα
εμβόλιο
  1. Μολυσματικό υγρό, προερχόμενο από βλάβες που οφείλονται στον ιό της δαμαλίτιδας, το οποίο ο Edward Jenner (Βρετανός ιατρός, 1749-1823) χρησιμοποίησε για την πρόληψη και την εξασθένηση του ιού της ευλογιάς στον άνθρωπο.
  2. Οποιοδήποτε διάλυμα περιέχει αντιγονικά μόρια ενός μικροοργανισμού, το οποίο χορηγείται για να προκληθεί ανοσολογική απάντηση σε μια λοιμώδη νόσο. Τα εμβόλια παρασκευάζονται από εξασθενημένους ή νεκρούς μικροοργανισμούς, αδρανοποιημένες τοξίνες, τοξοειδή μικροοργανισμών ή και ανοσολογικά ενεργούς δείκτες επιφανείας που αποσπώνται ή αντιγράφονται από κάποιο μικροοργανισμό. Χορηγούνται ενδομυϊκά, υποδόρια, ενδοδερμικά, από το στόμα ή ενδορινικά μόνα τους ή σε συνδυασμό.

Το ιδανικό εμβόλιο θα πρέπει να είναι αποτελεσματικό, καλά ανεκτό, φθηνό και εύκολο στην παρασκευή, στη χορήγηση και στην αποθήκευση. Στην πράξη οι ανεπιθύμητες ενέργειες των εμβολίων, όπως ο πυρετός, οι μυαλγίες και ο πόνος στο σημείο ενοφθαλμισμού είναι συνηθισμένες, αλλά σε γενικές γραμμές ήπιες. Οι παρενέργειες που πρέπει να αναφέρονται περιλαμβάνουν την αναφυλαξία, το σοκ, τους σπασμούς, την ενεργό λοίμωξη και τον θάνατο.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Επειδή τα εμβόλια μπορεί να προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες, όλα τα άτομα που εμβολιάζονται θα πρέπει να διαβάζουν προσεκτικά τα Ενημερωτικά Φυλλάδια Εμβολίων, πριν από τον εμβολιασμό.

Aliases (separate with |): vaccine|Εμβόλιο
εμβόλιο κατά της ευλογιάς

Εμβόλιο έναντι της ευλογιάς, μίας από τις πιο θανατηφόρες λοιμώξεις στην ιστορία της ανθρωπότητας. Το εμβόλιο παρασκευάζεται από ζώντα στελέχη του ιού της δαμαλίτιδας (όχι του ιού της ευλογιάς). Οι ομοιότητες μεταξύ των δύο ιών προσδίδουν στο εμβόλιο περίπου 95% αποτελεσματικότητα στην πρόληψη της ευλογιάς σε άτομα που έχουν εκτεθεί στον ιό. Το εμβόλιο κατά της ευλογιάς δεν χρησιμοποιείτο για αρκετά χρόνια, επειδή η ευλογιά έχει εκλείψει παγκοσμίως. Ωστόσο, ανησυχίες για τη χρήση του ιού της ευλογιάς ως βιολογικό όπλο, είχαν ως αποτέλεσμα τον εμβολιασμό ατόμων υψηλού κινδύνου (π.χ., εργαζόμενων στο χώρο της υγείας, σε υγειονομικές ομάδες άμεσης ανταπόκρισης, στον στρατό). Ο γενικός πληθυσμός δεν εμβολιάζεται. Το Κέντρο Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ συνιστά στα άτομα που μπορεί να εκτεθούν στον ιό της ευλογιάς των πιθήκων να εμβολιάζονται επίσης με το εμβόλιο κατά της ευλογιάς.

Aliases (separate with |): smallpox vaccine|Εμβόλιο κατά της ευλογιά
εμβολισμός από αμνιακό υγρό

Η είσοδος αμνιακού υγρού μέσω μιας ρήξης στις πλακουντιακές μεμβράνες στην κυκλοφορία της μητέρας. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να παρατηρηθεί κατά τις ωδίνες του τοκετού, τον τοκετό ή την αποκόλληση του πλακούντα. Το περιεχόμενο του υγρού (π.χ. πεπτωκότα εμβρυϊκά κύτταρα, μηκώνιο, εμβρυϊκό χνούδι, σμήγμα) μπορεί να προκαλέσει πνευμονικά ή εγκεφαλικά έμβολα, ή διάχυτη ενδαγγειακή πήξη (ΔΕΠ).

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Άλγος στο στήθος, δύσπνοια, κυάνωση, ταχυκαρδία, αιμορραγία, υπόταση ή σοκ είναι πιθανά συμπτώματα. Η εμβολή με αμνιακό υγρό συχνά είναι θανατηφόρα.

Aliases (separate with |): Εμβολισμός από αμνιακό υγρό
εμβολισμός, εμβολή

Η αιφνίδια απόφραξη ενός αιμοφόρου αγγείου από υπολείμματα κατεστραμμένων κυττάρων ή ιστών. Θρόμβοι αίματος, πλάκες που περιέχουν χοληστερόλη, μάζες βακτηρίων, καρκινικά κύτταρα, αμνιακό υγρό, λίπος από το μυελό σπασμένων οστών και ουσίες που ενίονται (π.χ. φυσαλίδες αέρα ή σωματίδια ύλης) μπορούν να ενσφηνωθούν σε αγγεία και να αποφράξουν την κυκλοφορία.

Aliases (separate with |): Εμβολισμός, εμβολή
έμβολο

Μάζα αδιάσπαστης ύλης μέσα σε ένα αιμοφόρο αγγείο η λεμφαγγείο, το οποίο μεταφέρθηκε εκεί μέσω του αίματος η της λέμφου. Τα έμβολα μπορεί να είναι στερεά, υγρά η αέρια. Ο αποκλεισμός των αγγείων από τα έμβολα οδηγεί συνήθως στην πρόκληση εμφράκτων.

Aliases (separate with |): Έμβολο
εμβολοθεραπεία

Η χρήση οποιουδήποτε είδους εμβολικού υλικού (αυτόλογος θρόμβος, τμημα μυός η ξένο σώμα) για τη θεραπευτική απόφραξη ενός αιμοφόρου αγγείου. Η τεχνική αυτη χρησιμοποιείται για τον έλεγχο της αιμορραγίας, τη σύγκλιση συριγγίων η αρτηριοφλεβικών δυσπλασιών, την απαγγείωση οργάνων και τη μείωση των όγκων η της κιρσοκήλης. Σε γενικές γραμμές, τοποθετείται ένας καθετήρας διαμέσου του αγγειακού δικτύου στην έκφυση του αγγείου που πρόκειται να αποκλειστεί και εγχέεται ένας εμβολογόνος παράγοντας υπό ακτινογραφική παρακολούθηση

Aliases (separate with |): Εμβολοθεραπεία
έμβρυο
  1. Το νεαρό άτομο οποιουδήποτε οργανισμού στα πρώιμα στάδια της ανάπτυξης.

  2. Στα θηλαστικά, το στάδιο της προγεννητικής ανάπτυξης, ανάμεσα στο γονιμοποιημένο ωάριο και το έμβρυο των δύο μηνών. Το στάδιο αυτό ξεκινά την 4η ημέρα μετά τη γονιμοποίηση και συνεχίζει μέχρι και την 8η εβδομάδα της κύησης. ΑΝΑΠΤΥΞΗ: Πρώτη εβδομάδα μετά τη γονιμοποίηση: Ο ζυγώτης αρχίζει μια σειρά μιτωτικών διαιρέσεων, οι οποίες καλούνται αυλακώσεις και σχηματίζει το μορίδιο, μια συμπαγή μάζα κυττάρων. Το μορίδιο εξελίσσεται σε βλαστοκύστη, η οποία περιβάλλεται από την τροφοβλάστη και περιέχει μια μάζα κυττάρων, την εμβρυοβλάστη. Η τροφοβλάστη δημιουργεί το χόριο και μετά την εμφύτευση στη μήτρα μεταβάλλεται στον εμβρυϊκό πλα-κοΰντα. Δεύτερη εβδομάδα: Η αμνιακή κοιλότητα και ο λεκιθικός ασκός σχηματίζονται εντός της εμβρυοβλάστης και χωρίζονται μεταξύ τους από τον εμβρυϊκό δίσκο, ο οποίος στο στάδιο αυτό αποτελείται από το έσω και το έξω βλαστικό δέρμα. Τρίτη εβδομάδα: Αναπτύσσεται το μέσο βλαστικό δέρμα ανάμεσα στο εξώδερμα και στο ενδόδερμα, οπότε ολοκληρώνεται η εμφάνιση όλων των βλαστικών στιβάδων.

Το επιθήλιο του γαστρεντερικού σωλήνα, το ήπαρ, το πάγκρεας και οι πνεύμονες αναπτύσσονται από το ενδόδερμα. Οι μύες, όλος ο συνδετικός ιστός, το αίμα, ο λεμφικός ιστός και το επιθηλιο των αγγείων, οι κοιλότητες του σώματος, οι νεφροί, οι γονάδες και ο φλοιός των επινεφριδίων σχηματίζονται από το μέσο βλαστικό δέρμα. Η επιδερμίδα, ο νευρικός ιστός, η υπόφυση και το επιθήλιο της ρινικής κοιλότητας, του στόματος, των σιελογόνων αδένων, της ουροδόχου κύστης και της ουρήθρας αναπτύσσονται από το εξώδερμα.

Έμβρυο: (Τρίτη μέχρι και όγδοη εβδομάδα). Το έμβρυο αυξάνει σε μήκος από 1.5 χιλ. στα 23 χιλ. Τα οργανικά συστήματα αναπτύσσονται και το έμβρυο αρχίζει να εμφανίζει ανθρώπινη μορφη. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτης της οργανογένεσης, το έμβρυο είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στην επίδραση των ιογενών λοιμώξεων της μητέρας (π.χ. ερυθρά) και στα τοξικά χημικά, περιλαμβανομένου του αλκοόλ και του καπνού του τσιγάρου και είναι ευαίσθητο στην υποξαιμία.

Aliases (separate with |): Έμβρυο
εμβρυο-εμβρυϊκή μετάγγιση

Επιπλοκή μονοχοριονικών πολλαπλών κυήσεων, κατά τις οποίες το ένα έμβρυο λαμβάνει περισσότερη αιματική ροή από τον πλακούντα από το άλλο. Η διάγνωση γίνεται με εμβρυϊκή υπερηχογραφία: ο αμνιακός σάκος του ενός εμβρύου έχει πολλά πολυϋδράμνια (υπερβολικό αμνιακό υγρό), ενώ ο σάκος του άλλου εμβρύου έχει ολιγοϋδράμνια (ανεπαρκές αμνιακό υγρό). Ο θάνατος ενός εκ των δύο διδύμων θα επέλθει χωρίς παρέμβαση. Οι θεραπείες περιλαμβάνουν επαναλαμβανόμενες αμνιοπαρακεντήσεις, θεραπεία λέιζερ για την αποτροπή ανταλλαγής αίματος μεταξύ των διδύμων ή ενδομήτρια εγχείρηση.

Aliases (separate with |): Εμβρυο-εμβρυϊκή μετάγγιση
εμβρυοσκόπηση

Η άμεση επισκόπηση του εμβρύου ή του κυήματος στη μήτρα με την εισαγωγή της πηγής φωτός και της συσκευής ανίχνευσης εικόνας ενός εμβρυοσκοπίου στην αμνιακή κοιλότητα μέσω μιας μικρής εντομής στο κοιλιακό τοίχωμα. Η τεχνική αυτή επιτρέπει την οπτική επαφή και τη φωτογράφηση, τη χειρουργική αποκατάσταση ορισμένων συγγενών ανωμαλιών και τη συλλογή δειγμάτων αμνιακού υγρού για την ανάλυση της χημικής και κυτταρικής σύστασής του.

Aliases (separate with |): Εμβρυοσκόπηση
έμεση

Εκτόξευση, διαμέσου του στόματος, του περιεχομένου του γαστρεντερικού σωλήνα. Μαζί με τη διάρροια και την αιμορραγία, ο έμετος είναι δυνητικά σημαντική αιτία αφυδάτωσης. Μπορεί να προκληθεί από τοξίνες, φάρμακα, ουραιμία και πυρετό· εγκεφαλικούς όγκους· μηνιγγίτιδα (συχνά δεν συνοδεύεται από ναυτία και αποτυγχάνει να ανακουφίσει τη συνοδό κεφαλαλγία)· νοσήματα του στομάχου όπως έλκος, καρκίνος, διαταραχές της κινητικότητας ή δυσπεψία· αντανακλαστικά λόγω εγκυμοσύνης, νοσήματα της μήτρας ή των ωοθηκών, ερεθισμό από τα κόπρανα, εντερικά παράσιτα, κωλικό των χοληφόρων εντερική απόφραξη· ναυτία· και νευρολογικές διαταραχές, όπως ημικρανία. Ο έμετος μπορεί επίσης να έχει ψυχολογικά αίτια (ψυχογενής). Ο οισοφαγικός έμετος μπορεί να προκληθεί από παλινδρόμηση ή απόφραξη.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα αντιεμετικά σκευάσματα μπορεί να ληφθούν από το στόμα, από το ορθό, ενδομυϊκά η ενδοφλέβια. Υγρά μπορεί να χορηγούνται από το στόμα, αν ο ασθενής είναι δεκτικός. Εάν ο έμετος επιμένει, απαιτείται ενδοφλέβια χορήγηση υγρών και ηλεκτρολυτών προς αναπλήρωση αυτών που χάθηκαν με τον έμετο.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Αιτιολογικοί παράγοντες όπως τα φάρμακα, οι τροφές, οι νόσοι και οι ψυχολογικοί παράγοντες εκτιμώνται και θεραπεύονται, εάν είναι δυνατό. Εκτιμώνται επίσης η συχνότητα, η ποσότητα, ο χρόνος και τα χαρακτηριστικά του εμέτου. Ο ασθενής τοποθετείται έτσι ώστε να προστατεύονται οι αεραγωγοί και να αποτρέπεται η αναρρόφηση και να είναι διαθέσιμος ο εξοπλισμός αναρρόφησης. Τα αντιεμετικά χορηγούνται, όπως συνταγογραφούνται. Οι τροφές και τα υγρά αποφεύγονται για αρκετές ώρες και προσφέρεται περιποίηση της στοματικής κοιλότητας. Εάν ο ασθενής απαιτείται να χειρουργηθεί, ο περιορισμός τροφής και υγρών για περίπου 8 ώρες πριν την επέμβαση βοηθάει στην πρόληψη του εμέτου. Συνιστώνται ανακουφιστικά μέτρα, όπως η εφαρμογή δροσερού επιθέματος στο πρόσωπο. Οι ηλεκτρολύτες του ορού παρακολουθούνται και οι προσλαμβανόμενες και αποβαλλόμενες ποσότητες καταγράφονται με ακρίβεια, ώστε να διασφαλιστεί η σωστή αναπλήρωση των υγρών. Τα ζωτικά σημεία παρακολουθούνται για ενδείξεις αφυδάτωσης. Ο φροντίζων παρέχει ένα ήρεμο περιβάλλον και τρόπους απόσπασης της προσοχής.

Aliases (separate with |): Έμεση
εμετικός

Παράγοντας ο οποίος προάγει τον έμετο. Ένα εμετικό μπορεί να προκαλέσει έμετο μέσω ερεθισμού του γαστρεντερικού σωλήνα, η μέσω ερεθισμού των χημειοϋποδοχέων του κέντρου του εμέτου στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Μερικά φάρμακα, όπως τα ναρκωτικά αναλγητικά και οι χημειοθεραπευτικοί παράγοντες για τον καρκίνο, έχουν εμετικές ιδιότητες ως ανεπιθύμητες ενέργειες της χορήγησης τους.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΕΡΔΟΣΟΛΟΠΑΣ: Φάρμακα που προάγουν τον έμετο (όπως το σιρόπι ιπεκακουάνας και η υδροχλωρική απομορφίνη) χορηγούνται περιστασιακά για την αντιμετώπιση της κατάποσης τοξικών ουσιών. Η γαστρική πλύση και η χορήγηση ενεργού άνθρακα προτιμώνται για την αντιμετώπιση ασθενών που έχουν λάβει υπερβολική δόση φαρμάκων, επειδή οι μέθοδοι αυτές είναι γενικά πιο ασφαλείς, καλύτερα ανεκτές και πιο αποτελεσματικές από τα εμετικά φάρμακα. Τα εμετικά είναι ιδιαίτερα επικίνδυνα για ασθενείς με διαταραχή του επιπέδου συνείδησης, για αυτούς που έχουν καταπιεί παράγωγα του πετρελαίου, εξαιτίας του κινδύνου εισρόφησης, καθώς και για τους ασθενείς που έχουν καταπιεί διαβρωτικά υλικά, επειδη το εμετικό φάρμακο μπορεί να επιδεινώσει τη βλάβη στον οισοφάγο και στο στοματοφάρυγγα. Τα εμετικά αντενδείκνυνται επίσης σε ασθενείς με γνωστή καρδιακή νόσο η επιληψία επειδή μερικές φορές προκαλούν σπασμούς και αρρυθμίες.

Aliases (separate with |): Εμετικός
έμετος από χημειοθεραπεία

Έμετος που σχετίζεται με η προκαλείται από τη χημειοθεραπεία του καρκίνου. Μολονότι η ανεπιθύμητη αυτη ενέργεια είναι αυτοπεριοριζόμενη και σπάνια απειλητικη για τη ζωη, η προοπτικη εμφάνισης της προκαλεί άγχος και κατάθλιψη σε πολλούς ασθενείς. Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει φάρμακα όπως η δροναβιδόλη, η γκρανισετρόνη, η λοραζεπάμη, η προχλωροπεραζίνη και στεροειδη, μεταξύ άλλων.

Aliases (separate with |): Έμετος από χημειοθεραπεία
εμμηνόπαυση

Η περίοδος που σηματοδοτεί την μόνιμη λήξη της εμμήνου δραστηριότητας, που συνήθως συμβαίνει μεταξύ των ηλικιών 35 και 58. Η εμμηνόρροια μπορεί να σταματήσει ξαφνικά, μπορεί να υπάρχει μειωμένη ροή κάθε μήνα μέχρι την οριστική διακοπή ή το μεσοδιάστημα μεταξύ των περιόδων μπορεί να επιμηκύνεται μέχρι να επιτευχθεί η πλήρης διακοπή. Φυσιολογικά η εμμηνόπαυση θα συμβεί στο 25% των γυναικών μέχρι την ηλικία των 47, στο 50% μέχρι την ηλικία των 50, στο 75% μέχρι την ηλικία των 52 και στο 95% μέχρι την ηλικία των 55. Η εμμηνόπαυση οφειλόμενη σε χειρουργική αφαίρεση των ωοθηκών έχει συμβεί σε σχεδόν 30% των γυναικών των Η.Π.Α., που είναι 50 ετών ή μεγαλύτερες. Γυναίκες με βραχείς έμμηνους κύκλους μπορεί να φτάσουν στην εμμηνόπαυση μέχρι και δυο χρόνια νωρίτερα από γυναίκες με μακριούς κύκλους. Το κάπνισμα έχει μια επίδραση στη εμμηνόπαυση, επιφέροντας τη 1 με 2 χρόνια πρόωρα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα συμπτώματα που σχετίζονται με την εμμηνόπαυση ξεκινούν νωρίς μετά τη διακοπή της λειτουργίας των ωοθηκών, είτε η εμμηνόπαυση συμβαίνει φυσικά είτε οφείλεται σε χειρουργική αφαίρεση των ωοθηκών ή σε δυσλειτουργία της υπόφυσης. Τα συμπτώματα που μπορεί να διαρκέσουν από λίγους μήνες μέχρι χρόνια, ποικίλουν από δύσκολα αναγνωρίσιμα ως βαριά. Περιλαμβάνονται αγγειοκινητική αστάθεια, νευρικότητα, εξάψεις, ρίγη, ευερεθιστότητα, κόπωση, απάθεια, κατάθλιψη, επεισόδια κλάματος, αϋπνία, αίσθημα παλμών, ίλιγγος, κεφαλαλγία, αιμωδία, κνησμός, μυαλγία, διαταραχές της ούρησης (όπως συχνότητα και ακράτεια) και ποικίλες διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος. Τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα των χαμηλών επιπέδων οιστρογόνων είναι οστεοπόρωση και αθηροσκλήρυνση.

Οι εξάψεις μπορούν να ξεκινήσουν με αύρα που προηγείται κοιλιακής δυσφορίας και ίσως ενός ρίγους που ακολουθείται σύντομα από αίσθημα θερμότητας που κινείται προς την κεφαλή. Μετά το πρόσωπο γίνεται ερυθρό και υπάρχει εφίδρωση ακολουθούμενη από εξάντληση. Η αιτία των εξάψεων δεν είναι πλήρως κατανοητή. Παρόλο που ο λαϊκός μύθος είναι πως η σεξουαλική επιθυμία και δραστηριότητα αναπόφευκτα μειώνονται μετά την εμμηνόπαυση, υπάρχουν λίγα δεδομένα για να υποστηρίξουν αυτή την άποψη. Η σεξουαλική επιθυμία μπορεί να μείνει στα προεμμηνοπαυσιακά επίπεδα ή να αυξηθεί λόγω έλλειψης φόβου εγκυμοσύνης.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (HRT) χρησιμοποιείται προσεκτικά για την ανακούφιση από τα συμπτώματα. Αυτή η θεραπεία συνίσταται μόνο σε οιστρογόνα (σε ασθενείς που έχουν υποστεί υστερεκτομή) και σε οιστρογόνα συνδυασμένα με προγεστερόνη (σε ασθενείς με άθικτη μήτρα). H HRT αντενδείκνυται σε γυναίκες με ιστορικό οιστρογονοεξαρτώμενου καρκίνου του μαστού, ενδομητρικό καρκίνο, θρομβοεμβολική νόσο, οξεία ηπατική νόσο και κολπική αιμορραγία αγνώστου αιτιολογίας. Πολλές γυναίκες με ισχυρό οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού, θα πρέπει επίσης να αποφύγουν την HRT. Οι αποφάσεις σχετικά με τη χρήση της HRT βασίζονται στα σχετικά οφέλη και τους κινδύνους της θεραπείας για την κάθε γυναίκα. Σημαντικά οφέλη μπορεί να περιλαμβάνουν τη μείωση του κινδύνου οστεοπόρωσης, τη μείωση της πιθανότητας για άνοια του Alzheimer, τη βελτίωση του λιπιδικού προφίλ και τη μείωση των συμπτωματικών εξάψεων. Είναι αβέβαιο, αν η HRT επιδρά στα καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια. Σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να περιλαμβάνουν αύξηση της πιθανότητας για ανάπτυξη οιστρογονοεξαρτώμενων κακοηθειών και επανέναρξη της εμμήνου ρύσης. Παρόλο που η έρευνα δεν έχει αποδείξει την αποτελεσματικότητά τους, κάποιες γυναίκες μπορεί να λαμβάνουν συμπληρώματα με βότανα και να καταναλώνουν προϊόντα σόγιας για ανακούφιση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Επειδή οι γυναίκες μπορεί να βιώσουν ποικιλία συμπτωμάτων κατά την περίοδο αυτή πρέπει να προσδιοριστούν η φύση τους, η βαρύτητά τους και η επίδρασή τους στην ασθενή. Η εμμηνόπαυση είναι μια φυσιολογική φάση στον αναπαραγωγικό κύκλο. Αν η γυναίκα βιώνει σοβαρά συμπτώματα, ένας ιατρός μπορεί να χρειαστεί να εκτιμήσει την ασθενή. Η γυναίκα ενθαρρύνεται να διατηρήσει δίαιτα υψηλή σε ασβέστιο, βιταμίνες και μέταλλα. Τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της HRT είναι υπό συζήτηση. Οι φορείς ιατρικής φροντίδας προσφέρουν συναισθηματική υποστήριξη και καθησυχασμό, καθώς τα συμπτώματα μπορεί να είναι καταθλιπτικά και τρομακτικά και παρέχουν γραπτές πληροφορίες παρακολούθησης και πηγές αυτοβοήθειας.

Aliases (separate with |): Εμμηνόπαυση
εμμηνόρροια

Η κυκλική, επαγόμενη από ορμόνες εφελκιδοποίηση του ενδομητρίου της μήτρας, η οποία συμβαίνει μεταξύ εφηβείας και εμμηνόπαυσης και συνοδεύεται από αιμορραγικό κολπικό έκκριμα. Η έναρξη της εμμήνου ρύσης (εμμηναρχή) συνήθως συμβαίνει κατά την εφηβεία (ηλικία 9 ως 17 ετών). Όταν το ωάριο μιας γυναίκας δεν γονιμοποιηθεί, το ωχρό σωμάτιο υπόκειται σε εκφύλιση, η οποία οδηγεί τα επίπεδα προγεστερόνης σε μείωση, γεγονός το οποίο με τη σειρά του πυροδοτεί τα έμμηνα.

Μία συνήθης έμμηνος περίοδος εκδηλώνει τα εξής χαρακτηριστικά: ένα μεσοδιάστημα μεταξύ των εμμήνων ρύσεων, που ποικίλλει μεταξύ 18 και 40 ημερών, με μέσο όρο 27 ως 30 ημέρες· κι έμμηνο ροή που διαρκεί μεταξύ 3 και 7 ημερών, 4 με 5 μέρες κατά μέσο όρο. Το αίμα της εμμήνου ρύσεως περιέχει φυσιολογικά, αιμολυμένα και μερικές φορές συγκολλημένα ερυθρά αιμοσφαίρια· αποσυντεθειμένα ενδομητρικά και στρωματικά κύτταρα κι αδενικές εκκρίσεις. Γενικά, το αίμα της εμμήνου ρύσεως δεν πήζει, αλλά η δίοδος κάποιων θρόμβων δεν είναι ασυνήθιστη.

Η απώλεια αίματος ποικίλει ευρέως μεταξύ των γυναικών· ωστόσο, είναι συνήθως σταθερή από μήνα σε μήνα στο ίδιο άτομο. Η μέση μηνιαία απώλεια αίματος κυμαίνεται μεταξύ 44 και 80 ml, αλλά μπορεί να μειωθεί από τη χρήση αντισυλληπτικών από του στόματος και να αυξηθεί από την παρουσία μιας ενδομήτριας συσκευής. Η απώλεια αίματος κατά την έμμηνο ρύση είναι η πιο κοινή μονήρης αιτία της σιδηροπενικής αναιμίας στη γυναίκα. Η εκτίμηση της απώλειας αίματος μιας ασθενούς από το ιστορικό είναι δύσκολη, διότι πολλές γυναίκες είναι ανεπαρκείς κριτές του όγκου ροής τους. Μια αδρή εκτίμηση της απώλειας αίματος μπορεί να γίνει, ρωτώντας για τον αριθμό, τον τύπο και το ποσό του διαποτισμού των ταμπόν ή των σερβιετών που χρησιμοποιούνται την κάθε μέρα της περιόδου. Όταν σημειώνεται ο αριθμός των σερβιετών ή των ταμπόν που χρησιμοποιούνται καθημερινά, εκείνος που λαμβάνει το ιστορικό θα πρέπει να καθορίσει το λόγο των αλλαγών· κάποιες γυναίκες μπορεί να αλλάζουν για λόγους διαφορετικούς από τον διαποτισμό της σερβιέτας.

Οι ενδείξεις υπερβολικής ή ανώμαλης ροής της εμμήνου ρύσεως περιλαμβάνουν την ανάγκη για αλλαγή διαποτισμένων ταμπόν ή σερβιετών ανά ώρα· τη δίοδο θρόμβων, ειδικά όταν είναι μεγαλύτεροι από 2 εκατοστά σε διάμετρο ή αν συμβαίνουν σε άλλη από την πρώτη ολοκληρωμένη ημέρα περιόδου και διάρκεια ροής που υπερβαίνει τις 7 μέρες ροής σε έναν ή περισσότερους κύκλους. Η έμμηνος ρύση φυσιολογικά σταματάει κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μπορεί ή όχι να λαμβάνει χώρα κατά τον θηλασμό και σταματά μόνιμα με την εμμηνόπαυση.

Ανωμαλίες εμμήνου ρύσεως: Αποτυχία για έμμηνο ρύση μπορεί να προκαλείται από συγγενείς ανωμαλίες· σωματικές διαταραχές (π.χ., παχυσαρκία, κακή θρέψη ή νόσο)· υπερβολική άσκηση· συναισθηματικές ή ορμονικές διαταραχές που επηρεάζουν τις ωοθήκες, την υπόφυση, τον θυρεοειδή ή τα επινεφρίδια. Απουσία ροής, όταν αυτή αναμενόταν φυσιολογικά, λέγεται αμηνόρροια· περιορισμένη ροή είναι γνωστή σαν ολιγομηνόρροια' η επώδυνη έμμηνος ρύση λέγεται δυσμηνόρροια. Η υπερβολική απώλεια αίματος λέγεται μηνορραγία· η απώλεια αίματος στην περίοδο μεταξύ των εμμήνων ρύσεων είναι γνωστή σαν κηλίδωση ή μητρορραγία.

Aliases (separate with |): menstruation|Εμμηνόρροια
έμμηνος κύκλος

Η περιοδικά επαναλαμβανόμενη αλληλουχία μεταβολών που συμβαίνει στην μήτρα και τα σχετιζόμενα όργανα του φύλου (ωοθήκες, τράχηλο και κόλπο) και σχετίζεται με την έμμηνο ρύση και την ενδιάμεση στις εμμηνορρυσίες περίοδο. Ο ανθρώπινος κύκλος διαρκεί κατά μέσο όρο 28 μέρες, μετρούμενος από την αρχή της εμμήνου ρύσεως. Ωστόσο, ο καταμήνιος κύκλος ποικίλλει σε διάρκεια, ακόμα και στο ίδιο άτομο από μήνα σε μήνα. Οι αποκλίσεις στη διάρκεια του κύκλου οφείλονται κυρίως σε μεταβολές της διάρκειας της φάσης του πολλαπλασιασμού.

Ο καταμήνιος κύκλος διαιρείται σε τέσσερις φάσεις που χαρακτηρίζονται από ιστολογικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στο ενδομήτριο στης μήτρας. Αυτές είναι: Φάση πολλαπλασιασμού: Μετά την απώλεια αίματος από το ενδομήτριο, το μητρικό επιθήλιο καθίσταται φυσιολογικό· το ενδομήτριο γίνεται παχύτερο και πιο αγγειώδες· οι αδένες επιμηκύνονται. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το ωοθυλάκιο ωριμάζει και εκκρίνει οιστρογόνα· με τη διέγερση από τα οιστρογόνα, το ενδομήτριο γίνεται υπερτροφικό, διογκώνεται και γίνεται πιο αγγειώδες και οι αδένες επιμηκύνονται. Η φάση τερματίζεται με ρήξη του θυλακίου και απελευθέρωση του ωαρίου περίπου 14 μέρες πριν να ξεκινήσει η επόμενη έμμηνος ρύση. Γονιμοποίηση του ωαρίου είναι πιο πιθανό να συμβεί τις ημέρες αμέσως μετά την ωορρηξία. Ωχρινική ή Εκκριτική φάση: Μετά την απελευθέρωση του ωαρίου, το ωχρό σωμάτιο εκκρίνει προγεστερόνη. Με τη διέγερση από την προγεστερόνη, το ενδομήτριο γίνεται ακόμα παχύτερο· οι αδένες γίνονται πιο ελικοειδείς και παράγουν ένα άφθονο έκκριμα που περιέχει γλυκογόνο. Οι περιελιγμένες αρτηρίες κάνουν την εμφάνισή τους· το ενδομήτριο γίνεται οιδηματώδες· το στρώμα γίνεται συμπαγές. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το ωχρό σωμάτιο αναπτύσσεται σε μια ωοθήκη και εκκρίνει προγεστερόνη. Αυτή η φάση διαρκεί 10 με 14 μέρες. Προεμμηνορροϊκή ή ισχαιμική φάση: Αν δεν έχει συμβεί εγκυμοσύνη, οι περιελιγμένες αρτηρίες αποφράσσονται και το ενδομήτριο γίνεται αναιμικό και συρρικνώνεται 1 ή 2 μέρες πριν την έμμηνο ρύση. Το ωχρό σωμάτιο της ωοθήκης ξεκινά να εκφυλίζεται. Αυτή η φάση διαρκεί περίπου 2 μέρες και τερματίζεται με τη διάνοιξη των αποφραγμένων αρτηριών και την αποκόλληση μικρών πλακών ενδομητρίου και την έναρξη της εμμήνου ρύσεως με τη ροή έμμηνου υγρού. Έμμηνος ρύση: Το λειτουργικό στρώμα του ενδομητρίου αποκολλάται.

Ο καταμήνιος κύκλος διαφοροποιείται από την κύηση, τη χρήση αντισύλληψης, συνυπάρχουσες νόσους, τη δίαιτα και την άσκηση.

Aliases (separate with |): Έμμηνος κύκλος
εμπύημα

Συλλογή πύου σε μια κοιλότητα του σώματος, συνήθως μεταξύ των πετάλων του υπεζωκότα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Προκαλείται συνήθως από την τοπική εξάπλωση μιας λοίμωξης από πνευμονία η απόστημα του πνεύμονα, μπορεί όμως να προκληθεί και από μικρόβια που μεταφέρονται στον υπεζωκότα μέσω του αίματος η της λέμφου η από εξάπλωση προς τα άνω ενός υποδιαφραγματικού αποστήματος. Τα συνηθέστερα παθογόνα μικρόβια είναι ο Streptococcus pneumoniae, ο Staphylococcus aureus και η Klebsiella pneumoniae, μπορεί όμως να ευθύνονται και αναερόβια μικρόβια.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι ασθενείς είναι συνήθως βαρέως πάσχοντες, με υψηλό πυρετό και εφίδρωση, κακουχία, ανορεξία και κόπωση. Εμφανίζουν συχνά ταχυκαρδία, πλευρίτιδα, βηχα και δύσπνοια. Ανάλογα με την ποσότητα του πύου και του υγρού που υπάρχει, η φυσική εξέταση μπορεί να αναδείξει ανισότιμη έκπτυξη των πνευμόνων, αμβλύτητα κατά την επίκρουση και ελαττωμένους η απόντες αναπνευστικούς ήχους πάνω από την προσβεβλημένη περιοχή. Ινώδεις συμφύσεις μπορεί να καλύψουν την υπεζωκοτική κοιλότητα και να εμποδίζουν την έκπτυξη του πνεύμονα.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Το εμπύημα μπορεί να διαγνωσθεί έμμεσα από τις ακτινογραφίες θώρακα, την αξονική τομογραφία, την απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού, η άμεσα και οριστικά με την παρακέντηση του θώρακα (εισαγωγή μιας ευρύστομης βελόνας στην υπεζωκοτική κοιλότητα). Η αναρρόφηση υγρού από την υπεζωκοτική κοιλότητα παρέχει υλικό για διενέργεια καλλιέργειας και αντιβιογράμματος και βοηθά στη λύση της λοίμωξης.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Το πυώδες εξίδρωμα και υγρό παροχετεύονται με παρακέντηση και σύστημα αναρρόφησης με αρνητική πίεση μέσω ενός στεγανού δοχείου που περιέχει νερό. Φάρμακα όπως η ουροκινάση μπορεί να διοχετευθούν στην υπεζωκοτική κοιλότητα για να ελαχιστοποιήσουν το σχηματισμό ινωδών συμφύσεων και να διατηρήσουν τη βατότητα του σωλήνα της παρακέντησης. Μπορεί να απαιτηθεί χειρουργική παροχέτευση. Χορηγείται ενδοφλεβίως αντιβιοτική αγωγή με βάση το αντιβιόγραμμα. Αντιμετωπίζεται επίσης η πρωτοπαθής λοίμωξη.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής παρακολουθείται για αυξημένη αναπνευστική δυσχέρεια και σύμπτυξη του τμήματος του πνεύμονα (πνευμοθώρακας) που γειτνιάζει με το εμπύημα. Διατηρείται η βατότητα του συστήματος παροχέτευσης. Καταγράφονται ο όγκος, το χρώμα και τα χαρακτηριστικά του υγρού που παροχετεύεται. Ο ασθενής προφυλάσσεται από τυχαία μετατόπιση του σωλήνα παροχέτευσης. Παρέχονται στον ασθενή υγρά και πρωτεΐνες και ενθαρρύνεται να εκτελέσει αναπνευστικές ασκήσεις και εντατική σπιρομετρία Κανονίζεται ανάλογα με τις ανάγκες η κατ οίκον φροντίδα του.

Aliases (separate with |): Εμπύημα
έμφραγμα μυοκαρδίου

Η απώλεια ζώντος καρδιακού μυός ως αποτέλεσμα απόφραξης των στεφανιαίων αρτηριών. Το έμφραγμα του μυοκαρδίου συνήθως συμβαίνει, όταν ραγεί μία αθηρωματική πλάκα σε μία στεφανιαία αρτηρία και ο θρόμβος, που προκύπτει, αποφράξει το τραυματισμένο αιμοφόρο αγγείο. Η αιμάτωση του μυϊκού ιστού, που βρίσκεται στην πορεία της αποφραγμένης αρτηρίας, διακόπτεται. Αν η αιματική ροή δεν αποκατασταθεί εντός ολίγων ωρών, ο καρδιακός μυς νεκρώνεται.

Εκατοντάδες χιλιάδες εμφραγμάτων του μυοκαρδίου λαμβάνουν χώρα στις Η.Π.Α. κάθε χρόνο, με πολλά από αυτά να οδηγούν σε αιφνίδιο θάνατο. Η πιθανότητα θανάτου από ΜΙ σχετίζεται με την υποκείμενη υγεία του ασθενή, με το αν συμβούν αρρυθμίες, όπως κοιλιακή μαρμαρυγή ή κοιλιακή ταχυκαρδία και πόσο γρήγορα ο ασθενής θα λάβει τις κατάλληλες θεραπείες, όπως θρομβολυτικά φάρμακα, αγγειοπλαστική, αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα, βήτα-αποκλειστές και εντατική ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Αποδεδειγμένοι παράγοντες κινδύνου για ΜΙ είναι το κάπνισμα, ο σακχαρώδης διαβήτης, τα παθολογικά επίπεδα χοληστερόλης, η υψηλή αρτηριακή πίεση, το άρρεν φύλο, η προχωρημένη ηλικία, η παχυσαρκία, η έλλειψη σωματικής άσκησης, και η απώλεια αλβουμίνης στα ούρα. Κάποιες έρευνες υποδεικνύουν ότι τα υψηλά επίπεδα ομοκυστεΐνης, τα υψηλά επίπεδα C αντιδρώσας πρωτεΐνης και άλλες καταστάσεις μπορούν, επίσης, να οδηγήσουν σε αυξημένο κίνδυνο.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα κλασσικά συμπτώματα του ΜΙ είναι προοδευτική έναρξη άλγους ή πίεσης, που γίνεται αισθητή πιο έντονα στο κέντρο του στέρνου, αντανακλώντας στον τράχηλο, την κάτω γνάθο, τους ώμους ή τα άνω άκρα και διαρκεί περισσότερο από μισή ώρα. Το άλγος τυπικά είναι βύθιο και βαρύ, παρά οξύ και διαξιφιστικό και συχνά σχετίζεται με δυσκολία στην αναπνοή, ναυτία, έμετο και έντονη εφίδρωση. Οι κλινικές εκδηλώσεις, ωστόσο, ποικίλλουν σημαντικά. Πολλοί ασθενείς πιστεύουν ότι έχουν δυσπεψία, εντερικά αέρια ή μυϊκά άλγη· πολλές γυναίκες και ηλικιωμένα άτομα βιώνουν δύσπνοια πιο έντονα από το θωρακικό άλγος ή την πίεση. Περίπου το ένα τρίτο όλων το ΜΙ είναι κλινικά σιωπηλά. Συχνά οι ασθενείς που υφίστανται ΜΙ είχαν στηθάγχη για πολλές εβδομάδες πριν και απλά δεν το αναγνώρισαν.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Ένα συμβατό ιστορικό συνδυασμένο είτε με ανάσπαση του διαστήματος ST είτε με αυξημένα επίπεδα καρδιακών μυϊκών ενζύμων στο αίμα (τροπονίνες, κρεατινική κινάση) μπορούν να καθορίσουν τη διάγνωση, συχνά εντός ολίγων ωρών από την έναρξη. Η διαφορική διάγνωση του θωρακικού άλγους πρέπει πάντα να εξετάζεται προσεκτικά, διότι άλλες σοβαρές νόσοι, όπως η πνευμονική εμβολή, ο αορτικός διαχωρισμός, η ρήξη οισοφάγου, η οξεία χολοκυστίτιδα, η οισοφαγίτιδα ή η ρήξη σπληνός μπορούν να μιμηθούν το ΜΙ.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Το ΜΙ είναι ένα ιατρικό επείγον· η διάγνωση και η θεραπεία δεν πρέπει να καθυστερούν. Η τυπική αντιμετώπιση του ασθενή περιλαμβάνει:

  1. χορήγηση οξυγόνου άμεσα και χορήγηση ασπιρίνης και βήτα αποκλειστών, εκτός και αν υπάρχουν ισχυρές αντενδείξεις.
  2. παραγγελία ινωδολυτικών φαρμάκων (π.χ., ενεργοποιητής του ιστικού πλασμινογόνου), εκτός και αν αντενδείκνυται ή πρόκειται να διενεργηθεί επείγουσα αγγειοπλαστική (όπου είναι διαθέσιμη).
  3. χορήγηση νιτρωδών και μορφίνης για αγγειοδιαστολή και αναλγησία.
  4. χορήγηση αντιαιμοπεταλιακών παραγόντων, όπως ηπαρίνες ή γλυκοπρωτεϊνικούς IIb/ IIIa αναστολείς.
  5. χορήγηση αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης.
  6. χορήγηση στατινών.

Σε κάποιους ασθενείς (π.χ, σε έμφραγμα της δεξιάς κοιλίας) χρειάζεται μαζική χορήγηση υγρών για να υποστηριχθεί η αρτηριακή πίεση. Σε ΜΙ επιπλεγμένο με πνευμονικό οίδημα χορηγούνται διουρητικά, ενώ η ενδοφλέβια έγχυση δοβουταμίνης μπορεί να είναι απαραίτητη. Σε ασθενείς με κοιλιακές αρρυθμίες, μπορεί να είναι απαραίτητος ο απινιδισμός και/ή η χορήγηση προκαΐναμίδης ή αμιωδαρόνης. Αναιμικοί ασθενείς (δηλ., αιματοκρίτης μικρότερος από 30 ή εκείνοι με ενεργό αιμορραγία) ωφελούνται από μεταγγίσεις αίματος (συμπυκνωμένα ερυθρά αιμοσφαίρια).

Με τη σύγχρονη περίθαλψη, περίπου 95% των ασθενών με οξύ ΜΙ, που φτάνουν στο νοσοκομείο εγκαίρως, θα επιβιώσουν. Αυτοί οι ασθενείς συστήνονται σε διατροφολόγους, για να μάθουν πώς να χρησιμοποιούν διατροφές χαμηλές σε λίπος και σε χοληστερόλη και σε προγράμματα καρδιακής αποκατάστασης για άσκηση, εκπαίδευση, διακοπή του καπνίσματος και ψυχολογική υποστήριξη.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Άμεση περίθαλψη: Στην εισαγωγή, όλες οι διαγνωστικές και θεραπευτικές διαδικασίες εξηγούνται σύντομα για να μειωθεί το άγχος και η ένταση. Συνεχής ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση χρησιμοποιείται για να αναγνωρίσει αλλαγές του καρδιακού ρυθμού, της συχνότητας και της αγωγιμότητας. Η θέση, η αντανάκλαση, η ποιότητα, η ένταση και η συχνότητα του θωρακικού άλγους καταγράφονται και ο ασθενής ανακουφίζεται με την ενδοφλέβια χορήγηση μορφίνης. Η αιμορραγία είναι η πιο κοινή επιπλοκή των αντιαιμοπεταλιακών, αντιπηκτικών και ινωδολυτικών θεραπειών. Ο αριθμός των κυττάρων του αίματος, ο χρόνος προθρομβίνης και ο χρόνος ενεργού μερικής θρομβοπλαστίνης παρακολουθούνται καθημερινά. Οι θέσεις ενδοφλέβιων καθετήρων ελέγχονται για σημεία αιμορραγίας. Δοκιμασίες κοπώσεως, στεφανιαιογραφία, διαδικασίες καρδιακής απεικόνισης και άλλες παρεμβάσεις εξηγούνται στον ασθενή. Ο ασθενής λαμβάνει βοήθεια για να αντεπεξέλθει στις αλλαγές της κατάστασης της υγείας του και της αντίληψης του εαυτού του.

Εξωνοσοκομειακή Περίθαλψη: Η καρδιακή αποκατάσταση ξεκινά από τη στιγμή που ο ασθενής είναι σωματικά σταθερός. Ο στόχος της καρδιακής αποκατάστασης είναι να υιοθετήσει ο ασθενής έναν υγιεινό τρόπο ζωής, που ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο άλλου ΜΙ. Η βάδιση αυξάνεται προοδευτικά και μια χαμηλού επιπέδου δοκιμασία κόπωσης μπορεί να ορισθεί πριν την έξοδο για να καθορίσει την ανοχή στην άσκηση και τον κίνδυνο μελλοντικών καρδιακών επεισοδίων. Οι ασθενείς διδάσκονται, όχι μόνο να μετρούν τον σφυγμό τους, αλλά επίσης να εκτιμούν την απάντησή τους στην άσκηση σε συνθήκες κόπωσης, την ευκολία της αναπνοής και το αντιλαμβανόμενου φορτίο έργου. Μετά την έξοδο, η άσκηση αυξάνεται αργά - αρχικά υπό στενή παρακολούθηση και έπειτα πιο ανεξάρτητα. Ο ασθενής λαμβάνει επίσης πληροφορίες για διατροφή με χαμηλό λίπος και χαμηλές θερμίδες, καθώς και για την επανέναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας, της εργασίας και άλλων δραστηριοτήτων. Δημιουργούνται ευκαιρίες για τους ασθενείς να μοιραστούν τα συναισθήματά τους και να λάβουν επιβεβαίωση σχετικά με κοινούς φόβους.

Aliases (separate with |): Έμφραγμα μυοκαρδίου
εμφύσημα
  1. Η παθολογική διάταση του διάμεσου ιστού από αέρα ή αέρια.

  2. Χρόνια πνευμονοπάθεια που χαρακτηρίζεται από μια παθολογική αύξηση στο μέγεθος των αεροφόρων χώρων περιφερικά των τελικών βρογχιολίων, με καταστροφή των τοιχωμάτων των κυψελίδων. Οι μεταβολές αυτές οδηγούν σε απώλεια της φυσιολογικής ελαστικότητας των πνευμόνων,

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Το κάπνισμα αποτελεί την πιο συνήθη αιτία καταστροφής των ιστών που παρατηρείται στο εμφύσημα. Η έκθεση στη σκόνη του περιβάλλοντος, στον καπνό ή στη σωματιδιακή μόλυνση μπορεί επίσης να συμβάλλει στη νόσο. Ένας μικρός αριθμός ατόμων μπορεί να εμφανίσει εμφύσημα ως αποτέλεσμα ανεπαρκειών της α1- αντιθρυψίνης, μια ομάδα γενετικών παθήσεων κατά τις οποίες υπάρχει ανεπαρκής προστασία έναντι της καταστροφικής ενζυμικής δραστηριότητας στον πνεύμονα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν δυσκολία στην αναπνοή, ιδίως κατά την κόπωση. Απώλεια βάρους, χρόνιος βήχας και συρίττουσα αναπνοη είναι επίσης χαρακτηριστικά ευρήματα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Εισπνεόμενα βρογχοδιασταλτικά, αντιχολινεργικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα, όπως το ιπρατρόπιο και η τριαμσινολόνη, μπορεί να βελτιώσουν την αναπνευστική λειτουργία. Παράγωγα της θεοφυλλίνης μπορεί να βοηθήσουν μερικούς ασθενείς, εμφανίζουν όμως πολλές αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα, ενώ η φαρμακευτικη τοξικότητα είναι ένα συχνό πρόβλημα. Η θεραπεία με οξυγόνο προλαμβάνει την ανεπάρκεια της δεξιάς κοιλίας. Η χειρουργική επέμβαση για μείωση του πνεύμονα μπορεί να αφαιρέσει τα υπερδιατεταμένα τμήματα του πνεύμονα και να επιτρέψει στον εναπομείναντα υγιη ιστό να διατείνεται και να συστέλλεται πιο αποτελεσματικά. Τα μακροπρόθεσμα οφέλη αυτης της επέμβασης δεν είναι σαφη.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής προφυλάσσεται από περιβαλλοντικούς ερεθισμούς του πνεύμονα, όπως ο καπνός, τα καυσαέρια, τα σπρέι αερολύματος και τους βιομηχανικούς ρύπους. Η οξυγόνωση του ασθενούς, το βάρος του και τα αποτελέσματα των εξετάσεων για τους ηλεκτρολύτες και τη γενική αίματος παρακολουθούνται στενά. Ο ασθενής εκτιμάται για ύπαρξη λοίμωξης και άλλων επιπλοκών και για την επίδραση της νόσου στις λειτουργικές του ικανότητες. Τα φάρμακα χορηγούνται παρεντερικά, από το στόμα η ως εισπνεόμενα. Ο ασθενής ενθαρρύνεται να παρεμβάλλει στις φυσιολογικές δραστηριότητες περιόδους ξεκούρασης. Οι λοιμώξεις του αναπνευστικού μπορούν να προληφθούν με την αποφυγή επαφής με μολυσμένα άτομα, με χρηση των κατάλληλων μέτρων υγιεινής των πνευμόνων και με τον εμβολιασμό για τη γρίπη και τον πνευμονιόκοκκο. Ενθαρρύνεται επίσης να καταναλώνει συχνά μικρά γεύματα με μαλακές, εύπεπτες τροφές πλούσιες σε θερμίδες και πρωτεΐνες καθώς και συμπληρώματα διατροφης. Τα μικρά γεύματα ελαττώνουν την ενδοκοιλιακή πίεση στο διάφραγμα και ελαττώνουν τη δύσπνοια. Ο πνευμονολόγος και ο θεράπων ιατρός παρακολουθούν τα αποτελέσματα των αερίων αρτηριακού αίματος, τις λειτουργικές δοκιμασίες των πνευμόνων και τους αναπνευστικούς ηχους. Είναι σημαντικό να εντοπίζονται έγκαιρα στοιχεία αιφνίδιας επιδείνωσης, η οποία εκδηλώνεται με έντονη χρηση των επικουρικών μυών, παράταση του χρόνου εκπνοης, βαριά δύσπνοια και μείωση της ευαισθησίας στο αισθητηριο κέντρο της αναπνοης. Ο πνευμονολόγος χορηγεί οξυγόνο για διατήρηση επαρκούς οξυγόνωσης (PaO2 μεταξύ 60- 80 mmHg) και βρογχοδιασταλτικά άπου χρειαστεί. Όταν σταθεροποιηθεί, ο ασθενης συνηθως επωφελείται από τη συμμετοχη σε πρόγραμμα πνευμονικης αποκατάστασης για τη βελτίωση της πνευμονικής λειτουργίας και πιο αποτελεσματικές τεχνικές αναπνοής.

Aliases (separate with |): Εμφύσημα
εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση

Παρουσία θρόμβου στο εν τω βάθει φλεβικό δίκτυο των κάτω άκρων και λιγότερο συχνά των άνω άκρων.

Aliases (separate with |): Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
έναρξη της εφηβείας

Αγόρια: Μεταξύ του 13ου και 15ου έτους, όπου λαμβάνει χώρα μια σχετικά ταχεία ανάπτυξη του ύψους και του βάρους, με διεύρυνση των ώμων και αύξηση του μεγέθους του πέους και των όρχεων. Αυξάνεται επίσης το τρίχωμα της ηβικής σύμφυσης και του προσώπου, ενώ ενισχύεται και η δραστηριότητα των σμηγματογόνων αδένων. Συνήθως λαμβάνουν χώρα και νυκτερινές αποβολές εκκρίσεων (ονειρώξεις).

Κορίτσια: Μεταξύ του 9ου και 16ου έτους, με χαρακτηριστική αύξηση της ανάπτυξης, η οποία συνοδεύεται από αύξηση του μεγέθους των μαστών και εμφάνιση του τριχώματος στην ηβική περιοχή. Εντός 1-2 ετών από αυτές τις αλλαγές, αυξάνεται το τρίχωμα στην μασχαλιαία χώρα και παρατηρείται η έκκριση φυσιολογικού λευκού κολπικού υγρού (φυσιολογική λευκόρροια)που αποτελεί χαρακτηριστικό της ώριμης γυναίκας. Πολλούς μήνες αργότερα θα εμφανιστεί η πρώτη έμμηνος ρύση (εμμηναρχή). Βέβαια σε ατομικό επίπεδο υπάρχουν αποκλίσεις από αυτό το πρόγραμμα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Πριν την εφηβεία τα νεαρά κορίτσια θα πρέπει να ενημερωθούν σχετικά με την έμμηνο ρύση και τους τρόπους προστασίας τους από αυτή, με την χρήση σερβιετών ή κολπικών ταμπόν. Επιπλέον θα πρέπει να ενημερωθούν ότι μια συγκεκριμένη ποσότητα κολπικής έκκρισης μεταξύ των εμμήνων ρύσεων θεωρείται φυσιολογική (λευκόρροια), αλλά όταν η έκκριση είναι δύσοσμη ή προκαλεί ερεθισμό του αιδοίου θα πρέπει να επισκεφτούν ένα ιατρό.

Τα νεαρά αγόρια θα πρέπει να ενημερωθούν ότι το μέγεθος του πέους δεν σχετίζεται με τον βαθμό της ανδροπρέπειας και δεν αποτελεί σημαντικό παράγοντα στην εμπειρία ή την παροχή σεξουαλικής ικανοποίησης.

Aliases (separate with |): Έναρξη της εφηβείας
ενδιάμεσο κύτταρο

Ένα από τα πολλά κύτταρα που ανευρίσκονται στον συνδετικό ιστό της ωοθήκης, των σπερματοφόρων σωληναρίων των όρχεων και στο μυελό και φλοιό του νεφρού. Τα κύτταρα στους όρχεις και στις ωοθήκες παράγουν ορμόνες, όπως η τεστοστερόνη και τα οιστρογόνα.

Aliases (separate with |): Ενδιάμεσο κύτταρο
ενδοαορτικό μπαλόνι αντίθετου παλμού

Η χρήση ενός μπαλονιού το οποίο είναι συνδεδεμένο με έναν καθετήρα που εισέρχεται μέσω της μηριαίας αρτηρίας στην ανιούσα αορτή για να παράγει εναλλακτικά διόγκωση και αποσυμπίεση στην διάρκεια της διαστολής και συστολής, αντίστοιχα. Αυτό ελαττώνει την αντίσταση της ροής του αίματος στην αορτή κατά την συστολή και την αυξάνει στην διάρκεια της διαστολής. Αποτέλεσμα είναι η ελάττωση του έργου της καρδιάς και η αύξηση της ροής του αίματος στις στεφανιαίες αρτηρίες. Το μπαλόνι διατείνεται με ήλιο. Το IABC χρησιμοποιείται στην αντιμετώπιση της καρδιογενούς καταπληξίας.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προετοιμασία του ασθενούς: Εάν ο χρόνος το επιτρέπει, η νοσηλεύτρια εξηγεί στον ασθενή πως ο καρδιολόγος θα τοποθετήσει έναν ειδικό καθετήρα μέσα στην αορτή για να βοηθήσει την καρδιά να λειτουργήσει ευκολότερα, και του παρέχει ειδικές πληροφορίες για την διαδικασία και για το αίσθημα στην διάρκεια της διαδικασίας. Η νοσηλεύτρια εξηγεί πως ο καθετήρας θα συνδεθεί με μία μεγάλη κονσόλα δίπλα από το κρεβάτι η οποία διαθέτει ένα σύστημα συναγερμού και πως κάποια νοσηλεύτρια θα απαντά έγκαιρα σε κάθε συναγερμό. Η νοσηλεύτρια εξηγεί πως φυσιολογικά η κονσόλα κάνει έναν ήχο αντλίας, και βεβαιώνεται πως ο ασθενής αντιλαμβάνεται πως αυτό δεν σημαίνει πως η καρδιά του δεν λειτουργεί. Εξηγεί επίσης πως λόγω του καθετήρα ο ασθενής δεν θα μπορεί να καθίσει, να λυγίσει το γόνατο ή να εκτείνει τον μηρό περισσότερο από 30ο μοίρες. Εξηγεί πως ο ασθενής θα συνεχίσει τη καρδιολογική παρακολούθηση, και πως θα έχει τοποθετημένη μία κεντρική γραμμή (καθετήρας πνευμονικής αρτηρίας), μία αρτηριακή γραμμή, και μία περιφερική ενδοφλέβια γραμμή. Αν η διαδικασία πρόκειται να πραγματοποιηθεί στον θάλαμο, η νοσηλεύτρια προετοιμάζει τον απαραίτητο εξοπλισμό, συμπεριλαμβανομένου ενός χειρουργικού δίσκου για εισαγωγή διαδερμικού καθετήρα, διάλυμα ηπαρίνης, φυσιολογικό ορό, τον IABC καθετήρα και την κονσόλα της αντλίας. Προετοιμάζει το σημείο εισόδου του καθετήρα στον μηρό σύμφωνα με το πρωτόκολλο, εξακριβώνει πως έχει ληφθεί μία υπογεγραμμένη πληροφορημένη συγκατάθεση για την διαδικασία και παρέχει στον ασθενή συναισθηματική υποστήριξη στην διάρκεια της επέμβασης.

Παρακολούθηση και μετέπειτα φροντίδα: Ακολουθώντας το πρωτόκολλο ή τις οδηγίες του γιατρού, η νοσηλεύτρια ρυθμίζει την κονσόλα στον ρυθμό διόγκωσης και αποσυμπίεσης του μπαλονιού ανάλογα με το ηλεκτροκαρδιογράφημα ή την αρτηριακή κυματομορφή. (Αν ο ασθενής δεν έχει ενδογενή ρυθμό, η αντλία μπορεί να καθορίσει ένα δικό της ρυθμό). Η νοσηλεύτρια χρησιμοποιεί αυστηρά άσηπτη τεχνική στην φροντίδα του σημείου εισόδου του καθετήρα και των συνδέσεών του και επιθεωρεί συχνά το σημείο για αιμορραγία ή φλεγμονή. Αν παρουσιαστεί αιμορραγία στο σημείο εισόδου, η νοσηλεύτρια εφαρμόζει άμεση πίεση στο σημείο και ενημερώνει τον καρδιολόγο. Η νοσηλεύτρια κρατά το καθετηριασμένο άκρο σε σωστή ευθυγράμμιση με το σώμα και εμποδίζει την κάμψη του ισχίου. Διατηρεί ανυψωμένη την κεφαλή όχι περισσότερο από 30° μοίρες προκειμένου να αποφευχθεί η προς τα επάνω κίνηση του καθετήρα και απόφραξη της αριστερής υποκλειδίου αρτηρίας. Αν το μπαλόνι φράξει την αρτηρία, η νοσηλεύτρια αναμένει ελαττωμένο αρτηριακό σφυγμό στην αριστερή κερκιδική και αναφερόμενη ζάλη από τον ασθενή. (Λανθασμένη τοποθέτηση του μπαλονιού ίσως να φράξει τη νεφρική αρτηρία, προκαλώντας λαγόνιο άλγος και αιφνίδια διακοπή της παροχής ούρων.) Επίσης η νοσηλεύτρια εκτιμά περιοδικά τις περιφερικές σφύξεις, και ελέγχει το χρώμα, την θερμοκρασία και την τριχοειδική πλήρωση των άκρων του ασθενούς. Εκτιμά την θερμότητα, το χρώμα και τις σφύξεις του καθετηριασμένου ποδιού και την ικανότητα του ασθενούς να κινήσει τα δάκτυλα του ποδιού ανά διαστήματα 30 λεπτών για τις πρώτες 4 ώρες μετά τον καθετηριασμό, και ανά ώρα στην διάρκεια της διαδικασίας. ( Συχνά, η αρτηριακή ροή του εμπλεκόμενου ποδιού ελαττώνεται στην διάρκεια της εισαγωγής, αλλά ο παλμός πρέπει να δυναμώνει όταν ξεκινήσει η αντλία).

Αν ο ασθενής λαμβάνει ηπαρίνη ή χαμηλού μοριακού βάρους δεξτράνη για αποτροπή θρόμβωσης, η νοσηλεύτρια πρέπει να γνωρίζει πως είναι ακόμη σε κίνδυνο για σχηματισμό θρόμβων και να παρατηρεί για τέτοιες ενδείξεις όπως αιφνίδια εξασθένηση των σφύξεων στα πόδια, άλγος και απώλεια κινητικότητας ή αισθητικότητας. Η νοσηλεύτρια διατηρεί επίσης την απαραίτητη ενυδάτωση για να βοηθήσει στην αποτροπή του σχηματισμού θρόμβου. Όπως περιγράφεται, η νοσηλεύτρια εφαρμόζει τις αντιεμβολικές κάλτσες (ή κάλτσες που πάλλονται με τον αέρα) Ενθαρρύνει τις ενεργές ασκήσεις κινήσεων ανά δύο ώρες των άνω άκρων, του μη καθετηριασμένου ποδιού και του αστραγάλου του καθετηριασμένου ποδιού.

Ένας συναγερμός στην κονσόλα μπορεί να ανιχνεύει διαρροές αερίου από κατεστραμμένο ή σχισμένο μπαλόνι. Αν ακουστεί ο συναγερμός ή αν η νοσηλεύτρια παρατηρήσει αίμα στον καθετήρα, πρέπει να κλείσει την κονσόλα της αντλίας και να τοποθετήσει άμεσα τον ασθενή σε θέση Trendelenbourg (ανάρροπη) για την αποτροπή της εμβολής αέρα στον εγκέφαλο, και μετά να ειδοποιήσει τον καρδιολόγο.

Όταν τα σημεία και τα συμπτώματα της αριστερής κοιλιακής ανεπάρκειας έχουν ελαττωθεί, και ο ασθενής χρειάζεται ελάχιστη μόνο φαρμακευτική υποστήριξη, πρέπει τότε σταδιακά να απογαλακτιστεί από το IABC. Για την διακοπή του IABC, ο καρδιολόγος ή κάποιος αρμόδιος θα ξεφουσκώσει το μπαλόνι, θα κόψει τα ράμματα και θα απομακρύνει τον καθετήρα αφήνοντας το σημείο να αιμορραγήσει για 5 δευτερόλεπτα ώστε να απομακρυνθούν οι θρόμβοι. Τότε η νοσηλεύτρια εφαρμόζει άμεση πίεση ανάλογα, και στην συνέχεια τοποθετείται πιεστικό ταμπονάρισμα. Η νοσηλεύτρια αξιολογεί το σημείο για αιμορραγία και για σχηματισμό αιματώματος ανά ώρα για τις επόμενες 4 ώρες.

Aliases (separate with |): intra-aortic balloon counterpulsation|Ενδοαορτικό μπαλόνι αντίθετου παλμού
ενδοθήλιο

Μορφή πλακώδους επιθηλίου που αποτελείται από επίπεδα κύτταρα και επαλείφει τον αυλό των αιμοφόρων αγγείων και λεμφαγγείων, την καρδιά και άλλες κοιλότητες του σώματος. Προέρχεται από το μέσο βλαστικό δέρμα. Τα ενδοθηλιακά κύτταρα είναι μεταβολικά ενεργά και παράγουν έναν αριθμό ουσιών που επηρεάζουν τον αγγειακό αυλό και τα αιμοπετάλια. Σε αυτές περιλαμβάνονται ο παραγόμενος από το ενδοθήλιο αγγειοδιασταλτικός παράγοντας (EDRF), η προστακυκλίνη, οι παραγόμενοι από το ενδοθήλιο αγγειοσυσπαστικοί παράγοντες 1 και 2 (EDCF1, EDCF2), ο παραγόμενος από το ενδοθήλιο υπερπολωτικός παράγοντας (EDHF) και η θρομβομοδουλίνη.

Aliases (separate with |): Ενδοθήλιο
ενδοκαρδίτιδα

Λοίμωξη ή φλεγμονή των καρδιακών βαλβίδων η του ενδοκαρδίου. Στην κλινική πράξη, ο όρος αυτός χρησιμοποιείται για τη λοιμώδη ενδοκαρδίτιδα.

Aliases (separate with |): Ενδοκαρδίτιδα
ενδοκρανιακή υπέρταση

Αύξηση της πίεσης εντός του κρανίου από οποιοδήποτε αίτιο, όπως ένας όγκος, υδροκέφαλος, ενδοκρανιακή αιμορραγία, τραύμα, λοίμωξη ή παρεμβολή στη φλεβική κυκλοφορία του εγκεφάλου.

ΠΡΟΣΟΧΗ Οι ασθενείς με ενδοκρανιακή υπέρταση δεν πρέπει να υποστούν οσφυονωτιαία παρακέντηση ή οποιαδήποτε άλλη διαδικασία, η οποία επιφέρει μείωση της πίεσης του εγκεφαλονωτιαίου υγρού στο σπονδυλικό σωλήνα.

Aliases (separate with |): Ενδοκρανιακή υπέρταση
ενδοκρινής αδένας

Ένας ενδοκρινής αδένας που εκκρίνει μία ή περισσότερες ορμόνες απευθείας μέσα στα τριχοειδή. Στους ενδοκρινείς αδένες περιλαμβάνονται η υπόφυση (που παράγει την θυρεοειδοτρόπο, τη φλοιοεπινεφριδιοτρόπο, την ωχρινοτρόπο, τη θυλακιοτρόπο και την αυξητική ορμόνη, τις ενδορφίνες, και την προλακτίνη)· ο υποθάλαμος (που παράγει την εκλυτική ορμόνη της θυρεοτροπίνης, την εκλυτική ορμόνη της αυξητικής ορμόνης, τη σωματοστατίνη, τη ντοπαμίνη, την εκλυτική ορμόνη της γοναδοτροπίνης, την αντιδιουρητική ορμόνη και την ωκυτοκίνη)· ο θυρεοειδής αδένας· οι παραθυρεοειδείς αδένες· τα επινεφρίδια· τα νησίδια του παγκρέατος· και οι γονάδες (όρχεις και ωοθήκες). Κατά τη διάρκεια της κύησης, ο πλακούντας λειτουργεί ως ενδοκρινής αδένας, ο οποίος εκκρίνει οιστρογόνα και προγεστερόνη, ώστε να συντηρήσει την κύηση.

Οι ορμόνες που εκκρίνονται από τους ενδοκρινείς αδένες μπορεί να ασκούν ειδικές δράσεις σε έναν ή σε κάποιους ιστούς ή όργανα-στόχους ή σχεδόν σε όλους τους ιστούς του σώματος, όπως η θυροξίνη που αυξάνει το μεταβολικό ρυθμό. Άλλες διεργασίες που επηρεάζονται από ορμόνες περιλαμβάνουν την κυτταρική διαίρεση, την πρωτεϊνοσύνθεση, τη χρήση των μορίων τροφής για την παραγωγή ενέργειας, την εκκριτική λειτουργία άλλων ενδοκρινών αδένων, την ανάπτυξη και λειτουργία των αναπαραγωγικών οργάνων, των χαρακτηριστικών του φύλου και της σεξουαλικής ορμής, την ανάπτυξη της προσωπικότητας και ανώτερες λειτουργίες του νευρικού συστήματος, την ικανότητα του σώματος να αντιμετωπίζει στρεσογόνες καταστάσεις και την αντίσταση του οργανισμού σε διάφορες νόσους. Ενδοκρινική δυσλειτουργία μπορεί να προκύψει από υποέκκριση, στην οποία εκκρίνεται ανεπαρκής ποσότητα ορμόνης ή από υπερέκκριση, κατά την οποία παράγεται υπερβολικά μεγάλη ποσότητα της ορμόνης. Η έκκριση των ενδοκρινών αδένων ρυθμίζεται από το νευρικό σύστημα, από τα επίπεδα των θρεπτικών ουσιών και των αλάτων στο αίμα ή σε μερικές περιπτώσεις από άλλες ορμόνες.

Aliases (separate with |): Ενδοκρινής αδένας
ενδομήτριο

Ο βλεννογόνος που επενδύει το εσωτερικό της μήτρας. Αποτελείται από δύο στιβάδες έντονα αγγειοβριθούς χαλαρού συνδετικού ιστού. Τη βασική στιβάδα, που προσκολλάται στο μυομήτριο και τη λειτουργική στιβάδα προς την κοιλότητα της μήτρας. Απλό κυλινδρικό επιθήλιο σχηματίζει την επιφάνεια της λειτουργικής στιβάδας και των απλών σωληνοειδών αδένων της μήτρας. Ευθείες αρτηρίες παρέχουν αίμα στη βασική στιβάδα, ενώ στη λειτουργική στιβάδα μεταπίπτουν σε ελικοειδείς. Αμφότερα τα οιστρογόνα και η προγεστερόνη διεγείρουν την ανάπτυξη των αγγείων του ενδομητρίου. Αρχίζοντας από την εμμηναρχή και μέχρι την εμμηνόπαυση, το ενδομήτριο υφίσταται κυκλικές μεταβολές που αποτελούν τον καταμήνιο κύκλο. Οι μεταβολές αυτές σχετίζονται με την ανάπτυξη και ωρίμανση του γρααφιανού ωοθηλακίου στην ωοθήκη, την ωορρηξία και τη επακόλουθη ανάπτυξη του ωχρού σωματίου. Εάν το ωάριο δε γονιμοποιηθεί ή δεν εμφυτευθεί το ζυγωτό στη μήτρα, η λειτουργική στιβάδα του ενδομητρίου αποπίπτει κατά την εμμηνορρυσία. Ο κύκλος τότε αρχίζει και πάλι με τη λειτουργική στιβάδα να αναγεννάται από τη βασική στιβάδα. Μετά την εμφύτευση του ζυγωτού, το ενδομήτριο μετατρέπεται στο μητρικό τμήμα του πλακούντα, συγχωνευόμενο με το χόριο του εμβρύου. Μετά τον τοκετό, το ενδομήτριο αποπίπτει.

Aliases (separate with |): Ενδομήτριο
ενδομητρίτιδα

Φλεγμονή του βλεννογόνου της μήτρας. Μικροοργανισμοί μπορεί να μεταναστεύσουν μέσω του κολπικού σωλήνα στις βλεννογονικές επιφάνειες, να μεταφερθούν με το σπέρμα ή να εισέλθουν με τα ταμπόν και τις ενδομήτριες συσκευές αντισύλληψης. Η φλεγμονή μπορεί να είναι οξεία, υποξεία ή χρόνια. Η νόσος είναι πιο συχνή μεταξύ των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας. Η γυναίκα διατρέχει το μεγαλύτερο κίνδυνο για ενδομητρίτιδα κατά την περίοδο αμέσως μετά τον τοκετό.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η ενδομητρίτιδα είναι συνήθως αποτέλεσμα ανιούσας βακτηριακής λοίμωξης της κοιλότητας της μήτρας. Τα συχνότερα παθογόνα περιλαμβάνουν τον Staphylococcus aureus, ένα μικρόβιο που αποτελεί μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας του δέρματος, το Κολοβακτηρίδιο (Escherichia coli), που αποτελεί μικρόβιο της εντερικής χλωρίδας, το Chlamydia trachomatis και τη Neisseria.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Η πάσχουσα γυναίκα παρουσιάζεται συχνά με χαμηλό, κολικοειδές κοιλιακό άλγος, οσφυαλγία, δυσμηνόρροια, δυσπα-ρεύνεια και πυρετό. Ανάλογα με τον υπεύθυνο μικροοργανισμό, ένα πυώδες, βλεννοπυώδες ή οροαιματηρό τραχηλικό έκκριμα παρατηρείται κατά την κολπική εξέταση. Κατά την αμφίχειρη ψηλάφηση διαπιστώνεται μια ευαίσθητη, δυσκίνητη μήτρα.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η καλλιέργεια των υπεύθυνων μικροοργανισμών καθορίζει τη διάγνωση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η τριπλή αντιβιοτική αγωγή που χορηγείται συνήθως στην ενδομητρίτιδα περιλαμβάνει αμπικιλλίνη, γενταμυκίνη και κλινδαμυκίνη. Η θεραπεία αυτή καλύπτει τόσο τα αερόβια όσο και τα αναερόβια μικρόβια.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Πρέπει να καταστεί σαφές στην ασθενή ότι η λοίμωξη μπορεί να επεκταθεί (ή έχει ήδη επεκταθεί) πέραν του ενδομητρίου στις σάλπιγγες, στις ωοθήκες, στο πυελικό περίνεο, στις πυελικές φλέβες ή στο συνδετικό ιστό της πυέλου. Η κατάσταση αυτή καλείται φλεγμονώδης νόσος της πυέλου (PID) και μπορεί να είναι οξεία ή υποξεία. Η ασθενής εξετάζεται για μεταβολές στο χρώμα, την ποσότητα, την οσμή και στη σύσταση του κολπικού εκκρίματος. Αξιολογείται επίσης και αντιμετωπίζεται το άλγος. Η ασθενής ενημερώνεται ακόμη για τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία, τις αναμενόμενες δράσεις τους και τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες. Σε οξείες περιπτώσεις, η ασθενής μπορεί να παρουσιάζει πυρετό. Ο πυρετός αντιμετωπίζεται με αντιπυρετικά όταν είναι υψηλότερος των 38,5°C και χορηγούνται υγρά από το στόμα ή ενδοφλέβια σε περίπτωση αφυδάτωσης (γίνεται ακρόαση των εντερικών ήχων, και σε περίπτωση που απουσιάζουν η ασθενής δεν λαμβάνει τίποτα από το στόμα). Όταν το αποτέλεσμα της καλλιέργειας και του αντιβιογράμματος αποκαλύψει τον υπεύθυνο μικροοργανισμό, χορηγείται η κατάλληλη αντιβιοτική θεραπεία, η οποία και πάλι συνοδεύεται από ενημέρωση για τις αναμενόμενες δράσεις και τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες. Η ασθενής μπορεί να χρειαστεί να παραμείνει κλινήρης με ελαφρά ανυψωμένο το πάνω μέρος του σώματος (semi-Fowlers position), προκειμένου να διευκολύνεται η παροχέτευση από τη βαρύτητα και να μη σχηματιστούν αποστήματα στην άνω κοιλία. Μπορεί ακόμη να εφαρμοσθεί θερμότητα στην κοιλία για να διευκολυνθεί η κυκλοφορία. Εξηγούνται οι πιθανές επιπλοκές της ενδομητρίτιδας. Μπορεί να περιλαμβάνουν την ανάγκη χειρουργικής επέμβασης για την ανακούφιση του χρόνιου άλγους ή για την αντιμετώπιση της οξείας λοίμωξης η οποία δεν ανταποκρίνεται στην αντιβιοτική θεραπεία, των συμφύσεων, της ουλο-ποίησης των σαλπίγγων και της στειρότητας. Η πιθανή ή πραγματική απώλεια της αναπαραγωγικής δυνατότητας μπορεί να αποβεί καταστρεπτική για την εικόνα που έχει η γυναίκα για τον εαυτό της. Όλοι οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να βοηθήσουν τη γυναίκα να προσαρμόσει την εικόνα για τον εαυτό της στη νέα πραγματικότητα και να αποδεχθεί τις οποιεσδήποτε αλλαγές με τρόπο που να προάγει τη μελλοντική της υγεία.

Aliases (separate with |): Ενδομητρίτιδα
ενδομητρίωμα

Όγκος που περιέχει έκτοπο ιστό ενδομητρίου. Ανευρίσκεται πιο συχνά στην ωοθήκη, στο ευθυμητρικό κόλπωμα, στο ορθοκολπικό διάφραγμα και στην επιφάνεια του περιτοναίου στο οπίσθιο τοίχωμα της μήτρας.

Aliases (separate with |): Ενδομητρίωμα
ενδομητρίωση

Η παρουσία έκτοπων αδένων και στρώματος του ενδομητρίου εκτός της κοιλότητας της μήτρας. Χαρακτηριστικά, ο ενδομητρικός ιστός εισβάλλει σε άλλους ιστούς και εξαπλώνεται με τοπική επέκταση, με ενδοπεριτοναϊκή διασπορά και αιματογενώς. Τα ενδομήτρια εμφυτεύματα μπορούν να εντοπιστούν σε οποιοδήποτε σημείο του σώματος. Στις ΗΠΑ, η κατάσταση αυτή υπολογίζεται ότι εμφανίζεται στο 10- 15% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας μεταξύ 25 και 44 ετών. Yπολογίζεται ότι πάσχουν το 25- 50% των γυναικών με στειρότητα. Οι σάλπιγγες αποτελούν συνήθεις θέσεις ενδομητρίωσης. Τα έκτοπα ενδομήτρια κύτταρα ανταποκρίνονται στα ίδια ορμονικά ερεθίσματα όπως και το ενδομήτριο της μήτρας. Η κυκλική αιμορραγία και η τοπική φλεγμονή γύρω από τα ενδομήτρια εμφυτεύματα μπορεί να προκαλέσει ίνωση, συμφύσεις και απόφραξη των σαλπίγγων, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε στείρωση.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Μολονότι η αιτία παραμένει άγνωστη, μια υπόθεση είναι ότι τα ενδομήτρια κύτταρα μεταναστεύουν κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ανάπτυξης, ή τα κύτταρα διασκορπίζονται κατά τη διάρκεια της εμμηνορρυσίας μέσω των σαλπίγγων στην περιτοναϊκή κοιλότητα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Δεν υπάρχουν ειδικά συμπτώματα που να καθοδηγούν τη διάγνωση. Οι ασθενείς παραπονούνται συχνά για πυελικό άλγος, προεμμηνορροϊκή δυσπαρεύνεια, άλγος κατά το ιερό οστό κατά τη διάρκεια της εμμηνορρυσίας και στειρότητα. Η δυσουρία μπορεί να υποδηλώνει συμμετοχή της ουροδόχου κύστης.

Το κυκλικό πυελικό άλγος, συνήθως στο κατώτερο τμήμα της κοιλίας, στον κόλπο, στην οπίσθια πύελο και στην οσφύ αρχίζει 5 έως 7 ημέρες πριν από την εμμηνορρυσία, φθάνει μια μέγιστη ένταση και διαρκεί για 2- 3 ημέρες. Προ-εμμηνορροϊκός τεινεσμός και διάρροια μπορεί να υποδηλώνουν συμμετοχή του παχέος εντέρου. Δεν υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στην ένταση του άλγους και στην έκταση της ενδομητρίωσης. Πολλές ασθενείς είναι ασυμπτωματικές.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Μολονότι το ιστορικό και τα ευρήματα από την κλινική εξέταση υποδηλώνουν την ύπαρξη ενδομητρίωσης, η οριστική διάγνωση μπορεί να τεθεί μόνο με την άμεση απεικόνιση ή τη βιοψία των έκτοπων βλαβών.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Μπορεί να χρησιμοποιηθούν τόσο φαρμακευτικές όσο και χειρουργικές προσεγγίσεις για τη διατήρηση της γονιμότητας και την αύξηση της πιθανότητας της γυναίκας για επίτευξη εγκυμοσύνης. Η φαρμακολογική προσέγγιση περιλαμβάνει τη χρήση ορμονικών παραγόντων που επάγουν την ατροφία του ενδομητρίου διατηρώντας μια χρόνια κατάσταση ανωορρηξίας.

Η μεδροξυπρογεστερόνη αναστέλλει την ωορρηξία και την εμμηνορρυσία προκαλώντας ψευδοκύηση. Η δαναζόλη αναστέλλει την υποφυσιακή έκκριση των γοναδοτροπινών. Η εκλυτική ορμόνη των γοναδοτροπινών (GnRH), ο αγωνιστής leuprolide και η ναφαρελίνη δρουν μέσω της καταστολής της υποφυσιακής έκκρισης των γοναδοτροπινών. Η διεγερτική δράση της FSH και της LH στην ωοθήκη ελαττώνονται σημαντικά, οδηγώντας σε μείωση της ωοθηκικής λειτουργίας. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται μια φαρμακοεπαγόμενη εμμηνόπαυση.

Η μεθυλτεστοστερόνη έχει επίσης χρησιμοποιηθεί για την πρόκληση ατροφίας του ενδομητρίου και ανακούφιση από το άλγος. Ωστόσο, δεν επηρεάζονται η ωορρηξία και η εμμηνορρυσία, με αποτέλεσμα να μπορεί να συμβεί εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Η χειρουργική θεραπεία περιλαμβάνει λαπαροτομή, λύση των συμφύσεων και αφαίρεση των έκτοπων ενδομητρικών κύστεων και εμφυτευμάτων ώστε να υποβοηθηθεί η γονιμότητα. Η οριστική θεραπεία της ενδομητρίωσης καθιστά τη γυναίκα ανίκανη για τεκνοποίηση, αφού απαιτεί την αφαίρεση της μήτρας, των σαλπίγγων και των ωοθηκών.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Σημαντικό στοιχείο της φροντίδας είναι η παροχή συναισθηματικής υποστήριξης και όλων των απαραίτητων πληροφοριών στην πάσχουσα γυναίκα. Η ασθενής ενθαρρύνεται να εκφράσει τα συναισθήματά της και τις ανησυχίες της και να εκφράσει τις επιπτώσεις της νόσου στις διαπροσωπικές της σχέσεις. Συζητείται η ανάγκη ανοικτής επικοινωνίας για την ελαχιστοποίηση της δυσφορίας και της απογοήτευσης. Η ασθενής βοηθάται στο να αναγνωρίσει αποτελεσματικές στρατηγικές αντιμετώπισης και να αναζητήσει τις κατάλληλες πηγές καθοδήγησης και υποστήριξης.

Εξηγούνται στην ασθενή οι διαγνωστικές και θεραπευτικές επιλογές. Ξεκαθαρίζονται οι λανθασμένες αντιλήψεις και αξιολογείται η κατανόηση του θέματος και η ενημερωμένη συγκατάθεση. Η γυναίκα προετοιμάζεται σωματικά και ψυχολογικά για οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση. Οι επεμβάσεις περιλαμβάνουν τη διαγνωστική λαπαροσκόπηση και βιοψία, λαπαροσκόπηση με εξάχνωση με λέιζερ των εμφυτεύσεων, λαπαροτομή με αφαίρεση των ωοθηκικών μαζών ή ολική υστερεκτομή με αμφοτερόπλευρη σαλπιγγοωοθηκεκτομή. Χορηγούνται τα απαραίτητα φάρμακα και αναλγητικά και η ασθενής ενημερώνεται για τις αναμενόμενες δράσεις και τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες.

Τα έφηβα κορίτσια που εμφανίζουν στενό κόλπο ή στενό στόμιο του κόλπου συμβουλεύονται να χρησιμοποιούν σερβιέτες αντί για ταμπόν προκειμένου να αποφεύγεται η παλίνδρομη ροή των εμμήνων. Επειδή η στείρωση είναι μια πιθανή επιπλοκή, η ασθενής που επιθυμεί να τεκνοποιήσει συμβουλεύεται να μην καθυστερήσει την εγκυμοσύνη. Συνιστάται ετήσια πυελική εξέταση και τεστ Παπανικολάου.

Aliases (separate with |): Ενδομητρίωση
ενδομυϊκά

Έγχυση φαρμάκου σε μία μυϊκή ομάδα, από όπου απορροφάται στην κυκλοφορία.

Aliases (separate with |): Ενδομυϊκά
ενδοπρόθεση

[Charles R. Stent, Βρεττανός οδοντίατρος, 1845-1901]. 1. Αρχικά, ουσία χρησιμοποιούμενη στην κατασκευή οδοντιατρικών καλουπιών. 2. Οποιοδήποτε υλικό ή εργαλείο χρησιμοποιείται για να διατηρήσει έναν ιστό στη θέση του, για να διατηρήσει ανοικτά τα αιμοφόρα αγγεία, ή για να παράσχει υποστήριξη σε ένα μόσχευμα ή αναστόμωση κατά τη διάρκεια της επούλωσης.

Aliases (separate with |): Ενδοπρόθεση
ενδορφίνη

Πολυπεπτίδιο που παράγεται στον εγκέφαλο και δρα ως οπιοειδές προκαλώντας αναλγησία με την πρόσδεση του στους υποδοχείς των οπιοειδών στα σημεία του εγκεφάλου που υπεισέρχονται στην αντίληψη του πόνου. Μέσω της δράση αυτης, αυξάνεται ο ουδός του πόνου. Το πιο δραστικό από αυτά τα συστατικά είναι η β-ενδορφίνη.

Aliases (separate with |): Ενδορφίνη
ενδοσκόπηση

Εξέταση της εσωτερικής επιφάνειας διάφορων οργάνων με την βοήθεια ενδοσκοπίου. Ο ιατρός, κατά την ενδοσκόπηση, μπορεί να πάρει εικόνες και να αφαιρέσει ένα μικρό δείγμα ιστού ή έναν μικρό όγκο.

Aliases (separate with |): Ενδοσκόπηση
ενδοτοξίνη

Ένας λιποπολυσακχαρίτης που αποτελεί μέρος του κυτταρικού τοιχώματος των Gram- αρνητικών βακτηρίων. Προσδένεται προς τους υποδοχείς CD14 των λευκοκυττάρων. Η πρόσδεση διεγείρει την απελευθέρωση ιντερλευκίνης-1, του παράγοντα νέκρωσης των όγκων και άλλων κυτοκινών, που επιδρούν στη φλεγμονή, στην ειδική ανοσιακή απάντηση, στον αγγειακό τόνο, στην αιμοποίηση και στην επούλωση του τραύματος. Όταν συγκεντρώνονται μεγάλες ποσότητες λιποπολυσακχαριτών, εκδηλώνεται η κλινική κατάσταση της σήψης ή το σύνδρομο της συστηματικής φλεγμονώδους αντίδρασης. Οι ενδοτοξίνες παραμένουν δραστικές ακόμη και μετά την καταστροφή των βακτηρίων. Έτσι, κατά τη θεραπεία διαφόρων λοιμώξεων, τα θετικά αποτελέσματα των αντιβιοτικών μπορεί να καθυστερήσουν ή να απουσιάζουν.

Aliases (separate with |): Ενδοτοξίνη
ενδοφλέβια πυελογραφία

Ακτινογραφία νεφρών, που λαμβάνεται μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σκιαγραφικού (το οποίο συγκεντρώνεται και αποβάλλεται από τους νεφρούς).

Aliases (separate with |): Ενδοφλέβια πυελογραφία
ενεργητική εκπνοή

Η εκπνοή που πραγματοποιείται ως αποτέλεσμα μυϊκής δράσης, όπως κατά την βίαιη εκπνοή. Οι μύες που δραστηριοποιούνται κατά την ενεργητική εκπνοή είναι οι μύες του κοιλιακού τοιχώματος (έξω και έσω πλάγιος, ορθός και εγκάρσιος κοιλιακός μυς) οι έσω μεσοπλεύριοι, ο οπίσθιος κάτω οδοντωτός μυς, το μυώδες πλάτυσμα και ο τετράγωνος οσφυϊκός μυς.

Aliases (separate with |): Ενεργητική εκπνοή
ένζυμο

Οργανικός καταλύτης που παράγεται από ζωντανά κύτταρα, ο οποίο όμως μπορεί να δρα και εκτός των κυττάρων ή ακόμη και in vitro. Τα ένζυμα είναι πρωτεΐνες που μεταβάλλουν το ρυθμό των χημικών αντιδράσεων χωρίς να απαιτούν μια εξωτερική πηγή ενέργειας ή να μεταβάλλονται τα ίδια. Ένα ένζυμο μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης σε μια αντίδραση πολλές φορές. Τα ένζυμα είναι ειδικά για κάθε αντίδραση, από την άποψη ότι επενεργούν μόνο σε συγκεκριμένες ουσίες (που καλούνται υπόστρωμα). Το ένζυμο και το υπόστρωμά του ή τα υποστρώματά του σχηματίζουν μια προσωρινή διάταξη, που καλείται σύμπλεγμα ενζύμου- υποστρώματος, που αφορά τόσο σε φυσικό σχήμα όσο και σε χημική σύνδεση. Το ένζυμο προάγει τη δημιουργία δεσμών μεταξύ των ξεχωριστών υποστρωμάτων, ή επάγει τη διάσπαση δεσμών σε ένα υπόστρωμα για την παραγωγή του προϊόντος ή των προϊόντων της αντίδρασης. Ο ανθρώπινος οργανισμός περιέχει χιλιάδες ένζυμα, καθένα από τα οποία καταλύει μία από τις πολυάριθμες αντιδράσεις που συμβαίνουν στα πλαίσια του μεταβολισμού.

Κάθε ένζυμο εμφανίζει μια βέλτιστη θερμοκρασία και pH στα οποία λειτουργεί πιο αποτελεσματικά. Για τα περισσότερα ανθρώπινα ένζυμα αυτές είναι η θερμοκρασία του σώματος και το pH των κυττάρων, του μεσοκυττάριου υγρού ή του αίματος. Η ενζυμική δραστηριότητα μπορεί να διαταραχθεί από μεγάλες μεταβολές στη θερμοκρασία ή στο pH, από την παρουσία βαρέων μετάλλων (μολύβδου ή υδραργύρου), από την αφυδάτωση ή την υπεριώδη ακτινοβολία. Μερικά ένζυμα χρειάζονται την παρουσία συνενζύμων (μη πρωτεϊνικά μόρια, όπως οι βιταμίνες) για να λειτουργήσουν φυσιολογικά, ενώ άλλα απαιτούν την παρουσία συγκεκριμένων μετάλλων (σίδηρος, χαλκός, ψευδάργυρος). Μερικά ένζυμα παράγονται σε μια ανενεργή μορφή (προένζυμο) και πρέπει να ενεργοποιηθούν (π.χ. το ανενεργό πεψινογόνο μετατρέπεται στην ενεργή πεψίνη από το υδροχλωρικό οξύ του γαστρικού υγρού).

ΔΡΑΣΗ: Από τα πολλά ανθρώπινα ένζυμα, τα πεπτικά ένζυμα είναι ίσως τα πιο γνωστά. Αυτά είναι υδρολυτικά ένζυμα που καταλύουν την προσθήκη μορίων νερού στις μεγαλομοριακές ενώσεις της τροφής προκειμένου να τις διασπάσουν σε πιο απλές ενώσεις. Συχνά το όνομα του ενζύμου προσδιορίζει το υπόστρωμα, με την προσθήκη της κατάληξης -άση. Η λιπάση διασπά τα λίπη σε λιπαρά οξέα και γλυκερόλη, η πεπτιδάση διασπά τα πεπτίδια σε αμινοξέα. Μερικά ένζυμα όπως η πεψίνη και η θρυψίνη δεν έχουν την κατάληξη -άση, επειδή έλαβαν την ονομασία τους πριν επικρατήσει αυτό το σύστημα ονοματολογίας.

Τα ένζυμα απαιτούνται επίσης και για τις αντιδράσεις σύνθεσης. Η σύνθεση των πρωτεϊνών, των νουκλεϊνικών οξέων, των φωσφολιπι-δίων της κυτταρικής μεμβράνης, των ορμονών, του γλυκογόνου, απαιτούν όλες την παρουσία ενός ή περισσοτέρων ενζύμων. Η DNA πολυμεράση, για παράδειγμα, είναι απαραίτητη για την αντιγραφή του DNA, που προηγείται της μίτωσης. Η παραγωγή ενέργειας επίσης προϋποθέτει την παρουσία πολλών ενζύμων. Το κάθε στάδιο της κυτταρικής αναπνοής (γλυκόλυση, κύκλος του Krebs, σύστημα μεταφοράς του κυτοχρώματος) απαιτεί ένα ειδικό ένζυμο. Οι απαμινάσες απομακρύνουν τις αμινικές ομάδες από πλεονάζοντα αμινοξέα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή ενέργειας. Τα λιπαρά οξέα μακράς αλύσου διασπώνται από ένζυμα σε μικρότερα μόρια για να χρησιμοποιηθούν στην κυτταρική αναπνοή. Η πήξη του αίματος, ο σχηματισμός της αγγειοτασίνης για την αύξηση της αρτηριακής πίεσης, και η μεταφορά του διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα, όλα απαιτούν την παρουσία ειδικών ενζύμων.

Aliases (separate with |): Ένζυμο
ενημέρωση ασθενούς

Πληροφόρηση και καθοδήγηση σχετικά με την υγεία, ώστε να ενημερωθούν οι ασθενείς σχετικά με ειδικά ή γενικά ιατρικά θέματα, όπως η αναγκαιότητα των υπηρεσιών πρόληψης, η υιοθέτηση υγιούς τρόπου ζωής, η σωστή χρήση των φαρμάκων ή η νοσηλεία παθήσεων και τραυματισμών στο σπίτι.

Aliases (separate with |): Ενημέρωση ασθενούς
ενθεσοπάθεια

Οποιαδήποτε νόσος επηρεάζει την πρόσφυση ενός συνδέσμου ή ενός τένοντα στο οστό. Οι ενθεσοπάθειες μπορεί να προκύψουν από φλεγμονή που σχετίζεται με καταστάσεις όπως το σύνδρομο Reiter, η ψωριασική αρθρίτιδα, η αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα και η ρευματοειδής αρθρίτιδα.

Aliases (separate with |): Ενθεσοπάθεια
ενούρηση

Η ακούσια αποβολή ούρων μετά την ηλικία κατά την οποία θα έπρεπε να είχε αποκτηθεί ο έλεγχος της κύστης. Στα παιδιά, ο εκούσιος έλεγχος της ούρησης έχει αποκτηθεί μέχρι την ηλικία των 5 ετών. Παρόλα αυτά, η νυχτερινή ενούρηση παρατηρείται στο 10% των κατά τα άλλα υγιών παιδιών ηλικίας 5 ετών και στο 1% των παιδιών ηλικίας 15 ετών. Η ενούρηση είναι ελαφρά συχνότερη στα αγόρια απ' ό,τι στα κορίτσια και εμφανίζεται πιο συχνά στα πρωτότοκα παιδιά. Η κατάσταση αυτή εμφανίζει μια σαφή οικογενή τάση.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η ιμιπραμίνη δε συνιστάται σε παιδιά μικρότερα των 6 ετών. Πρέπει να διενεργούνται εξετάσεις γενικής αίματος τουλάχιστον μία φορά το μήνα κατά τη διάρκεια της θεραπείας για να διαπιστωθεί έγκαιρα πιθανή κοκκιοκυττάρωση.

Aliases (separate with |): Ενούρηση
εντερική απόφραξη

Μερική ή ολική απόφραξη του αυλού του παχέος ή του λεπτού εντέρου.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Οι ασθενείς συνήθως εμφανίζουν κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετο (αν η απόφραξη εντοπίζεται στο εγγύς λεπτό έντερο), ή αδυναμία να αεριστούν ή να αφοδεύσουν. Η ιατρική εξέταση μπορεί να δείξει αέρια στην κοιλιακή χώρα, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν τυμπανισμό και είναι διάχυτα. Ενίοτε, ο εξεταστής μπορεί να συναντήσει κάποια ψηλαφητή μάζα ή κάποια κήλη.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Στον ασθενή δε χορηγούνται σκευάσματα δια της στοματικής οδού και όταν παρατηρείται ναυτία ή έμετος, τότε εισάγεται ένας ρινογαστρικός ή εντερικός (Cantor, Miller-Abbott) σωλήνας, προκειμένου να αφαιρεθεί το ανώτερο εντερικό περιεχόμενο. Υγρά και ηλεκτρολύτες χορηγούνται ενδοφλέβια. Η απόφραξη του παχέος εντέρου, η οποία οφείλεται σε ενσφήνωση κοπράνων, μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλα σκευάσματα ή κλύσμα. Όταν η απόφραξη δεν είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί με συντηρητικά μέτρα και την κατάλληλη υποστηρικτική αγωγή, η χειρουργική επέμβαση είναι πιθανή.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Στη μερική απόφραξη, παρακολουθείται στενά η κατάσταση του ασθενούς και τα ζωτικά σημεία, ακροάζονται οι εντερικοί ήχοι και ελέγχεται η περιφέρεια της κοιλιακής χώρας, η οξεοβασική ισορροπία, ενώ καταγράφεται το ισοζύγιο υγρών και ηλεκτρολυτών με κατάλληλα όργανα. Ο ασθενής εξετάζεται για πιθανή αφυδάτωση ενώ πραγματοποιούνται τακτικοί έλεγχοι για τη στοματική υγιεινή. Κατόπιν ιατρικής συνταγής, χορηγούνται παυσίπονα, αντιεμετικά και αντιβιοτικά. Πολλές φορές, η χορήγηση οπιοειδών αποφεύγεται ή πραγματοποιείται φειδωλά γιατί μπορεί να οδηγήσει σε καθυστέρηση της επανόδου της περίσταλσης. Μη επιθετικές τεχνικές αντιμετώπισης του πόνου, όπως τεχνικές χαλάρωσης, αλλαγή θέσης του ασθενούς, εντριβές καθώς και χρήση οπτικοακουστικών μέσων μπορούν να φανούν αποτελεσματικές σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Ζητείται από τον ασθενή να έρθει σε επαφή με ειδικούς στην περίπτωση που ο πόνος μεταβληθεί από παροδικό σε συνεχή, εφόσον αυτό μπορεί να αποτελεί σημάδι διάτρησης. Καθ' όλη τη διάρκεια, ο ασθενής λαμβάνει κατάλληλη υποστηρικτική και ενθαρρυντική αγωγή. Η ισχαιμία αποτελεί την πιο σοβαρή συνέπεια της εντερικής απόφραξης, αφού οδηγεί σε περιτονίτιδα, διάτρηση, αιμορραγία και γάγγραινα. Η ισχαιμία μετατρέπει το έντερο σε πιο διαπερατό, επιτρέποντας τη φυσιολογική εντερική χλωρίδα, όπως τα Escherichia coli και Klebsiella, να διαπεράσει το εντερικό τοίχωμα και να εισέλθει στην περιτοναϊκή κοιλότητα, γεγονός που πιθανότατα οδηγεί σε περιτονίτιδα και/ή σε σηπτικό σοκ.

Αν αποτύχουν οι συντηρητικές μέθοδοι θεραπείας για τη μερική μηχανική απόφραξη ή αν διαγνωσθεί αγγειακή ή μηχανική και ολική απόφραξη ο ασθενής προετοιμάζεται σωματικά και ψυχολογικά για ρινογαστρική αναρρόφηση, ενδοσκόπηση ή χειρουργείο. Κατά τη μετεγχειρητική αγωγή, αν ο ασθενής είναι σε θέση να καταλάβει, του υποδεικνύονται κατάλληλες ασκήσεις προκειμένου να μπορέσει να αεριστεί και να αποφευχθούν επιπλοκές λόγω της μειωμένης κινητικότητας του εντέρου. Παρέχεται όλη η απαραίτητη μετεγχειρητική φροντίδα, συμπεριλαμβανόμενης της φροντίδας της χειρουργικής τομής, της παρακολούθησης της κατάστασης αερισμού του ασθενούς και του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών, καθώς και η ανακούφιση από τον πόνο και τη δυσφορία. O ασθενής επίσης, ενημερώνεται για όλους τους απαραίτητους μετεγχειρητικούς περιορισμούς που αφορούν στις δραστηριότητές του. Πριν την έξοδο του ασθενούς, επισημαίνεται η ορθή χρήση της συνταγογραφημένης φαρμακευτικής αγωγής, τα επιθυμητά αποτελέσματα καθώς και οι ανεπιθύμητες ενέργειες. Επίσης, δίνονται οδηγίες για τη φροντίδα της χειρουργικής τομής και για ενδεχόμενα σημεία λοίμωξης, για τους περιορισμούς στις δραστηριότητες του ασθενούς και για οποιαδήποτε συμπτώματα για τα οποία είναι απαραίτητο να ενημερωθεί ο επιβλέπων ιατρός. Παράλληλα, τονίζεται ο βοηθητικός ρόλος της κατάλληλης δίαιτας (ιδιαίτερα αν η αιτία της απόφραξης ήταν η περιττωματική ενσφήνωση). Στον ασθενή προτείνεται δίαιτα πλούσια σε φυτικές ίνες συνοδευόμενη από την κατάποση πολλών υγρών και καθημερινή άσκηση.

Aliases (separate with |): Εντερική απόφραξη
εντερικός σωλήνας, εντερικός αυλός

Ένας ελαστικός σωλήνας, αποτελούμενος από πλαστικό ή από λάστιχο, που τοποθετείται στον πεπτικό σωλήνα για την αναρρόφηση αερίου, υγρού ή στερεών από το έντερο, ή για την χορήγηση υγρών, ηλεκτρολυτών, ή θρεπτικών συστατικών στον ασθενή. Ο αυλός μπορεί να διέρχεται από την μύτη, το στόμα ή τον πρωκτό, ή μέσω ενός στομίου στο κοιλιακό τοίχωμα (δηλ. γαστροστομία, νηστιδοστομία).

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Όταν τοποθετείται ένας αυλός παχέος εντέρου (δηλ. Cantor, Miller-Abbott), το προσωπικό πρέπει να βοηθά την προώθηση του μέσα στον γαστρεντερικό σωλήνα. Συνήθως ο ασθενής τοποθετείται στην δεξιά πλευρά για μισή ώρα, μετά στην αριστερή για μισή ώρα, και μετά στην πλάτη. Αυτές οι αλλαγές θέσης καθώς και η βάδιση θα διευκολύνουν την κίνηση του αυλού μέσα στον γαστρεντερικό σωλήνα. Οι χειρισμοί αυτοί μπορεί να πραγματοποιούνται κάτω από ακτινολογικό έλεγχο.

Απαιτείται συχνή στοματική υγιεινή για την πρόληψη ελκών του στόματος γιατί συνήθως ο ασθενής δεν λαμβάνει υγρά από το στόμα. Όταν ο σωλήνας είναι τοποθετημένος, ο ασθενείς πρέπει να διδαχθεί να μην αναπνέει από το στόμα ή να καταπίνει αέρα. Αυτό προάγει την εισαγωγή αέρα μέσα στον γαστρεντερικό σωλήνα και έτσι ενεργεί αντίθετα από την φιλοσοφία λειτουργίας των εντεοικών σωλήνων και παροχέτευσης.

Aliases (separate with |): Εντερικός σωλήνας, εντερικός αυλός
εντεροβάκιλλοι

Ένας ευρύς όρος για τους βάκιλλους του εντερικού αυλού. Σε αυτούς περιλαμβάνονται gram- αρνητικοί, μη σπορογόνοι δυνητικά αναερόβιοι βάκιλλοι, όπως η Escherichia, η Shigella, η Salmonella, η Klebsiella και η Yersinia. Μπορούν να ανευρίσκονται στο έντερο των σπονδυλωτών είτε ως φυσιολογική χλωρίδα είτε ως παθογόνα.

Aliases (separate with |): Εντεροβάκιλλοι
εντερόκλυση
  1. Έγχυση ενός θρεπτικού ή θεραπευτικού υγρού στο έντερο.

  2. Έκπλυση του παχέος εντέρου με μεγάλη ποσότητα υγρού, επαρκής ώστε να πληρωθεί όλο το παχύ έντερο και να ξεπλυθεί.

  3. Ακτινογραφία του λεπτού εντέρου. Ένας σωλήνας προωθείται μέχρι το δωδεκαδάκτυλο υπό ακτινοσκοπική καθοδήγηση και χορηγείται βάριο, ακολουθούμενο από εμφύσηση αέρα στο έντερο.

Aliases (separate with |): Εντερόκλυση
εντεροκολίτιδα

Φλεγμονη τσυ λεπτού και του παχέος εντέρου, συνήθως ως αποτέλεσμα λοιμώδους νόσου. Τα πιο συχνά υπεύθυνα παθογόνα περιλαμβάνουν τους ροταϊούς και άλλους εντερικούς ιούς, τη Salmonella, την Escherichia coli, τη Shigella, το Campylobacter και είδη Yersinia. Μια δυνητικά πολύ σοβαρή κλινική εκδήλωση της νόσου, η ψευδομεμβρανώδης εντεροκολίτιδα, μπορεί να προκληθεί από παρατεταμένη χρήση αντιβιοτικών που επιτρέπουν την υπερανάπτυξη του Clostridium difficile.

Aliases (separate with |): Εντεροκολίτιδα
εντοπισμένο φαρμακευτικό εξάνθημα

Ένα εντοπισμένο ερυθρό εξάνθημα με οξύ χείλος, το οποίο ακολουθεί την έκθεση σε φάρμακο. Το εξάνθημα συνήθως προκαλεί καυστικό άλγος, εμφανίζεται στο πρόσωπο ή στα γεννητικά όργανα και, εφόσον το υπεύθυνο φάρμακο επαναχορηγηθεί, επανεμφανίζεται στα ίδια σημεία (είναι δηλαδή «σταθερό» στο χώρο).

Aliases (separate with |): Εντοπισμένο φαρμακευτικό εξάνθημα
εξαγγείωση

Έξοδος υγρών ή φαρμάκων (κυρίως χημειοθεραπευτικών φαρμάκων) σε παρακείμενους ιστούς κατά την έγχυση των ουσιών αυτών σε μία φλέβα. Μπορεί να επιφέρει την καταστροφή των παρακείμενων ιστών.

Aliases (separate with |): Εξαγγείωση
εξάνθημα

Οποιοδήποτε εξάνθημα ή αλλοίωση που εμφανίζεται στο δέρμα, σε αντίθεση με αυτό που εμφανίζεται στους βλεννογόνους (ενάνθημα). Ο όρος χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει μια παιδική ή λοιμώδη εξανθηματική νόσο (π.χ. ιλαρά ή οστρακιά) χρησιμοποιείται όμως και για τα άλλα είδη εξανθήματος.

Aliases (separate with |): Εξάνθημα
εξάνθημα του κολυμβητή

Κνησμώδεις ερυθρές βλατίδες που μπορεί να εμφανισθούν στο δέρμα εντός μερικών ωρών από την κολύμβηση σε νερό θαλάσσης. Το εξάνθημα προκαλείται από τα τσιμπήματα των νυμφών της τσούχτρας ή της θαλάσσιας ανεμώνης. Το εξάνθημα είναι πιο έκδηλο στο δέρμα κάτω από το μαγιό παρά στις εκτεθειμένες επιφάνειες, επειδή η πίεση στο δέρμα από το μαγιό απελευθερώνει τα αγκάθια των νυμφών. Το μαγιό πρέπει να πλυθεί πριν ξαναφορεθεί. Η θεραπεία είναι συμπτωματική με από του στόματος αντιϊσταμινικά και τοπικά κορτικοστεροειδή.

Aliases (separate with |): Εξάνθημα του κολυμβητή
εξάρθρημα της γνάθου

Μετατόπιση της κάτω γνάθου, αυτόματη ή μετά από τραυματισμό. Τα εξαρθρήματα της γνάθου είναι δυσάρεστα και προκαλούν ψυχολογική καταπόνηση. Μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε από τις δύο πλευρές, ενώ στην πλευρά που συμβαίνει το άκρο της γνάθου απομακρύνεται από το σημείο του εξαρθρήματος. Στην υγιή πλευρά, ακριβώς μπροστά από το αυτί, ίσως υπάρχει μία μικρή κοιλότητα η οποία συχνά είναι ευαίσθητη. Εάν υπάρχει εξάρθρημα και στις δύο πλευρές, η γνάθος πιέζεται προς τα κάτω και πίσω. Σε κάθε περίπτωση, το εξάρθρημα της γνάθου συνοδεύεται από άλγος και δυσχέρεια στην ομιλία και συχνά συνοδεύεται από καταπληξία. Το οπίσθιο εξάρθρημα της γνάθου είναι σπάνιο.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Το εξάρθρημα της γνάθου συνήθως προκαλείται από χτύπημα στο πρόσωπο ή από διατήρηση ανοιχτού του στόματος για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως κατά τη διάρκεια οδοντιατρικής θεραπείας. Ενίοτε μπορεί να προκύψει από τη μάσηση μεγάλων βλωμών τροφής, από χάσμημα ή από έντονο γέλιο. Μία πτώση ή ένα χτύπημα στην παρειά μπορεί να προκαλέσει εξάρθρημα, οπίσθιο όμως εξάρθρημα σπάνια συμβαίνει απουσία κατάγματος ή σοβαρού τραυματισμού.

ΑΝΑΤΑΞΗ: Τα εξαρθρήματα της κάτω γνάθου ανατάσσονται τοποθετώντας τους αντίχειρες, οι οποίοι είναι καλυμμένοι με επιδέσμους, μέσα στο στόμα του ασθενούς στους κάτω γομφίους, ενώ τα υπόλοιπα δάκτυλα τοποθετούνται εξωτερικά κατά μήκος της γνάθου, παίζοντας τον ρόλο μοχλού. Οι αντίχειρες πρέπει να πιέσουν τη γνάθο προς τα κάτω και πίσω. Η γνάθος θα ολισθήσει προς τα πίσω επάνω στην οστέινη ακρολοφία (αρθρικό έπαρμα), γεγονός που γίνεται αντιληπτό, και με αυτό τον τρόπο η γνάθος επανέρχεται στην θέση της. Όταν γίνει αντιληπτή αυτή η κίνηση, οι αντίχειρες πρέπει να κινηθούν πλαγίως προς τις παρειές για να αποφευχθεί η σύνθλιψή τους μεταξύ των γομφίων. Αυτή η επαναφορά στη σωστή θέση οφείλεται σε έναν ακούσιο μυϊκό σπασμό, ο οποίος έλκει τη γνάθο σαν να είχε εφαρμοστεί σε αυτή ένας υπερδιατεταμένος ελαστικός επίδεσμος. Μετά την ανάταξη, πρέπει να τοποθετηθεί στην γνάθο ένας επίδεσμος ακινητοποίησης ή ένα διπλό μαντίλι λαιμού.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Είναι σημαντικό κατά τη διάρκεια της ανάταξης να προστατεύονται τα χέρια με ισχυρά γάντια προκειμένου να αποφευχθεί τραυματισμός από τα δόντια.

Aliases (separate with |): Εξάρθρημα της γνάθου
εξάρθρωση δακτύλου

Εκτόπιση ενός οστού του δακτύλου. Αυτό συμβαίνει μόνο σε μία άρθρωση. Ένα συμβεί βλάβη σύνθλιψης πρέπει να αντιμετωπιστεί ως κάταγμα μέχρι να πραγματοποιηθεί ακτινογραφία. Η διάγνωση της εξάρθρωσης ενός δακτύλου είναι εύκολη και περιορίζεται. Μπορεί να προκληθεί από χτυπήματα, πτώσεις και παρόμοια ατυχήματα. Αρχικά, είναι σημαντικό να εξακριβωθεί ότι δεν υπάρχει κάταγμα. Ύστερα ζητείται από τον ασθενή να σταθεροποιήσει και να υποστηρίξει τον καρπό (ή κάποιος άλλος να τον βοηθήσει σε αυτό) για ανθέλκυση. Το δάκτυλο συγκρατείται εκτός των εξαρθρωμένων μυών και τενόντων και, με το ελεύθερο χέρι, το μετατοπισμένο οστό ολισθαίνει στην θέση του. Εφαρμόζεται ένας νάρθηκας από την άκρη του δακτύλου εντός της παλάμης του χειρός. Ο νάρθηκας μπορεί να είναι φτιαγμένος από πλαστικό, γλωσσοπίεστρο, ή προσωρινά από σκληρό χαρτόνι.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Καμία προσπάθεια δεν πρέπει να πραγματοποιείται για την ανάταξη εξάρθρωσης οποιασδήποτε άρθρωσης δακτύλου έως ότου η ακτινογραφία να αποκλείσει την πιθανότητα κατάγματος.

Aliases (separate with |): Εξάρθρωση δακτύλου
εξάρτηση

Ψυχική (και ορισμένες φορές σωματική) εξάρτηση, ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης ενός ζωντανού οργανισμού και ενός φαρμάκου. Στις χαρακτηριστικές συμπεριφορικές και άλλες αποκρίσεις περιλαμβάνεται ο εθισμός λήψης του φαρμάκου σε συνεχή ή περιοδική βάση, ώστε να νιώσει τις ψυχικές του επιδράσεις ή να αποφύγει τη δυσφορία λόγω της ελλείψεώς του. Μπορεί να υπάρχει ανοχή. Το άτομο μπορεί να είναι εξαρτημένο σε περισσότερα του ενός φάρμακα.

Aliases (separate with |): Εξάρτηση
εξάρτηση από ουσίες

Σύνολο γνωστικών, συμπεριφορικών και φυσιολογικών συμπτωμάτων τα οποία υποδηλώνουν ότι ένα άτομο συνεχίζει τη χρήση μιας ουσίας παρά τα σημαντικά προβλήματα που σχετίζονται με την ουσία αυτή. Οι ασθενείς αναπτύσσουν ανοχή στην ουσία και απαιτούν προοδευτικά μεγαλύτερες ποσότητες προκειμένου να επιτύχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Επιπρόσθετα, οι ασθενείς βιώνουν σωματικά και ψυχολογικά σημεία στέρησης εάν δεν λάβουν την ουσία.

Aliases (separate with |): εξάρτηση από ουσίες
εξέταση κοπράνων (Mayer Guaiac)

Εξέταση για την παρουσία αίματος στα κόπρανα. Παθολογικό αποτέλεσμα είναι ύποπτο για την ύπαρξη καρκίνου, αλλά υπάρχουν και πολλές άλλες καλοήθεις καταστάσεις που μπορεί να προκαλέσουν αιμορραγία.

Aliases (separate with |): Εξέταση κοπράνων (Mayer Guaiac)
εξέταση μυελού των οστών

Διαδικασία αφαίρεσης τμήματος του μυελού των οστών με βελόνη, για παθολογοανατομική εξέταση. Η αφαίρεση γίνεται συνήθως από το στέρνο ή το λαγόνιο οστό. Πραγματοποιείται υπό τοπική αναισθησία και διαρκεί περίπου 10 λεπτά.

Aliases (separate with |): Εξέταση μυελού των οστών
εξίδρωμα

Οποιοδήποτε υγρό απελευθερώνεται από το σώμα, το οποίο περιέχει μεγάλη συγκέντρωση πρωτεϊνών, κυττάρων ή στερεών συντριμμάτων.

Τα εξιδρώματα μπορεί να ταξινομηθούν ως καταρροϊκά, ινώδη, αιμορραγικά, διφθεριτικά, πυώδη και ορώδη. Ένα ινώδες εξίδρωμα μπορεί να σχηματίσει ιστούς γύρω από μια κοιλότητα, οδηγώντας π.χ. στο σχηματισμό συμφύσεων μετά από χειρουργική επέμβαση ή σε περιοριστική πνευμονοπάθεια μετά από ένα εμπύημα.

Aliases (separate with |): exudate|Εξίδρωμα
εξωπυραμιδική νόσος

Μια από τις διάφορες εκφυλιστικές νόσους του νευρικού συστήματος που προσβάλλουν το εξωπυραμιδικό σύστημα και τα βασικά γάγγλια του εγκεφάλου. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν τρόμο, χορεία, αθέτωση και δυστονία. Η νόσος του Parkinson είναι μια χαρακτηριστική εξωπυραμιδική νόσος.

Aliases (separate with |): Εξωπυραμιδική νόσος
εξωπυραμιδικό κινητικό σύστημα

Το λειτουργικό σύστημα που περιλαμβάνει όλες τις κατιούσες ίνες που προέρχονται από τα φλοιϊκά και υποφλοιώδη κινητικά κέντρα και καταλήγουν στον προμήκη και στο νωτιαίο μυελό με οδούς άλλες από τις αναγνωρισμένες ως φλοιονωτιαίες οδούς. Το σύστημα αυτό είναι σημαντικό για τη διατήρηση της ισορροπίας και του μυϊκού τόνου.

Aliases (separate with |): Εξωπυραμιδικό κινητικό σύστημα
Page:  1 2 Next »
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL