Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
β-κύτταρα

Τα λεμφοκύτταρα συσχετίζονται άμεσα με την ανοσολογική απάντηση. Βρίσκονται στο αίμα, τους λεμφαδένες και διάφορα άλλα όργανα. Υπάρχουν δύο τύποι λεμφοκυττάρων: τα Β-κύτταρα και τα Τ-κύτταρα. Είναι πολύ σημαντικό να γίνει αυτή η διάκριση στην περίπτωση των λεμφωμάτων, καθώς η θεραπεία και η πρόγνωση διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με το εάν τα λεμφώματα προέρχονται από Β- ή Τ-κύτταρα.

Aliases (separate with |): Β-κύτταρα
ΒCG εμβόλιο

Υλικό που προέρχεται από νεκρά βακτηρίδια φυματίωσης πτηνών. Έχει χρησιμοποιηθεί ως θεραπεία αντιμετώπισης του καρκίνου, με στόχο την διέγερση του ανοσολογικού συστήματος.

βάδισμα

Τρόπος βάδισης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι ασθενείς με διαταραχές της βάδισης θα πρέπει να εκτιμώνται από μια επιστημονική ομάδα που περιλαμβάνει συνήθως νευρολόγο, ψυχίατρο, φυσιοθεραπευτή, εργοθεραπευτή και νοσηλεύτρια κατ' οίκον φροντίδας. Η κατοικία ή το περιβάλλον φροντίδας θα πρέπει να ελέγχονται για κινδύνους που πιθανώς αυξάνουν την πιθανότητα πτώσεων· πρέπει να τροποποιούνται, ώστε να ενισχύεται η ασφάλεια. Τα άτομα που ασχολούνται με τη φροντίδα του ασθενή θα πρέπει να εκπαιδεύονται, ώστε να βοηθούν με ασφάλεια ένα άτομο που έχει υποστεί πτώση, χωρίς να επιτείνουν τις κακώσεις που μπορεί να προκλήθηκαν. Θα πρέπει να παρέχεται προστασία από πτώσεις (ισχιακά επιθέματα, κιγκλιδώματα στις σκάλες και στο λουτρό, χαμηλή θέση της κλίνης, κατάλληλος τύπος καθισμάτων), ώστε να εξασφαλίζεται η αποφυγή κακώσεων και οι ασθενείς να ενθαρρύνονται ως προς την εξάσκηση και τη χρήση των τεχνικών που αφορούν ειδικά στις ικανότητες και τις αδυναμίες τους, ώστε να βελτιστοποιείται η κινητικότητά τους.

βαθμός κακοήθειας του όγκου

Τρόπος περιγραφής των όγκων, ανάλογα με την μικροσκοπική εμφάνιση. Οι όγκοι χαμηλής κακοήθειας αναπτύσσονται και διασπείρονται βραδέως, ενώ οι όγκοι υψηλής κακοήθειας αναπτύσσονται και διασπείρονται ταχέως.

Aliases (separate with |): Βαθμός κακοήθειας του όγκου
βακτηριακή λοίμωξη

Κάθε νόσος που οφείλεται σε βακτήρια. Τα βακτήρια υπάρχουν σε μία ποικιλία σχέσεων με το ανθρώπινο σώμα. Τα βακτήρια αποικίζουν τις επιφάνειες του σώματος προσφέροντας οφέλη (π.χ. περιορίζοντας την ανάπτυξη των παθογόνων και παράγοντας βιταμίνες απορρόφησης (συμβιωτική σχέση ). Τα βακτήρια μπορούν να συνυπάρξουν με τον ανθρώπινο οργανισμό χωρίς να έχουν βλαπτικές ή ωφέλιμες επιδράσεις (παρασιτική σχέση). Τα βακτήρια μπορεί επίσης να εισβάλλουν στους ιστούς, να καταστρέφουν κύτταρα, να ενεργοποιούν συστηματικές φλεγμονώδεις απαντήσεις, και να απελευθερώνουν τοξίνες (παθογόνος, λοιμώδης σχέση).

Aliases (separate with |): Βακτηριακή λοίμωξη
βακτήριο

Ένας μονοκύτταρος μικροοργανισμός χωρίς αληθή πυρήνα ή κυτταρικά οργανύλια, που ανήκει στο βασίλειο των Προκαρυωτικών (Μονήρεις Οργανισμοί). Το κυτταρόπλασμα περιβάλλεται από ένα άκαμπτο κυτταρικό τοίχωμα που αποτελείται από υδατάνθρακες και άλλες χημικές ενώσεις, στο οποίο βασίζεται η χρώση κατά Gram. Κάποια βακτήρια παράγουν μια πολυσακχαριδική ή πολυπεπτιδική κάψα, η οποία εμποδίζει τη φαγοκυττάρωση από τα λευκά αιμοσφαίρια. Τα βακτήρια συνθέτουν DNA, RNA και πρωτεΐνες και μπορούν να αναπαράγονται ανεξάρτητα, αλλά χρειάζονται έναν ξενιστή για να τους παρέχει τροφή και ένα ευνοϊκό περιβάλλον. Εκατομμύρια μη-παθογόνα βακτήρια ζουν στο ανθρώπινο δέρμα και στους βλεννογόνους. Αυτά αποτελούν τη φυσιολογική χλωρίδα. Τα βακτήρια που προκαλούν νόσους ονομάζονται παθογόνα. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ: Σχήμα: Υπάρχουν τρεις κύριοι τύποι βακτηρίων. Τα σφαιρικά ή ωοειδή βακτήρια εμφανίζονται ως μονήρη κύτταρα (μικρόκοκκοι) ή σε ζευγάρια (διπλόκοκκοι), σε σωρούς (σταφυλόκοκκοι), σε αλυσίδες (στρεπτόκοκκοι) ή σε κυβικές ομάδες (σαρκίνες). Τα ραβδοειδή βακτήρια ονομάζονται βάκιλλοι, αυτά με πιο ωοειδές σχήμα ονομάζονται κοκκοβάκιλλοι και εκείνα που σχηματίζουν αλυσίδα στρεπτοβάκιλλοι. Τα σπειροειδή βακτήρια είναι άκαμπτα (σπειρύλλια), εύκαμπτα (σπειροχαίτες) ή καμπύλα (δονάκια). Μέγεθος: Κατά μέσο όρο, οι βάκιλλοι έχουν διάμετρο περίπου 1 μm και μήκος 4 m. Το μέγεθος τους κυμαίνεται από 0,5 μέχρι 1,0 μm σε διάμετρο και από 10 με 20 μm σε μήκος για κάποια σπειρύλλια.

Αναπαραγωγή: Η διάσπαση στα δύο είναι η πιο συνήθης μέθοδος αναπαραγωγής, αλλά κάποια βακτήρια ανταλλάσσουν γενετικό υλικό με μέλη του ίδιου είδους ή διαφορετικών ειδών. Ο ρυθμός αναπαραγωγής επηρεάζεται από μεταβολές της θερμοκρασίας, της θρέψης και του pH. Αν το περιβάλλον δεν είναι πλέον ευνοϊκό, κάποιοι βάκιλλοι σχηματίζουν σπόρους, στους οποίους περιέχεται το γενετικό τους υλικό σε συμπιεσμένη μορφή και περιβάλλονται από παχύ τοίχωμα. Οι σπόροι είναι πολύ ανθεκτικοί στην υψηλή θερμοκρασία, στην ξηρασία και στα απολυμαντικά. Όταν το περιβάλλον γίνει και πάλι ευνοϊκό, οι σπόροι βλασταίνουν.

Μετάλλαξη: Τα βακτήρια, όπως όλοι οι ζώντες οργανισμοί, υφίστανται μεταλλάξεις και το περιβάλλον καθορίζει ποιες μεταλλάξεις είναι ωφέλιμες και έχουν αξία για την επιβίωση. Σαφώς ευεργετικές για τα βακτήρια, αλλά όχι για τους ανθρώπους, είναι οι μεταλλάξεις που παρέχουν αντίσταση στις δυνητικά θανατηφόρες δράσεις των αντιβιοτικών.

Κινητικότητα: Κανένας από τους κόκκους δεν είναι ικανός να κινηθεί, αλλά οι περισσότεροι βάκιλλοι και οι σπειροειδείς μορφές μπορούν να κινούνται ανεξάρτητα. Η κίνηση εξαρτάται από την ύπαρξη ενός ή περισσοτέρων μαστιγίων, λεπτών εξαρτημάτων δίκην μαστιγίου, που λειτουργούν σαν προπέλες.

Απαιτήσεις σε τροφή και οξυγόνο: Τα περισσότερα βακτήρια είναι ετερότροφα (απαιτούν οργανικό υλικό για να τραφούν). Αν τρέφονται από άλλους ζώντες μικροοργανισμούς, ονομάζονται παράσιτα. Αν τρέφονται από οργανικό υλικό που δεν είναι ζωντανό, ονομάζονται σαπρόφυτα. Τα βακτήρια που παίρνουν την ενέργειά τους από ανόργανες ουσίες, συμπεριλαμβανομένων πολλών βακτηρίων του εδάφους, ονομάζονται αυτότροφα. Τα βακτήρια που χρειάζονται οξυγόνο ονομάζονται αερόβια. Εκείνα που αναπτύσσονται μόνο απουσία οξυγόνου ονομάζονται αναερόβια. Τα βακτήρια που αναπτύσσονται με και χωρίς οξυγόνο καλούνται δυνητικά αναερόβια. Τα περισσότερα βακτήρια που βρίσκονται στο ανθρώπινο έντερο είναι αναερόβια.

Απαιτήσεις όσον αφορά στη θερμοκρασία: Αν και κάποια βακτήρια ζουν σε πολύ χαμηλές ή σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, η βέλτιστη θερμοκρασία για τα ανθρώπινα παθογόνα είναι 36° με 38o C.

ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ:

Παραγωγή ενζύμων: Τα βακτήρια παράγουν ένζυμα που δρουν σε σύνθετα τροφικά μόρια, διασπώντας τα σε απλούστερες ουσίες. Είναι τα κύρια στοιχεία της αποσύνθεσης και της σήψης. Η αποσύνθεση, δηλαδή η αποδόμηση των αζωτούχων και άλλων οργανικών υλικών απουσία αέρα, παράγει μία άσχημη οσμή. Η σήψη είναι η σταδιακή αποδόμηση του οργανικού υλικού που εκτίθεται στον αέρα από βακτήρια και μύκητες.

Παραγωγή τοξινών: Μόρια του κυτταρικού τοιχώματος που ονομάζονται προσκολλητίνες, προσκολλούν τα βακτήρια στα κύτταρα του ξενιστή. Μόλις προσκολληθούν, τα βακτήρια μπορεί να παράγουν δηλητηριώδεις ουσίες που ονομάζονται τοξίνες. Υπάρχουν 2 τύποι τοξινών: οι εξωτοξίνες, ένζυμα που απελευθερώνονται από βακτήρια στον ξενιστή τους και οι ενδοτοξίνες, που αποτελούν μέρος του κυτταρικού τοιχώματος των Gram-αρνητικών βακτηρίων και είναι τοξικές, ακόμα και μετά το θάνατο του κυττάρου. Οι εξωτοξίνες περιλαμβάνουν τις αιμολυσίνες, τις λευκοκιδίνες, τις συγκολλητινάσες και τις ινω-δολυσίνες. Οι ενδοτοξίνες διεγείρουν την παραγωγή κυτοκινών που προκαλούν ευρεία αγγειοδιαστολή και καταπληξία.

Διάφορα: Κάποια βακτήρια παράγουν χρωστικές, κάποια παράγουν φως. Τα βακτήρια του εδάφους είναι απαραίτητα για τον κύκλο του αζώτου στις διαδικασίες σταθεροποίησης του αζώτου, νιτροποίησης και απονιτροποίησης.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ: Χρησιμοποιούνται πολλές μέθοδοι για την αναγνώριση των βακτηρίων στο εργαστήριο.

Καλλιέργεια: Τα βακτήρια αναπτύσσονται σε διάφορα μέσα καλλιέργειας. Μια ορατή αποικία περιέχει εκατομμύρια κυττάρων και μπορεί να είναι ορατή μέσα σε λίγες ώρες. Μια αποικία αποτελείται συνήθως από απογόνους ενός απλού κυττάρου. Κάθε είδος βακτηρίων αναπτύσσεται σε αποικίες με χαρακτηριστικό χρώμα, σχήμα, μέγεθος, υφή, τύπο ορίου ή χείλους και ιδιαίτερων χημικών χαρακτηριστικών. Οι ομάδες των κυττάρων μπορούν στη συνέχεια να εξεταστούν με τη βοήθεια μικροσκοπίου, συνήθως χρησιμοποιώντας τη χρώση κατά Gram. Επιπρόσθετα, οι αποικίες μπορούν να διαχωριστούν και να χορηγηθούν αντιβιοτικά για να εκτιμηθεί η ευαισθησία τους σε διαφορετικά φάρμακα.

Τεχνική σταγόνας: Μη βαμμένα βακτήρια σε μία σταγόνα ενός υγρού εξετάζονται υπό κανονικό φως ή υπό φωτισμό σκοτεινού πεδίου.

Χρώση κατά Gram: Τα Gram-θετικά βακτήρια προσλαμβάνουν τη χρωστική και γίνονται ιώδη. Τα Gram-αρνητικά βακτήρια μπορούν να αποχρωματιστούν από αλκοόλη και χρωματίζονται κόκκινα από μια δεύτερη χρωστική. Τα οξεάντοχα βακτήρια προσλαμβάνουν τη χρωστική, ακόμα και όταν τούς χορηγείται οξύ. Τα βακτήρια συχνά περιγράφονται από έναν συνδυασμό της απάντησής τους στη χρώση Gram και της εμφάνισής τους. Για παράδειγμα, «ο Gram-θετικός σταφυλόκοκκος» υποδηλώνει ένα σύμπλεγμα σφαιρών που βάφονται ιώδεις, ενώ «οι Gram-αρνητικοί βάκιλλοι» είναι ραβδοειδή και ροζ.

Ανοσοφθορισμός: Τα βακτήρια χρωματίζονται με φλουορεσκεΐνη και εξετάζοντάς τα υπό το μικροσκόπιο με φθορίζον φως φαίνονται κίτρινο-πράσινα.

Aliases (separate with |): Βακτήριο
βαλβίδα

Μια μεμβρανώδης δομή σε ένα κοίλο όργανο ή δίοδο που φράσσει προσωρινά, επιτρέποντας τη ροή υγρού προς μία μόνο κατεύθυνση.

Aliases (separate with |): Βαλβίδα
βαρεία μυασθένεια

Μια αυτοάνοση κινητική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από μυϊκή κόπωση, η οποία αναπτύσσεται με επαναλαμβανόμενη μυϊκή χρήση και βελτιώνεται με την ανάπαυση. Προκαλείται από αντισώματα εναντίον του υποδοχέα της ακετυλοχολίνης στην νευρομυϊκή σύναψη και μείωση στις θέσεις των υποδοχέων για την ακετυλοχολίνη. Επειδή η μικρότερη συγκέντρωση υποδοχέων ακετυλοχολίνης στο σώμα βρίσκεται στα κρανιακά νεύρα, η αδυναμία και η κόπωση προσβάλλει πιο άμεσα τους μυς του οφθαλμού, της μάσησης και τους φαρυγγικούς μυς στους περισσότερους ασθενείς. Η νόσος είναι σπάνια, προσβάλλοντας 14 άτομα στις 100.000.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η διάγνωση γίνεται με βάση το ιστορικό του ασθενή, μια διεξοδική νευρολογική εξέταση, ηλεκτρομυογραφία (ΕΜΦ), επαναλαμβανόμενη νευρική διέγερση, μία δοκιμασία με Tensilon (χλωριούχο εδροφώνιο) ή κάποιον συνδυασμό αυτών των δοκιμασιών. Η ενδοφλέβια έγχυση εδροφωνίου βελτιώνει σημαντικά την μυϊκή αδυναμία εντός 60 δευτερολέπτων. Οι τίτλοι του αντισώματος εναντίον του υποδοχέα της ακετυλοχολινεστεράσης είναι αυξημένοι στο 50% με 70% περίπου των ασθενών με βαριά μυασθένεια.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα κλινικά σημεία περιλαμβάνουν πτώση του άνω βλεφάρου και διπλωπία λόγω κόπωσης και αδυναμίας των οφθαλμοκινητικών μυών και δυσκολία στην μάσηση και την κατάποση από τους προσβεβλημένους προσωπικούς και φαρυγγικούς μύες. Η κρίση βαριάς μυασθένειας είναι μια ξαφνική επιδείνωση των συμπτωμάτων με αναπνευστική ανεπάρκεια.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η πρωταρχική θεραπεία περιλαμβάνει αντιχολινεστεράσες (φάρμακα που αποτρέπουν την αποδόμηση της ακετυλοχολίνης στη νευρομυϊκή σύναψη) και ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες. Σε επιλεγμένους ασθενείς, πραγματοποιείται αφαίρεση του θύμου, πλασμαφαίρεση ή θεραπεία με ανοσοσφαιρίνη.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η διάγνωση, η παθοφυσιολογία της νόσου και η θεραπεία εξηγούνται στον ασθενή. Ο ασθενής διδάσκεται να αναζητά ιατρική περίθαλψη άμεσα μόλις εκείνος ή εκείνη αισθανθεί δυσκολία στην αναπνοή ή την κατάποση και να έχει το αντίδοτο, την ατροπίνη, άμεσα διαθέσιμο. Η δοκιμασία με εδροφώνιο, που χορηγείται μόνο σε νοσοκομείο, βοηθά στην διάκριση μεταξύ της μυασθενικής κρίσης, στην οποία η μυϊκή ισχύς βελτιώνεται μετά την χορήγηση εδροφωνίου και της χολινεργικής κρίσης, στην οποία η μυϊκή ισχύς επιδεινώνεται ή μένει σταθερή. Ο ασθενής σε κρίση θα πρέπει να βρίσκεται σε παρακολούθηση του αναπνευστικού και καρδιακού του ρυθμού, συνήθως σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Αναρρόφηση των αεραγωγών και αλλαγές της θέσης και παροχέτευση μπορούν να βοηθήσουν να διατηρηθεί επαρκής οξυγόνωση και αερισμός. Συνειδητοποιήστε τα συναισθήματα αδυναμίας του ασθενή και εκτιμήστε τα επίπεδα επικοινωνίας και άγχους. Χρησιμοποιήστε κλειστές ερωτήσεις και ζητήστε από τον ασθενή να επαναλάβει τις δηλώσεις που δεν καταλαβαίνετε, αν υπάρχει ασάφεια λόγου. Σε όλη την πορεία της ασθένειας, παρέχετε συναισθηματική υποστήριξη και διαβεβαίωση. Ενθαρρύνετε τον ασθενή να μιλήσει για τα προβλήματα της νόσου του και τις σχετιζόμενες απώλειες (τρόπος ζωής, ρόλος, ανεξαρτησία). Διδάξτε τον ασθενή να αποφεύγει φάρμακα, που αντενδείκνυται, γιατί αυξάνουν την μυϊκή αδυναμία και να ενημερώνει τους ιατρούς και τους φαρμακοποιούς για την κατάσταση, ώστε να αποφεύγονται τα φάρμακα που μπορεί να επιδεινώσουν την MG. Πληροφορίες για βοήθεια μέσω ομάδων υποστήριξης και πηγών βασισμένων στο διαδίκτυο.

Aliases (separate with |): myasthenia gravis|Βαρεία μυασθένεια
βαριάς μορφής συνδυασμένη ανοσοανεπάρκεια

Οποιαδήποτε νόσος μίας ομάδας κληρονομούμενων διαταραχών αυτοσωμικών ή φυλοσύνδετων υπολειπομένων γονιδίων, στις οποίες υπάρχει μερική ή πλήρης δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Οι βλάβες εμφανίζονται τόσο στην Β- όσο και στην Τ- μεσολαβούμενη ανοσολογική απάντηση και συχνά περιλαμβάνει ελαττωματική λειτουργία των κυτταροκινών. Μέσα σε 6 μήνες από την γέννηση το νεογνό εμφανίζει λοιμώξεις από βακτήρια, ιούς, μύκητες ή πρωτόζωα. Χορηγείται ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη (IVIG) για τον εφοδιασμό με αντισώματα, αλλά για την αποφυγή του θανάτου απαιτείται μία επιτυχής μεταμόσχευση μυελού των οστών. Η αποτελεσματικότητα της γονιδιακής θεραπείας βρίσκεται υπό διερεύνηση.

Aliases (separate with |): immunodeficiency disease, severe combined|Βαριάς μορφής συνδυασμένη ανοσοανεπάρκεια
βαριούχο γεύμα

Ακτινολογική μελέτη του πεπτικού σωλήνα κατά την οποία ο ασθενής καταπίνει βαριούχο ουσία, ενώ ο ακτινολόγος αναζητεί σημεία στένωσης, μορφολογικής ανωμαλίας ή απόφραξης. Δεν απαιτείται ειδική προετοιμασία, πλην της νηστείας.

Aliases (separate with |): Βαριούχο γεύμα
βαριούχος υποκλυσμός

Η χρήση διαλύματος θειικού βαρίου ως παράγοντα αντίθεσης για τη διευκόλυνση της ακτινολογικής και ακτινοσκοπικής παρατήρησης του παχέος εντέρου. Η εξέταση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον προσυμπτωματικό έλεγχο των ασθενών για καρκίνο του παχέος εντέρου η άλλων βλαβών, όπως τα εκκολπώματα η μεταβολές που σχετίζονται με τη φλεγμονώδη νόσο του εντέρου. Εξαιτίας του μεγάλου μηκους του σιγμοειδούς, ο βαριούχος υποκλυσμός χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με μια άλλη εξέταση, όπως η εύκαμπτη σιγμοειδοσκόπηση, για την αύξηση της ευαισθησίας του. Η προσεκτική προετοιμασία του εντέρου με καθαρτικά και υποκλυσμούς είναι πολύ σημαντική για την απομάκρυνση των κοπράνων και την καλύτερη απεικόνιση του αυλού του εντέρου.

Aliases (separate with |): Βαριούχος υποκλυσμός
βάρος γέννησης

Το βάρος του νεογνού. Το φυσιολογικό βάρος ενός νεογνού είναι μεταξύ 2,5 kg και 4,5 kg. To βάρος γέννησης είναι σημαντικός δείκτης της ωριμότητας και της πιθανότητας επιβίωσης. Βάρος μικρότερο από 2,5 kg συνδέεται με αυξημένη πιθανότητα θανάτου στην περιγεννητική περίοδο. Η πρόοδος που έχει συντελεστεί στην ιατρική έχει αυξήσει την πιθανότητα επιβίωσης των νεογνών με βάρος 2,0 kg ή μεγαλύτερο.

Aliases (separate with |): Βάρος γέννησης
βάρος σώματος

Η δύναμη της βαρύτητας που ασκείται σε ένα αντικείμενο, συνήθως από τη Γη. Η μονάδα βάρους είναι το newton. Ένα newton ισοδυναμεί με 0,102 kg. Η διαφορά ανάμεσα στο βάρος και στη μάζα είναι ότι το βάρος ενός αντικειμένου ποικίλλει ανάλογα με τη δύναμη της βαρύτητας, ενώ η μάζα του παραμένει σταθερή. Για παράδειγμα, ένα αντικείμενο έχει μικρότερο βάρος στη Σελήνη απ' ότι στη Γη, γιατί η δύναμη της βαρύτητας είναι μικρότερη στη Σελήνη, αλλά το αντικείμενο αυτό έχει την ίδια μάζα και στα δύο μέρη.

Πολλές νόσοι προκαλούν μεταβολές στο βάρος του σώματος (ΒΣ): για παράδειγμα, το

ΒΣ μειώνεται στη νόσο του Addison, στο AIDS, στον καρκίνο, στη χρόνια διάρροια, στις χρόνιες λοιμώξεις, στον μη αντιμετωπιζόμενο σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι, στην ανορεξία, στην παρατεταμένη γαλουχία, στον μαρασμό, στην απόφραξη του πυλωρού ή του θωρακικού πόρου, στον λιμό, στη φυματίωση και στο πεπτικό έλκος.

Το φυσιολογικό βάρος εξαρτάται από το σκελετό του ατόμου.

Aliases (separate with |): weight|βάρος σώματος
βαρύ ύδωρ

ΣΥΜΒ.: D2O. Ισοτοπική μορφή νερού, ειδικότερα το οξείδιο του δευτε-ρίου στο οποίο το υδρογόνο έχει αντικατασταθεί από το ισότοπο του, το δευτέριο. Οι ιδιότητές του διαφέρουν από αυτές του φυσιολογικού ύδατος στο ότι το βαρύ ύδωρ έχει υψηλότερο σημείο πήξης και βρασμού και στο ότι δεν μπορεί να υποστηρίξει τη ζωή.

Aliases (separate with |): Βαρύ ύδωρ
βασικοκυτταρικό καρκίνωμα

Μορφή καρκίνου του δέρματος, που αναπτύσσεται αργά και είναι ιάσιμη σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις με χειρουργική ή άλλη τοπική θεραπεία.

Aliases (separate with |): Βασικοκυτταρικό καρκίνωμα
βασικός μεταβολισμός

Η ενέργεια που απαιτείται για τη διατήρηση των βασικών λειτουργιών από ένα άτομο το οποίο βρίσκεται σε ηρεμία αλλά δεν κοιμάται. Η BEE (εκφραζόμενη σε θερμίδες) μπορεί να υπολογιστεί με βάση τις εξισώσεις των Harris- Benedict. Οι εξισώσεις αυτές συνυπολογίζουν το φύλο, την ηλικία, το ύψος και το βάρος. Εάν το άτομο είναι καθιστό, εκτελεί μέτρια δραστηριότητα ή πολύ έντονη δραστηριότητα, η BEE επαυξάνεται κατά 30%, 40% ή 50% αντίστοιχα.

Η εξίσωση Harris-Benedict συνυπολογίζει το B (βάρος σε Kg), το Y (ύψος σε cm) και την H (ηλικία σε έτη). Διαμορφώνεται ως εξής:

Για τις γυναίκες: BEE = 6,55 + (9,6 Χ B) + (1,8 X Y) - (4,7 X H)

Για τους άνδρες: BEE = 6,6 + (13,7 Χ Β) + (5 Χ Υ) - (6,8 Χ Η).

Οι νοσηλευόμενοι ασθενείς που δεν υπόκεινται σε στρες απαιτούν 20% περισσότερες θερμίδες από τις βασικές τους ανάγκες.

Η κατανάλωση ενέργειας αυξάνεται κατά 13% πάνω από το βασικό μεταβολισμό για κάθε βαθμό αύξησης της θερμοκρασίας του σώματος. Οι ασθενείς με εγκαύματα ή τραύματα απαιτούν 40-100% περισσότερες θερμίδες απ ό,τι ο βασικός τους μεταβολισμός.

Aliases (separate with |): energy expenditure, basal|Βασικός μεταβολισμός
βηματοδότης
  1. Οτιδήποτε επηρεάζει τη συχνότητα ή το ρυθμό πραγματοποίησης κάποιας δραστηριότητας ή διαδικασίας.

  2. Στην καρδιολογία, ένα εξειδικευμένο κύτταρο ή ομάδα κυττάρων που παράγουν αυτόματα ερεθίσματα, τα οποία διαδίδονται σε άλλες περιοχές της καρδιάς. Ο φυσικός βηματοδότης της καρδιάς είναι ο φλεβοκολπικός κόμβος ή φλεβόκομβος, μια ομάδα κυττάρων στο δεξιό καρδιακό κόλπο, κοντά στην είσοδο της άνω κοίλης φλέβας.

  3. Γενικά αποδεκτή ονομασία για τον τεχνητό καρδιακό βηματοδότη.

Aliases (separate with |): pacemaker|Βηματοδότης
βηματοδοτικός κωδικός

Κωδικός από 3 μέχρι 5 γράμματα που χρησιμοποιείται για την περιγραφή του τύπου και της λειτουργίας του βηματοδότη. Το πρώτο γράμμα αναφέρεται στο θάλαμο ή τους θαλάμους που ρυθμίζονται: V (ventricle) για την κοιλία, A (atrium) για τον κόλπο, ή D (dual) για ρύθμιση και των δύο θαλάμων. Το δεύτερο γράμμα, που μπορεί επίσης να είναι V, A ή D, αναφέρεται στο θάλαμο από τον οποίο ανιχνεύεται η εγγενής ηλεκτρική δραστηριότητα. Το τρίτο γράμμα υποδεικνύει τον τύπο της ανταπόκρισης στην ανιχνευόμενη ηλεκτρική δραστηριότητα. Το Ο σημαίνει καμία ανταπόκριση στην ανιχνευόμενη ηλεκτρική δραστηριότητα· το I, αναστολή της βηματοδοτικής δραστηριότητας· το Τ, επαγωγή της λειτουργίας του βηματοδότη· και το D, ότι μια διπλή ανταπόκριση στην αυτόματη κολπική και κοιλιακή δραστηριότητα αναστέλλει την κοιλιακή και κολπική βηματοδότηση. Το τέταρτο γράμμα, χρησιμοποιούμενο προγενέστερα για την περιγραφή προγραμματιζόμενων λειτουργιών, σήμερα υποδεικνύειτη διακύμανση της συχνότητας της βηματοδότησης σύμφωνα με τις μεταβολικές ανάγκες. Ένα πέμπτο γράμμα μπορεί να υποδηλώνει τη δυνατότητα αντιταχυκαρδιακής βηματοδότησης, αλλά αυτή συχνότερα είναι ενσωματωμένη στους αυτόματους εμφυτεύσιμους απινιδιστές.

Aliases (separate with |): Βηματοδοτικός κωδικός
βήτα καροτίνη

Μια κίτρινο-πορτοκαλί χρωστική που ανευρίσκεται στα φρούτα και τα λαχανικά. Είναι η πιο συνήθης πρόδρομη ουσία της βιταμίνης Α. Η καθημερινή ανάγκη σε βιταμίνη Α μπορεί να καλυφθεί με τη λήψη βήτα-καροτίνης.

ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑ: Η λήψη μεγάλων δόσεων βιταμίνης Α, είτε οξέως, είτε χρονίως, προκαλεί μεταξύ άλλων δερματική και ηπατική βλάβη. Τα συμπληρώματα β καροτίνης αυξάνουν τον κίνδυνο θανάτου μεταξύ των καπνιστών και δεν έχουν γνωστές ωφέλιμες επιδράσεις στους μη καπνιστές.

ΩΦΕΛΗ: Η πλούσια διατροφή σε βήτα καροτίνη σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο συγκεκριμένων καρκίνων.

ΔΟΣΟΛΟΓΙΑ: η δραστικότητα της βιταμίνης Α στα τρόφιμα εκφράζεται ως ισοδύναμα ρετινόλης (RE). Έξι mg βήτα καροτίνης ισούνται με 1 μg ρετινόλης ή 1 RE.

Aliases (separate with |): Βήτα καροτίνη
βιοανάδραση

Πρόγραμμα εκπαίδευσης, το οποίο σχεδιάστηκε για να αναπτύξει την ικανότητα ενός ατόμου να ελέγχει το αυτόνομο νευρικό σύστημα. Μετά από την εκμάθηση της τεχνικής, ο ασθενής δύναται να ελέγχει την καρδιακή συχνότητα, την αρτηριακή πίεση και τη θερμοκρασία του δέρματος ή να χαλαρώνει συγκεκριμένους μυς. Ο ασθενής εκπαιδεύεται με τη χρήση συσκευών παρακολούθησης, οι οποίες παράγουν έναν ήχο, όταν λαμβάνουν χώρα αλλαγές στον παλμό, στην αρτηριακή πίεση, στα εγκεφαλικά κύματα και στις μυϊκές συσπάσεις. Στη συνέχεια, ο ασθενής προσπαθεί να αναπαράγει τις καταστάσεις που προκάλεσαν τις επιθυμητές αλλαγές.

Aliases (separate with |): Βιοανάδραση
βιοχημικός έλεγχος αίματος

Περιλαμβάνει μετρήσεις ηλεκτρολυτών και πρωτεϊνών και έλεγχο της ηπατικής, νεφρικής και θυρεοειδικής λειτουργίας. Τα αποτελέσματα βγαίνουν την ίδια ημέρα ή την επόμενη.

Aliases (separate with |): Βιοχημικός έλεγχος αίματος
βιοψία

Η λήψη αντιπροσωπευτικού ιστικού δείγματος για μικροσκοπική εξέταση, συνήθως για την επιβεβαίωση μιας διάγνωσης. Ο ιστός μπορεί να ληφθεί χειρουργικά ή με τη χρήση μιας σύριγγας και μιας βελόνας. Η όλη διαδικασία μπορεί να εκτελεστεί με τη βοήθεια αξονικής τομογραφίας, υπερηχογραφίας, μαγνητικής τομογραφίας ή ακτινογραφίας ή μπορεί να εκτελεστεί χωρίς απεικονιστική μέθοδο (δηλ. "τυφλά").

Aliases (separate with |): Βιοψία
βισμούθιο

Σύμβολο: Bi.

Αργυρόχρουν μεταλλικό στοιχείο, με ατομικό βάρος 208.980 και ατομικό αριθμό 83. Οι χημικές του ενώσεις χρησιμοποιούνται ως προστατευτικό μέσο για τις φλεγμαίνουσες επιφάνειες. Τα άλατα του χρησιμοποιούνται ως στυπτικό μέσο και ως θεραπεία για τη διάρροια.

Aliases (separate with |): Βισμούθιο
βιταμίνη

Συμπληρωματική, αλλά ζωτικής σημασίας θρεπτική ουσία που δρα ως συνένζυμο ή συμπαράγοντας σε μια απαραίτητη μεταβολική αντίδραση. Μικρές ποσότητες της ουσίας συμβάλλουν σε βιολογικές αντιδράσεις, όπως οι οξειδοαναγωγικές αντιδράσεις, η σύνθεση νουκλεϊκών οξέων, αιμοσφαιρίνης, παραγόντων πήξης ή κολλαγόνου. Η ανεπάρκεια βιταμινών μπορεί να προκαλέσει αναγνωρισμένα σύνδρομα (πχ., σκορβούτο [ανεπάρκεια βιταμίνης C], ή Beri-beri [ανεπάρκεια θειαμίνης]). Σε αντίθεση με τις πρωτεΐνες, τους υδατάνθρακες, τα λίπη και τα οργανικά άλατα, οι βιταμίνες δεν αποτελούν πηγή ενέργειας ή στοιχεία των σωματικών δομών. Αντίθετα, επιταχύνουν ή διευκολύνουν τις βιοχημικές αντιδράσεις που αφορούν αυτά τα μόρια.

Μόνο οι βιταμίνες A, D και Κ συντίθενται στο σώμα. Οι υπόλοιπες πρέπει να προσλαμβάνονται με τη διατροφή. Η βιταμίνη Α σχηματίζεται από την πρόδρομη ουσία της, την καρωτίνη· η βιταμίνη D σχηματίζεται από την επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας στο δέρμα· και η βιταμίνη Κ σχηματίζεται από τη συμβιωτική δράση βακτηρίων στο έντερο. Ένα σύνηθες σύστημα ταξινόμησης διακρίνει τις λιποδιαλυτές βιταμίνες (Α, D, E, K) από τις υδατοδιαλυτές (Β και C). Οι λιποδιαλυτές βιταμίνες απορροφώνται ανεπαρκώς στην περίπτωση που το άτομο πάσχει από κάποια νόσο που παρεμβαίνει στην πέψη των λιπών, όπως είναι η στεατόρροια., αλλά συσσωρεύονται σε όργανα, όπως το ήπαρ, στην περίπτωση υπέρμετρης πρόσληψής τους. Οι υδατοδιαλυτές βιταμίνες χάνονται εύκολα από το σώμα με τα ούρα και τον ιδρώτα και είναι πιθανότερο να παρουσιάσουν έλλειψη παρά υπερεπάρκεια.

Οι ανάγκες κάποιου σε βιταμίνες αυξάνουν σε καταστάσεις, στις οποίες εξαντλούνται τα αποθέματά τους στον οργανισμό, όπως στην κύηση και στο θηλασμό, στον αλκοολισμό και σε εμπύρετες νόσους. Ορισμένα φάρμακα εμποδίζουν τη δράση συγκεκριμένων βιταμινών ή δημιουργούν νόσους που μπορούν να προληφθούν με τη συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ισονιαζίδη για τη φυματίωση, για παράδειγμα, η συμπληρωματική χορήγηση πυριδοξίνης είναι απαραίτητη για την πρόληψη περιφερικής νευροπάθειας.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Παράρτημα Βιταμινών για σημεία και συμπτώματα ανεπάρκειας βιταμινών.

Aliases (separate with |): Βιταμίνη
βιταμίνη Α

Μια λιποδιαλυτή βιταμίνη που σχηματίζεται στο σώμα από την α, β και γ καρωτίνη, τις κίτρινες χρωστικές των φυτών. Είναι απαραίτητη για τη φυσιολογική αύξηση και ανάπτυξη, τη φυσιολογική λειτουργία και ακεραιότητα των επιθηλιακών ιστών, το σχηματισμό χρωστικής της όρασης και τη φυσιολογική ανάπτυξη των οστών και των οδόντων. Αποθηκεύεται στο ήπαρ. H συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη για τους ενήλικες είναι 1000mg. H ρετινόλη είναι η μορφή της βιταμίνης Α που ανευρίσκεται στα θηλαστικά. Ένα ισοδύναμο ρετινόλης αντιστοιχεί με 6 mg β-καρωτίνης. H υπερβολική λήψη βιταμίνης Α μπορεί να προκαλέσει οξεία ή χρόνια προβλήματα και να αυξήσει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου στους καπνιστές.

ΠHΓΕΣ: Το βούτυρο, το φυσικό λίπος γάλακτος, ο κρόκος αυγού και το μουρουνέλαιο αποτελούν πλούσιες πηγές. H βιταμίνη βρίσκεται επίσης στο συκώτι, στα πράσινα και κίτρινα φυλλώδη λαχανικά, στα δαμάσκηνα, στον ανανά, στα λεμόνια και στα πεπόνια.

ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ: Αυτή η βιταμίνη ανθίσταται στο βρασμό για μικρό χρονικό διάστημα, αν δεν εκτεθεί σε οξείδωση. Είναι αρκετά σταθερή σε σύντομη έκθεση στη θερμότητα, αλλά όχι σε συνεχείς υψηλές θερμοκρασίες (άνω των 100 °C).

ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ: H ανεπάρκεια βιταμίνης Α προκαλεί διαταραχή στην ανάπτυξη, αυξημένη ευαισθησία στις λοιμώξεις και διαταραχή της θρέψης του κερατοειδή, του επιπεφυκότα, της τραχείας, των θυλάκων των τριχών και της νεφρικής πυέλου. Ως εκ τούτου, αυτοί οι ιστοί παρουσιάζουν αυξημένη ευπάθεια σε λοιμώξεις. H ανεπάρκεια βιταμίνης Α προκαλεί επιπλέον δυσκολία στην προσαρμογή των οφθαλμών στο σκοτάδι (νυκταλωπία) και έκπτωση της οπτικής οξύτητας. Τα παιδιά που πάσχουν από ανεπάρκεια βιταμίνης Α εμφανίζουν μειωμένη αύξηση και ανάπτυξη.

Aliases (separate with |): Βιταμίνη Α
βιταμίνη Β12 ή κυανοκοβαλαμίνη

Πρόκειται για κόκκινη κρυσταλλική ουσία, ένα κοβαμίδιο, που προέρχεται από το ήπαρ και είναι απαραίτητη για το σχηματισμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων. H ανεπάρκειά της προκαλεί κακοήθη αναιμία. Χρησιμοποιείται για την πρόληψη και θεραπεία της κακοήθους αναιμίας και άλλων ασθενειών που οφείλονται σε διαταραχή του σχηματισμού των ερυθρών αιμοσφαιρίων. H συνιστώμενη ημερήσια δόση για τους ενήλικες είναι 2 μg. Οι όροι βιταμίνη Β12 και κυανοκοβαλαμίνη χρησιμοποιούνται εναλλάξ ως γενικοί όροι όλων των κοβαμιδίων που είναι ενεργά στους ανθρώπους.

Aliases (separate with |): Βιταμίνη Β12 ή κυανοκοβαλαμίνη
βιταμίνη Ε

Βιταμίνη που αποτελείται από 8 συστατικά: 4 τοκοφερόλες (από τις οποίες η ατοκοφερόλη είναι η πιο κοινή) και 4 τοκοτριενόλες. H βιταμίνη Ε αποτελεί αντιοξειδωτική ουσία, που βρίσκεται σε πολλά είδη διατροφής. H ανεπάρκειά της στο γενικό πληθυσμό είναι σπάνια. Υπερβολικές δόσεις (100mg/kg/ημέρα) σε νεογνά χαμηλού βάρους έχουν συσχετιστεί με ανάπτυξη νεκρωτικής εντεροκολίτιδας και σήψης. H μέγιστη ημερήσια συνιστώμενη πρόσληψη είναι 10 mg για τους άνδρες και 8 mg για τις γυναίκες.

Aliases (separate with |): Βιταμίνη Ε
βιταμίνη Κ

Αντιαιμορραγικός παράγοντας που έχει παρόμοια δράση με ουσίες που προέρχονται από τη ναφθοκινόνη. H βιταμίνη K, που είναι λιποδιαλυτή, ανευρίσκεται στο τριφύλλι, στα λίπη, στη βρώμη, στα σιτηρά και στη σίκαλη. H βιταμίνη Κ2 βρίσκεται στα ψάρια. H βιταμίνη Κ συντίθεται ως δισουλφιδικό νάτριο της μεναδιόνης. H βιταμίνη Κ είναι απαραίτητη για τη σύνθεση των παραγόντων πήξης VII, IX, X και της προθρομβίνης από το ήπαρ. H ανεπάρκεια της προκαλεί παρατεταμένο χρόνο πήξης και αιμορραγία. Ο ρόλος της στο μεταβολισμό των οστών συνίσταται στη μετατροπή της οστεοκαλσίνης στην ενεργή μορφή της και στη συμμετοχή της στην δράση της επιθηλιακής GIa-πρωτεΐνης (MGP) στα οστά, τα δόντια και τους χόνδρους. Στο νεφρό εμποδίζει το σχηματισμό λίθων οξαλικού ασβεστίου. Φαίνεται ότι ασκεί κάποιο ρόλο στη λήψη οπτικών σημάτων από τον αμφιβληστροειδή. Στα νεογέννητα, το γαστρεντερικό σύστημα είναι στείρο μέχρι τη λήψη τροφής και την αποίκησή του από μικρόβια. Επειδή αυτή η βακτηριακή πηγή της βιταμίνης Κ δεν είναι άμεσα διαθέσιμη, συνιστάται η ενδομυϊκή χορήγηση 1mg υδατοδιαλυτής βιταμίνης Κι (φυτοναδιόνη) σε όλα τα νεογνά. Μεγάλες δόσεις βιταμίνης Κ μπορεί να προκαλέσουν αιμόλυση σε άτομα με έλλειψη G6PD, αλλά και σε μερικά υγιή άτομα. Μεγάλες δόσεις σε νεογέννητα προκαλούν αναιμία και πυρηνικό ίκτερο. Η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη είναι 65 μg για τις γυναίκες και 80μ§ για τους άνδρες.

ΔΡΑΣΗ/ΧΡΗΣΕΙΣ: Η βιταμίνη Κ βοηθά στην εξάλειψη της παρατεταμένης αιμορραγίας σε χειρουργικές επεμβάσεις και στο χοληφόρο σύστημα ασθενών με ίκτερο. Η έκκριση χολικών αλάτων είναι απαραίτητη για την απορρόφησή της.

Aliases (separate with |): Βιταμίνη Κ
βλάβη
  1. Μια αφορισμένη περιοχή παθολογικά τροποποιημένου ιστού.
  2. Ένα τραύμα ή πληγή.
  3. Μια λοιμώδης κηλίδα σε μια δερματική νόσο. Οι πρωτοπαθείς ή αρχικές βλάβες περιλαμβάνουν σπίλους, κυστίδια, κύστεις ή πομφόλυγες, σκληρά έλκη, φλύκταινες, βλατίδες, φυμάτια, πομφούς και όγκους. Οι δευτεροπαθείς βλάβες αποτελούν το αποτέλεσμα των πρωτοπαθών. Μπορεί να είναι εφελκίδες, εκδορές, ραγάδες, μελαγχρωματώσεις, φολίδες, ουλές και εξελκώσεις.
Aliases (separate with |): lesion|Βλάβη
βλαστοκύστη

Στην ανάπτυξη των εμβρύων των θηλαστικών, το στάδιο που ακολουθεί το μορίδιο. Αποτελείται από μια εξωτερική στοιβάδα, την τροφοβλάστη, και μια εσωτερική κυτταρική μάζα, από την οποία αναπτύσσεται το έμβρυο. Η εσωκλειόμενη κοιλότητα αποτελεί τη βλαστική κοιλότητα. Σε αυτό το στάδιο λαμβάνει χώρα η εμφύτευση στο ενδομήτριο.

Aliases (separate with |): Βλαστοκύστη
βλέννη

Ένα παχύρρευστο υγρό που εκκρίνεται από τους βλεννογόνους και τους αδένες και αποτελείται από βλεννίνη, λευκοκύτταρα, ανόργανα άλατα, νερό και επιθηλιακά κύτταρα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το σχεδόν κολλώδες έκκριμα των υπογλώσσιων και υπογνάθιων αδένων.

Aliases (separate with |): Βλέννη
βλεννογόνος υμένας

Μια βλεννογόνος μεμβράνη ή υγρή στιβάδα ιστού, η οποία επενδύει τα κοίλα όργανα και τις κοιλότητες του σώματος που επικοινωνούν με το περιβάλλον. Αποτελείται από μια επιθηλιακή στιβάδα σε μία βασική μεμβράνη και μια στιβάδα συνδετικού ιστού. Ο ιστός που επενδύει τον πεπτικό σωλήνα περιέχει επίσης ένα στρώμα λείων μυών που λέγεται μυϊκή στοιβάδα του βλεννογόνου. Ο τύπος του επιθηλίου, το πάχος και η παρουσία ή η απουσία αδένων ποικίλλουν ανάλογα με τη λειτουργία και την εντόπιση του βλεννογόνου.

Aliases (separate with |): mucosa|Βλεννογόνος υμένας
βλεννολυτικό ένζυμο

Ένζυμο αποπολυμερισμού της βλέννης, που προκαλεί διάσπαση των βλεννοπρωτεϊνών. Παραδείγματα τέτοιου ενζύμου είναι η λυσοζύμη και η υαλουρονιδάση.

Aliases (separate with |): Βλεννολυτικό ένζυμο
βλεννοπολυσακχαρίδωση

Μια ομάδα κληρονομούμενων διαταραχών που χαρακτηρίζονται από ανεπάρκεια ενζύμων, τα οποία είναι απαραίτητα για την αποδόμηση των πολυσακχαριτών θειική ηπαράνη, θειική δερματάνη και θειική κερατάνη. Αυτές οι ουσίες εκκρίνονται σε υπερβολικές ποσότητες στα ούρα και συσσωρεύονται συνήθως στα μακροφάγα, στο κεντρικό νευρικό σύστημα, στα ενδοθηλιακά κύτταρα, στα λεία μυϊκά κύτταρα του έσω αγγειακού χιτώνα και στους ινοβλάστες σε όλο το σώμα. Κλινικές αλλοιώσεις συνήθως δεν είναι εμφανείς στη γέννηση, αλλά η κληρονομούμενη ανεπάρκεια μπορεί να διαγνωσθεί πριν από τη γέννηση, καλλιεργώντας κύτταρα αμνιακού υγρού και εξετάζοντάς τα για συγκεκριμένη ενζυμική δραστηριότητα. Μετά τη γέννηση οι καταστάσεις αυτές μπορούν να διαγνωσθούν με εξέταση καλλιεργημένων ινοβλαστών του δέρματος για συγκεκριμένα ένζυμα. Κάποιες MPS μπορεί να αντιμετωπιστούν με μεταμόσχευση μυελού των οστών.

Aliases (separate with |): mucopolysaccharidosis|Βλεννοπολυσακχαρίδωση
βλεφαρίτιδα

Ελκωτική ή μη ελκωτική φλεγμονή των θυλακίων των βλεφαρίδων και των αδένων κατά μήκος των βλεφάρων.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα βλέφαρα είναι ερυθρά, ευαίσθητα και ερεθισμένα, με κολλώδες έκκριμα και απολέπιση στις άκρες. Μπορεί να λάβει χώρα αναστροφή των βλεφάρων, δακρύρροια και απώλεια των βλεφαρίδων. Οι κύστες των μεϊβομιανών αδένων σχετίζονται με βλεφαρίτιδα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η ελκωτική μορφή προκαλείται συνήθως από λοίμωξη με σταφυλόκοκκους. Η αιτία της μη ελκωτικής μορφής είναι συχνά άγνωστη. Μπορεί να οφείλεται σε αλλεργία ή στην έκθεση στη σκόνη, στον καπνό ή σε ερεθιστικές χημικές ουσίες.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Οι ασθενείς διδάσκονται με ποιο τρόπο να κρατούν το κεφάλι τους, τα φρύδια τους και τα βλέφαρά τους καθαρά και να αποφεύγουν το τρίψιμο των ματιών με τα χέρια τους. Δίνεται έμφαση στο πλύσιμο των χεριών πριν την περιποίηση των βλεφάρων, καθώς και στο επαναληπτικό πλύσιμο τους μετά από αυτήν, ώστε να αποτραπεί η εξάπλωση της λοίμωξης. Πριν αφαιρεθούν οι κρούστες με ένα μαλακό, υγρό πανί, μπορούν να μαλακώσουν με μια ζεστή γάζα, εμποτισμένη σε φυσιολογικό ορό. Οι αντιβιοτικές αλοιφές εφαρμόζονται στην άκρη του βλεφάρου ως μια στενή λωρίδα, ξεκινώντας από τον έσω κανθό του οφθαλμού και συνεχίζοντας προς τον έξω. Το σωληνάριο της αλοιφής δεν θα πρέπει να έρθει σε επαφή με το βλέφαρο ή την επιφάνεια του ματιού.

Aliases (separate with |): Βλεφαρίτιδα
βουβωνοκήλη

Η προεκβολή του σάκου μιας κήλης που περιέχει ενδοπεριτοναϊκά περιεχόμενα (π.χ., έντερο, επίπλουν, ωοθήκη, κλπ.) στον επιφανειακό βουβωνικό δακτύλιο. Σε μία λοξή βουβωνοκήλη, ο σάκος προβάλλει διαμέσου του έσω βουβωνικού δακτυλίου στον βουβωνικό πόρο και συχνά κατέρχεται στο όσχεο. Σε μία ευθεία βουβωνοκήλη, ο σάκος προβάλλει διαμέσου του κοιλιακού τοιχώματος στο τρίγωνο Hesselbach, μία περιοχή που αφορίζεται από τον ορθό κοιλιακό μυ, το βουβωνικό σύνδεσμο και τα κάτω επιγάστρια αγγεία. Μία παραλλαγή της λοξής βουβωνοκήλης είναι η κατ' επολίσθηση κήλη, στην οποία ένα τμήμα του τοιχώματος του προβάλλοντος τυφλού ή σιγμοειδούς κόλου είναι μέρος του σάκου, ενώ ο υπόλοιπος αποτελείται από τοιχωματικό περιτόναιο. Οι ευθείες και λοξές βουβωνοκήλες και οι μηροκήλες αναφέρονται συλλογικά ως κήλες της βουβωνικής χώρας. Οι βουβωνοκήλες αντιπροσωπεύουν περίπου το 80% όλων των κήλων.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Προεγχειρητικά: Η χειρουργική επέμβαση και η αναμενόμενη μετεγχειρητική πορεία εξηγούνται στον ασθενή· αυτή η συζήτηση πρέπει να προσαρμοστεί στην ηλικία του ασθενή, στο επίπεδο κατανόησης, τη μορφή της κήλης και στην προγραμματισμένη αποκατάσταση. Πρέπει να λαμβάνεται μία υπογεγραμμένη φόρμα συναίνεσης. Ο ασθενής πρέπει να κατανοήσει ότι η εγχείρηση θα αποκαταστήσει την ανωμαλία που προκλήθηκε από την κήλη, αλλά μπορούν να συμβούν και χειρουργικές αποτυχίες. Εάν ο ασθενής υφίσταται προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση, η ανάρρωση είναι συνήθως ταχεία· εάν δεν παρουσιαστούν επιπλοκές, ο ασθενής πιθανόν να επιστρέψει στο σπίτι την ίδια μέρα με την εγχείρηση και συνήθως μπορεί να ξαναρχίσει την φυσιολογική δραστηριότητα εντός 4 έως 6 εβδομάδων. Ασθενείς που υφίστανται έκτακτη εγχείρηση για μία περισφιγμένη κήλη μπορεί να συνεχίσουν να νοσηλεύονται ανάλογα με τον βαθμό εντερικής προσβολής. Ο ασθενής προετοιμάζεται για την εγχείρηση.

Μετεγχειρητικά: Παρακολουθούνται τα ζωτικά σημεία. Ο ασθενής καθοδηγείται όσον αφορά στην αλλαγή θέσης για την αποφυγή άσκησης περιττής τάσης στην περιοχή του τραύματος. Μπορεί να χορηγηθούν μαλακτικά κοπράνων για την αποτροπή της έντασης κατά τη διάρκεια της αφόδευσης και ο ασθενής πληροφορείται σχετικά με τη χρήση τους. Ενθαρρύνεται η πρώιμη βάδιση, αλλά άλλες σωματικές δραστηριότητες τροποποιούνται σύμφωνα με της οδηγίες του χειρουργού. Παρέχονται σε καθημερινή βάση παρακολούθηση της λειτουργίας της κύστης, φροντίδα των τραυμάτων και χορήγηση αναλγητικών. Δίνονται οδηγίες για το σπίτι σύμφωνα με τις εντολές του χειρουργού.

Aliases (separate with |): hernia|inguinal|Βουβωνοκήλη
βραχυθεραπεία

Τύπος ακτινοθεραπείας με χρήση ραδιενεργούς πηγής, που εμφυτεύεται στον όγκο. Με τον τρόπο αυτό, χορηγείται υψηλή (αλλά αυστηρά εντοπισμένη) δόση ακτινοβολίας στον όγκο και διαφυλάσσονται οι παρακείμενοι υγιείς ιστοί από την σοβαρή έκθεση στην ακτινοβολία.

Aliases (separate with |): Βραχυθεραπεία
βρογχιεκτασία

Χρόνια διάταση του βρόγχου ή των βρόγχων, συνήθως στα κατώτερα τμήματα των πνευμόνων, η οποία προκαλείται από τα καταστροφικά αποτελέσματα μακροχρόνιας φλεγμονής.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Ο χρόνιος βήχας, η παραγωγή πτυέλων, η δύσπνοια και ο συριγμός είναι συχνά συμπτώματα.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η νόσος μπορεί να είναι επίκτητη ή συγγενής και μπορεί να προσβάλλει τον έναν ή και τους δύο πνεύμονες. Η επίκτητη βρογχεκτασία λαμβάνει συνήθως χώρα δευτεροπαθώς σε περίπτωση απόφραξης ή λοίμωξης, όπως η βρογχοπνευμονία, η χρόνια βρογχίτιδα, η φυματίωση, η κυστική ίνωση ή ο κοκκύτης.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Η θεραπεία συνίσταται στη χορήγηση αντιβιοτικών, στην προφύλαξη και στην παροχέτευση θέσεως. Σε επιλεγμένους ασθενείς, ενδέχεται να γίνει εκτομή των προσβεβλημένων περιοχών. Αν υπάρχει βρογχόσπασμος, τα βρογχοδιασταλτικά μπορούν να φανούν χρήσιμα.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Ο ασθενής αξιολογείται για την ύπαρξη ή την επιδείνωση της αναπνευστικής δυσχέρειας. Ελέγχεται η αναπνευστική συχνότητα, ο τύπος αναπνοής και η προσπάθεια που καταβάλλεται για αυτήν, γίνεται ακρόαση των πνευμόνων και επισκοπούνται τα πτύελα για αλλαγές της ποσότητάς τους, του χρώματος ή της γλοιότητάς τους. Ο πνευμονολόγος αξιολογεί την ανταλλαγή των αερίων με τον έλεγχο των αερίων αίματος και χορηγεί οξυγόνο ανάλογα με το πρωτόκολλο ή με τις ανάγκες του ασθενούς. Ο ασθενής ελέγχεται για επιπλοκές, όπως η πνευμονική καρδία. Ο ασθενής θα πρέπει να αυξήσει τη λήψη υγρών από το στόμα και θα πρέπει να του επιδειχθεί πώς να χρησιμοποιεί τη συσκευή ύγρανσης ή τον νεφελοποιητή, για τη ρευστοποίηση των πυκνών εκκρίσεων. Ο ασθενής εκπαιδεύεται επίσης να αναπνέει βαθιά και να βήχει αποτελεσματικά. Η αναπνευστική φυσιοθεραπεία είναι πιο αποτελεσματική και λιγότερο ενοχλητική, αν εκτελείται το πρωί, μισή ώρα πριν τα γεύματα και πριν την κατάκλιση. Η νοσηλεύτρια ή ο φυσιοθεραπευτής αναρροφά τον στοματοφάρυγγα, αν ο ασθενής δεν μπορεί να καθαρίσει τους αεραγωγούς και δείχνει στον ασθενή και την οικογένειά του τον τρόπο να το κάνει μόνος του. Εξηγείται η ανάγκη για συχνή υγιεινή του στόματος, προς απομάκρυνση δύσοσμων εκκρίσεων και αποτροπής της ανορεξίας. Επίσης, ο ασθενής διδάσκεται να αποβάλλει τις εκκρίσεις, να καθαρίζει τα αντικείμενα που έχουν επιμολυνθεί από αυτές και να πλένει τα χέρια του σχολαστικά, ώστε να αποφύγει τη μετάδοση λοιμώξεων. Οι ρυπογόνες ουσίες του αέρα και τα άτομα με λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού θα πρέπει να αποφεύγονται. Αν καπνίζει ο/η ασθενής, θα πρέπει να παραπεμφθεί σε ένα πρόγραμμα διακοπής του καπνίσματος ή να ξεκινήσει θεραπεία με αυτοκόλλητα νικοτίνης. Χορηγούνται φάρμακα, όπως αντιβιοτικά, βρογχοδιασταλτικά και αποχρεμπτικά και ενημερώνονται οι ασθενείς και οι οικογένειές τους σχετικά με τη δράση τους, τη χρήση τους και τις παρενέργειές τους. Ο ασθενής συμβουλεύεται να μη λαμβάνει φάρμακα χωρίς την έγκριση του ιατρού. Υποστηρικτική φροντίδα παρέχεται για να βοηθήσει τον ασθενή να προσαρμοστεί στις αλλαγές του τρόπου ζωής που απαιτεί η ανεπανόρθωτη βλάβη του πνεύμονα. Αν προγραμματιστεί χειρουργική επέμβαση, ο ασθενής προετοιμάζεται σωματικά και συναισθηματικά. Προγραμματίζεται προεγχειρητική και μετεγχειρητική φροντίδα και παρακολουθείται η κατάσταση του ασθενούς για την αποτροπή επιπλοκών.

Aliases (separate with |): bronchiectasis|Βρογχιεκτασία
βρογχιολίτιδα

Οξεία φλεγμονή των βρογχιολίων σε παιδιά ηλικίας μέχρι 2 ετών, με μεγαλύτερη επίπτωση σε βρέφη ηλικίας 6 μηνών. Οι περισσότερες περιπτώσεις λαμβάνουν χώρα τους χειμερινούς μήνες και νωρίς την άνοιξη.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός (RSV) ευθύνεται για το 50% των περιπτώσεων. Άλλοι ιοί (ιός παραϊνφλουέντσας, αδενοϊοί) και είδη μυκοπλάσματος είναι υπεύθυνοι για τις υπόλοιπες περιπτώσεις. Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι τα βακτήρια ενδέχεται να προκαλούν τη νόσο ή ότι τα αντιβιοτικά τη θεραπεύουν.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Πρώτα εμφανίζονται συμπτώματα από το ανώτερο αναπνευστικό (συνάχι, πταρμός), τα οποία αντικαθίστανται γρήγορα από τα χαρακτηριστικά σημεία της νόσου, δηλ. την αναπνευστική δυσχέρεια με την ταχύπνοια και τον συριγμό. Ο συριγμός είναι το χαρακτηριστικό που προσδίδει στη νόσο το συχνά χρησιμοποιούμενο όνομα «βρεφικό άσθμα». Μερικά βρέφη, ειδικά αυτά που είναι μερικών μηνών, αναπτύσσουν σοβαρή αναπνευστική δυσχέρεια με υποξία και ασθμαίνουσες αναπνοές και χρήζουν εισαγωγής στο νοσοκομείο, οξυγόνου και μηχανικής αναπνοής. Οι ακτινογραφίες θώρακος δείχνουν υπεραερισμό των πνευμόνων, με διάσπαρτες περιοχές πνευμονίας ή/και ατελεκτασία.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Τα βρέφη με μέτρια ή επιδεινούμενη αναπνευστική δυσχέρεια θα πρέπει να εισαχθούν στο νοσοκομείο για παρακολούθηση, αναπνευστική αγωγή και οξυγόνο. Το εάν τα βρογχοδιασταλτικά, όπως η νεφελοποιημένη αλβουτερόλη, παίζουν κάποιο ρόλο στη θεραπεία, αποτελεί ακόμα θέμα συζήτησης, αλλά χρησιμοποιούνται συχνά. Η ριμπαβαρίνη, μια νεφελοποιημένη αντιιική ουσία, χρησιμοποιείται σε σοβαρές περιπτώσεις βρογχιολίτιδας, λόγω αποδεδειγμένης λοίμωξης παιδιών ηλικίας κάτω των 2 ετών με τον συγκυτιακό αναπνευστικό ιό.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ: Το ποσοστό θνητότητας είναι κάτω από 1%, αλλά ένα σημαντικό ποσοστό των προσβεβλημένων παιδιών αναπτύσσει αντιδραστική πνευμονοπάθεια (δηλ. άσθμα) αργότερα στην παιδική ηλικία.

ΠΡΟΛΗΨΗ: Προληπτικά φάρμακα έχουν αναπτυχθεί για βρέφη με βρογχοπνευμονική δυσπλασία και άλλες συγγενείς καρδιακές ή πνευμονικές παθήσεις. Αυτά τα φάρμακα περιλαμβάνουν το palivizumab, ένα μονοκλωνικό αντίσωμα, και μια άνοση σφαιρίνη για τον RSV.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Το βρέφος χρήζει στενής παρακολούθησης, λόγω των αναγκών που επιβάλλονται από την απόφραξη των αεραγωγών στο επίπεδο των βρογχιολίων. Το βρέφος παρακολουθείται για βαθμιαία αυξανόμενη αναπνευστική δυσχέρεια, παροξυσμικό βήχα, δύσπνοια και ευερεθιστότητα, καθώς και για ταχύπνοια με ερυθρότητα των ρουθουνιών, εισολκή των πλευρών και ρηχή αναπνοή.

Θα πρέπει να γίνεται επίκρουση από τη νοσοκόμα, τον φυσιοθεραπευτή ή τον γιατρό, για την εύρεση υπερτυμπανικότητας και διάσπαρτης πύκνωσης, καθώς και ακρόαση των πνευμόνων, για την ανεύρεση λεπτών τριζόντων, παρατεταμένης εκπνοής και εξαφάνισης του αναπνευστικού ψιθυρίσματος. Μπορεί να υπάρξει ακουστικός ή ακροαστικός συριγμός, καθώς και υπεραερισμός που οδηγεί σε αύξηση της προσθιοπίσθιας διαμέτρου και πτώση του διαφράγματος.

Οι γονείς ενημερώνονται όσον αφορά στην ανάγκη εισαγωγής στο νοσοκομείο και επεξηγείται η θεραπεία που θα εφαρμοστεί. Συζητείται η χρήση υγρών εισπνοών και οξυγόνου, όπως επίσης και η χρήση τεχνητής αναπνοής, αν καταστεί αναγκαία, και εκπαιδεύονται οι γονείς πώς να διατηρούν επαφή με το βρέφος τους. Οι γονείς θα πρέπει επίσης να καταλάβουν ότι η ταχύπνοια, η αδυναμία και η κόπωση περιορίζουν την ικανότητα του βρέφους να λαμβάνει υγρά για την ενυδάτωσή του σε επαρκείς ποσότητες, κι έτσι τα ενδοφλέβια υγρά θα χρησιμοποιούνται μέχρι να υποχωρήσουν τα συμπτώματα. Από την στιγμή που οι γονείς αναμένουν τη χορήγηση φαρμάκων στο παιδί τους, η νοσηλεύτρια θα πρέπει να εξηγήσει γιατί δεν χορηγούνται αυτά (αντιβιοτικά, βρογχοδιασταλτικά, κορτικοστεροειδή, αντιβηχικά και αποχρεμπτικά) και να τους βοηθά να κατανοήσουν γιατί αντενδείκνυνται τα ηρεμιστικά, αν και η ανάπαυση αποτελεί σημαντικό τμήμα της θεραπείας. Η εισαγωγή στο νοσοκομείο είναι τραυματική για τους γονείς και το παιδί, ανάλογα με την ηλικία του και την σοβαρότητα της νόσου, κι έτσι παρέχεται υποστήριξη καθ' όλη τη διάρκεια της κρίσης. Οι γονείς βοηθούνται να παράσχουν αγάπη, επαφή και φροντίδα στο παιδί τους, ενημερώνονται για το πώς πρέπει να έρχονται σε επαφή με τη νοσηλεύτρια, όταν θα πρέπει να λείψουν από την κούνια και τους παρέχεται βοήθεια στο να κατανοήσουν και να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενη παλινδρόμηση της συμπεριφοράς.

Aliases (separate with |): bronchiolitis|Βρογχιολίτιδα
βρογχίτιδα

Φλεγμονή του βλεννογόνου των βρόγχων που προκαλείται από ερεθισμό ή λοίμωξη με κάποιο παθογόνο μικροοργανισμό. Η βρογχίτιδα μπορεί να είναι οξεία ή χρόνια.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η βρογχίτιδα προκαλείται από μικρόβια, όπως ιούς (ειδικά ρινοϊούς, ιούς της γρίπης Α και Β, ιό της παραϊνφλουέντσας, αδενοϊούς και αναπνευστικό συγκυτιακό ιό) ή λιγότερο συχνά από μυκόπλασμα, χλαμύδια, στερπτόκοκκκο, αιμόφιλο, Βramhanella ή σταφυλόκοκκο. Η λοίμωξη συχνά δεν διακρίνεται από το κοινό κρυολόγημα και συνήθως θεραπεύεται ως τέτοιο, εκτός αν υπάρχει πνευμονία. Ο οξύς βρογχικός ερεθισμός (μη λοιμώδης βρογχίτιδα) μπορεί επίσης να προκληθεί από την έκθεση σε διάφορες φυσικές και χημικές ουσίες, όπως η σκόνη, οι καπνοί ή η γύρη. Οι αλλεργίες και οι προϋπάρχουσες παθήσεις, όπως το άσθμα ή η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια μπορεί να είναι σημαντικοί παράγοντες.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Λαμβάνεται ιστορικό και καταγράφεται η χρήση καπνού, περιλαμβανομένου του τύπου, της διάρκειας και της συχνότητας. Ο υπολογισμός της ετήσιας κατανάλωσης πακέτων παρέχει σημαντικές πληροφορίες. Ο γιατρός αξιολογεί και άλλες γνωστές ερεθιστικές ουσίες και αλλεργιογόνα του αναπνευστικού, την εμφάνιση ή την επιδείνωση δύσπνοιας κατά τη σωματική άσκηση και τον παραγωγικό βήχα. Ο ασθενής αξιολογείται για αλλαγές της βασικής αναπνευστικής λειτουργίας, όπως η χρήση των βοηθητικών μυών της αναπνοής, η κυάνωση, η διάταση των τραχηλικών φλεβών, το οίδημα των κάτω άκρων, η παράταση του χρόνου εκπνοής, η ταχύπνοια και οι συρίττοντες ή τρίζοντες πνευμονικοί ήχοι. Συχνά, καταγράφεται το χρώμα και τα χαρακτηριστικά των πτυέλων (ενδέχεται όμως να έχουν μικρή διαγνωστική αξία). Περιστασιακά, εκτελούνται διάφορες εξετάσεις, όπως ανάλυση των αερίων αίματος, ακτινογραφία θώρακος, οξυμετρία, μετρήσεις της μέγιστης ροής, έλεγχος της πνευμονικής λειτουργίας και χρώση gram των πτυέλων. Αν οι παραπάνω εξετάσεις έχουν παραγγελθεί, επεξηγούνται στον ασθενή. Χορηγούνται αντισταμινικά, βρογχοδιασταλτικά, κορτικοστεροειδή, αποσυμφορητικά, αποχρεμπτικά και άλλα φάρμακα και καταγράφεται η αντίδραση του ασθενούς σε αυτά. Τα αντιβιοτικά σπάνια ενδείκνυνται. Οι καθημερινές δραστηριότητες εναλλάσσονται με περιόδους ανάπαυσης για τη διατήρηση της ενεργητικότητας και την αποτροπή κόπωσης. Χορηγούνται αρκετά υγρά για την ρευστοποίηση των εκκρίσεων (εκτός κι αν έχει δοθεί άλλη εντολή) και παρακολουθείται η λήψη των υγρών σε ασθενείς με συνυπάρχουσες παθήσεις που χρήζουν εισαγωγής στο νοσοκομείο. Στους ασθενείς που χρειάζονται βοήθεια για τη διακοπή του καπνίσματος, παρέχονται συμβουλές και υποστήριξη και παραπέμπονται σε προγράμματα διακοπής του καπνίσματος ή τους χορηγείται βοηθητική φαρμακευτική θεραπεία, όταν αυτό κριθεί αναγκαίο.

Aliases (separate with |): bronchitis|Βρογχίτιδα
βρογχογενές καρκίνωμα

Καρκίνωμα των πνευμόνων.

Aliases (separate with |): Βρογχογενές καρκίνωμα
βρόγχος

Ένας από τους μεγάλους αεραγωγούς που μεταφέρουν αέρα προς τους πνεύμονες (δεξιός και αριστερός κύριος βρόγχος) καθώς και εντός των πνευμόνων (λοβαίοι και τμηματικοί βρόγχοι).

Aliases (separate with |): Βρόγχος
βρογχοσκόπηση

Εξέταση των αεραγωγών (βρόγχοι), που οδηγούν στους πνεύμονες με την βοήθεια ενός μακρού σωλήνα (βρογχοσκόπιο), το οποίο εισάγεται από την μύτη ή το στόμα. Συνδυάζεται συχνά με βιοψία. Η διαδικασία πραγματοποιείται στο εξωτερικό ιατρείο υπό τοπική αναισθησία και καταστολή.

Aliases (separate with |): Βρογχοσκόπηση
βρογχόσπασμος

Μη φυσιολογική στένωση, μαζί με μερική απόφραξη, του αυλού των βρόγχων, λόγω σπασμού του περιβρογχικού λείου μυός. Κλινικά ο βρογχόσπασμος συνοδεύεται με βήχα και δύσπνοια. Ο βρογχόσπασμος λαμβάνει χώρα σε αντιδραστικές πνευμονοπάθειες, όπως το άσθμα και η βρογχίτιδα. Η θεραπεία μπορεί να συμπεριλαμβάνει βρογχοδιασταλτικά και κορτικοστεροειδή.

Aliases (separate with |): bronchospasm|Βρογχόσπασμος
βρουκέλλωση

Διαδεδομένη λοιμώδης εμπύρετος νόσος που προσβάλλει κυρίως βοοειδή, χοίρους και αίγες, και μερικές φορές άλλα ζώα και τους ανθρώπους. Προκαλείται από διάφορα είδη Brucella. Η Β. melitensis και η Β. suis προκαλούν βρουκέλλωση στις αίγες και τους χοίρους αντίστοιχα, και η Β. abortus προκαλεί μεταδοτικές αποβολές στα βοοειδή, στους σκύλους και άλλα κατοικίδια ζώα. Οι οργανισμοί είναι ενδοκυττάρια παράσιτα. Στους ανθρώπους ονομάζεται βρουκέλλωση, πυρετός της Μάλτας ή πυρετός του Γιβραλτάρ. Μπορεί να προκληθεί από οποιοδήποτε εκ των τριών ειδών.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: Στους ενήλικες, η θεραπεία συνίσταται στην συνδυασμένη χορήγηση τετρακυκλίνης για 4-6 εβδομάδες και στρεπτομυκίνης τις πρώτες δυο εβδομάδες της χορήγησης της τετρακυκλίνης. Στα παιδιά και στις έγκυες γυναίκες, οι τετρακυκλίνες θα πρέπει να αποφεύγονται, διότι καταστρέφουν την ανάπτυξη των δοντιών και των οστών.

Aliases (separate with |): Gibraltar fever,|Mediterranean fever|Βρουκέλλωση
βυσσίνωση, πνευμονοκονίαση

Αντιδραστική πνευμονοπάθεια των εργατών που δουλεύουν με βαμβάκι, λινάρι και κάνναβη. Προκαλείται από την εισπνοή σκόνης και ξένων υλικών που περιέχουν βακτήρια, μούχλα και μύκητες. Η νόσος δεν προσβάλλει τους εργάτες σε υφαντουργεία, οι οποίοι δουλεύουν με βαμβάκι αφότου αυτό έχει λευκανθεί. Η νόσος χαρακτηρίζεται από άσθμα και αίσθημα στενότητας στο στέρνο. Τα συμπτώματα είναι συνήθως πιο έκδηλα στην έναρξη κάθε εργατικής εβδομάδας από ότι αργότερα.

Aliases (separate with |): byssinosis|Βυσσίνωση, πνευμονοκονίαση
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL