Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
αναβολικά

Τεστοστερόνη ή μια στεροειδής ορμόνη η οποία ομοιάζει με την τεστοστερόνη, και η οποία διεγείρει την αύξηση ή την δημιουργία των ιστών του σώματος. Τα αναβολικά στεροειδή έχουν χρησιμοποιηθεί, ορισμένες φορές σε υπερβολικές δόσεις, από άνδρες και γυναίκες αθλητές για τη βελτίωση των επιδόσεων τους και κυρίως σε αθλήματα στα οποία απαιτείται δύναμη. Αυτή η χρήση των αναβολικών στεροειδών θεωρείται παράνομη από διάφορους οργανισμούς που εποπτεύουν την διεξαγωγή των αγώνων, συμπεριλαμβανομένης της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής και της Ολυμπιακής Επιτροπής των Η.Π.Α. επίσης, χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση ασθενών με νοσήματα τα οποία προκαλούν εξάντληση του οργανισμού.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Είναι προτιμότερο να μη γίνεται ασυλλόγιστη χρήση των αναβολικών παραγόντων λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών που μπορεί να προκαλέσουν (π.χ. στις γυναίκες, υπερτρίχωση, αύξηση της μυϊκής μάζας και υπερτροφία της κλειτορίδας· στους άνδρες, επιθετικότητα, ατροφία των όρχεων και άλλες παθολογικές καταστάσεις).

Aliases (separate with |): agent|anabolic|Αναβολικά
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL