Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
αμυλοειδής νεφρός

Μεγεθυσμένος, σκληρός, λείος νεφρός που συνήθως σχετίζεται με συστηματική αμυλοείδωση.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Τα προσβεβλημένα άτομα χάνουν συνήθως μεγάλες ποσότητες πρωτεΐνης στα ούρα και μπορεί να εμφανίσουν οίδημα ή συμπτώματα υπερφόρτωσης υγρών, νεφρωσικό σύνδρομο ή νεφρική ανεπάρκεια.

Aliases (separate with |): amyloid|kidney|Αμυλοειδής|νεφρός
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL