Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
αμηνόρροια

Απουσία εμμήνου ρύσεως, εξαιτίας απουσίας εμμηναρχής (δηλαδή, απουσία εμμήνου ρύσεως μέχρι την ηλικία των 16 ετών) ή απουσία την εμμήνου ρύσεως για περισσότερους από 3 μήνες σε γυναίκες οι οποίες παλαιότερα είχαν έμμηνο ρύση και οι οποίες δεν είναι έγκυες. Η αμηνόρροια μπορεί να είναι φυσιολογική ή πρωτοπαθής όταν συμβαίνει στα πλαίσια της εγκυμοσύνης, της πρώιμης γαλουχίας ή μετά την εμμηνόπαυση. Παθολογική ή δευτεροπαθής θεωρείται όταν οφείλεται σε κάποιες άλλες καταστάσεις.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Οι πρωταρχικές αιτίες της μη φυσιολογικής εμμήνου ρύσεως σχετίζονται με κάποια υποκείμενη υποθαλαμική-υποφυσιακή-ενδοκρινική διαταραχή ή με συγγενείς ή επίκτητες διαταραχές της φυσιολογικής αναπαραγωγικής οδού. Στις πιο συνηθισμένες παθολογικές καταστάσεις συμπεριλαμβάνονται οι μεταβολικές διαταραχές, όπως είναι ο διαβήτης, η κακή θρέψη ή η παχυσαρκία· οι συναισθηματικές ή σχετιζόμενες με άγχος διαταραχές, όπως η νευρογενής ανορεξία· και οι συστηματικές διαταραχές όπως ο καρκίνος, ο λύκος ή η φυματίωση.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ: θα πρέπει να καθορίζεται ποια είναι η υποκείμενη αιτία και να διορθώνεται. Εάν υπάρχει ανεπάρκεια κάποιας ορμόνης, θα πρέπει να συστήνεται θεραπεία υποκατάστασης.

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΑΣΘΕΝΟΥΣ: Η ασθενής εξετάζεται για τυχόν άλλα συμπτώματα και ενθαρρύνεται να αναζητήσει ιατρική βοήθεια εάν η αμηνόρροια δεν σχετίζεται με εγκυμοσύνη, εμμηνόπαυση ή με κάποια ορμονοθεραπεία.

Aliases (separate with |): amenorrhea|Αμηνόρροια
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL