Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
αλλεργία στην πενικιλίνη

Αντίδραση υπερευαισθησίας στη πενικιλίνη, η οποία εμφανίζεται στο 0,5%-8% του πληθυσμού. Αν και μπορεί να εμφανιστούν διάφοροι τύποι υπερευαισθησίας, η πιο συχνή και ενδεχομένως επικίνδυνη αντίδραση είναι αυτή του τύπου I (άμεση), η οποία διαμορφώνεται από την ανοσοσφαιρίνη IgE. Αν ένας ασθενής αναφέρει ιστορικό σημείων τοπικής αναφυλαξίας (π.χ. κνίδωση) ή συστηματικής αναφυλαξίας (π.χ. βρογχοσπασμό, αγγειοδιαστολή) μετά την λήψη πενικιλίνης, τότε σε αυτόν τον ασθενή δεν πρέπει να χορηγηθεί ξανά πενικιλίνη ή άλλα β-λακταμικά αντιβιοτικά. Σε αυτές τις πολύ σπάνιες καταστάσεις, στις οποίες μια λοίμωξη δεν ανταποκρίνεται σε άλλο αντιβιοτικό και είναι τόσο σοβαρή, ώστε ο κίνδυνος να ξεπερνά αυτόν της αναφυλαξίας, ο ασθενής μπορεί να απευαισθητοποιηθεί με βαθμιαία αυξανόμενες δόσεις πενικιλίνης.

Aliases (separate with |): allergy|penicillin|Αλλεργία|πενικιλίνη|στην
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL