Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
αιθέριο έλαιο

Πτητικό έλαιο, ιδιαίτερα ένα που έχει οσμή και παράγει γευστικές αισθήσεις και αποκτάται από συγκεκριμένα φυτά με διάφορα μέσα απόσταξης. Κάποια από αυτά τα έλαια χρησιμοποιούνται από την αρχαιότητα ως συντηρητικά και αντισηπτικά (π.χ., η θυμόλη και η ευγενόλη), κάποια χρησιμοποιούνται ως μυρωδικά, ως αρώματα και ως φάρμακα. Συνήθως πρόκειται για σύνθετες χημικές ενώσεις που είναι δύσκολο να απομονωθούν.

Aliases (separate with |): essential oil|Αιθέριο έλαιο
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL