Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
άζωτο

ΣΥΜΒ.: Ν. Άχρωμο, άοσμο, άγευστο, αέριο στοιχείο το οποίο απαντά ελεύθερο στην ατμόσφαιρα, αποτελώντας το 80% περίπου του όγκου της. Ο ατομικός του αριθμός είναι 7 και το ατομικό του βάρος είναι 14,0067. Στοιχείο όλων των πρωτεϊνών, το άζωτο είναι απαραίτητο στη φυτική και ζωική ζωή για την κατασκευή ιστών. Γενικά, ανευρίσκεται οργανικά μόνο στη μορφή ενώσεων όπως η αμμωνία, τα νιτρώδη και τα νιτρικά. Αυτά μετατρέπονται από τα φυτά σε πρωτεΐνες και καταναλωθείσες από τα ζώα μετατρέπονται σε ζωικές πρωτεΐνες του αίματος και των ιστών.

Aliases (separate with |): nitrogen|άζωτο
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL