Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
σύνδρομο μεθεμφραγματικού μυοκαρδίου

Μη-ισχαιμικό θωρακικό άλγος μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου, το οποίο επιδεινώνεται με την βαθιά αναπνοή, βελτιώνεται με την καθιστή κατακόρυφη θέση και χειροτερεύει με την κατάκλιση. Ο ασθενής μπορεί να αναπτύξει χαμηλό πυρετό, αυξημένη ταχύτητα καθίζησης και αυξημένα επίπεδα αντιμυοκαρδιακών αντισωμάτων. Η αιτία είναι άγνωστη. Οι ασθενείς θεραπεύονται συνήθως με μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα ή με κορτικοστεροειδή. Παρόμοιο σύνδρομο λαμβάνει χώρα σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε επέμβαση καρδιάς.

Aliases (separate with |): postmyocardial infarction syndrome|Σύνδρομο μεθεμφραγματικού μυοκαρδίου
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL