Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
σύνδεσμος
  1. Μια ζώνη ή φύλλο ισχυρού συνδετικού ιστού, που συνδέει τα αρθρούμενα άκρα των οστών, συνδέοντάς τα έτσι ώστε να περιορίζεται η κίνηση.
  2. Το παχυσμένο τμήμα ή πτυχή του περιτόνεου ή του μεσεντέριου που υποστηρίζει τα σπλαγχνικά όργανα ή τα συνδέει με άλλο σπλάγχνο.
  3. Μια ζώνη ινώδους συνδετικού ιστού, που συνδέει οστά, χόνδρους και άλλες δομές, και εξυπηρετεί την υποστήριξη ή πρόσδεση της περιτονίας ή των μυών.
  4. Μια χορδόμορφη δομή που αντιπροσωπεύει τα υπολείμματα ενός εμβρυϊκού αιμοφόρου αγγείου.
Aliases (separate with |): ligament|Σύνδεσμος
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL