Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
στοματικό διάλυμα

Ένα φαρμακευτικό διάλυμα που χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό και την αντιμετώπιση ασθενειών του στοματικού βλεννογόνου, τη μείωση της δύσοσμης απόπνοιας ή την πρόσθεση φθορίου στα δόντια για τον έλεγχο ή την πρόληψη της οδοντικής τερηδόνας. Μπορεί να περιέχει ποικίλα χημικά συστατικά, όπως το φθόριο ή χλωρίδια του ψευδαργύρου, αλκοόλη, γλυκερίνη, απορρυπαντικά, απαραίτητα έλαια για τη γεύση και χρωστικούς παράγοντες. Σύμφωνα με τη σύνθεση και προτεινόμενη λειτουργία, τα στοματικά διαλύματα μπορούν να περιγραφούν ως αντιβακτηριδιακά, στυπτικά, ρυθμιστικά, συμπυκνωμένα, καλλυντικά, αποσμητικά ή θεραπευτικά.

Aliases (separate with |): Στοματικό διάλυμα
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL