Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
στεφανιαίος

Ο περιβάλλων, όπως τα αιμοφόρα αγγεία τα οποία παρέχουν αίμα απευθείας στον καρδιακό μυ. Ο όρος χρησιμοποιείται γενικώς αναφερόμενος σε καρδιοπάθειες ή στη στεφανιαία νόσο. Ο στεφανιαίος πόνος είναι συνήθως αμβλύς και βαρύς και μπορεί να επεκταθεί στο βραχίονα, στη σιαγόνα, τους ώμους ή στην πλάτη. Τυπικά, ο ασθενής περιγράφει τον πόνο ως σπλαγχνικό ή πως προκαλεί αίσθημα συμπίεσης ή σύνθλιψης στο στήθος.

Aliases (separate with |): Στεφανιαίος
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL