Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
στέρνο

Το στενό, επίπεδο οστό, πρόσθια στη μέση γραμμή του θώρακα. Αποτελείται από τρία τμήματα: τη λαβή, το σώμα και την ξιφοειδή απόφυση.

Aliases (separate with |): Στέρνο
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL