Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
σεξουαλικότητα
  1. Η φυλετική κατάσταση· τα συλλογικά χαρακτηριστικά τα οποία διαφοροποιούν τα αρσενικά από τα θηλυκά άτομα.
  2. Η διαγωγή και ο τρόπος ζωής ενός ατόμου σε σχέση με το σεξ· όλες οι προδιαθέσεις οι οποίες σχετίζονται με την οικειότητα, είτε σχετίζονται με τα γεννητικά όργανα είτε όχι.
Aliases (separate with |): Σεξουαλικότητα
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL