Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
σεξουαλική δυσλειτουργία

Ανεπαρκής ευχαρίστηση από τη σεξουαλική πράξη, ή πλήρης ανικανότητα απόλαυσης της σεξουαλικής συνεύρεσης σε οποιαδήποτε μορφή. Ενδέχεται να υπάρχουν πολλαπλά αίτια συμπεριλαμβανομένου της έλλειψης σεξουαλικού ενδιαφέροντος ή επιθυμίας, ανεπάρκεια της σεξουαλικής διέγερσης (όπως η στυτική λειτουργία στους άνδρες και η κολπική λίπανση ή η μεγέθυνση της κλειτορίδας στις γυναίκες), αδυναμία οργασμού, ή καθυστέρηση του οργασμού έως ότου επέλθει η ικανοποίηση του συντρόφου, πόνος κατά τη συνουσία, κλινικές ή ορμονικές καταστάσεις που απορρυθμίζουν τη σεξουαλική λειτουργία, θέματα κατάχρησης ουσιών, ή προβλήματα που σχετίζονται με τη λήψη συνταγογραφημένων φαρμάκων. Μια προσεκτική κλινική εξέταση και μελέτη του ιστορικού θα βοηθήσει στον προσδιορισμό των πιθανών παθολογικών διαστάσεων των διαφόρων φάσεων. Η επιθυμία απουσιάζει, είναι υπερβολική ή υπάρχει αποστροφή; Είναι ο ερεθισμός επαρκής ώστε να συντηρήσει την επιθυμία και στους άνδρες να διατηρήσει τη στύση; Παρατηρείται οργασμός και αν ναι είναι καθυστερημένος ή πρόωρος; Βιώνουν ικανοποίηση οι σύντροφοι κατά την ολοκλήρωση του οργασμού; Παρατηρείται πόνος σε οποιοδήποτε στάδιο της σεξουαλικής δραστηριότητας;

Οι φυσικοί ή οι πνευματικοί παράγοντες οι οποίοι εμπλέκονται πρέπει να αντιμετωπισθούν και, όταν ευθύνεται η φαρμακευτική αγωγή, θα πρέπει τα φάρμακα που προκαλούν επιπλοκές να αντικαθίσταται από εναλλακτικά.

Aliases (separate with |): Σεξουαλική δυσλειτουργία
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL