Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
σαρκοείδωση

Χρόνια πολυσυστηματική νόσος, αγνώστου αιτιολογίας, που χαρακτηρίζεται από σκληρά κοκκιώματα και λεμφοκυτταρική κυψελιδίτιδα. Η σαρκοείδωση παρατηρείται κυρίως στις νοτιοανατολικές ΗΠΑ και είναι 10 φορές πιο κοινή μεταξύ μαύρων παρά λευκών και μεταξύ γυναικών παρά αντρών. ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ: Στο 90% των περιπτώσεων εμπλέκονται οι πνεύμονες, οι οποίοι αποτελούν και τη βάση των αρχικών συμπτωμάτων, τα οποία περιλαμβάνουν κόπωση, απώλεια βάρους, ανορεξία, νυχτερινή εφίδρωση, δύσπνοια και μη παραγωγικό βήχα. Η πυλαία λεμφαδενοπάθεια ενδέχεται να προηγηθεί της ανάπτυξης αναπνευστικών συνδρόμων εξαιτίας κυψελιδίτιδας. Περιφερειακή λεμφαδενοπάθεια, ιρίτιδα, δερματικές αλλοιώσεις, σπληνομεγαλία, ηπατομεγαλία, διάμεση νεφρίτιδα, περιτοναϊκή συμμετοχή, η συμμετοχή άλλων σπλαγχνικών οργάνων και σκελετικές αλλοιώσεις παρατηρούνται σε ασθενείς με εκτεταμένη νόσο. Οι ανοσολογικές ανωμαλίες περιλαμβάνουν λεμφοκυτταροπενία των Τ-κυττάρων, αυξημένο αριθμό μονοκυττάρων στο αίμα, και ανεργικές αντιδράσεις σε δερματικούς ελέγχους έναντι κοινών αλλεργιογό-νων. Σε ένα ποσοστό περίπου 60-70% των ασθενών δεν προκαλούνται μόνιμες βλάβες στους πνεύμονες ή άλλα όργανα. Περίπου το 20% αναπτύσσει υπολειπόμενη πνευμονική ή οφθαλμική βλάβη και το 10% περίπου πεθαίνει από προϊούσα πνευμονική ίνωση ή από πνευμονική καρδία της δεξιάς κοιλίας (cor pulmonale).

ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Η διάγνωση επιτυγχάνεται μέσω ενός συνδυασμού κλινικών, ακτινολογικών και ιστολογικών ευρημάτων. Η σαρκοείδωση μπορεί να διαφοροποιηθεί από άλλες ασθένειες που προκαλούν κοκκιώματα όπως η φυματίωση, η ιστοπλάσμωση και ορισμένες άλλες μυκητιακές μολύνσεις.

Aliases (separate with |): Σαρκοείδωση
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL