Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
όσχεο

Ο θύλακος που εντοπίζεται στα περισσότερα αρσενικά θηλαστικά και περιέχει τους όρχεις και τμήμα του σπερματικού αγωγού. Συστατικά μέρη του όσχεου αποτελούν το δέρμα· ένα δίκτυο μη γραμμωτών μυϊκών ινών· ο ινομυώδης δαρτός χιτώνας· η κρεμαστήριος, σπερματική και χοανοειδής περιτονία· ο κρεμαστήρας μυς· και ο κολπικός χιτώνας.

Aliases (separate with |): scrotum|Όσχεο
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL