Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
ουλίτιδα

Λοίμωξη των ούλων που χαρακτηρίζεται από ερυθρότητα, οίδημα και τάση προς αιμορραγία.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ: Η ουλίτιδα μπορεί να είναι τοπική λόγω λανθασμένης οδοντικής υγιεινής, τεχνητών οδοντοστοιχιών που δεν εφαρμόζουν σωστά ή άλλων εφαρμογών ή ελλειπούς σύγκλισης των οδόντων. Μπορεί να συνοδεύει γενικευμένη στοματίτιδα που σχετίζεται με στοματικές λοιμώξεις, καθώς και με λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού. Μπορεί ακόμη να απαντάται σε νόσους ανεπάρκειας, όπως το σκορβούτο, οι αιματολογικές δυσκρασίες, ή η δηλητηρίαση από μέταλλα.

Aliases (separate with |): Ουλίτιδα
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL