Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
οστεοπενία

Μια σημαντική μείωση στο ποσό της οστικής πυκνότητας μετάλλων (BMD) που φυσιολογικά εντοπίζεται σε έναν πληθυσμό ή ομάδα. O Παγκόσμιος Oργανισμός Υγείας καθορίζει ότι όταν η BMD βρίσκεται μεταξύ 1 και 2,5 τυπικές αποκλίσεις κάτω από το φυσιολογικό, υπάρχει οστεοπενία. Αποκλίσεις στην BMD που υπερβαίνουν τις 2,5 τυπικές αποκλίσεις κάτω από το φυσιολογικό ονομάζονται οστεοπόρωση.

Aliases (separate with |): Οστεοπενία
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL