Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
οστεοκλάστης
  1. Οστεοκλάστης, μια συσκευή για τη θραύση οστών με θεραπευτικούς σκοπούς.

  2. Oστεοκλάστη. Ένα γιγάντιο πολυπύρηνο κύτταρο που σχηματίζεται στο μυελό των αυξανόμενων οστών. Oι οστεοκλάστες εντοπίζονται σε εντυ-πώματα στην επιφάνεια των οστών, που καλούνται βοθρία του Howship. Απορροφώντας άλατα του ασβεστίου, αφαιρούν τον πλεονάζοντα οστέινο ιστό, όπως στην αναδιαμόρφωση των αυξανόμενων οστών ή των κατεστραμμένων οστών κατά τη διόρθωση καταγμάτων.

Aliases (separate with |): οστεοκλάστης
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL