Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
ορονοσία

Παθολογική (υπερευαισθησία τύπου ΙΙΙ) ανοσολογική αντίδραση, η οποία αναπτύσσεται μετά από χορήγηση ξένων αντιγόνων, κυρίως αντιορών που λαμβάνονται από άλογα ή άλλα ζώα. Ο ορός ζώων χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν για την παθητική ανοσοποίηση έναντι μολυσματικών ασθενειών, αλλά τώρα τυγχάνει περιορισμένης χρήσης για αντιτοξίνες, μονοκλωνικά αντισώματα, και αντι-λεμφοκυτταρικές σφαιρίνες. Η ορονοσία μπορεί επίσης να προκληθεί από τη χορήγηση πενικιλινών και άλλων φαρμάκων. Σχηματίζονται συμπλέγματα αντιγόνου-αντισώματος, τα οποία αποτίθενται στα τοιχώματα των μικρών αιμοφόρων αγγείων, διεγείροντας μια φλεγμονώδη αντίδραση, η οποία προκαλεί κνησμώδες εξάνθημα, πυρετό, αρθρικό άλγος και οίδημα, μυαλγίες και διόγκωση των λεμφαδένων, 7 έως 14 ημέρες μετά την έκθεση. Η θεραπεία περιλαμβάνει σαλικυλικά (όπως η ασπιρίνη) και αντιϊ-σταμινικά για την ελαχιστοποίηση της φλεγμονής. Μπορούν να χορηγηθούν κορτικοστεροειδή για την αντιμετώπιση βαριών συμπτωμάτων.

Aliases (separate with |): Ορονοσία
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL