Anazitisi Nosokomeia Thessalonikis Epikoinwnia Thessgiatro
Eggrafi Melwn  Oroi Xrisis Thessgiatro  Oroi Xrisis

Λεξικό ιατρικών όρων.

There are 1512 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
ορμόνη
  1. Μία ουσία που προέρχεται από ένα όργανο, αδένα ή μέρος του σώματος και μεταφέρεται διαμέσου του αίματος σε άλλο μέρος του σώματος, διεγείροντας χημικά αυτό το μέρος να αυξήσει ή να μειώσει την λειτουργική του δραστηριότητα ή να αυξήσει ή να μειώσει την έκκριση μιας άλλης ορμόνης.

  2. Η έκκριση των ενδοκρινών αδένων (π.χ., ινσουλίνη από το πάγκρεας).

Aliases (separate with |): Ορμόνη
Glossary 2.8 uses technologies including PHP and SQL